ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΜΟΝΙΑΤΗΣ v. ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2017, 2/7/2026
print
Τίτλος:
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΜΟΝΙΑΤΗΣ v. ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2017, 2/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

                                                                    (Πολιτική Έφεση Αρ. 436/2017)

 

2 Ιουλίου, 2026

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΜΟΝΙΑΤΗΣ

                                                                                       Εφεσείων,

ν.

 

ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ

Εφεσίβλητου.

..............

 

 

Στ. Σάββα, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Κ. Δημητριάδης, για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. για τον Εφεσίβλητο.

 

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και

θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.:       Η παρούσα Έφεση στρέφεται εναντίον απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία απερρίφθη αγωγή του Εφεσείοντα για αποζημιώσεις για τον τραυματισμό του ο οποίος κατ’ ισχυρισμό επεσυνέβη συνεπεία εργατικού ατυχήματος.

Ο Εφεσείων εργοδοτείτο από τον Εφεσίβλητο ως εργάτης από το 2000. Συγκεκριμένα τα καθήκοντα του ήταν να μεταφέρει με χειράμαξο μπετόν, λίνιες και άλλα αντικείμενα. Στις 2.9.2008, ενώ ασχολείτο με τη μεταφορά μπετόν με χειράμαξο για την επιδιόρθωση πεζοδρομίου, σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε έντονο πόνο στη μέση και μεταφέρθηκε από συνάδελφο του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Την επομένη, επισκέφθηκε ιδιώτη γιατρό ο οποίος διαπίστωσε ότι ο Εφεσείων είχε μετατραυματική θλάση οσφύος επί εδάφους κήλης δίσκου. Λόγω της κατάστασης του, τελικώς στις 28.2.2010 υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση σπονδυλοδεσίας.

Ο Εφεσείων ισχυριζόταν ότι το «ατύχημα» και ο τραυματισμός του προήλθαν λόγω αμέλειας και ή παράβασης νομίμου  καθήκοντος από τον Εφεσίβλητο, καθότι ο τελευταίος παρέλειψε να προσφέρει ασφαλές σύστημα εργασίας και ή να μην εκθέσει τον Εφεσείοντα σε οποιονδήποτε κίνδυνο κατά την εκτέλεση της εργασίας του.

          Ο Εφεσίβλητος αρνήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη, ισχυριζόμενος πως ο Εφεσείων ήταν παλαιός και έμπειρος εργάτης, πως η εργασία του δεν απαιτούσε ιδιαίτερη εκπαίδευση και γνώση και πως ο Εφεσείων έπασχε από εκ γενετής πάθηση, ήτοι εμμένουσα οσφυαλγία, η οποία με την πάροδο του χρόνου παρουσίαζε σταδιακή επιδείνωση. Ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση του Εφεσείοντα κατά την επίδικη μέρα, όπως διαπιστώθηκε από τα ακτινολογικά ευρήματα, οφειλόταν αποκλειστικά σε προϋπάρχουσα πάθηση του και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την εργασία του.

          Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δέχθηκε τη μαρτυρία του Εφεσείοντα (Μ.Ε.1) ως αξιόπιστη. Έκρινε τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 (Λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Λειτουργού του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, αντίστοιχα) ως αξιόπιστη και τυπικής φύσης. Αναφορικά με τη μαρτυρία συναδέλφου του Εφεσείοντα, Μ.Ε.5, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι αυτός κατέθεσε με σκοπό να βοηθήσει τον Εφεσείοντα, επομένως δέχθηκε μόνο το μέρος της μαρτυρίας του που δεν βρισκόταν σε αντίθεση με την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2, προσωπάρχη στην υπηρεσία του Εφεσίβλητου, κρίθηκε επίσης αξιόπιστη. Κατέθεσαν και τρεις γιατροί, Μ.Ε.4, Μ.Ε.6 και Μ.Υ.1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε τη μαρτυρία των Μ.Ε.4 και Μ.Ε.6 ως αξιόπιστη, ενώ δεν ικανοποιήθηκε για την αξιοπιστία των θέσεων του Μ.Υ.1 ως προς την αιτία των προβλημάτων υγείας του Εφεσείοντα.

          Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η εργασία του Εφεσείοντα ήταν πάντοτε η ίδια και το χειράμαξο το οποίο χρησιμοποίησε στις 2.9.2008 «ήταν το ίδιο που χρησιμοποιούσε και τις προηγούμενες μέρες». Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι «δεν διαπιστώθηκε τη συγκεκριμένη ημέρα να υπήρχε υπόδειξη από οποιοδήποτε για την ποσότητα του μπετόν που τοποθέτησε [ο Εφεσείων] στο χειράμαξο ή να έχει τοποθετηθεί μεγαλύτερη ποσότητα από άλλες ημέρες».

          Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του «ατυχήματος» και των προβλημάτων υγείας του Εφεσείοντα και πως ο Εφεσείων δεν απέδειξε ότι το χειράμαξο ήταν ελαττωματικό ή παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα την επίδικη μέρα με αποτέλεσμα την πρόκληση του κατ’ ισχυρισμό ατυχήματος. Διαπίστωσε επίσης πως δεν είχε τεθεί μαρτυρία η οποία να συνέδεε άμεσα το πρόβλημα υγείας που παρουσίασε ο Εφεσείων στις 2.9.2008 με τη χρήση χειράμαξου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Εφεσείων απέτυχε, ως όφειλε, να καταδείξει ποια ήταν η ευθύνη του Εφεσίβλητου για το τι συνέβη την επίδικη μέρα και κατ’ επέκταση για τα προβλήματα υγείας που ανέπτυξε. Για σκοπούς πληρότητας, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στον καθορισμό του ποσού των €75.000 ως γενικές αποζημιώσεις.

          Ο Εφεσείων αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης με επτά λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης αποδίδεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε πως το βάρος απόδειξης για την ευθύνη του εργοδότη βαρύνει τον ίδιο τον εργοδότη. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αξιολόγησε τη μαρτυρία των γιατρών και δεν επέτρεψε στη Λειτουργό του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μ.Ε.2, να καταθέσει κάποια έγγραφα που αφορούσαν την υγεία του Εφεσείοντα. Ο τρίτος λόγος έφεσης αφορά στην εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας του προσωπάρχη στην υπηρεσία του Εφεσίβλητου, Μ.Υ.2, και ο τέταρτος αυτής του Εφεσείοντα. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης αποδίδεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε πως δεν είχε καταδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια του ατυχήματος με τις σωματικές βλάβες του Εφεσείοντα. Ο έκτος λόγος έφεσης αφορά στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αξιολόγησε το Τεκμήριο 25 που ήταν η Γνωστοποίηση Ατυχήματος ημερ. 3.3.2011 από τον Εφεσίβλητο δυνάμει των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (Γνωστοποίηση Ατυχημάτων και Επικίνδυνων Συμβάντων) Κανονισμών του 2007. Με τον έβδομο λόγο έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα του ποσού των γενικών αποζημιώσεων.

Οι αρχές με βάση τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα συνακόλουθα ευρήματα του αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων είναι γνωστές. Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και, συνακόλουθα, της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του. Όσον δε αφορά τις αντιφάσεις στη μαρτυρία, το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όπου αυτές είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν διάθεση του να ψευσθεί (βλ. S.K. Masters Developments Ltd v. Κυρατζής κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 49/2015, ημερ. 22.6.2023 και Baloise Ins. Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275).

          Στο πλαίσιο αξιολόγησης του Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως αυτός «ήρθε ενώπιον του Δικαστηρίου για να μεταφέρει τα γεγονότα που αυτός ήθελε να παρουσιάσει, χωρίς φυσικά να αναφέρει όλη την αλήθεια, τόσο σε σχέση με το επίδικο γεγονός, όσο και με το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε». Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με κάθε πτυχή της μαρτυρίας του, αιτιολογώντας γιατί αυτή δεν μπορούσε να κριθεί αξιόπιστη. Συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επεσήμανε ότι, ενώ ο Εφεσείων τόνισε πως ήταν άτομο υγιές και χωρίς προβλήματα υγείας, την επίδικη μέρα πήγε κανονικά στην εργασία του και κατά τη μεταφορά μπετόν με το χειράμαξο, ένιωσε αφόρητο πόνο στη μέση και έμεινε γονατιστός στο έδαφος. Παρόλο που το τι αισθάνθηκε την επίδικη μέρα δεν αμφισβητείται, όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εντούτοις ο Εφεσείων ισχυρίστηκε πως έκτοτε ξεκίνησαν τα προβλήματα του. Αυτό όμως, όπως αναφέρθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταρρίπτεται από το γεγονός ότι ο ίδιος είχε επισκεφθεί κάποιες φορές τον Μ.Ε.6 από το 2006 όταν είχε αισθανθεί κάποια προβλήματα υγείας. Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε την παράλειψη παρουσίασης ιατρικού πιστοποιητικού από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου είχε μεταφερθεί την επίδικη μέρα, παρά μόνο την παρουσίαση ιατρικού πιστοποιητικού του Μ.Ε.6, τον οποίο επισκέφθηκε την επομένη του συμβάντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε πως ο Μ.Ε.6 χορήγησε στον Εφεσείοντα άδεια ασθενείας από τις 3.9.2008 μέχρι τις 30.9.2008, και η επόμενη επίσκεψη του Εφεσείοντα σε αυτόν έγινε ένα έτος αργότερα, στις 4.12.2009. Ήταν καθόλα βάσιμη η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, ενώ ο Εφεσείων δήλωσε πως παρέμεινε εκτός εργασίας για αυτό το ένα και πλέον έτος, εντούτοις δεν παρουσίασε οποιαδήποτε άλλη άδεια απουσίας εργασίας λόγω προβλημάτων υγείας, επισημαίνοντας ότι η ιατρική γνωμάτευση ορθοπεδικού χειρούργου του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ημερ. 16.10.2008, ήταν δυσανάγνωστη (καθότι πρόκειται για αντίγραφο στο οποίο δεν φαινόταν ολόκληρο το περιεχόμενο του) και εν πάση περιπτώσει δεν αναφερόταν σε παροχή άδειας ασθενείας.

          Ο Εφεσείων υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παρέλειψε να κάνει δεκτά έγγραφα τα οποία παρουσιάστηκαν από τη Μ.Ε.2 και τα οποία, εάν γίνονταν δεκτά, θα είχαν τη σημασία τους για σκοπούς αξιολόγησης του Εφεσείοντα. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι η Μ.Ε.2 κατέθεσε αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών του Εφεσείοντα για τα έτη 2000 μέχρι και το 2012. Τα έγγραφα τα οποία επιχείρησε να καταθέσει, σύμφωνα πάντα με την ίδια, αφορούσαν την υποβολή επιδόματος ασθενείας από τον Εφεσείοντα για τα έτη 2000 μέχρι και το 2012. Αυτά δεν έγιναν δεκτά για να κατατεθούν καθότι, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, με βάση τις απαντήσεις της μάρτυρος, δεν διεφάνη πως όντως αφορούσαν τον Εφεσείοντα. Στη συνέχεια κατατέθηκαν, ως Τεκμήριο 22, οι βεβαιώσεις για τη λήψη επιδόματος ασθενείας του Εφεσείοντα για τις περιόδους, 13.7.2007-9.11.2007, 16.5.2008-31.10.2008, 8.10.2009-31.12.2009 και 1.1.2010-11.11.2010. Έγινε εκ νέου προσπάθεια κατάθεσης των προαναφερόμενων εγγράφων, πλην όμως το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως δεν διεφάνη οποιοδήποτε νέο στοιχείο που να δικαιολογούσε διαφοροποίηση του από την προηγούμενη απόφαση της για τη μη δεκτότητα κατάθεσης τους. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, είναι δυνατόν κάποιος εργοδοτούμενος να φαίνεται ότι λαμβάνει αποδοχές ενώ να βρίσκεται με αναρρωτική άδεια και ότι δεν δικαιούται να εργάζεται κατά την περίοδο που λαμβάνει επίδομα ασθενείας, δηλώνοντας ταυτόχρονα πως η ίδια περιορίστηκε στην παρουσίαση των στοιχείων που βρίσκονταν καταχωρημένα στο ηλεκτρονικό σύστημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

          Επομένως, ήταν σαφές ότι ακόμη και η κατάθεση των προτεινόμενων εγγράφων, εάν επιτρεπόταν, δεν θα καταδείκνυε το κατά πόσο ο Εφεσείων εργαζόταν ή όχι ενόσω φαινόταν δηλωμένο στο σύστημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων πως ήταν με αναρρωτική άδεια. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε και ασχολήθηκε με αυτό το ζήτημα κατά την αξιολόγηση της Μ.Ε.2, αναφέροντας εύστοχα ότι αυτή περιορίστηκε στο να εξηγήσει τις αποδοχές του Εφεσείοντα για τα έτη 2000-2012 και τις βεβαιώσεις, Τεκμήριο 22, χωρίς όμως να ήταν σε θέση να εξηγήσει πότε πράγματι ο Εφεσείων απουσίαζε από την εργασία του. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την εν λόγω μαρτυρία, την οποία ορθά έκρινε ως τυπικής και γενικής φύσης, και ως τέτοια δεν θα μπορούσε να είχε οποιαδήποτε άλλη βαρύτητα κατά την αξιολόγηση του Εφεσείοντα.

          Στο πλαίσιο αξιολόγησης του Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε σημασία και σε ακόμη ένα ουσιαστικό για την υπόθεση ζήτημα, ήτοι τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας από τον Εφεσείοντα. Ήταν καθόλα βάσιμη η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα αναφορικά με το τι οδηγίες όφειλε να του δώσει ο Εφεσίβλητος για τον τρόπο μεταφοράς του χειράμαξου ήταν παντελώς γενικοί και αόριστοι και επιπλέον αντιφατικοί με τη μετέπειτα παραδοχή του ιδίου ότι χρησιμοποιούσε το συγκεκριμένο χειράμαξο και τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς ποτέ να υπήρξε διαφορετικός τρόπος χειρισμού του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε και άλλη αντίφαση στη μαρτυρία του, καθότι από τη μια, ο Εφεσείων κατέθεσε πως είχε ενημερώσει τους επιστάτες του για τα προβλήματα υγείας του και πως, αντί να τον διευκολύνουν, τον εξανάγκαζαν σε πιο βαρετές χειρωνακτικές εργασίες, και από την άλλη, δεν ήταν σε θέση να τις περιγράψει, αναφέροντας παράλληλα πως η εργασία του τόσο κατά την προηγούμενη περίοδο, όσο και κατά την επίδικη μέρα, ήταν η ίδια.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε ακόμη και στο ότι ο Εφεσείων δεν ανέφερε πως έλαβε οιεσδήποτε οδηγίες από οποιονδήποτε για το μπετόν που θα φόρτωνε στο χειράμαξο κατά την επίδικη μέρα ούτε και ότι την επίδικη μέρα φόρτωσε περισσότερη ποσότητα μπετόν, κατόπιν οδηγιών. Αυτή η γενικότητα, αοριστία και αντιφάσεις που χαρακτήριζαν τη μαρτυρία του Εφεσείοντα για καίρια ζητήματα, ορθά εντοπίστηκαν και σχολιάστηκαν, μέσα από μια ολοκληρωμένη αιτιολογία ως προς τη μη αποδοχή της. Επομένως, ήταν καθόλα εύλογη η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «όλη η μαρτυρία του Ενάγοντα αποτελεί μία προσπάθεια του ιδίου να μεταφέρει σε τρίτους ευθύνες για την κατάσταση της υγείας του». 

          Θεωρούμε ότι η αξιολόγηση του Εφεσείοντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο έγινε με επιμέλεια, ανάλυση και επαρκή αιτιολόγηση, ούτως ώστε να μην παρέχεται η δυνατότητα επέμβασης μας με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτή.

          Ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

          Μέρος του δεύτερου λόγου έφεσης αφορά και πάλι στη μη δεκτότητα κατάθεσης των προαναφερόμενων εγγράφων από τη Μ.Ε.2, το οποίο έχει εξεταστεί ανωτέρω.

          Ο δεύτερος λόγος αφορά επίσης και στην αξιολόγηση των γιατρών που κατέθεσαν και για τις δύο πλευρές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τους λόγους για τους οποίους δέχθηκε τη μαρτυρία του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Αναφορικά με τον Μ.Ε.6, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επεσήμανε ότι αυτός αναφέρθηκε με σαφήνεια στις διαπιστώσεις του ως προς την κατάσταση του Εφεσείοντα όταν τον εξέτασε στις 3.9.2008 και στις 4.12.2009, καθώς επίσης και στο ότι το πρόβλημα του Εφεσείοντα στις 3.9.2008 αντιμετωπίστηκε φαρμακευτικώς και με φυσιοθεραπεία και του παραχωρήθηκε άδεια μέχρι τις 30.9.2008. Με αναφορά στα δύο ιατρικά πιστοποιητικά που ο Μ.Ε.6 ετοίμασε και το σύνολο της προφορικής του μαρτυρίας, ήταν προφανές για το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας αναφέρθηκε μεν στο ότι ο Εφεσείων είχε προβλήματα υγείας και πριν τις 3.9.2008, χωρίς όμως να ήταν σε θέση να αναφερθεί στην εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του ενδιαμέσως των δύο εξετάσεων που διενήργησε ο ίδιος στον Εφεσείοντα. Άλλωστε, προκύπτει ότι ο Μ.Ε.6 δήλωσε ευθαρσώς πως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την αιτία πρόκλησης της σπονδυλολίσθησης που είχε ο Εφεσείων κατά τις 3.9.2008. Επομένως, η αξιολόγηση του μάρτυρα από το πρωτόδικο Δικαστήριο έγινε στο ορθό πλαίσιο και με βάση το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας.

  Ο Μ.Ε.4 ήταν ο γιατρός που διενήργησε την σπονδυλοδεσία στον Εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε τη μαρτυρία του ως προς τις διαπιστώσεις του σε σχέση με την κατάσταση του Εφεσείοντα. Δεν δέχθηκε το σκέλος της μαρτυρίας του αναφορικά με την αιτία του προβλήματος υγείας του Εφεσείοντα, και συγκεκριμένα πως τα προβλήματα υγείας του Εφεσείοντα κατά την εξέταση του από τον Μ.Ε.4 ήταν άμεσα συνυφασμένα με το πρόβλημα που αυτός παρουσίασε κατ’ ισχυρισμό στις 2.9.2008, στη βάση του ότι ο Μ.Ε.4 μετέφερε τα όσα του είχε αναφέρει ο Εφεσείων για το ατύχημα, χωρίς όμως να υποστηρίξει επιστημονικά τη θέση του πως τα προβλήματα του Εφεσείοντα προήλθαν από το ατύχημα. Είναι γνωστή η νομική αρχή ότι το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο – βλ. United Five Development Co (Holdings) Ltd κ.ά. v. Stighting Altas Specials, Πολ. Έφ. Αρ. 316/2014, ημερ. 15.2.2023. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του, και κυρίως της αντεξέτασης του, διεφάνη ότι ο Μ.Ε.4 εξέφρασε τη θέση ότι η κατάσταση του Εφεσείοντα προκλήθηκε λόγω της φύσης της εργασίας του και ότι πρόκειται για μια κατάσταση η οποία εξελίσσεται και επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, όμως, η θέση αυτή φαινόταν να στηριζόταν αποκλειστικά στα όσα του είχε αναφέρει ο Εφεσείων, ενώ δεν απέκλεισε και το ενδεχόμενο προϋπάρχουσας κατάστασης. Βασικά ο Μ.Ε.4 κατέθεσε ότι, με δεδομένη την κατάσταση του Εφεσείοντα όταν ο ίδιος τον εξέτασε, ότι η σπονδυλολίσθηση αποτελεί μια εξελισσόμενη πάθηση και ότι ο Εφεσείων του ανέφερε πως είχε προβλήματα και στο παρελθόν, η άποψη του πως η κατάσταση οφειλόταν στο ατύχημα δεν έβρισκε έρεισμα στο σύνολο της μαρτυρίας του, ούτε και ήταν επιστημονικά τεκμηριωμένη. Οι αναφορές του σε βιβλιογραφία ήταν παντελώς γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες.

Ο Μ.Υ.1 εξέτασε τον Εφεσείοντα στις 3.6.2010 και στις 10.11.2010. Το πρωτόδικο Δικαστήριο και πάλι αποδέχθηκε το μέρος της μαρτυρίας του αναφορικά με την κατάσταση του Εφεσείοντα κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, η οποία, όπως ορθά σημείωσε, δεν αμφισβητήθηκαν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επεσήμανε ότι, παρά την παραπομπή του μάρτυρα σε συγγράμματα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια, θεώρησε ότι δεν μπορούσε με ασφάλεια να καταλήξει στο συμπέρασμα πως τα προβλήματα υγείας ήταν μόνο παθολογικά.

Είναι γεγονός ότι η αξιολόγηση του Μ.Υ.1 δεν ήταν ιδιαίτερα λεπτομερής, πλην όμως περιείχε την αιτιολογία για την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Στα συγγράμματα, Τεκμήρια 26-28, αναφέρεται ότι ο τραυματισμός αποτελεί μια εκ των πέντε πιθανών αιτιών πρόκλησης της σπονδυλολίσθησης και τη συνήθη αιτία, πλην όμως ο Μ.Υ.1 είχε εξηγήσει προφορικά γιατί, επιστημονικά θεωρούσε ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν επρόκειτο για τραυματισμό αλλά για παθολογική αιτία.

Ο Εφεσείων ισχυρίζεται πως οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, οδηγούν σε ένα και μόνο συμπέρασμα, ήτοι ότι η μόνη αιτία της κατάστασης του Εφεσείοντα ήταν η φύση της εργασίας του και η έλλειψη ασφαλούς συστήματος εργασίας. Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, διαφαίνεται ότι το σύνολο της μαρτυρίας των γιατρών δεν ήταν τέτοιο που να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο να συνδέσει την εκτέλεση της εργασίας του Εφεσείοντα την επίδικη μέρα με την κατάσταση του, όπως αυτή  διαπιστώθηκε από τον Μ.Ε.6 την επομένη ή να καταλήξει ότι η κατάσταση του την επίδικη μέρα οφειλόταν καθαρά σε παθολογικό πρόβλημα υγείας.

Ως εκ τούτου και ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

          Ο τρίτος λόγος έφεσης δεν τυγχάνει οποιασδήποτε αναφοράς στο περίγραμμα αγόρευσης του Εφεσείοντα, ούτε και κατά την προφορική αγόρευση του δικηγόρου του στο πλαίσιο ακρόασης της Έφεσης, και επομένως θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί.

          Ως προς τον πρώτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα αμέλειας εργοδότη. Δήλωσε ρητώς ότι το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων (Εφεσείων), ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την αμέλεια ή παράβαση νομίμου καθήκοντος και να συνδέσει αυτή με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Αναφέρθηκε επίσης με λεπτομέρεια στην υποχρέωση επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του, σύμφωνα με το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και τις αρχές του κοινοδικαίου. Καθόρισε αυτό το καθήκον ως την υποχρέωση του εργοδότη «να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε […] περιττούς και μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας». Αυτά λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση L.P. Transbeton Ltd v. Κώστα Σταύρου (2009) 1(A) A.A.Δ. 304. Παρέπεμψε επίσης σε σχετική νομολογία αναφορικά με την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας (βλ. Κωνσταντίνου v. Τhe Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd. (1992) 1(A) Α.Α.Δ. 720 και Κυμίσης v. Χρυστοστόμου κ.ά. (2017) 1(Α) 723).

          Καθοδηγούμενο από τις πιο πάνω νομικές αρχές, το πρωτόδικο Δικαστήριο ουδόλως αντέστρεψε ή μετέφερε το βάρος απόδειξης στον Εφεσίβλητο. Αντιθέτως, διαπίστωσε ότι ο Εφεσείων απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία πως υπήρχε διαφορετικός τρόπος χρήσης του χειράμαξου. Η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο ότι ο Εφεσείων χρησιμοποιούσε το χειράμαξο για χρόνια και στο ότι και ο Μ.Ε.5 δήλωσε πως οι εργάτες γνώριζαν καλύτερα τη χρήση του χειράμαξου από τον επιστάτη τους, αποσκοπούσε στο να καταδείξει ότι ο Εφεσείων ήταν ένας έμπειρος εργάτης ο οποίος πάντοτε ασχολείτο με την ίδια ακριβώς εργασία. Δεν απέληγε στο ότι η εμπειρία του Εφεσείοντα απάλλασσε τον Εφεσίβλητο από την υποχρέωση παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος. Εξού και στη συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει ότι η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη μέτρων για ασφαλές σύστημα εργοδότησης «όχι αόριστα» και διερωτήθηκε ποια ήταν η υποχρέωση του εργοδότη στην υπό εξέταση περίπτωση σε σχέση με τη χρήση του χειράμαξου, επισημαίνοντας πως για χρόνια ο Εφεσείων το χρησιμοποιούσε με τον ίδιο τρόπο και μετέφερε την ίδια ποσότητα υλικών.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη τη μαρτυρία της Λειτουργού του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Μ.Ε.3, ως εισηγείται ο Εφεσίβλητος. Η μαρτυρία της ορθά χαρακτηρίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως «μια γενική μαρτυρία σε σχέση με τις υποχρεώσεις του εργοδότη που πηγάζουν από τον Νόμο». Η Μ.Ε.3 αναφέρθηκε στην υποχρέωση του εργοδότη για εκτίμηση των κινδύνων και ειδικότερα σε σχέση με τη χειρωνακτική διακίνηση φορτίου, αναλύοντας τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της υποχρέωσης του εργοδότη να λαμβάνει οργανικά μέτρα, όπως π.χ. τυχόν ευάλωτες ομάδες εργατών, τα χαρακτηριστικά του φορτίου, το βάρος του, καθώς και το κατά πόσο εκτελείται εκ περιτροπής εργασία ή εργασία με διαλείμματα και εκπαίδευση. Η Μ.Ε.3 κατέστησε σαφές ότι αυτά εξετάζονται «ανά περίπτωση και ανά εργασία», ενώ στη πολύ σύντομη αντεξέταση της δέχθηκε ότι δεν εξέτασε το επίδικο ατύχημα ούτε και τον χώρο. 

Οι περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (Χειρωνακτική Διακίνηση Φορτίων) Κανονισμοί του 2001, Κ.Δ.Π. 267/2001, στους οποίους παρέπεμψε ο Εφείβλητος, καθορίζουν τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά τη χειρωνακτική διακίνηση φορτίων και σαφώς αφορούν στην υποχρέωση των εργοδοτών ως προς τούτο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναφορά της Μ.Ε.3 για την ευθύνη του εργοδότη παρέπεμπε και στο περιεχόμενο της εν λόγω Κ.Δ.Π.

Αποτελεί εισήγηση του Εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα θεώρησε πως ο Εφεσείων παρέλειψε να παρουσιάσει μαρτυρία για διαφορετικό τρόπο χρήσης του χειράμαξου, παραπέμποντας στη μαρτυρία του Μ.Ε.5. Έχει ήδη λεχθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.5, στον βαθμό που δεν ήταν σύμφωνη με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία, δεν κρίθηκε αξιόπιστη. Επιπλέον, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τη μαρτυρία του Εφεσείοντα και του Μ.Ε.5 επί τούτου και ορθά επεσήμανε ότι οι αναφορές του Εφεσείοντα και του Μ.Ε.5 για εναλλακτικό τρόπο εργασίας παρέμειναν γενικές και αόριστες.

Επομένως, δεν διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο μετατόπισε το βάρος απόδειξης στον Εφεσίβλητο ως προς την ευθύνη του εργοδότη για παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας.

Ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

Στο πλαίσιο της ακρόασης της αγωγής, η Μ.Ε.3 κατέθεσε το Τεκμήριο 25, τη Γνωστοποίηση Ατυχήματος ημερ. 3.3.2011 που αφορούσε το επίδικο συμβάν. Υπενθυμίζεται ότι η μάρτυρας δεν είχε προβεί σε διερεύνηση του. Η συμπλήρωση αυτής της Γνωστοποίησης που αφορά σε εργατικό ατύχημα δεν αποτελεί τελεσίδικη, ούτε και αναντίλεκτη, μαρτυρία ότι πράγματι πρόκειται για εργατικό ατύχημα για το οποίο ο εργοδότης φέρει την ευθύνη. Η Γνωστοποίηση συμπληρώθηκε λόγω του ότι ο Εφεσείων αισθάνθηκε πόνο κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της εργασίας του, και σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 με βάση τη δια νόμου υποχρέωση του εργοδότη προς τούτο σε περίπτωση που εργοδοτούμενος καθίσταται ανίκανος να επιστρέψει στην εργασία του τρεις μέρες μετά το συμβάν. Η παράλειψη αντεξέτασης της μάρτυρα δεν οδηγεί στην αποδοχή δίχως άλλο του ότι πρόκειται για εργατικό ατύχημα και ότι την ευθύνη φέρει ο Εφεσίβλητος, αλλά προφανώς γιατί, όπως έχει ήδη λεχθεί, αυτή δεν ήταν αναγκαία δεδομένου ότι η μαρτυρία της ήταν γενική και αόριστη και ουδόλως αφορούσε την υπό εξέταση περίπτωση.

Ούτε και το Υπηρεσιακό Σημείωμα του Δήμου Λεμεσού ημερ. 9.9.2008, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και ήταν συνημμένο στο Τεκμήριο 25, διαφοροποιεί με οποιονδήποτε τρόπο τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας. Πρόκειται για ένα σημείωμα με το οποίο φέρεται εις γνώση του Δημοτικού Γραμματέα, του Δημοτικού Μηχανικού και του Προσωπάρχη του Εφεσίβλητου πως, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της εργασίας επιδιόρθωσης πεζοδρομίου και μεταφοράς μπετόν με το χειράμαξο, ο Εφεσείων αισθάνθηκε πόνο στη μέση και μεταφέρθηκε από συναδέλφους του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου του δόθηκε άδεια για τέσσερις μέρες και την επομένη επισκέφθηκε ιδιώτη γιατρό ο οποίος του παραχώρησε άδεια μέχρι τις 30.9.2008.

Επομένως, ο έκτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

Ο πέμπτος λόγος έφεσης αφορά στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια του ατυχήματος με τις σωματικές βλάβες του Εφεσείοντα. Η θέση του Εφεσείοντα πως αυτό προέκυπτε από το Τεκμήριο 25 έχει ήδη κριθεί αβάσιμη. Ούτε και τα Τεκμήρια 23 και 24 κατεδείκνυαν από μόνα τους κάτι τέτοιο. Πρόκειται για δύο Βεβαιώσεις του Εφεσίβλητου, η πρώτη ημερ. 3.8.2012 ότι ο Εφεσείων βρισκόταν με άδεια άνευ απολαβών για λόγους υγείας από τις 4.3.2001 και η δεύτερη ημερ. 21.9.20212 ότι ο Εφεσείων θα αφυπηρετούσε την 1.10.2012 για λόγους υγείας με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ημερ. 20.9.2012. Αυτές σαφώς και δεν είναι ικανές να συνδέσουν το επίδικο συμβάν με την κατάσταση του Εφεσείοντα κατά την επίδικη μέρα.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επεσήμανε ότι ο Εφεσείων απέτυχε, ως όφειλε, να αποκαλύψει ότι κατά την επίδικη μέρα το σύστημα εργασίας ήταν ελαττωματικό ή ότι το χειράμαξο είχε οποιοδήποτε πρόβλημα, όπως άλλωστε δήλωσε και ο δικηγόρος του στο πλαίσιο ακρόασης της Έφεσης ότι, δηλαδή, δεν αποδιδόταν ευθύνη στον Εφεσίβλητο σε σχέση με την εργασία κατά την επίδικη μέρα.

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τι ακριβώς δικογράφησε ο Εφεσείων σε σχέση με την αποδιδόμενη στον Εφεσίβλητο ευθύνη. Στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Εφεσείων ήταν «υγιής και/ή αρτιμελής» και ασκούσε τα καθήκοντα του εργάτη «κανονικά και χωρίς οποιαδήποτε προβλήματα». Στο εν λόγω δικόγραφο αναφέρεται επίσης ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας του ο Εφεσείων τραυματίστηκε σοβαρά, και συγκεκριμένα ότι ενώ μετέφερε μπετόν με το χειράμαξο, τραυματίστηκε συνεπεία της παράλειψης του Εφεσίβλητου να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα και ή της αμέλειας του και ή της αποκλειστικής ευθύνης του. Ακολούθως ο Εφεσείων ισχυρίζεται ότι ο Εφεσίβλητος παρέλειψε να παρέχει ένα ασφαλές σύστημα εργασίας και ή να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την ασφάλεια του Εφεσείοντα και την αποτροπή πρόκλησης ζημιάς. Στις λεπτομέρειες αμέλειας και ή παράβασης νομίμου καθήκοντος, περιλαμβάνονται ισχυρισμοί για την παράλειψη παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, κατάλληλων προστατευτικών οδηγιών και ή μέσων, και ή ορθής εποπτείας και επιτήρησης του χώρου εργασίας, καθώς επίσης και έκθεση σε κίνδυνο.  Σε αυτές περιλαμβάνεται ότι ο Εφεσείων παρέλειψε να προστατεύσει τον Εφεσίοντα από τον εν λόγω τραυματισμό, αφού συνέχιζε να τον εκθέτει σε κίνδυνο παρά τις προειδοποιήσεις που του έδωσε και τις ενοχλήσεις που ένιωθε.

Αυτές οι λεπτομέρειες, σε συνδυασμό με τον αρχικό ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης ότι ο Εφεσείων ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο καθόλα υγιής και εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντα του, δεν ισοδυναμούσαν με ισχυρισμό ότι ο Εφεσείων αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας λόγω της φύσης της εργασίας του από το 2006, το οποίο εξελικτικά επιδεινώθηκε μέχρι και την επίδικη μέρα λόγω ακριβώς της εργασίας που εκτελούσε. Αποτελούν παντελώς γενικούς ισχυρισμούς, χωρίς να αναφέρεται τι ακριβώς επεσυνέβη την επίδικη μέρα και χωρίς να συγκεκριμενοποιείται το πώς επήλθε ο τραυματισμός και το τι ακριβώς ο Εφεσίβλητος όφειλε να πράξει ή παρέλειψε (βλ. E. Sakkas & Sons Developers Ltd v. Gazim, Πολ. Έφεση Αρ. 173/2014, ημερ. 15.9.2021).

Στην Παναγή v. Κακόψιτου (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 839, λέχθηκε πως είναι νομολογημένο ότι αξιώσεις που βασίζονται πάνω σε αμέλεια πρέπει να περιέχουν πλήρεις λεπτομέρειες (Koulias v. Polydorides and Others (1969) 1 C.L.R. 616). Σε εκείνη την υπόθεση, κρίθηκε ότι, παρόλο που το επίδικο δικόγραφο δεν εξειδίκευε με την απαραίτητη λεπτομέρεια και πληρότητα την αμέλεια που αποδίδεται στον εναγόμενο, εν τούτοις εξεταζόμενο στο σύνολο του ήταν αρκετά ευρύ ώστε να καλύπτει τη μαρτυρία του ενάγοντα (βλ. Curium Palace Hotel Ltd v. Eracleous (1979) 1 C.L.R. 26). 

Είναι γεγονός ότι στην υπεράσπιση ο Εφεσίβλητος αρνήθηκε πως ο Εφεσείων εξέφρασε οποτεδήποτε πριν την επίδικη μέρα παράπονο για τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του και τα καθήκοντα του ή ότι ζήτησε οποτεδήποτε οτιδήποτε σε σχέση με αυτά. Ο Εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι κατά το 2006 ο Εφεσείων αντιμετώπιζε πόνο στην οσφύ καθότι είχε παθολογικό πρόβλημα, αναφέροντας στον εργοδότη του ότι έπασχε από εμμένουσα οσφυοισχιαλγία από ετών και με σταδιακή επιδείνωση της κατάστασης το τελευταίο έτος, η δε σπονδυλοδεσία ήταν επακόλουθο της εκ γενετής σπονδυλολίσθησης.

Στην απάντηση του ο Εφεσείων ισχυρίστηκε ότι κατά διαστήματα τα προηγούμενα τρία με τέσσερα χρόνια είπε στον Εφεσίβλητο πως είχε ενοχλήσεις και παρουσίασε και ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία ο τελευταίος αγνόησε. Αρνήθηκε ότι έπασχε από κάποιο εκ γενετής πρόβλημα υγείας.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο Εφεσείων άρχισε να παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα από το 2006, πλην όμως δεν δέχθηκε ότι αυτό οφειλόταν στην εκτέλεση της εργασίας του. Εν πάση περιπτώσει, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε αφενός ότι πουθενά στη μαρτυρία του Εφεσείοντα δεν καθορίστηκε ποια ήταν η παράβαση του Εφεσίβλητου που οδήγησε στην κατάσταση του όπως περιγράφηκε από τους γιατρούς και αφετέρου ότι οι ισχυρισμοί του πως ο Εφεσίβλητος όφειλε να τους δείξει τον τρόπο εργασίας ή ότι ο ίδιος ζητούσε άλλο τρόπο εργασίας παράμειναν αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Πράγματι, με βάση την ενώπιον του προσαχθείσα μαρτυρία, το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαιολογημένα δεν ήταν σε θέση να καθορίσει τι ακριβώς αποδιδόταν στον Εφεσίβλητο, σε σχέση με την εκτέλεση της εργασίας του Εφεσείοντα, την οποία ο τελευταίος εκτελούσε για αρκετά έτη και δεν απαιτείτο κάποια εξειδίκευση στη μεταφορά χειραμαξιού και στην ποσότητα που τοποθετείτο σε αυτό κατά την κάθε μεταφορά. Άλλωστε, δεν προσήχθη μαρτυρία, όπως επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι ο Εφεσίβλητος του παρείχε ένα ελαττωματικό ή προβληματικό χειράμαξο, ότι του έδωσε οδηγίες να εκτελεί την εργασία του με βιαστικό ρυθμό ή να φορτώνει υπερβολική ποσότητα υλικού. Βασικά η μοναδική θέση που προβλήθηκε από τον Εφεσείοντα, η οποία και δεν συνάδει πλήρως με τις δικογραφημένες θέσεις του στην Έκθεση Απαίτησης, ήταν πως αυτός από το 2006 παρουσίαζε πρόβλημα λόγω ακριβώς της εργασίας που εκτελούσε, το οποίο και διαβίβασε στον Εφεσίβλητο και ο τελευταίος, αντί να τον ξαλαφρώσει, τον επιβάρυνε με τη συνέχιση της ίδιας εργασίας επιδεινώνοντας έτσι την κατάσταση του. Εκτός του ότι η μαρτυρία του Εφεσείοντα δεν έγινε δεκτή, δεν διεφάνη ότι η κατάσταση της υγείας του από το 2006 προήλθε από την εργασία του ούτε και ότι ο Εφεσίβλητος τον εξανάγκαζε στη συνέχιση εργασίας εκθέτοντας τον σε κίνδυνο επιδείνωσης της υγείας του. Αντιθέτως, διεφάνη ότι ο Εφεσείων έλαβε κατά διαστήματα τις απαραίτητες άδειες ασθενείας και ότι εκτελούσε καθόλη την πορεία της επαγγελματικής του απασχόλησης στον Εφεσίβλητο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Ως εκ τούτου, θεωρούμε καθόλα ορθή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων, απέτυχε, ως όφειλε, να καταδείξει ποια ήταν η ευθύνη του Εφεσίβλητου για το επίδικο «ατύχημα» και κατ’ επέκταση για τα προβλήματα υγείας που παρουσίασε.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθορίζουν και την κατάληξη της Έφεσης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση του έβδομου λόγου έφεσης.

Ως εκ τούτου, η Έφεση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται.

€3.800 έξοδα Έφεσης, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον του Εφεσείοντα.

 

 

                                                          Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

                            

                                                          Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

                                                          Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

 

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο