ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αίτηση Αρ. 9/2026)
15 Ιουλίου, 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ NOΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ
ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΦΕΣΗΣ 413/2019
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ: 26/02/2026
ΜΕΤΑΞΥ:
ΘΕΟΤΟΚΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Εφεσείοντα στο Εφετείο
και
1. MTN CYRPUS LIMITED
2. ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
3. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εφεσίβλητων στο Εφετείο
Γ. Πασιαρδής, για τον Εφεσείοντα.
Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους 1 και 2.
Χρ. Τσεκούρας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Εφεσίβλητο 3.
____________________________________________________________
Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη
Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
____________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής/Εφεσείων στην αναφερόμενη στον τίτλο Πολιτική Έφεση 413/2019, στην οποία εκδόθηκε Απόφαση από το Εφετείο στις 26/2/2026, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιζητώντας άδεια για να υποβάλει αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»).
Η πιο πάνω Απόφαση εκδόθηκε σε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 20/9/2019, δια της οποίας, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο, απέρριψε την Αγωγή του με την οποία αξίωνε αποζημιώσεις για ζημιές που, κατ’ ισχυρισμόν, είχαν προκληθεί σε ακίνητο του από την εγκατάσταση κεραίας των Εφεσίβλητων 1, εντός ακινήτου των Εφεσίβλητων 2, όμορου με το ακίνητο του Εφεσείοντα. Ο Εφεσίβλητος 3 είχε εναχθεί ως εκπρόσωπος των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας οι οποίες επέτρεψαν την εγκατάσταση της επίμαχης κεραίας. Στη βάση ευρημάτων, προϊόν αξιολόγησης της μαρτυρίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Εφεσείων απέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις του και, ως εκ τούτου, απέρριψε την Αγωγή του, με έξοδα προς όφελος των Εφεσίβλητων.
Το Εφετείο με την Απόφαση του επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Μετά την έκδοση της Απόφασης του Εφετείου ακολούθησε η καταχώριση από τον Αιτητή της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητά άδεια για την εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου, νομικών θεμάτων που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου.
Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από μέρους των Καθ’ων η Αίτηση/ Εφεσιβλήτων 1 και 2, με την οποία προβάλλουν ότι τα υποτιθέμενα νομικά θέματα που εγείρονται στην παρούσα Αίτηση, πέραν του γεγονότος ότι δεν διατυπώνονται με σαφήνεια, δεν αποτελούν νομικά θέματα και/ή αμιγώς νομικά θέματα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει δυνατότητα χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Η Αίτηση, προβάλλεται, αποτελεί κατ’ ουσίαν συγκεκαλυμένη έφεση, πράγμα ανεπίτρεπτο και γενικότερα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης.
Ένσταση κατεχωρήθη και από τον Καθ’ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 3 στην οποία, μεταξύ άλλων, προβάλλει ότι δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας προς ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου, τα επικαλούμενα ως νομικά θέματα δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια, ούτε παραπέμπουν σε νομικά ζητήματα που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και ότι ο Αιτητής μέσω των εν λόγω νομικών θεμάτων, όπως διατυπώνονται στην Αίτηση του, επιχειρεί να αναδείξει σφάλματα και λάθη της απόφασης του Εφετείου, επιζητώντας την αναθεώρηση της απόφασης του Εφετείου, πράγμα που εκφεύγει του γράμματος και του σκοπού του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο:
«αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία:
Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zutphen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30/1/2024:
«Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου ότι η δικαιοδοσία αφορά στην επίλυση νομικών θεμάτων. Τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να συναρτώνται:
- με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ή
- με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή
- με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή
- ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή
- ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου.
Και η αίτηση για άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς τα νομικά αυτά θέματα και επίσης να προσδιορίζει τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα.»
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Έχουμε προς τούτο με προσοχή εξετάσει τις θέσεις, αναφορές και εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών, όπως αυτές προωθήθηκαν μέσω των γραπτών τους Αγορεύσεων. Επισημαίνεται ότι η πλευρά του Καθ’ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 3, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, παρά την καταχώριση ένστασης από μέρους του, στη συνέχεια δεν προχώρησε στην καταχώριση γραπτής Αγόρευσης.
Ό,τι πρωτίστως απασχολεί στις αιτήσεις του είδους, είναι η διαπίστωση, ως προαπαιτούμενης προϋπόθεσης, της διατύπωσης νομικού θέματος. Εάν δεν διατυπώνεται νομικό θέμα, η άδεια δεν μπορεί να δοθεί. Νομικό είναι το ζήτημα που αφορά την εφαρμογή του Νόμου, προϋποθέτει δε αναντίλεκτα ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα.
Εν πρώτοις, με τον τρόπο που έχουν διατυπωθεί και τα τρία «Νομικά Θέματα», δεν καταγράφεται οποιοδήποτε νομικό ερώτημα το οποίο χρήζει επίλυσης.
Στην Έκθεση Νομικών Ζητημάτων που επισυνάπτεται στην Αίτηση για άδεια, αφού γίνεται πρώτα μια εκτεταμένη εισαγωγή στην οποία παρατίθενται διάφορα γεγονότα και ισχυρισμοί, ακολουθεί αναφορά του Αιτητή ότι θα εγείρει νομικά θέματα που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Στο υπ’ αρ. 1 σημείο, παραθέτοντας στοιχεία από τη μαρτυρία που, ως αναφέρει, είχαν προσαχθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καταλήγει ως εξής:
«Παρόλα αυτά τα στοιχεία που είχε ενώπιον του το Εφετείο, υιοθέτησε την θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο έκρινε αναξιόπιστο τον Αιτητή χωρίς όμως να λάβει υπόψη του τέσσερις μάρτυρες που έκρινε αξιόπιστους αναφορικά προς τη μαρτυρία που έδωσαν ούτε βεβαίως το σχέδιο Α1 σελίδα 3 του τεκμηρίου 30 που επιβεβαιώνει την εκδοχή του Αιτητή τόσον για την παράνομη επέμβαση στον ιδιωτικό του χωματόδρομο όσον και την τοποθέτηση σκυροδέματος για την αποκατάσταση της ζημιάς. Συνεπώς στην παρούσα υπόθεση ήταν η περίπτωση που το Εφετείο είχε την εξουσία και έπρεπε να επέμβει δυνάμει του κανονισμού 41.12(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Δεν υπήρξε ορθή ερμηνεία της ως άνω ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως στην απόφαση του Εφετείου.»
(Η έμφαση είναι δική μας)
Στο υπ’ αρ. 2 σημείο, ο Αιτητής, κατ’ ανάλογο τρόπο, επικαλείται μέρος μαρτυρίας που, ως είχε αναφέρει, προσήχθη ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καταλήγοντας ως ακολούθως:
«Παρά την ύπαρξη των τεσσάρων αξιόπιστων μαρτύρων κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο και την ύπαρξη του σχεδίου βάσει του οποίου εκδόθηκε η άδεια οικοδομής της κεραίας (τεκμήριο 30 σελίδα 3 σχέδιο Α(1)) το οποίο αποδεικνύει ότι όχι μόνον επενέβησαν οι Καθ’ων η Αίτησις 1 μέσα στον ιδιωτικό δρόμο του Αιτητή, χωρίς την άδεια του, αλλά σφράγισαν την παράνομη επέμβαση τους με αρχιτεκτονικά σχέδια βάσει των οποίων εκδόθηκε η άδεια οικοδομής (τεκμήριο 24) για την κεραία τους. Η παράνομη επέμβαση σε ξένη περιουσία ήτοι του Αιτητή δεν χρειάζεται περισσότερη μαρτυρία για να αποδεικτεί για τους σκοπούς του άρθρου 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149. Με αυτά τα δεδομένα η παράνομη επέμβαση αποδείκτηκε όπως επίσης και η ζημιά που προκάλεσαν στον ιδιωτικό χωματόδρομο του Αιτητή. Κατ’ επέκταση συνιστά καταπάτηση του συνταγματικού δικαιώματος της περιουσίας του Αιτητή Άρθρο 23 του Κυπριακού Συντάγματος όπως επίσης και των Κυρωτικών Νόμων 39/1962 (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) άρθρο 8. Εν όψει των ανωτέρω είναι η θέση του Αιτητή ότι δεν υπήρξε ορθή ερμηνεία των ως άνω νομοθετικών ή και συνταγματικών διατάξεων.»
(Η έμφαση είναι δική μας)
Καθόσον αφορά το υπ’ αρ. 3 σημείο, ό,τι καταγράφεται είναι πως κατατέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκεκριμένο τεκμήριο (Τεκμήριο 30) χωρίς να έχει ο Αιτητής το δικαίωμα αντεξέτασης. Προβάλλεται δε ότι τούτο «συνιστά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 30.3(γ) του Κυπριακού Συντάγματος να εξετάζει ή και αντεξετάζει μάρτυρες όπως επίσης και το άρθρο 5 του Κυρωτικού Νόμου 39/1962 (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου)». Κατά τον Αιτητή «το Εφετείο είχε ενώπιον του όλα αυτά τα στοιχεία πλην όμως δεν επενέβη με αποτέλεσμα να μην έχουμε δίκαιη δίκη ούτε σε πρώτο ούτε σε δεύτερο βαθμό. Δεν υπήρξε ορθή ερμηνεία των ως άνω νομοθετικών και συνταγματικών διατάξεων και της αρχής της διεξαγωγής δίκαιης δίκης».
Όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε σε αριθμό Αποφάσεων μας, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κανονισμός 14(1)(α) προβλέπει ότι, όπου το Δικαστήριο χορηγεί άδεια, η έκθεση Νομικών Θεμάτων θα αποτελεί το έγγραφο στη βάση του οποίου θα διεξάγεται η ακρόαση, αυτό σημαίνει ότι το νομικό ζήτημα πρέπει να είναι διατυπωμένο με τρόπο ώστε να καθίσταται ευχερής η εξέταση του ως έχει. Είναι προφανές, υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί, ότι στην παρούσα δεν ευρισκόμεθα ενώπιον τέτοιας περίπτωσης.
Οπωσδήποτε δεν είναι έργο του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ανιχνεύσει ποιο θα μπορούσε να ήταν το νομικό θέμα που ο Αιτητής θα ήθελε να εγείρει ή που θα ήγειρε, εφόσον η προσοχή του επικεντρωνόταν σε αυτό και το διαμόρφωνε με σαφήνεια. (Βλ. Stephen Van κ.ά., Αίτηση Αρ. 2/2023, ημερ. 30/1/2024).
Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του (1) Νίκου Εγγλέζου κ.ά., Αίτηση Αρ. 12/2024, ημερ. 9/7/2024:
«Τέτοιας φύσης αιτήσεις θα πρέπει να διατυπώνουν με κάθε σαφήνεια καθαρά νομικό θέμα, ούτως ώστε η απάντηση του να αφορά όχι μόνο στην υπό κρίση υπόθεση αλλά και να αποτελεί γενικότερη καθοδήγηση επί του ζητήματος. Αυτός φαίνεται να είναι ο σκοπός του Νομοθέτη μέσω του άρθρου 9(3)(γ) το οποίο αφορά αποκλειστικά σε νομικά θέματα τα οποία συναρτώνται με διαφοροποίηση της υφιστάμενης νομολογίας, ορθή ερμηνεία νομοθεσίας και γενικά ζητήματα γενικής σημασίας και συμφέροντος.»
Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3/6/2024, αναφορικά με το πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επίλυση νομικών θεμάτων δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου και του τρόπου διαμόρφωσης του νομικού ζητήματος:
«Η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσο μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Καθοδήγηση για τον τρόπο διαμόρφωσης του νομικού ζητήματος θα μπορούσε να αντληθεί από τη νομολογία μας σε σχέση με την επιφύλαξη νομικών ερωτημάτων για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως επίσης τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Δ.Ε.Ε., σε αιτήσεις που υποβάλλονται για προδικαστικά ερωτήματα. Μια έμμεση υπόδειξη έχουμε κάμει στην Χατζησωφρονίου.»
Σε ό,τι αφορά τον ορισμό του νομικού ζητήματος χρήσιμα στο πλαίσιο που εξετάζουμε είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου, Νομικό Ερώτημα Αρ. 374, ημερ. 31/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:C262 για τους σκοπούς του Άρθρου 148 του Κεφ. 155:
«Η Νομολογία μας είναι πλούσια αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 148(1), τόσο όσον αφορά το τι συνιστά «νομικό ζήτημα», όσο και όσον αφορά τη φράση «που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης».
«Νομικό ζήτημα» ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει αμιγώς νομικό θέμα. Δεν παρέχεται εξουσία επιφύλαξης μικτού θέματος δικαίου και γεγονότων. Στην υπόθεση In re Hadjicostas (1984) 1 C.L.R. 513, τονίστηκε ότι, αμιγές νομικό θέμα είναι εκείνο που αφορά στην εφαρμογή του Νόμου επί δεδομένων γεγονότων. Εάν, δηλαδή, τα γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει το Νόμο, δεν είναι αμφισβητούμενα, το σημείο είναι νομικό. Πρόκειται, δηλαδή, για εφαρμογή του Νόμου επί αναντίλεκτων ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων.»
Πέραν όσων πιο πάνω έχουν επισημανθεί, είναι σημαντικό να σημειωθεί και τούτο. Με βάση τα ανωτέρω, στην υπό συζήτηση περίπτωση υπάρχουν σαφέστατες αναφορές οι οποίες αναδεικνύουν μορφή συγκεκαλυμένης έφεσης. Στο υπ’ αρ. 1 σημείο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι δεν ερμήνευσε ορθά τον Κανονισμό 41.12(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στο υπ’ αρ. 2 σημείο ότι δεν υπήρξε από το Εφετείο ορθή ερμηνεία του Άρθρου 23 του Συντάγματος, όπως επίσης και των Κυρωτικών Νόμων 39/1962 (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) Άρθρο 8, ενώ στο υπ’ αρ. 3 σημείο ότι δεν υπήρξε ορθή ερμηνεία του Άρθρου 30.3(γ) του Συντάγματος και του Άρθρου 5 του Κυρωτικού Νόμου 39/1962.
Τόσο ο τρόπος με τον οποίο έχουν συνταχθεί τα πιο πάνω αναφερόμενα «Νομικά Θέματα», όσο και ο σκοπός που τίθενται, εμφανέστατα αναδεικνύουν ότι αυτά ουδόλως αφορούν σε αμιγώς νομικό θέμα το οποίο συναρτάται με διαφοροποίηση της υφιστάμενης νομολογίας, ορθή ερμηνεία νομοθεσίας και γενικά ζήτημα γενικής σημασίας και συμφέροντος, ως προνοείται στο Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου. Πέραν της μη διατύπωσης οποιουδήποτε νομικού θέματος, ως πιο πάνω έχει ήδη τονισθεί, είναι συγχρόνως πρόδηλο πως αυτό που επιδιώκει ο Αιτητής είναι να διατυπώσει έφεση επί της απόφασης του Εφετείου. Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφορά αποκλειστικά και μόνο νομικά σημεία όπως αυτά προκύπτουν ξεκάθαρα μέσα από την Απόφαση του Εφετείου και όχι κατ' ισχυρισμό λάθη του Εφετείου. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3/6/2024, «Η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσο μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης». Ομοίως στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Hassan Farhat, Αίτηση Αρ. 27/2024, ημερ. 19/11/2024, επαναλήφθηκε ότι: «Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν αποσκοπεί στο να διορθώνει λάθη του Εφετείου, αλλά να εξετάζει νομικά θέματα που προκύπτουν ξεκάθαρα από την απόφαση του Εφετείου, ως καθορίζεται στο άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου».
Ως αποτέλεσμα των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, είναι η κατάληξη μας ότι δεν τεκμηριώθηκαν οι προϋποθέσεις παροχής άδειας για σκοπούς ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Επιδικάζονται έξοδα €2.500, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, εις βάρος του Αιτητή.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο