LOIS BUILDERS LTD v. ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 90/2017, 29/7/2026
print
Τίτλος:
LOIS BUILDERS LTD v. ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 90/2017, 29/7/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση Αρ. 90/2017)

  

29 Ιουλίου, 2026

                                                     

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

LOIS BUILDERS LTD,

Εφεσείουσα,

KAI

 

ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙΟΥ,

Εφεσίβλητος.

____________________

 

Ν. Κουκουμά για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.

Α. Χατζηχριστοδούλου για Αδάμος Χατζηχριστοδούλου & Σία ΔΕΠΕ,

 για τους Εφεσίβλητους.

 

____________________

 

Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

 θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.

 

­­­____________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Με αγωγή της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η Ενάγουσα αξίωσε αποζημιώσεις εναντίον του Εφεσίβλητου – Εναγόμενου για σωματικές βλάβες που υπέστη σε ατύχημα που επεσυνέβη στη Λεωφόρο Γρίβα Διγενή, στο Παραλίμνι. Ο Εφεσίβλητος, μετά από σχετικό διάταγμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κάλεσε ως Τριτοδιάδικους την Κυπριακή Δημοκρατία (Τριτοδιάδικος 1) και την Εφεσείουσα (Τριτοδιάδικος 2), καθότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη σε σημείο της εν λόγω Λεωφόρου, όπου η Εφεσείουσα, ως μέρος κοινοπραξίας εργολάβων, διεξήγαγε εργασίες οι οποίες της είχαν ανατεθεί από τον Τριτοδιάδικο 1. Αποτέλεσε θέση του Εφεσίβλητου ότι την ευθύνη για σήμανση της εν λόγω Λεωφόρου και της τήρησης των κανόνων ασφαλείας είχαν ο Τριτοδιάδικος 1 και η Εφεσείουσα και όχι οι ίδιοι, συνεπώς, ουδεμία ευθύνη έφερε ο Δήμος για τις ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις των Τριτοδιαδίκων.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει οποιαδήποτε αμέλεια ή ευθύνη από μέρους του Εφεσίβλητου, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή και, συνακόλουθα, τη διαδικασία Τριτοδιαδίκου. Αναφορικά με τα έξοδα, το Δικαστήριο έκρινε ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της διαδικασίας Τριτοδιαδίκου να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και όπως ο κάθε Τριτοδιάδικος επιβαρυνθεί με τα δικά του έξοδα.

 

Η Εφεσείουσα, με τους εναπομείναντες δύο λόγους έφεσης, παραπονείται ως προς την απόφαση του Δικαστηρίου να μην επιδικάσει έξοδα υπέρ της και εναντίον του Εφεσίβλητου. Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με εσφαλμένη συλλογιστική, έκρινε ότι συνέτρεχαν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις ώστε να αποκλίνει από το γενικό κανόνα που ορίζει ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ώστε στη συνέχεια να μην επιδικάσει έξοδα σε βάρος του Εφεσίβλητου και υπέρ της Εφεσείουσας για τη μεταξύ τους αξίωση. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε ότι η ευθύνη θα ήταν κοινή μεταξύ των δύο Τριτοδιαδίκων στην  περίπτωση που επιτύγχανε η αγωγή της Ενάγουσας. Εσφαλμένα, επίσης, εξέτασε από μόνο του κατά πόσο μπορούσε να προσθέσει τους Τριτοδιάδικους ως Εναγόμενους.

 

Αποτελεί θέση της Εφεσείουσας, αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι βασικός παράγοντας που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι κατά πόσο η συνένωση ενός Τριτοδιαδίκου συνιστά, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη ενέργεια. Στη βάση των νομολογιακών αρχών που παρέπεμψε, κατέληξε ότι δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε βάσιμο στοιχείο που αποκαλύπτει ότι η συνένωση της Εφεσείουσας ως Τριτοδιαδίκου συνιστούσε δικαιολογημένη ενέργεια από μέρους του Εφεσίβλητου, αλλά και ότι η Εφεσείουσα είχε οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εφεσίβλητου, κατέληξε ότι:

 

«… λόγω ελλείψεως μαρτυρίας σε σχέση με τον έλεγχο ή και την εποπτεία του συγκεκριμένου σημείου από τον Δήμο Παραλιμνίου η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου Δήμου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει την οποιαδήποτε αμέλεια του εναγόμενου Δήμου. Κατά συνέπεια η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί όπως επίσης και η διαδικασία εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2.»

 

Στη συνέχεια, ασχολήθηκε με την ευθύνη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, σε περίπτωση κατά την οποία η απόφαση του περί της απουσίας ευθύνης του Εφεσίβλητου ήθελε ανατραπεί κατ΄ έφεση και κατέληξε ότι, αν υπήρχε οποιαδήποτε ευθύνη, θα ήταν κοινή μεταξύ των δύο Τριτοδιαδίκων. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση, ανέφερε, «δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο ότι υπήρχε αμέλεια εκ μέρους των Τριτοδιαδίκων 1 και 2. Αντίθετα, υπάρχουν τόσα κενά στη μαρτυρία της Ενάγουσας και τόσες αντιφάσεις που αποτρέπουν το Δικαστήριο από το να την αποδεχθεί, βλ. RKB Leathergoods Ltd v. Αγγελίδη (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1071 στη σελ. 1083. Η ίδια είχε επιλέξει να χρησιμοποιήσει την μόνη διαδρομή η οποία ήταν απαγορευμένη για τους πεζούς, υπήρχαν περιμετρικά κώνοι, ενώ στα 20 μέτρα υπήρχε πεζογέφυρα εγκατεστημένη για την ασφαλή διέλευση των πεζών. Η ευθύνη βαραίνει σε μεγάλο βαθμό την ίδια και όχι τους Τριτοδιάδικους 1 και 2.»

 

Το Δικαστήριο προβληματίστηκε στη συνέχεια κατά πόσο, στη βάση της Δ.9 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως ίσχυαν τότε, θα μπορούσε να προχωρήσει και να διατάξει όπως οι Τριτοδιάδικοι προστεθούν ως Εναγόμενοι στη διαδικασία της αγωγής στη βάση του ότι οι Τριτοδιάδικοι αποτελούν μέρος της διαδικασίας και αντεξέτασαν τους μάρτυρες επί όλων των θεμάτων, χωρίς ένσταση από πλευράς Ενάγουσας. Έκρινε, εν τέλει, ότι το Δικαστήριο δεν μπορούσε αυτεπάγγελτα να δώσει τέτοιες οδηγίες και κατέληξε ως ακολούθως:

 

«Εάν και εφόσον υποβαλλόταν αίτημα από την πλευρά της Ενάγουσας για την προσθήκη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 ως εναγόμενων, ενδεχομένως να γινόταν αποδεκτό και η κατάληξη μου να ήταν διαφορετική κατά την εξέταση του θέματος κατά πόσο υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια.»

 

Στη βάση της πιο πάνω θέσης, όσον αφορά την ευθύνη των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, έκρινε ορθό και δίκαιο τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να επιδικαστούν σε βάρος του Εφεσίβλητου.

 

Σύμφωνα με τον  γενικό κανόνα, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν συντρέχει καλός λόγος που δικαιολογεί απόκλιση από τον γενικό κανόνα. Σε περίπτωση που δεν ληφθεί υπόψη ουσιαστικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας επιτρέπεται η επέμβαση του Εφετείου (Νεάρχου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 954 και Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας (2000) 1 Α.Α.Δ. 364, 379).

 

Εν προκειμένω, εφόσον επρόκειτο για έξοδα τριτοδιαδίκου, σχετική είναι και η Δ.10 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως ίσχυαν τότε, η οποία προνοεί τα εξής:

 

«The Court or Judge may decide all questions of costs as between a third party and other parties to the action, and may order any one or more of them to pay the costs of any other, or others, or give such directions as to costs as the justice of the case may require.»

 

Σε μετάφραση:

 

«Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να αποφασίσει για όλα τα ζητήματα που αφορούν στα έξοδα μεταξύ του τριτοδιαδίκου και των άλλων διαδίκων στην αγωγή και δύναται να διατάξει ένα ή περισσότερους από αυτούς να πληρώσει τα έξοδα οποιουδήποτε άλλου ή άλλων ή να δώσει τέτοιες οδηγίες ως προς τα έξοδα ως το δίκαιο της υπόθεσης απαιτεί.»

 

Στο πλαίσιο εξέτασης των εξόδων μεταξύ του Τριτοδιάδικου και των άλλων διαδίκων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, όπως προκύπτει από τη νομολογία, σειρά παραγόντων, μεταξύ άλλων, κατά πόσο η ενέργεια συνένωσης των Τριτοδιαδίκων ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις, καθώς επίσης και κατά πόσο απεδείχθη οποιαδήποτε ευθύνη εναντίον τους.

 

Στην υπόθεση Νικήτα ν. Medcon Construction Ltd κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 643, που παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εφεσείουσας, γίνεται σκιαγράφηση της διαδικασίας του Τριτοδιάδικου, ως ακολούθως:

 

«Η Διαδικασία Τριτοδιάδικου αντλεί την προέλευσή της από τη Δ.16 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, των οποίων οι βασικές πρόνοιες είναι όμοιες με τις πρόνοιες της δικής μας Δ.10. H διαδικασία αυτή δημιουργήθηκε στην Αγγλία με το Νόμο Judicature Act 1873 και θεωρήθηκε ότι ήταν μια διαδικασία ανάλογη με αγωγή, που καταχωρείτο από τον εναγόμενο σε υπάρχουσα αγωγή εναντίον του τριτοδιάδικου. Ο εναγόμενος σε τέτοια περίπτωση εθεωρείτο ενάγων και ο τριτοδιάδικος εναγόμενος. Επομένως, η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου υπέχει μορφή αγωγής του εναγόμενου εναντίον του τριτοδιάδικου (βλ. McCheane v. Jyles (1902) 1 Ch.D. 287). Μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, ο τριτοδιάδικος καθίσταται διάδικος στην αγωγή αυτή και έχει τα ίδια δικαιώματα σχετικά με την υπεράσπισή του ως εάν να είχε εναχθεί με κανονική αγωγή από τον εναγόμενο. Ο τριτοδιάδικος όμως, δεν είναι εναγόμενος στην υφιστάμενη αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει και τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η Διαδικασία Τριτοδιαδίκου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή (Βλ. Stott v. West Yorkshire Road Car Co. [1971] 3 All E.R. 534, Annual Practice 1958, σελ. 381 κ.ε.).»

 

Στην παρούσα περίπτωση, όπως ορθά ανέφεραν οι συνήγοροι της Εφεσείουσας, δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποκαλύπτει οποιαδήποτε ευθύνη ή αμέλεια από μέρους της Εφεσείουσας, σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Ο Εφεσίβλητος, ο οποίος προέβη στην προσεπίκληση της Εφεσείουσας, ως Τριτοδιαδίκου, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία προς υποστήριξη των δικογραφημένων του θέσεων περί ευθύνης και αμέλειας της Εφεσείουσας. Η μαρτυρία που δόθηκε εκ μέρους του Εφεσίβλητου περιοριζόταν στην αποποίηση των, κατ΄ ισχυρισμών της Ενάγουσας, ευθυνών του σε σχέση με το ατύχημα. Ο μοναδικός μάρτυρας που κλήθηκε από πλευράς Εφεσίβλητου δεν αναφέρθηκε στις συνθήκες του ατυχήματος.

 

Το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο θα μπορούσε να συνενώσει τους Τριτοδιάδικους ως Εναγόμενους και κατέληξε ότι δεν θα μπορούσε αυτεπάγγελτα να δώσει τέτοιες οδηγίες. Εφόσον, λοιπόν, η κατάληξη του ήταν τέτοια, θα έπρεπε να κρίνει την υπόθεση με δεδομένο ότι η Εφεσείουσα παρέμενε Τριτοδιάδικος και να κρίνει το θέμα των εξόδων, που εκκρεμούσε προς απόφαση σ΄ αυτή τη βάση. Δεν δικαιολογείτο να ληφθεί υπόψη, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς την επιδίκαση των εξόδων, η θέση του ότι, εάν υποβαλλόταν αίτημα από πλευράς της Ενάγουσας, «ενδεχομένως να γινόταν αποδεκτό» και η κατάληξη του να ήταν διαφορετική κατά την εξέταση του θέματος κατά πόσο υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια.

 

Με δεδομένο ότι δεν αποδόθηκε οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα στην Εφεσείουσα και ούτε ο Εφεσίβλητος προώθησε τέτοια θέση ενώπιον του Δικαστηρίου, η υποθετική προσέγγιση περί κοινής ευθύνης των Τριτοδιαδίκων καθίσταται εσφαλμένη. Υπό το φως των ανωτέρω, τα έξοδα της Εφεσείουσας θα έπρεπε να επιδικαστούν υπέρ της και εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η έφεση επιτυγχάνει. Η διαταγή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα της Εφεσείουσας παραμερίζεται και αντικαθίσταται με διαταγή για έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Επιδικάζονται, επίσης, έξοδα έφεσης €1.000, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει, υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

 

 

 

 

 

 

/ΧΤΘ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο