ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 33/2017)
15 Ιουλίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
1. ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΕΒΙΝΟΣ,
2. PETEVINOS “THE RESORT” LIMITED,
Εφεσείοντες,
ΚΑΙ
1. A.C. CHRISTODOULOU CONSULTANTS LTD,
2. P.EFS ADVANTAGE BUSINESS CONSULTANTS LTD,
Εφεσίβλητοι.
____________________
Α. Προδρόμου (κα) για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες
ΔΕΠΕ, για τους Εφεσείοντες.
Σ. Νεοκλέους για PHC TSANGARIDES LLC, για τους Εφεσίβλητους.
____________________
Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία επιδικάστηκε υπέρ των Εφεσιβλήτων και εναντίον των Εφεσειόντων (Εναγομένων 1 και 7 στην Αγωγή), ποσό €350.000, πλέον ΦΠΑ, για παροχή χρηματοοικονομικών και/ή συμβουλευτικών οικονομικών υπηρεσιών, στη βάση Συμφωνίας, ημερ. 11.12.2008 και Μνημονίου Συνεργασίας, ημερ. 15.12.2008. Περαιτέρω, προσβάλλεται η απόρριψη της ανταπαίτησης της Εφεσείουσας 2.
Η αγωγή αρχικά στρεφόταν εναντίον εννέα Εναγομένων, με την απαίτηση εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 4, 5, 6, 8 και 9, να έχει μεταγενέστερα απορριφθεί και να μην αποτελεί αντικείμενο της παρούσας έφεσης.
Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι Εφεσίβλητοι είναι εταιρείες οι οποίες ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την παροχή χρηματοοικονομικών και/ή συμβουλευτικών οικονομικών υπηρεσιών. Στη βάση γραπτής Συμφωνίας, ημερ. 11.12.2008 και Μνημονίου Συνεργασίας, ημερ. 15.12.2008, συμφώνησαν με τον Εφεσείοντα 1, ως Διευθυντή του Ομίλου Εταιρειών Πετεβίνος και εκ μέρους των Εναγομένων 2-9 στην Αγωγή, όπως προσφέρουν προς όλες τις εταιρείες του συγκροτήματος συμβουλευτικές οικονομικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και βοήθεια για εξασφάλιση χρηματοδότησης έργων ανάπτυξης στον κατασκευαστικό τομέα. Το αντάλλαγμα θα καθοριζόταν, σύμφωνα με ρητό όρο της Συμφωνίας, βάσει του «5% επί του συνόλου παντός εκταμιευόμενου ή χορηγούμενου από χρηματοπιστωτικό ή άλλο δανειοδοτικό ίδρυμα, που αφορά ένα έκαστο των υπό ανάπτυξη ή κατασκευή έργων, καθώς επίσης και επί παντός εισπραττόμενου ποσού από μέρους του Συγκροτήματος Petevinos κατά την εκποίηση μέρους ή του όλου έργου.». Οι Εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι παρείχαν συγκεκριμένες χρηματοοικονομικές και άλλες συμβουλευτικές υπηρεσίες, κατ΄ εντολή του Εφεσείοντα 1, προς τις εταιρείες του Ομίλου και εξέδωσαν σχετικό τιμολόγιο, ημερ. 10.1.2010, προς την Εναγόμενη 2 στην Αγωγή, για το ποσό των €350.000, πλέον ΦΠΑ, το οποίο παρέμεινε απλήρωτο, παρά το ότι επανειλημμένα αξίωσαν την καταβολή του ποσού, τόσο προφορικά, όσο και με επιστολή του δικηγόρου τους.
Με την υπεράσπιση του, ο Εφεσείων 1 παραδέχθηκε ότι ήταν πελάτης των Εφεσιβλήτων και ότι, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, κατά ή περί τις 5.4.2009 και χωρίς την εξουσιοδότηση των Εναγομένων 2-9, συνήψε εικονικό, παράνομο και άκυρο αγοραπωλητήριο έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο ψευδώς και παραπλανητικά εμφάνιζε την Εφεσείουσα 2 να έχει πωλήσει στους Εφεσίβλητους ένα διαμέρισμα έναντι του τιμήματος των €487.000, το οποίο θα εξοφλείτο από την αποζημίωση 5% που θα τους κατέβαλλε η Εφεσείουσα 2. Στη βάση των ισχυρισμών για άκυρο και εικονικό αγοραπωλητήριο έγγραφο, η Εφεσείουσα 2 προέβαλε ανταπαίτηση, με την οποία αξίωνε σειρά από δηλωτικές αποφάσεις και/ή διατάγματα ακύρωσης και/ή απόσυρσης από το Κτηματολόγιο εμπράγματου βάρους. Οι Εφεσίβλητοι, στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, αρνήθηκαν ότι το οφειλόμενο ποσό προεξοφλήθηκε με το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, το οποίο αγόρασαν από την Εφεσείουσα 2.
Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν, ως μάρτυρες για τους Εφεσίβλητους, ο Φ.Ε. Διευθυντής της Εφεσίβλητης 2, Μ.Ε.1, ο Χρ. Χρ. Διευθυντής της Εφεσίβλητης 1, Μ.Ε.2 και ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Τράπεζας κατά τον επίδικο χρόνο, Μ.Ε.3, ενώ για τους Εφεσείοντες κατέθεσε ως μοναδικός μάρτυρας ο Δ.Α. δικηγόρος, Μ.Υ.1. Ο Εφεσείων 1 δεν έδωσε μαρτυρία.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι η υπόθεση δεν στηριζόταν στην αξιοπιστία των μαρτύρων, αλλά ουσιαστικά στο κατά πόσο η υπογραφή της Συμφωνίας από τον Εφεσείοντα 1 δέσμευε όλους τους Εναγόμενους. Σημειώνεται ότι στη Συμφωνία αναφέρεται ως συμβαλλόμενο μέρος το συγκρότημα Petevinos Group και, στο τέλος της Συμφωνίας, για το εν λόγω συγκρότημα υπέγραψε ο Εφεσείων 1 και τέθηκε σφραγίδα Petevinos “The Resort” Ltd. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι δεν υφίσταται νομική οντότητα “Petevinos Group”. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο Εφεσείων 1 χρησιμοποιούσε το όνομα “Petevinos Group” «για να προσελκύει την αγορά».
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η υπογραφή της Συμφωνίας και του Μνημονίου δεν δέσμευε τους Εναγόμενους 2-9, ενώ ο Εφεσείων 1 δεσμεύετο από αυτήν, στη βάση του άρθρου 195 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149.
Αναφορικά με την ανταπαίτηση, έκρινε πως δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση της Εφεσείουσας 2, δεν είχε αμφισβητηθεί η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι το θέμα της εικονικότητας του εγγράφου εξετάστηκε από την Αστυνομία και δεν προέκυψε οτιδήποτε και πως η παραδοχή του Εφεσείοντα 1 στην υπεράσπιση ότι υπέγραψε εικονικό, παράνομο και άκυρο αγοραπωλητήριο έγγραφο, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, αφού ο Εφεσείων 1 δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αντεξετάστηκε.
Με τέσσερις λόγους έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι είχε εφαρμογή το άρθρο 195 του Κεφ. 149 (1ος λόγος έφεσης), λανθασμένα θεώρησε ότι η υπόθεση δεν στηριζόταν στην αξιοπιστία των μαρτύρων και δεν προέβη σε οποιανδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 (2ος λόγος έφεσης), λανθασμένα έκρινε και ερμήνευσε τη Συμφωνία, το Μνημόνιο, καθώς και δύο επιστολές του Εφεσείοντα 1 προς τους Εφεσίβλητους, με αποτέλεσμα λανθασμένα να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με την ευθύνη του Εφεσείοντα 1 αντίθετα με τις πρόνοιες του Κεφ. 149, τις αρχές περί αντιπροσώπευσης και/ή περί απαλλακτικών ρητρών (3ος λόγος έφεσης) και ότι η απόρριψη της ανταπαίτησης του Εφεσείοντα 2 οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε αντιφατικά ευρήματα.
Οι Εφεσίβλητοι, στο περίγραμμα αγόρευσής τους, εγείρουν δύο προδικαστικές ενστάσεις. Πρώτον, υποστηρίζουν ότι, κατά παράβαση της Δ.35, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως ίσχυαν, οι λόγοι έφεσης δεν αιτιολογούνται, είναι γενικοί και υπάρχει ασάφεια. Δεύτερον, οι Εφεσίβλητοι προβάλλουν ότι οι Εφεσείοντες παρέλειψαν να επισυνάψουν στο περίγραμμα αγόρευσής τους χρονολογικό πίνακα, δυνάμει του Κανονισμού 10(δ) του περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 (στο εξής ο «ΔΚ 4/96»).
Η Ειδοποίηση Έφεσης (O.35, r.3) προσδιορίζει τα επίδικα θέματα της έφεσης εφόσον με αυτήν καθορίζονται οι λόγοι πάνω στους οποίους βασίζεται (βλ. Προκοπίου v. Ryan κ.ά. (2012) 1 ΑΑΔ 1982). Η βάση συζήτησης μιας έφεσης, επομένως, είναι οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου και των λόγων για τους οποίους αμφισβητείται η ορθότητά τους. (βλ. Parma Brokerage Ltd v. Αντωνίου (2002) 1 ΑΑΔ 888).
Σημειώνεται ότι ένας λόγος έφεσης αποτελείται, αφενός, από τον προσδιορισμό του σφάλματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου και, αφετέρου, από τους λόγους που στοιχειοθετούν το εν λόγω σφάλμα. Είναι δε απαραίτητο να προσδιορίζονται, με την αιτιολογία, τα συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης, τα οποία να καθιστούν την εκκαλούμενη απόφαση τρωτή (βλ. Χριστοδούλου ν. Μεταξάκη (1997) 1 ΑΑΔ 1002). Παράλειψη του ενός ή του άλλου σκέλους, καθιστά τον λόγο έφεσης ατελή και, κατά συνέπεια, υπόκειται σε απόρριψη, εφόσον δεν μπορεί να εξεταστεί. (βλ. Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας, (1998) 3 ΑΑΔ 112).
Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο της ειδοποίησης έφεσης και τον τρόπο σύνταξης των λόγων έφεσης, δεν διαπιστώνουμε ότι οι λόγοι έφεσης και η αιτιολογία τους εκφεύγουν του κανονιστικού πλαισίου σε βαθμό που να επηρεάζει τη δυνατότητα των Εφεσιβλήτων να κατανοήσουν τα εγειρόμενα ζητήματα και να τοποθετηθούν έτσι ώστε να δικαιολογείται, σε αυτό το στάδιο, η απόρριψη της έφεσης (βλ. United Five Development Co (Holdings) Ltd κ.ά. ν. Stighting Atlas Specials, Πολ. Έφεση αρ. 316/2014, ημερ. 15.2.2023). Ούτε η παράλειψη επισύναψης χρονολογικού πίνακα μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της έφεσης.
Οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται.
Θα ξεκινήσουμε από τον δεύτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται η παράλειψη του Δικαστηρίου να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, θεωρώντας ότι η απόδειξη της απαίτησης δεν θα κρινόταν στη βάση της μαρτυρίας τους. Αποτελεί θέση των Εφεσειόντων ότι οι Εφεσίβλητοι είχαν υποχρέωση να αποδείξουν τις υπηρεσίες που ισχυρίζονταν ότι προσέφεραν και τις ζημιές που υπέστησαν κατά τρόπο αυστηρό. Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, προστίθεται, απαιτείτο για να αποδειχθεί το είδος των υπηρεσιών που προσέφεραν οι Εφεσίβλητοι, σε ποια πρόσωπα τις προσέφεραν και τι είδους ζημιά έχουν υποστεί.
Στον αντίποδα των επιχειρημάτων των Εφεσειόντων, οι Εφεσίβλητοι προβάλλουν ότι το Δικαστήριο δεν προχώρησε σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, καθότι τα πλείστα γεγονότα ήταν παραδεκτά ή κατέστησαν παραδεκτά κατά την ακρόαση. Ως επισημάνθηκε, η υπογραφή της Συμφωνίας και του Μνημονίου από τον Εφεσείοντα 1 δεν αμφισβητήθηκε, ο Εφεσείων 1 δεν έδωσε μαρτυρία και οι επιστολές που απεστάλησαν από αυτόν προς τους Εφεσίβλητους, ευχαριστώντας τους για τις υπηρεσίες τους και τη βοήθεια τους να λάβει έγκριση για το δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα, επίσης δεν αμφισβητήθηκε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε στην απόφαση του ότι αμφισβητείτο η προσφορά υπηρεσιών και ιδιαίτερα η ετοιμασία τεχνοοικονομικής μελέτης και ότι οι Εφεσίβλητοι και ιδιαίτερα ο Μ.Ε.1, παρά τους ισχυρισμούς τους για την ετοιμασία τέτοιας μελέτης, «τίποτε δεν παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου» και πως στήριξαν ουσιαστικά την απαίτηση τους στη Συμφωνία και το Μνημόνιο. Θεώρησε δε ότι η υπόθεση των Εφεσιβλήτων δεν στηριζόταν στην αξιοπιστία των μαρτύρων, αλλά στο κατά πόσο η υπογραφή της Συμφωνίας από τον Εφεσείοντα 1 δέσμευε όλους τους εναγομένους.
Στη βάση των δικογράφων, η παροχή συμβουλευτικών οικονομικών υπηρεσιών εκ μέρους των Εφεσιβλήτων, όπως άλλωστε έχει σημειώσει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, αμφισβητούνται. Ως εκ τούτου, οι Εφεσίβλητοι είχαν υποχρέωση να αποδείξουν την παροχή τέτοιων υπηρεσιών και τούτο ανεξαρτήτως του προσώπου το οποίο δέσμευε η Συμφωνία και το Μνημόνιο που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων. Με δεδομένο ότι οι Εφεσίβλητοι, παρά τους ισχυρισμούς για την ετοιμασία τεχνοοικονομικής μελέτης, δεν παρουσίασαν οτιδήποτε, στηρίζοντας ουσιαστικά την απαίτηση τους στη Συμφωνία και το Μνημόνιο, το Δικαστήριο θα έπρεπε να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και να μην περιοριστεί μόνο στο κατά πόσο η υπογραφή της Συμφωνίας δέσμευε όλους τους εναγομένους. Οι επιστολές που απέστειλε ο Εφεσείων 1 προς τον Διευθυντή της Εφεσίβλητης 1 από μόνες τους, χωρίς οποιανδήποτε αξιολόγηση, δεν μπορούσαν να προσφέρουν απόδειξη για την παροχή των υπηρεσιών που ισχυρίζονταν οι Εφεσίβλητοι, το εύρος και την αξία τους. Σημειώνεται ότι οι δύο αυτές επιστολές υπογράφονται από τον Εφεσείοντα 1 εκ μέρους της Petevinos Group. Όπως δε αποτελεί αποδεκτό γεγονός, δεν υπάρχει νομική οντότητα υπό αυτή την ονομασία. Συνεπώς, η εξέταση της απαίτησης των Εφεσιβλήτων απαιτούσε την απόδειξη προσφοράς υπηρεσιών, καθώς επίσης και σε ποια νομική οντότητα ή φυσικό πρόσωπο προσφέρθηκαν οι εν λόγω υπηρεσίες για να μπορεί στη συνέχεια να εξεταστεί το ζήτημα αναφορικά με το ποιους δέσμευε η Συμφωνία.
Το άρθρο 195 του Κεφ. 149[1], αφορά την ευθύνη ψευδοαντιπροσώπου και την υποχρέωση εκ μέρους του αντιπροσώπου επιστροφής χρημάτων, δυνάμει του δόγματος του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Για να αποφασιστεί το ζήτημα, απαιτείτο όπως προηγηθεί αξιολόγηση της μαρτυρίας, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς τα ποσά που θα πρέπει να καταβάλει το πρόσωπο που παρουσιάζει τον εαυτό του ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο άλλου προσώπου.
Εν προκειμένω, δεν πρόκειται για περίπτωση όπου αμφισβητείται η αξιολόγηση της μαρτυρίας, έτσι ώστε να ισχύουν οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να παρεμβαίνει στην αξιολόγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εδώ πρόκειται για περίπτωση όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο ρητά αναφέρει ότι δεν πρόκειται να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας. Διαπιστώνεται ότι τα γεγονότα δεν ήταν όλα παραδεκτά και, στην απουσία του Εφεσείοντα 1 από το εδώλιο του μάρτυρα, η μαρτυρία τόσο των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, όσο και του Μ.Υ.1, θα έπρεπε να είχε τεθεί στο μικροσκόπιο της αξιολόγησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Και αυτό, στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων.
Η παράλειψη αξιολόγησης της μαρτυρίας επηρεάζει ευθέως την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί δέσμευσης του Εφεσείοντα 1 έναντι των Εφεσιβλήτων, στη βάση του άρθρου 195, του Κεφ. 149. Χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση το εν λόγω άρθρο, απλά σημειώνεται ότι αυτό εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο παριστάνει ότι έχει εξουσιοδότηση από άλλον, ενώ δεν έχει τέτοια εξουσιοδότηση, καθώς και στην περίπτωση όπου έχει συγκεκριμένη εξουσιοδότηση, αλλά για διαφορετικά θέματα. Για να εξεταστεί μία υπόθεση στο πλαίσιο του άρθρου 195 θα πρέπει το τρίτο πρόσωπο να εξωθήθηκε να έχει συναλλαγή μαζί του, υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου άλλου προσώπου και να έχει, συνεπεία της συναλλαγής αυτής, υποστεί ζημιά.
Η παράλειψη αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι ζήτημα θεμελιακό με καταλυτικές στην παρούσα περίπτωση συνέπειες, καθιστώντας αχρείαστη στην εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου έφεσης. Μόνο μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας θα μπορούσε να προκύψει το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης και, ανάλογα, να υπαχθεί στο κατάλληλο νομικό καθεστώς που εφαρμόζετο στην περίπτωση. Στο πλαίσιο της έφεσης δεν μπορεί να υποκατασταθεί η κρίση επί της αξιοπιστίας που όφειλε να γίνει από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, παρά το ότι δεν είναι επιθυμητό, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, παρά να διαταχθεί η επανεκδίκαση της υπόθεσης.
Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση, καθώς και η διαταγή για έξοδα, παραμερίζεται. Διατάσσεται η επανεκδίκαση της υπόθεσης. Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας θα είναι στην πορεία της υπόθεσης. Τα έξοδα της έφεσης €2.000, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ των Εφεσειόντων.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
ΔΑΥΙΔ, Δ.
ΧΤΘ
[1] «Το πρόσωπο που παριστάνει ψευδώς τον εαυτό του ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο άλλου, και με τον τρόπο αυτό εξωθεί τρίτο να συναλλαγεί μαζί του υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου, υποχρεούται να αποζημιώσει τον τρίτο για κάθε απώλεια ή ζημιά που αυτός υπέστη από τη συναλλαγή αυτή, αν το πρόσωπο που προβάλλεται ως αντιπροσωπευόμενος δεν εγκρίνει τις πράξεις του.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο