ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
Δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) του Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αρ. Αίτησης 8/2026)
16 Ιουλίου, 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. AYOUB FARID MICHEL SAAB ΚΑΙ 2. MICHEL NORBERT SAAB (ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ FADI MICHEL SAAB)
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΑΡ. ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΦΕΣΗΣ 218/2023, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 26/02/2026
ΜΕΤΑΞΥ:
1. AYOUB FARID MICHEL SAAB
2. MICHEL NORBERT SAAB (ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ
ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ FADI MICHEL SAAB)
Αιτητών
ν.
ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Καθ’ ης η Αίτηση
Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Αιτητές.
Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Καθ’ ης η Αίτηση.
Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., για Πέτρο Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή του υποκαταστήματος της FBME Bank Limited στην Κύπρο, ενδιαφερόμενο μέρος.
Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Airport Management Company Limited και Alamo Limited, ενδιαφερόμενα μέρη.
Χατζηχάννας & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τα πρόσωπα ως o συνημμένος στην ένσταση Πίνακας «Α», ενδιαφερόμενα μέρη.
…………………
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ζητούν άδεια για την εκδίκαση από το Ανώτατο Δικαστήριο «νομικών θεμάτων» δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2024 (o N.33/1964).
Η παρούσα Αίτηση ακολούθησε της έκδοσης της απόφασης του Εφετείου ημερ. 26.2.2026 στην Πολιτική Έφεση 218/2023. Η Έφεση αφορούσε σε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αίτηση Αρ. 123/2019, με την οποία εξεδόθη διάταγμα εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997, Ν.66(Ι)/1997 και διορισμού του Πέτρου Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή του εν λόγω υποκαταστήματος.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η FBME ήταν τράπεζα εγγεγραμμένη στην Τανζανία αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας να ασκεί τραπεζικές εργασίες εκεί. Αυτή ενεγράφη στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία και η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χορήγησε σε αυτή άδεια να λειτουργεί υποκατάστημα στην Κύπρο, δυνάμει του άρθρου 4 του Ν.66(Ι)/1997, για σκοπούς διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών.
Η Αίτηση 123/2019 καταχωρίστηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Σε αυτή, εκπροσωπήθηκαν οι Αιτητές και τα ενδιαφερόμενα μέρη στην παρούσα, καθώς επίσης άλλοι πιστωτές-καταθέτες και μέτοχοι της FBME Bank Ltd (η FBME). Οι Αιτητές καταχώρισαν έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης η οποία απερρίφθη.
Με την παρούσα Αίτηση καταγράφονται τέσσερα «νομικά θέματα» προς εκδίκαση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η Καθ’ ης και τα ενδιαφερόμενα μέρη καταχώρισαν ξεχωριστές ενστάσεις, υποστηρίζοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας για εκδίκαση τέτοιων σημείων.
Όλες οι πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Έχουμε λάβει υπόψη το περιεχόμενο της Αίτησης, των ενστάσεων και των γραπτών αγορεύσεων, και αναφορά θα γίνεται σε αυτά όπου κρίνεται σκόπιμο.
Το άρθρο 9(3)(γ) του Ν.33/1964 προνοεί ότι άδεια δίδεται νοουμένου ότι η αίτηση αφορά σε νομικά θέματα που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου «τα οποία συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή με ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου κατά την υπ’ αυτού ενασκούμενη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία». Χρήσιμη καθοδήγηση επί της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου προσφέρει η απόφαση στην υπόθεση Artio Designs Ltd v. Stephen Van Zupthen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30.1.2024.
Η πρώτη επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου απαιτεί όπως η αίτηση προσδιορίζει σαφώς τα νομικά θέματα που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου, καθώς επίσης και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που τα υποστηρίζουν.
Τόσο στην προαναφερόμενη απόφαση όσο και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Νίκου Εγγλέζου κ.ά, Αρ. Αίτησης 12/2024, ημερ. 9.7.2024, επισημαίνεται ότι σε τέτοιας φύσης αιτήσεις θα πρέπει να διατυπώνεται με κάθε σαφήνεια αμιγώς νομικό θέμα, ούτως ώστε η απάντηση του να αφορά όχι μόνο στην υπό κρίση υπόθεση αλλά και να αποτελεί γενικότερη καθοδήγηση επί του θέματος.
Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3.6.2024, λέχθηκε πως «η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσω μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης».
Το άρθρο 33Β του Ν.66(Ι)/1997, στο οποίο βασιζόταν η Αίτηση 123/2019, παρέχει τη δυνατότητα στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να καταχωρεί αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης και διορισμό εκκαθαριστή αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠΙ) το οποίο περιλαμβάνει υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας, ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Προβλέπει επίσης τη διαδικασία εκκαθάρισης. Το Εφετείο έκρινε ορθή την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην υπό εξέταση περίπτωση ικανοποιούνταν και οι τρεις ακόλουθες προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση τέτοιας αίτησης:
(i) το υποκατάστημα ενέπιπτε στον όρο «ΑΠΙ – Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα» εντός της έννοιας του εν λόγω Νόμου,
(ii) η άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος είχε ανακληθεί δυνάμει του άρθρου 4Α του Ν.66(Ι)/1997, και
(iii) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είχε ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια και αποφάσισε να υποβάλει αίτηση για εκκαθάριση του υποκαταστήματος και διορισμό εκκαθαριστή.
Τα πρώτα τρία «νομικά θέματα» αφορούν τις τρεις αυτές προϋποθέσεις.
Το πρώτο «νομικό ζήτημα» έχει ως ακολούθως:
«Ύπαρξη ορθής ερμηνείας του όρου «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ» και του όρου «υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας» της διάταξης 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, (Ν.66(Ι)/1997), ως τροποποιήθηκε.»
Οι όροι «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ» και «υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας», ερμηνεύονται στο άρθρο 2 του Ν.66(Ι)/1997. Συγκεκριμένα ο όρος «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ» ερμηνεύεται να συμπεριλαμβάνει υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας και ο όρος «υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας» σημαίνει «υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο πιστωτικό ίδρυμα συστάθηκε σε τρίτη χώρα και στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου για να ασκεί τραπεζικές δραστηριότητες στη Δημοκρατία και στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία».
Η ερμηνεία των πιο πάνω όρων είναι σαφής και οι όροι δεν χρήζουν οποιασδήποτε περαιτέρω διασαφήνισης ως προς την έννοια τους. Όπως άλλωστε διαφαίνεται και από την αιτιολογία του εν λόγω νομικού ζητήματος, εκείνο το οποίο οι Αιτητές ουσιαστικά επιζητούν δεν είναι την ερμηνεία καθ’ εαυτή των δύο όρων, όπως περιλαμβάνεται στο άρθρο 2 του Νόμου, αλλά σε ποιο χρονικό σημείο εξετάζεται η τήρηση ή μη των προϋποθέσεων του Νόμου και κατά πόσο υποκατάστημα υπό συγκεκριμένες συνθήκες εμπίπτει εντός της έννοιας των εν λόγω όρων. Και τούτο, καθότι στην υπό εξέταση περίπτωση ηγέρθησαν και αποφασίστηκαν από το Εφετείο τα πιο πάνω θέματα τα οποία είχαν εξεταστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Συγκεκριμένα, απασχόλησε τόσο πρωτόδικα όσο και κατ’ έφεση ποιο ήταν το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα πρέπει να κριθεί κατά πόσο το υποκατάστημα ήταν αδειοδοτημένο ή όχι, με δεδομένο ότι είναι με τον τροποποιητικό Ν.38(Ι)/2017, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 13.4.2017, που εισήχθη στην ερμηνεία του όρου «ΑΠΙ» το υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας. Ο τροποποιητικός Νόμος συμπεριέλαβε το υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση του υποκαταστήματος και διορισμού εκκαθαριστή. Προηγουμένως, ο Ν.66(Ι)/1997 επέτρεπε την υποβολή τέτοιας αίτησης αναφορικά μόνο με πιστωτικό ίδρυμα και όχι οποιοδήποτε υποκατάστημα του.
Το Εφετείο εξέτασε το ζήτημα της αναδρομικότητας του Ν.38(Ι)/2017, καταλήγοντας ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά τον χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Επομένως, παρά το ότι άδεια για τη λειτουργία του υποκαταστήματος δόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τις 8.9.2003 και το υποκατάστημα λειτουργούσε έκτοτε στην Κύπρο, με δεδομένο ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε τον Φεβρουάριο του 2019, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία εφαρμόστηκε το νομικό καθεστώς ως ίσχυε κατά την καταχώριση της Αίτησης. Εξού και το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το ότι, στη βάση των άρθρων 2 και 4 του Ν.66(Ι)/2017, το υποκατάστημα της FBME, ως υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας στο οποίο δόθηκε άδεια λειτουργίας στην Κύπρο, ενέπιπτε εντός του ορισμού του αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος, επομένως ικανοποιείτο η πρώτη προϋπόθεση.
Το Εφετείο απασχόλησε και το γεγονός ότι είχε γίνει ανάκληση της άδειας λειτουργίας του υποκαταστήματος στις 21.12.2015 με βάση το σχετικό άρθρο 4Α του Νόμου, ως ίσχυε τότε. Κατ’ αρχάς δέχθηκε ως ορθή τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, παρόλο που η απόφαση της ανάκλησης, η οποία αποτελεί διοικητική πράξη, προσβλήθηκε με Προσφυγή η οποία ακόμη εκκρεμούσε, αυτή η Προσφυγή δεν έχει ακυρωτικό χαρακτήρα της πράξης και επομένως η πράξη παρέμενε σε ισχύ. Επιπλέον, επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο να εφαρμόσει τις διατάξεις του Ν.66(Ι)/1997, ως ίσχυαν κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης, με αναφορά στο γεγονός της ανάκλησης της άδειας με βάση το τότε ισχύον καθεστώς. Επομένως, έκρινε πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι είχε ικανοποιηθεί και η δεύτερη προϋπόθεση ήταν ορθή.
Με βάση τα πιο πάνω, είναι πρόδηλο γιατί οι Αιτητές προβάλλουν στην αιτιολογία ότι προκύπτουν νομικά ζητήματα ως προς το κατά πόσο «στον όρο υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας» νοείται ότι προκειμένου ένα υποκατάστημα να είναι τέτοιο, πρέπει να είναι αδειοδοτημένο κατά το χρόνο εφαρμογής του Νόμου» και ως προς το κατά πόσο «με δεδομένο ότι είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματος στις 21.12.2015 από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου» και με δεδομένο ότι η τροποποίηση του Νόμου έγινε μεταγενέστερα της ανάκλησης, «θεωρείται το Υποκατάστημα, «υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας» και κατ’ επέκταση «ΑΠΙ» με βάση τις διατάξεις του Νόμου, κατά το χρόνο καταχώρισης της Αίτησης, ήτοι στις 19/2/2019».
Ακόμη ένα ζήτημα το οποίο, κατά τη θέση των Αιτητών προκύπτει, αφορά το κατά πόσο με δεδομένη την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της FBME στις 5.5.2017 και του ότι τέθηκε υπό εκκαθάριση από την Κεντρική Τράπεζα της Τανζανίας στις 8.5.2017, εξακολουθεί το υποκατάστημα να θεωρείται υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας. Αυτό το ζήτημα δεν απασχόλησε το Εφετείο σε αυτό το πλαίσιο και επομένως, δεν προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου για να χρήζει απάντησης.
Εν πάση περιπτώσει, και τα τρία αυτά συγκεκριμένα ερωτήματα δεν απαντώνται με το γενικό ερώτημα που τέθηκε ως πρώτο νομικό θέμα το οποίο, όπως έχει ήδη υποδειχθεί, αναφέρεται γενικά και αόριστα στην ερμηνεία των εν λόγω όρων. Ούτε και εναπόκειται στο Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του σε τέτοιας φύσης διαδικασία, να εντοπίζει τι ακριβώς επιθυμεί και επιχειρεί η πλευρά των Αιτητών να θέσει ως νομικό ερώτημα και να το διαμορφώνει το ίδιο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Artio Designs Ltd v. Stephen Van κ.ά., Αίτηση Αρ. 2/2023, ημερ. 30.1.2024, δεν είναι έργο του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ανιχνεύσει ποιο θα μπορούσε να ήταν το νομικό θέμα που ο αιτητής θα ήθελε να εγείρει ή που θα ήγειρε, εφόσον η προσοχή του εφιστάτο σε αυτό και να το διαμορφώσει.
Ως εκ τούτου, το πρώτο νομικό ερώτημα είναι γενικό και αόριστο και δεν προσφέρει οποιαδήποτε απάντηση στα συγκεκριμένα ζητήματα που, κατά την άποψη των Αιτητών, εγείρονται και καταγράφονται στην αιτιολογία αυτού. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της PSJC National Bank Trust, Αίτηση Αρ. 20/2024, ημερ. 28.1.2025:
«Η νομοθετική διάταξη είναι «ουσιαστική» όταν μπορεί να επιφέρει αποτέλεσμα. Να μπορεί δηλαδή να έχει σημασία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Εάν όχι, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν θα αποφασίσει νομικό θέμα, όσο κεφαλαιώδες ή ενδιαφέρον και αν είναι, εφόσον για την υπόθεση δεν έχει σημασία.»
Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος για να χορηγηθεί άδεια για το πρώτο «νομικό θέμα».
Το δεύτερο «νομικό ζήτημα» είναι το ακόλουθο:
«Αποτελεί μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος και γενικής δημόσιας σημασίας κατά πόσο η παραβίαση ενωσιακού δικαίου και συγκεκριμένα Ευρωπαϊκής Οδηγίας, είτε δικογραφείται επαρκώς από διάδικο μέρος είτε καθόλου, είναι ζήτημα το οποίο πρέπει να εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο.»
Προφανώς το εν λόγω νομικό ζήτημα αφορά στη θέση που είχε προβληθεί από τους Αιτητές πως ο Ν.66(Ι)/1997 ως είχε τροποποιηθεί από τον Ν.38(Ι)/2017 δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής καθότι αντιβαίνει στην Οδηγία 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 2001. Το επιχείρημα των Αιτητών ήταν πως, ενώ οι διατάξεις της Οδηγίας που αφορούν σε υποκαταστήματα πιστωτικού ιδρύματος, η καταστατική έδρα του οποίου βρίσκεται εκτός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί υποκαταστήματα σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ν.38(Ι)/2017 παρέχει τη δυνατότητα στην Καθ’ ης να αιτείται την εκκαθάριση υποκαταστήματος ιδρύματος τρίτης χώρας χωρίς να θέτει κατ’ ελάχιστον αυτή την προϋπόθεση διατήρησης υποκαταστημάτων σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη.
Το Εφετείο υιοθέτησε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το θέμα δεν εγειρόταν στους λόγους ένστασης και επομένως δεν μπορούσε να τύχει εξέτασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο και κατ’ επέκταση από το Εφετείο. Συμπλήρωσε πως ούτε και στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση, υπήρχε οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό το θέμα.
Θεωρούμε ότι το νομικό ζήτημα τίθεται με τέτοια γενικότητα και αοριστία, που καθίσταται αδύνατο να δοθεί μια συγκεκριμένη απάντηση και η οποία μάλιστα να προσφέρει καθοδήγηση και στα υπό κρίση δεδομένα.
Εν πάση περιπτώσει, θεωρούμε ότι το νομικό θέμα παραμένει εντελώς θεωρητικό καθότι η Οδηγία 2001/24/ΕΚ δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Το άρθρο 1 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ αναφέρεται ρητώς ότι οι διατάξεις της που αφορούν τα υποκαταστήματα πιστωτικού ιδρύματος του οποίου η καταστατική έδρα βρίσκεται εκτός της Κοινότητας, «εφαρμόζονται μόνον εάν υπάρχουν υποκαταστήματα του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος σε δύο τουλάχιστον κράτη μέλη της Κοινότητας».
Επομένως, δεν συντρέχει λόγος που να δικαιολογεί τη χορήγηση άδειας για το δεύτερο «νομικό» θέμα.
Το τρίτο «νομικό ζήτημα» είναι το εξής:
«Ύπαρξη ανάγκης ορθής ερμηνείας της διάταξης 33Β του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66(Ι)/1997), ως τροποποιήθηκε και συγκεκριμένα της φράσης «παρά μόνο κατά τη διακριτική ευχέρεια της Κεντρικής Τράπεζας» του πρώτου εδαφίου της διάταξης.»
Το άρθρο 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/1997, προνοεί ως ακολούθως:
«33Β. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου για την εκκαθάριση εταιρείας και των διατάξεων του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αναφορικά µε την εκκαθάριση συνεργατικής εταιρείας, η ανάκληση της άδειας λειτουργίας ΑΠΙ δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4Α, δεν αποτελεί λόγο εκκαθάρισης αυτού, παρά µόνο κατά τη διακριτική ευχέρεια της Κεντρικής Τράπεζας και μετά από απόφαση του Δικαστηρίου σε υποβληθείσα υπό της Κεντρικής Τράπεζας αίτηση, το οποίο για το διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή ή εκκαθαριστή ΑΠΙ άλλου από τον Επίσημο Παραλήπτη, ακούει προηγουμένως τις απόψεις της Κεντρικής Τράπεζας:»
Αυτό το ζήτημα αφορά την τρίτη προϋπόθεση για σκοπούς έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης υποκαταστήματος και διορισμού εκκαθαριστή.
Επί αυτού του ζητήματος, κατ’ αρχάς το Εφετείο παρέπεμψε σε απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση στο οποίο καταγράφεται με λεπτομέρεια το ιστορικό με βάση το οποίο κατέληξε ότι η Καθ’ ης άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια. Επιπλέον το Εφετείο αναφέρθηκε και σε κάποια άλλα δεδομένα, στη βάση των οποίων η Καθ’ ης άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια να υποβάλει την αίτηση εκκαθάρισης και να διορίσει τον Πέτρο Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή.
Οι Αιτητές είχαν ισχυριστεί πρωτόδικα ότι, στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας, η Καθ’ ης ενήργησε κακόπιστα και με αλλότρια κίνητρα και ότι το ζήτημα της ορθότητας της απόφασης της Καθ’ ης να υποβάλει την Αίτηση 123/2019 έπρεπε να εξεταστεί με βάση τις αρχές του διοικητικού δικαίου. Το Εφετείο επικύρωσε την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει ως μη αξιόπιστη τη μαρτυρία του μάρτυρα τους, Αιτητή 1 στην παρούσα. Επομένως, το ζήτημα τελείωνε εκεί, υπό την έννοια ότι η μαρτυρία αναφορικά με τη στάση και τα κίνητρα της Καθ’ ης ως προς την καταχώριση της Αίτησης 123/2019 είχε απορριφθεί.
Η διαπίστωση του Εφετείου ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα μπορούσε να ελέγξει τη νομιμότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Καθ’ ης, εφαρμόζοντας αρχές διοικητικού δικαίου, με παραπομπή και σε νομολογία, ήταν συμπληρωματική της πιο πάνω κατάληξης ως προς τα κίνητρα της Καθ’ ης, όπως ανέφερε και στην απόφαση του.
Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, διαφαίνεται ότι το Εφετείο εξέτασε την τρίτη προϋπόθεση αφού αξιολόγησε το σύνολο της ενώπιον του προσαχθείσας μαρτυρίας και απέρριψε τη μαρτυρία των Αιτητών. Επομένως, δεν υπάρχει το υπόβαθρο στη βάση του οποίου θα μπορούσε να απασχολήσει το ζήτημα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της Καθ’ ης. Το τρίτο «νομικό θέμα» που εγείρεται δεν αποτελεί καθοριστικό για την υπόθεση ζήτημα και ως τέτοιο δεν χρήζει απάντησης.
Το τέταρτο «νομικό θέμα» είναι το ακόλουθο:
«Αποτελεί μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος και γενικής δημόσιας σημασίας κατά πόσο μια ιδιωτική συμφωνία εκκαθάρισης ενός νομικού προσώπου, μπορεί να υπερίσχυσει των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113) και συγκεκριμένα αυτών που διέπουν τον τρόπο εκκαθάρισης ενός νομικού προσώπου, είτε εάν ένα διάδικο μέρος προβάλλει ενστάσεις, είτε εάν τα διάδικα μέρη συμφωνούν.»
Στο πλαίσιο της Αίτησης 123/2019 κατατέθηκε από κοινού ως τεκμήριο η συμφωνία ημερ. 12.12.2022 μεταξύ της Καθ’ ης και του Συμβουλίου Εγγύησης Καταθέσεων της Ενωμένης Δημοκρατίας της Τανζανίας (DIB). Στην εν λόγω συμφωνία αναφερόταν ρητώς ότι αυτή θα κατατίθετο εκ συμφώνου στο πλαίσιο τόσο της Αίτησης 123/2019 όσο και της Αίτησης 373/2017 η οποία καταχωρίστηκε από το DIB και με την οποία ζητείτο η αναγνώριση στην Κυπριακή Δημοκρατία του διορισμού του DIB ως εκκαθαριστών της FBME.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο αναφέροντας ακολούθως «βάσει της Συμφωνίας ημερομηνίας 12.12.2022» και καθιστώντας την Κανόνα Δικαστηρίου. Επιπλέον εξέδωσε το διάταγμα διορισμού του Πέτρου Ιωαννίδη ως εκκαθαριστή, αναφέροντας ακολούθως και πάλι τη φράση «βάσει της ίδιας συμφωνίας».
Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την Αίτηση 123/2019 «καθαρά στη βάση του ενώπιον του αιτήματος, που δεν ήταν άλλο από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης του υποκαταστήματος της FBME στην Κύπρο και το οποίο εδραζόταν, κυρίως στις πρόνοιες του Ν.66(Ι)/1997». Πρόσθεσε ότι «η αναφορά στο τέλος της απόφασης στην Συμφωνία, ημερομηνίας 12.12.2022, είναι φανερό ότι δεν είχε οποιαδήποτε επίδραση στην προηγούμενη εξέταση της Αίτησης, αξιολόγηση της μαρτυρίας και κατάληξη έγκρισης του αιτήματος για εκκαθάριση στη βάση του Ν.66(Ι)/1997.»
Το Εφετείο παρέπεμψε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Ayoub Farid Michel Saab κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 90/2023, ημερ. 29.8.2023, ECLI:CY:AD:2023:D268, στην οποία λέχθηκε πως η συμφωνία ημερ. 12.12.2022 δεν αποτέλεσε αντικείμενο πραγμάτευσης ή βάση για την εξέταση της Αίτησης 129/2013 η οποία στηριζόταν, προωθήθηκε και αποφασίστηκε στη βάση του Ν.66(Ι)/1997. Μάλιστα εκεί το Δικαστήριο ανέφερε ότι η επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αναφερθεί στο τέλος της απόφασης του στη σχετική συμφωνία «δεν έχει υποκαταστήσει τη νομική βάση επί της οποίας κρίθηκε το σχετικό διάβημα, ούτε και παρουσιάζεται να έχει οποιαδήποτε επίδραση στο πολυσέλιδο σκεπτικό του Δικαστηρίου στην κατάληξη του να εγκρίνει το αίτημα για εκκαθάριση στη βάση που αυτό προωθείται».
Επομένως, το ζήτημα της συμφωνίας επιλύθηκε με την απόφαση στην Πολ. Αίτηση Αρ. 90/2023 (ανωτέρω) και υιοθετήθηκε από το Εφετείο. Επιπρόσθετα, το τεθέν νομικό θέμα διαλαμβάνει ως δεδομένο ότι η εν λόγω συμφωνία αποτελεί «ιδιωτική συμφωνία εκκαθάρισης ενός νομικού προσώπου» και ότι αυτή υπερίσχυσε των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, κάτι το οποίο δεν προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου και επομένως δεν χρήζει οποιασδήποτε απάντησης. Άλλωστε, η αναφορά στη συμφωνία ήταν εκτός του λόγου (ratio) της πρωτόδικης απόφασης. Το Εφετείο απλώς επιβεβαίωσε αυτό το σκέλος, και επομένως το ζήτημα δεν προκύπτει από την απόφαση του. Βασικά οι Αιτητές ζητούν να επανεξετάσουμε ως εφετείο την πρωτόδικη απόφαση και να την ερμηνεύσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα βασίστηκε στη συμφωνία.
Ως εκ τούτου, ούτε και για το τέταρτο «νομικό θέμα» δικαιολογείται η χορήγηση άδειας.
Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της Αίτησης.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
€2.500 έξοδα της Αίτησης, πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει, επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών και υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και των ενδιαφερόμενων μερών, για τον καθένα ξεχωριστά. Νοείται ότι θα επιδικαστεί ένα σετ εξόδων αναφορικά με τους διαδίκους που εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο.
Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
/κβπ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο