ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 301/2017)
2 Iουλίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΑΜΠΑΣ
Εφεσείων/Ενάγων
v.
ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
Εφεσίβλητης /Εναγομένης
_____________________
Κ. Δημητριάδης, για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
N. Αβρααμίδης, για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
____________________
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Ιωαννίδη, Δ.
__________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.: Ο εφεσείων, μηχανικός και συγκολλητής, τραυματίστηκε στις 9.12.2010, καθ’ ον χρόνο εκτελούσε εργασία διατεταγμένη από την εφεσίβλητη εργοδότρια του εταιρεία, η οποία ασχολείται με εργασίες λατόμησης. Με αγωγή που κατέθεσε εναντίον της εφεσίβλητης, αξίωσε αποζημιώσεις αφού θεωρούσε πως την αποκλειστική ευθύνη για το εργατικό ατύχημα είχε η εργοδότρια του.
Στην έκθεση απαίτησης είχε δικογραφήσει τα ακόλουθα σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τραυματίστηκε:
«Οι Εναγόμενοι και/ή ο υπεύθυνος στον χώρο εργασίας των Εναγομένων και/ή ο προϊστάμενος του Ενάγοντα έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα να επιδιορθώσει μια μεταφορική ταινία και/ή μια ταινία η οποία μετέφερε πετρώματα από ένα τούνελ, προς την αβάτζι η οποία μεταφορική ταινία εβρίσκετο σε ύψος περί τα 3 μέτρα από το έδαφος. Ο Ενάγοντας σύμφωνα με τις εντολές και/ή οδηγίες των Εναγομένων και/ή των αντιπροσώπων τους και/ή των προστησαμένων τους ανέβηκε και/ή βρισκόταν μαζί με άλλο συνάδελφο του πάνω στην εν λόγω μεταφορική ταινία για να την επιδιορθώσουν. Ενώ η εν λόγω μεταφορική ταινία ήταν σταματημένη και/ή ακινητοποιημένη ο χειριστής στο χειριστήριο του εργοστασίου των Εναγομένων έθεσε σε λειτουργία την μεταφορική ταινία και/ή η μεταφορική ταινία ξαφνικά και/ή απροειδοποίητα ετέθη σε κίνηση και/ή λειτουργία και/ή εκινείτο και/ή ο πιο πάνω συνάδελφος του Ενάγοντα και/ή ο ενάγοντας άρχισε να μεταφέρεται και/ή μεταφέρετο προς το τέλος και/ή το χείλος της μεταφορικής ταινίας και/ή ρίφθηκε και/ή έπεσε στην αβάτζι συλλογής των πετρωμάτων και/ή απώλεσε την ισορροπία του και/ή έπεσε στην αβάτζι συλλογής των πετρωμάτων και/ή αμέσως μετά από πάνω του έπεσε και ο συνάδελφος του.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, βρήκε, για λόγους που θα εκτεθούν πιο κάτω, πως η εργοδότρια είχε ευθύνη. Βρήκε όμως πως και ο εφεσείων είχε συντρέχουσα αμέλεια, την οποία καθόρισε σε ποσοστό 30%.
Όσον αφορά στις γενικές αποζημιώσεις έκρινε ότι το ποσό των €50.000 αποτελεί «δίκαιη και λογική αποζημίωση». Όσον αφορά στον τόκο, αποφάσισε όπως το πιο πάνω ποσό, φέρει τόκο όχι από την ημερομηνία που έλαβε χώρα το εργατικό ατύχημα αλλά από την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Απόφαση εξέδωσε και για ειδικές ζημιές που είχαν αξιωθεί. Τέλος, για λόγους που παρέθεσε, απέρριψε την απαίτηση για αποζημιώσεις λόγω μείωσης εισοδηματικής ικανότητας.
Ούτε η μια πλευρά ούτε η άλλη έμεινε ικανοποιημένη από την πρωτόδικη απόφαση, εξού η καταχώριση έφεσης (οι λόγοι έφεσης τέσσερις τον αριθμό) εκ μέρους του εργοδοτουμένου και η καταχώριση αντέφεσης (οι λόγοι αντέφεσης δύο τον αριθμό) εκ μέρους της εργοδότριας. Για το μόνο θέμα που δεν υπάρχει διαφωνία είναι στο ύψος του ποσού των ειδικών ζημιών (ορισμένες μάλιστα είχαν συμφωνηθεί) για τις οποίες το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης ο εφεσείων θεωρεί πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο του καταλόγισε συντρέχουσα αμέλεια. Από την άλλη, η εφεσίβλητη, η οποία δεν αμφισβητεί ότι είχε ευθύνη για το εργατικό ατύχημα, με τον πρώτο λόγο αντέφεσης θεωρεί πως το ποσοστό ευθύνης του εφεσείοντα είναι πολύ μεγαλύτερο, το οποίο μάλιστα καθορίζει μεταξύ 60%-65%.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει τα ακόλουθα για το θέμα της ευθύνης της εφεσίβλητης:
«Από τα γεγονότα τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως αυτά έχουν γίνει αποδεκτά, έχοντας σαν βάση τις πιο πάνω αρχές, είναι φανερό κατά την αντίληψή μου ότι οι Εναγόμενοι δεν έθεσαν ούτε επέβλεψαν τη εφαρμογή ασφαλούς συστήματος εργασίας εκθέτοντας σε κίνδυνο τα πρόσωπα που ανέβηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην μεταφορική ταινία για επιδιόρθωση με συνέπεια εκ λάθους να τεθεί σε λειτουργία η εν λόγω μεταφορική ταινία και συνεπώς υπό τις περιστάσεις κατά πάντα ουσιώδη με το υπό συζήτηση εργατικό ατύχημα χρόνο, υπήρξαν αμελείς.»
Εξετάζοντας στη συνέχεια κατά πόσο ο εφεσείων είχε συντρέχουσα αμέλεια, κατέγραψε τα ακόλουθα:
«Καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές και την νομολογία (βλ. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου v. Χριστόφορος Χριστοφόρου, Πολ.Εφ. 82/10 ημερ. 05.02.2015) και με βάση τα ευρήματά μου, ο Ενάγοντας ο οποίος εργαζόταν στη ίδια εργασία πολλά χρόνια τόσο στους Εναγόμενους αλλά και στο συγκεκριμένο Λατομείο ως εργοδοτούμενος στα ίδια καθήκοντα και πολύ έμπειρος υπάλληλος έπρεπε να εφαρμόσει το σύστημα ασφάλειας για αποτροπή εκκίνησης της εν λόγω μεταφορικής ταινίας γυρίζοντας το κλειδί του διακόπτη. Κάτι που δεν έπραξε με αποτέλεσμα να έχει και ο ίδιος ευθύνη. Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγων παρά το ότι ήδη υπήρχε άλλο άτομο πάνω στη μεταφορική ταινία ο ίδιος ως ο πιο έμπειρος υπάλληλος για την επιδιόρθωση των εν λόγω μεταφορικών ταινιών όφειλε και ο ίδιος ως ο πλέον έμπειρος υπάλληλος και γνώστης του συστήματος ασφάλειας δηλαδή της ύπαρξης διακόπτη να τον κλείσει αφαιρώντας το κλειδί λαμβάνοντας έτσι αποτρεπτικά μέτρα για εκμηδένιση του κινδύνου να μπει σε λειτουργία η ταινία. Κρίνω υπό τις περιστάσεις έχοντας υπόψη ότι ο ΜΥ1 δεν ήταν παρών όταν ο ίδιος έφτασε στο μέρος ότι μπορεί να αποδοθεί αμέλεια στον Ενάγοντα σε ποσοστό 30%.»
Στην Κοσιάρης κ.α. ν. Λεωνίδου, Πολ. Έφ. Αρ.60/2016 (σχ. με 61/2016), ημερ. 19.6.2024, σημειώνονται τα ακόλουθα:
«Όπως πρόσφατα επαναλήφθηκε στην Ανδρέας Ν. Σόλου ν. Νιόκα, Πολ. Έφ. 245/2014, ημερ. 20.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:D251:
«Ως γνωστό, η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο Ενάγων απέναντι στον Εναγόμενο αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας (Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Sharif (2012) 1(Α) ΑΑΔ, 28). Η αμέλεια όπως και η συντρέχουσα αμέλεια είναι θέμα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Η επιμέλεια και η επίδειξη της δέουσας προσοχής εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που παρουσιάζεται τη δεδομένη στιγμή (Μάρκου ν. Μιχαήλ.»
Ένας ενάγων δεν είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι τρίτα πρόσωπα μπορεί να επιδείξουν αμέλεια, εκτός εάν η πείρα δείχνει ότι μία συγκεκριμένη αμέλεια είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις (Χαριλάου ν. Νικολάου (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1460).»
Δεν χρειάζεται να επαναληφθούν τα γνωστά σε σχέση με το καθήκον και την ευθύνη των εργοδοτών να διατηρούν ασφαλές σύστημα και ασφαλείς συνθήκες εργασίας, καθήκον και ευθύνη που είναι πάντα στους ώμους των εργοδοτών και δεν μετατίθεται στους ώμους των εργοδοτουμένων, οι οποίοι έχουν περιορισμένη επιλογή ως προς τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία εκτελούν την εργασία που τους ανατίθεται.
Εν προκειμένω, ο εφεσείων εκτελούσε εργασία που του είχε ανατεθεί από την εργοδότρια/εφεσίβλητη. Δεν ήταν δικό του καθήκον «να εφαρμόσει το σύστημα ασφαλείας για αποτροπή εκκίνησης της εν λόγω μεταφορικής ταινίας γυρίζοντας το κλειδί του διακόπτη», ως το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε. Αυτό ήταν καθήκον της εργοδότριας/εφεσίβλητης. Όταν δε έλαβε οδηγίες από την τελευταία να ανέβει «πάνω στη μεταφορική ταινία» για να την επιδιορθώσει, αυτή ήταν ήδη ακινητοποιημένη και μάλιστα υπήρχε ήδη άλλος εργοδοτούμενος της εφεσίβλητης «πάνω στη μεταφορική ταινία» για τον ίδιο σκοπό. Το εργατικό ατύχημα έλαβε χώρα, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε, και δεν αμφισβητείται, επειδή άλλος εργοδοτούμενος της εφεσίβλητης και συγκεκριμένα ο υπεύθυνος του χειριστηρίου του εργοστασίου «την έθεσε (την ταινία) από λάθος σε λειτουργία, οπόταν ο ενάγων και ο συνάδελφος του έπεσαν στην αβάτζιη συλλογής των πετρωμάτων». Ασφαλώς, ο εφεσείων δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει ότι ενόσω βρισκόταν, κατόπιν οδηγιών της εφεσίβλητης, στην ακινητοποιημένη ταινία για να την επιδιορθώσει, άλλος εργοδοτούμενος, από δικό του λάθος, θα έθετε σε λειτουργία την ταινία, για να είχε έτσι ο εφεσείων καθήκον να προβεί σε όλα εκείνα, στη βάση των οποίων το πρωτόδικο Δικαστήριο του καταλόγισε συντρέχουσα αμέλεια.
Καταλήγουμε πως εν προκειμένω, ο εφεσείων δεν παραβίασε το καθήκον αυτοπροστασίας του και συνεπώς ουδεμία αμέλεια επέδειξε. Η ευθύνη για το εργατικό ατύχημα βαραίνει εξ ολοκλήρου την εργοδότρια/εφεσίβλητη.
Ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται βάσιμος, ενώ ο πρώτος λόγος αντέφεσης απορρίπτεται.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης ο εφεσείων θεωρεί έκδηλα ανεπαρκές το ποσό των €50.000 που επιδικάσθηκε ως γενικές αποζημιώσεις. Είναι η θέση του πως αυτό θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον διπλάσιο. Από την άλλη, η εφεσίβλητη, με τον δεύτερο λόγο αντέφεσης, θεωρεί πως το επιδικασθέν ποσό «είναι υπερβολικό», για να προσθέσει πως «αυτό δεν θα έπρεπε να υπερέβαινε το ποσό των €20.000».
Δεν χρειάζεται να παραθέσουμε την πλούσια νομολογία μας, η οποία συνηγορεί υπέρ της αύξησης των γενικών αποζημιώσεων που επιδικάζονται προς όφελος των θυμάτων, και τούτο λόγω του γεγονότος ότι «ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία» (Ιωαννίδου ν. Αναστασίου (2017) 1(Β) Α.Α.Δ. 1894, 1897). Θα αρκεστούμε να παραπέμψουμε στο πιο κάτω απόσπασμα από την Jamal Ismael v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά. (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. (Α) Α.Α.Δ. 347:
«Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (Βλ. Ioannou and Paraskevaides (Overseas) (πιο πάνω), Παναγή ν. Θεοδώρου (1992) 1 Α.Α.Δ. 1303, Ηρακλέους ν. Πίτρου (1994) 1 Α.Α.Δ. 239, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 687, Μαΐττα v. Γεωργίου κ.ά. (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 1 και Βρυωνίδης ν. Σωφρονίου (1997) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1181). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση (βλ. Παναγή, πιο πάνω). Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος.»
Στο σημείο αυτό θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτολεξεί τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του εφεσείοντα και τα κατάλοιπα του τραυματισμού συνεπεία του εργατικού ατυχήματος:
«Ο Ενάγων ηλικίας 54 ετών, κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος και 60 1/2 σήμερα, συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος υπέστη, εξάρθρημα δεξιού ώμου και κάταγμα του μείζονος βραχιονίου ογκώματος. Το εξάρθρημα του ώμου ανατάχθηκε με σχετική δυσκολία υπό χαλάρωση με διαζεπάμη και αναλγητικά. Στη συνέχεια εισήχθη στο Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο και την επομένη υποβλήθηκε σε χειρουργική ανάταξη και οστεοσύνθεση του κατάγματος υπό Γενική Αναισθησία. Οι ακτινογραφίες έδειξαν απώλεια στηρίξεως και στις 11.02.10 χειρουργήθηκε από τον ίδιο και τον Δρ Γ. Σ., με τέσσερις διαυλικές βίδες. Εξήλθε μετά από 4 μέρες και έκτοτε παρακολουθείται σαν εξωτερικός ασθενής. Στις 30.01.11 άρχισε κινησιοθεραπεία που συνεχίζει. Λόγω περιορισμένης απαγωγής του δεξιού ώμου στις 03.05.11 έγινε ηλεκτρομυογράφημα από τον Δρ. Κ. Π. που έδειξε μερική βλάβη στο μασχαλιαίο νεύρο που είναι επιπλοκή του εξαρθρήματος του ώμου. Κατά την κλινική εξέταση στις 19.07.2011 διαπιστώθηκε αδυναμία έξω στροφής και απαγωγής του ώμου καθώς και πόνο κατά τις κινήσεις. Έγιναν παρακλινικές εξετάσεις α/α ώμου δεξιά και ΜRI δεξιού ώμου και διαπιστώθηκε παρεκτόπιση καταγμάτων δεξιού ώμου και χαλάρωση υλικών οστεοσύνθεσης. Στις 02.08.2011 υπό γενική αναισθησία έγινε αρθροσκόπιση δεξιού ώμου όπου διαπιστώθηκε επώλωση του επιχειλίου χόνδρου και υμενίτιδα. Έγινε καθαρισμός με Shaver. Ακολούθως έγινε θωρακοδελτοειδής προσπέλαση και με χρήση ακτινοσκοπικού μηχανήματος ανευρέθηκε παρεκτοπισμένο το μείζων και έλασων βραχιόνιο όγκωμα. Έγιναν αποκολλήσεις και με χρήση πλάκας έγινε καθήλωση στην ανατομική θέση των ογκωμάτων και με δύο βίδες έγινε καθήλωση του υπακανθίου και υπερακανθίου στην ανατομική τους θέση. Αρχικά τοποθετήθηκε ανάρτηση και ακολούθως φυσιοθεραπεία. Ως προς τα κατάλοιπα του τραυματισμού του παρέμειναν δύο ουλές μια 8 εκ. εγκάρσια στο έξω άνω άκρο του βραχίονα και μια πρόσθια 17 εκ. και οι δυο είναι ήρεμες και όχι αντιαισθητικές. Διαπιστώθηκε ενεργητική ικανότητα ανύψωσης - απαγωγής του δεξιού ώμου στις 90+°. Μερική μείωση της έσω κυρίως στροφής και πολύ λίγο της έξω στροφής. Ελαφρά υποτονία των περί τον δεξιό ώμο μυών. Η ανάπτυξη του δικέφαλου και τρικέφαλου ικανοποιητική δηλαδή μπορεί να κλείσει την αγκώνα εναντίον αντίστασης (δικέφαλος) και μπορεί να ανοίξει την αγκώνα εναντίον αντίστασης. Η μερική δυσκαμψία του δεξιού ώμου επιτρέπει να αυτοεξυπηρετείται, να οδηγά και να χρησιμοποιεί το δεξιό χέρι του κάνοντας πολλές χειρωνακτικές εργασίες. Όμως εργασίες που προϋποθέτουν ανύψωση βαριών αντικειμένων πέραν των πέντε κιλών και πέραν του ύψους του ώμου του με τα δύο χέρια δεν θα μπορεί να κάνει. Μπορεί να εργάζεται στη εργασία του εκτελώντας αρκετές εργασίες με εξαίρεση βαριές εργασίες που χρειάζονται ανύψωση των χεριών πέρα του ύψους των ώμων.»
(Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο.)
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού σημείωσε στη συνέχεια πως:
«Μελέτησα με προσοχή τα στοιχεία αριθμού υποθέσεων μεταξύ των οποίων και αυτές που με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις οποίες καθορίστηκαν ποσά γενικών αποζημιώσεων για παρόμοιους τραυματισμούς και τα σύγκρινα με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης. (βλ. Ευριπίδη Συκοπετρίτη Λτδ v. Λάμπρου Αθηνάκη (2005) 1 Α.Α.Δ. 844, Μαρία Πέτρου v. Ιωάννη Γαλάνη (2009) 1 ΑΑΔ 84, Κωμιάτη Γεώργιος Πολυκράτη v. Κώστα Πόλιτσου και Άλλου (2001) 1 Α.Α.Δ. 226, Θεοδώρου Στέλιος v. Aνδρέα Βασιλείου (2007) 1 ΑΑΔ 1192, Ανδρούλλα Προκοπίου Αντωνίου v. Δημήτρη Κυριακού, Πολ. Εφ. Αρ. 363/2011, Βαρβάρα Νικολάου v. Στέλιος Στυλιανού κ.α., Π.Ε. 412/2008, ημερομηνίας 11.10.2011).
Αφού έλαβα υπόψη μου το είδος και τη φύση των κακώσεων που υπέστη ο Ενάγων, τη φύση και τη διάρκεια της θεραπείας που ακολούθησε, τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη και εξακολουθεί να έχει, την απώλεια των ανέσεων του το γεγονός ότι του παρέμειναν κατάλοιπα και προβλήματα ως επακόλουθα του τραυματισμού, ως επίσης και την δυσκολία που αντιμετωπίζει ο Ενάγοντας γενικότερα από τον πιο πάνω τραυματισμό ως τα έχει περιγράψει..»,
(Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο)
έκρινε ότι το ποσό των €50.000 συνιστά δίκαιη και λογική αποζημίωση.
Αφού λάβαμε υπόψη τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ειδικότερα το γεγονός ότι ο εφεσείων υποβλήθηκε σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις, τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτός υπέστη και που εξακολουθεί να υφίσταται, καθώς επίσης τις δυσκολίες και τα μόνιμα κατάλοιπα στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αναφορά, χωρίς να αγνοούμε ούτε τη μείωση, με την πάροδο του χρόνου, της αξίας του χρήματος, κρίνουμε ότι το επιδικασθέν ποσό είναι έκδηλα ανεπαρκές ώστε να συνιστά λανθασμένο υπολογισμό για να δικαιολογείται η παρέμβασή μας (Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.ά. (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2079, 2098). Θεωρούμε ότι ποσό ύψους €80.000, είναι ορθό και δίκαιο, ως γενικές αποζημιώσεις, ποσό που εν προκειμένω δεν εκφεύγει από τα λογικά πλαίσια (Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 331).
Ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται βάσιμος, ενώ ο δεύτερος λόγος αντέφεσης απορρίπτεται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο εφεσείων διατείνεται πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιδίκασε αποζημιώσεις για απώλεια ή μείωση της εισοδηματικής του ικανότητας στην ελεύθερη αγορά.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση των μόνιμων καταλοίπων του εφεσείοντα, βρήκε πως αυτός μπορεί να χρησιμοποιεί το δεξί του χέρι κάνοντας πολλές χειρωνακτικές εργασίες, όχι όμως όλες. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε «εργασίες που προϋποθέτουν ανύψωση βαριών αντικειμένων πέραν των 5 κιλών και πέραν του ύψους του ώμου του με τα δύο χέρια δεν θα μπορεί να κάνει. Μπορεί να εργάζεται στην εργασία του εκτελώντας αρκετές εργασίες με εξαίρεση βαριές εργασίες που χρειάζονται ανύψωση των χεριών πέραν του ύψους των ώμων». Να υπενθυμίσουμε ότι ο εφεσείων, ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 54 ετών περίπου, εργαζόταν ως μηχανικός/συγκολλητής στους μύλους του λατομείου της εφεσίβλητης και συνεπώς η εργασία του επιβάλλει χρήση και των δύο χειρών χωρίς οιονδήποτε περιορισμό. Η υπόθεση Κωνσταντίνος Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Limited, Πολ. Έφ. Αρ.11/2017, ημερ.13.3.2024, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσίβλητης, με τον προσήκοντα σεβασμό, δεν βοηθά αφού εκεί κρίθηκε ότι ο τραυματισθείς, βοηθός τοπογράφος, «είχε αποθεραπευτεί και ήταν ικανός να επιστρέψει στην εργασία του ως βοηθός τοπογράφος και ότι δεν υπέφερε από μόνιμα κατάλοιπα».
Στη Μιχαήλ ν. Ονουφρίου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1349, υποδεικνύεται ότι:
«Είναι αλήθεια ότι σε ορισμένες περιπτώσεις που η χρήση του συντελεστή είναι αδύνατη ή ουχί η ενδεδειγμένη, το δικαστήριο προβαίνει σ' ένα κατ' αποκοπή υπολογισμό της απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η περίπτωση όπου ο τραυματισμένος εξακολουθεί να διατηρεί μεν την εργοδότησή του, χωρίς απώλεια εισοδημάτων, αλλά λόγω των συνεπειών του τραυματισμού του επηρεάζεται δυσμενώς στην αγορά εργασίας, στην περίπτωση που θα χάσει την τωρινή του εργοδότηση.»
(η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο)
Εν προκειμένω, βρίσκουμε ότι ο εφεσείων συνεπεία του τραυματισμού και των μόνιμων καταλοίπων του (τα οποία η άλλη πλευρά δεν αμφισβητεί αλλά θεωρεί πως αυτά δεν τον εμποδίζουν να ασκεί τα καθήκοντα της εργασίας του ή άλλης εργασίας), βρίσκεται σε μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας (Χρίστου ν. Χριστοφή κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 503). Αυτό είναι το ουσιώδες και όχι το γεγονός ότι ο εφεσείων, μετά που επέστρεψε στην εργασία του, τον Μάρτιο του 2013, απελύθη, τον Απρίλιο του 2013, λόγω πλεονασμού, ως το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε. Για την απώλεια μισθών μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2013, έχει εκδοθεί απόφαση προς όφελος του, η οποία δεν προσβάλλεται.
Θεωρούμε πως η παρούσα περίπτωση, είναι περίπτωση όπου ενδείκνυται η επιδίκαση ενός κατ΄ αποκοπήν ποσού (Ερωτοκρίτου κ.ά. ν. Φουτρή (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 921 και Mattheos Ioannou Motor Agency Limited v. Μιχαήλ, Πολ. Έφ. Αρ. 338/2016, ημερ. 16.3.2026). Αφού λάβαμε υπόψη τη φύση των μόνιμων καταλοίπων, τις επιπτώσεις που αυτά έχουν στη δυνατότητα εκτέλεσης της εργασίας του εφεσείοντα, το καθαρό ετήσιο εισόδημα του πριν από το ατύχημα (€29.119,45), και την ηλικία του κατά τον χρόνο της απόλυσης του από την εφεσίβλητη, 56 περίπου ετών, κρίνουμε ότι ποσό ύψους €15.000 συνιστά δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την απώλεια εισοδηματικής ικανότητας.
Ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται βάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων παραπονείται για τον τόκο που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να επιδικάσει όσον αφορά στις γενικές αποζημιώσεις. Παράπονο εκφράζει και για τον τόκο που επιδικάστηκε στις ειδικές αποζημιώσεις, προβάλλοντας τη θέση πως το πρωτόδικο Δικαστήριο «σχετικά με την περίοδο από την έκδοση της απόφασης και μετέπειτα, επιδίκασε και πάλι ½ του νόμιμου τόκου και όχι πλήρη νόμιμο τόκο». Για το τελευταίο αυτό θέμα και οι δυο πλευρές ενώπιον μας κατέληξαν σε συμφωνία στην οποία θα κάνουμε αναφορά στη συνέχεια.
Ως γνωστό, η επιδίκαση τόκου σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστά θεραπεία που χορηγείται ως αποζημίωση και όχι ως τιμωρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις πρόνοιες του Νόμου (άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148), και αφού παρέπεμψε στην Φοινικαρίδης v. Γεωργίου (1991) 1 ΑΑΔ 475, ορθά σημείωσε, πως «ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή», για να καταλήξει ως εξής «Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη επίσης το χρόνο καταχώρισης της αγωγής και τον χρόνο καταχώρισης της Έκθεσης Απαίτησης κρίνω ότι οι αποζημιώσεις θα πρέπει να φέρουν τόκο από την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης».
Ο εφεσείων θεωρεί αναιτιολόγητη την πιο πάνω προσέγγιση και λανθασμένη. Είναι η θέση του πως «ουδεμία καθυστέρηση επιδείχθηκε στην προώθηση της απαίτησης του Ενάγοντα και ο νόμιμος τόκος θα έπρεπε να ήταν από την ημερομηνία του δυστυχήματος».
Στην Φοινικαρίδης (ανωτέρω), όντως δίδονται οι κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με τον τρόπο άσκησης της εν λόγω διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (δες επίσης Στεφανή ν. Λαμπή (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1849). Τονίζεται βεβαίως πως η εν λόγω καθοδήγηση, δεν αποτελεί «ούτε κανόνα δικαίου ούτε κανόνα πρακτικής έτσι που να αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που δεν θα κατάτασσαν μια υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων του είδους, μπορούν να ληφθούν υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποια διαφορετική προσέγγιση».
Αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση αγωγής ή αδικαιολόγητη αδράνεια στην προώθηση της, επενεργεί προς όφελος του εναγομένου, αφού ο ενάγων στερείται χρήματα που δικαιούται, από δική του παράλειψη. Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εύρημα ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής. Ούτε βεβαίως καταλογίζει στον εφεσείοντα συμπεριφορά που ισοδυναμεί με παράλειψη εκ μέρους του να προωθήσει, αμελλητί, την αγωγή. Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε στις 25/5/2011, δηλαδή πέντε περίπου μήνες μετά το εργατικό ατύχημα. Παρόλο που δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός του οποίου το θύμα θα πρέπει να εγείρει την αγωγή εναντίον του αδικοπραγούντα, αφού η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της, σημειώνουμε πως στην Θεοφάνους κ.ά. ν. Κουρουκλά κ.ά. (2006) 1 Α.Α.Δ. 528, κρίθηκε πως «η καταχώριση της αγωγής ένα χρόνο μετά τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος δεν αποτελεί καθυστέρηση σε βαθμό που να δικαιολογείται ο ενάγων να τιμωρηθεί και να στερηθεί τα χρήματα στα οποία δικαιούται, δηλαδή τον τόκο.».
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η κατάσταση της υγείας του εφεσείοντα δεν είχε αποκρυσταλλωθεί αμέσως μετά τον τραυματισμό του. Να υπενθυμίσουμε ότι ο εφεσείων υπεβλήθη σε τρεις αναγκαίες χειρουργικές επεμβάσεις. Δεν διαπιστώνουμε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής, αλλά ούτε και η μετέπειτα συμπεριφορά του εφεσείοντα αποκαλύπτει καθυστέρηση στην προώθηση της. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 1/03/2012, ενώ η προηγηθείσα τρίτη αναγκαία χειρουργική επέμβαση έλαβε χώρα στις 2/08/2011, με τον εφεσείοντα να συνεχίζει την αποθεραπεία και αποκατάσταση του, και μετά την τρίτη χειρουργική επέμβαση.
Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρούμε ότι η περίπτωση του εφεσείοντα δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου ο ζημιωθείς θα πρέπει να αποστερείται από την επιδίκαση τόκου από την ημερομηνία του τραυματισμού του (Novichkova v. Βλάβη (2012) 1(B) Α.Α.Δ. 1111). Ως εκ τούτου, το επιδικασθέν ποσό ως γενικές αποζημιώσεις θα φέρει τόκο από τις 9/12/2010, ημερομηνία του εργατικού ατυχήματος.
Και ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται βάσιμος.
Εν κατακλείδι η έφεση γίνεται δεκτή. Η αντέφεση απορρίπτεται.
Η πρωτόδικη απόφαση, στο μέρος που αφορά στην ευθύνη, διαφοροποιείται, με την ευθύνη να βαραίνει εξ ολοκλήρου την εφεσίβλητη. Η πρωτόδικη απόφαση όσον αφορά στο ύψος του ποσού που επιδικάστηκε ως γενικές αποζημιώσεις, διαφοροποιείται και αυτό αυξάνεται σε €80.000, ποσό το οποίο θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του εργατικού ατυχήματος, δηλαδή από τις 9/12/2010 μέχρι εξόφλησης.
Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον της εφεσίβλητης για €15.000, για μείωση της εισοδηματικής του ικανότητας. Το ποσό αυτό θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή από τις 13/7/2017 μέχρι εξόφλησης.
Όσον αφορά στον τόκο για το ποσό που επιδικάστηκε ως ειδικές αποζημιώσεις, και οι δύο πλευρές ενώπιον μας δικαιολογημένα έχουν συμφωνήσει όπως η πρωτόδικη απόφαση διαφοροποιηθεί, και διαφοροποιείται, ούτως ώστε το εν λόγω ποσό να φέρει, πέρα από τον τόκο για τον οποίο κάνει αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο, και νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, δηλαδή από τις 13/7/2017 μέχρι εξόφλησης.
Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να επιδικαστούν στην κλίμακα €100.000 - €500.000. Ως εκ τούτου, τα υπέρ του εφεσείοντα έξοδα, να υπολογισθούν στην πιο πάνω κλίμακα, από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και ακολούθως να τεθούν ενώπιον του οικείου Επαρχιακού Δικαστηρίου για έγκριση.
Επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον της εφεσίβλητης έξοδα έφεσης και αντέφεσης €4.500, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/ΓΓ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο