ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 12/2026)
(i-justice)
3 Σεπτεμβρίου, 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 301/2025
ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ Ε.Κ.Σ., ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20/11/2025, ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ […].
Γ. Νεάρχου με Φ. Μαλά (κα) για Ηλίας Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ, για την Εφεσείουσα.
Π. Βαρνάβα με Ηρ. Ζησίμου (κα), Δικηγόροι της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Εφεσίβλητο.
________________________________________________
Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη
Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Στις 20/11/2025 Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο») εξέδωσε Ένταλμα Έρευνας της κατοικίας της Εφεσείουσας, στο πλαίσιο εκτέλεσης αιτήματος δικαστικής συνδρομής της Δημοκρατίας κατόπιν αιτήματος του Ηνωμένου Βασιλείου. Τα αδικήματα που διερευνώνταν από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αφορούσαν φορολογική εξαπάτηση των δημοσίων εσόδων της ξένης χώρας από τον όμιλο εταιρειών E-Cars U.K., σε σχέση με την εξαγωγή από το Ηνωμένο Βασίλειο αυτοκινήτων και την εισαγωγή τους στην Κύπρο για λογαριασμό κυπριακών αδελφών εταιρειών του ομίλου E-Cars U.K., που πιστεύεται ότι και αυτές διαπράττουν φορολογικές απάτες.
Η Εφεσείουσα αντιδρώντας στην πιο πάνω εξέλιξη προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο στην πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία (εφεξής «πρωτόδικο Δικαστήριο») προς εξασφάλιση άδειας για καταχώριση Αίτησης με Κλήση για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari προς ακύρωση του ως άνω Εντάλματος Έρευνας.
Αδελφός Δικαστής ο οποίος επελήφθη της μονομερούς αίτησης για παροχή άδειας την ενέκρινε με την Απόφαση του, ημερ. 19/12/2025, στη βάση του ότι υπήρχε συζητήσιμο θέμα ότι το επίδικο Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας, κατά παράβαση του Άρθρου 16 του Συντάγματος, χωρίς να πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (εφεξής «Κεφ. 155»), για την έκδοσή του, αφού από τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου δεν τεκμηριωνόταν «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι στην κατοικία της Εφεσείουσας υπήρχε οποιοδήποτε από τα αντικείμενα που αναζητούνταν. Περαιτέρω, στην έκταση που το Ένταλμα Έρευνας εξουσιοδοτούσε την κατάσχεση αλληλογραφίας ή επικοινωνίας της Εφεσείουσας, κρίθηκε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συζητήσιμο ζήτημα υπέρβασης εξουσίας στη βάση του ότι το Ένταλμα εκδόθηκε κατά παράβαση του Άρθρου 17 του Συντάγματος.
Ο αδελφός Δικαστής αφού άκουσε τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων, απέρριψε τελικώς την Αίτηση με την Απόφαση του ημερ. 18/3/2026. Κατέληξε ότι, υπό τα γεγονότα της υπόθεσης, το Άρθρο 17 του Συντάγματος δεν είχε εφαρμογή, στοιχείο που αποτέλεσε το δεύτερο λόγο για τον οποίο είχε χορηγηθεί η άδεια. Σε σχέση με τον πρώτο λόγο, κατέληξε ότι «έχοντας υπόψη το πρόσωπο της Αιτήτριας, την εμπλοκή της στην υπόθεση, δηλαδή τη θέση της και τους τρόπους που φέρεται να ενεργούσε, δικαιολογείτο στο μυαλό του Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα η δημιουργία «εύλογης αιτίας να πιστεύεται» ότι τα αντικείμενα που αναζητούσε η αστυνομία βρίσκονταν στην κατοικία της».
Είναι την ορθότητα αυτής της Απόφασης που η Εφεσείουσα προσβάλλει με την παρούσα Έφεση στη βάση τριών Λόγων Έφεσης.
Με τον 1ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα απερρίφθη η Αίτηση από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση του ότι δεν τύγχανε εφαρμογής το Άρθρο 17 του Συντάγματος, ενώ με το 2ο Λόγο Έφεσης βάλλεται ως λανθασμένη η απόρριψη της Αίτησης λόγω της μη εξέτασής της, υπό το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Οδηγίας 2016/680. Με τον 3ο Λόγο Έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένη η κρίση του Δικαστηρίου ότι με βάση τη φερόμενη εμπλοκή της Εφεσείουσας στην υπόθεση ήταν δικαιολογημένη στο μυαλό του κατώτερου Δικαστηρίου η δημιουργία εύλογης αιτίας να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα αντικείμενα ήταν καθημερινής χρήσης και θα εντοπίζονταν στην οικία της.
Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, παραθέτουμε, αδρομερώς, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως αυτά αναδύονται από τον Όρκο που συνόδευε το αίτημα της Αστυνομίας ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου για την έκδοση του σχετικού Εντάλματος Έρευνας και ως αυτά αποτυπώθηκαν συνοπτικά στην πρωτόδικη Απόφαση.
Στον Όρκο που υποστήριζε την αίτηση της Αστυνομίας αναφέρετο ότι η Εφεσείουσα είναι μειοψηφικός μέτοχος και οικονομικός ελεγκτής του ομίλου E-Cars U.K. Από εξετάσεις που έγιναν μέσω του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διαπιστώθηκε ότι η Εφεσείουσα εργοδοτείται στην κυπριακή εταιρεία E-Cars Cyprus Auto Sales Ltd από τις 4/8/2018. Αναφέρεται ότι αλληλογραφία των φορολογικών αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου επιβεβαιώνει ότι η Εφεσείουσα παρείχε ψεύτικο υλικό σε κάποιο Κ.Ι., Διευθυντή και μέτοχο κάθε εταιρείας του ομίλου, με σκοπό την προώθηση του στις φορολογικές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ζήτησαν να ερευνηθεί η κατοικία της Εφεσείουσας και ακόμη ενός προσώπου στην Κύπρο. Ως αναφέρεται στον Όρκο, πιστεύεται ότι η Εφεσείουσα είναι στενά συνδεδεμένη με τον όμιλο E-Cars και ότι έχει θέση «ελέγχου». Σε αυτή τη βάση αναφέρεται ότι είναι αναμενόμενο ότι θα κατέχει υλικό σχετικό με τον όμιλο E-Cars στην κατοικία της και στις ηλεκτρονικές της συσκευές. Ως επίσης αναφέρεται στον Όρκο, πιστεύεται ότι το υλικό το οποίο θα ανευρεθεί θα καταδείξει την εμπλοκή του Κ.Ι. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι πιστεύεται ότι η Εφεσείουσα και το άλλο πρόσωπο πιθανό να είναι τα δύο κύρια πρόσωπα τα οποία επωφελούνται από την απάτη, μαζί με τον Κ.Ι. και κάποιο Κ.Κ.
Στο πλαίσιο προώθησης του 1ου Λόγου Έφεσης ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας υποστήριξε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσχεση κινητών τηλεφώνων και άλλων αντικειμένων που περιείχαν δεδομένα επικοινωνίας, ο εντοπισμός των οποίων, ως αναφέρεται, αποτέλεσε το βασικό ζητούμενο κατά την έκδοση του Εντάλματος Έρευνας, δεν ισοδυναμεί με πρόσβαση στο περιεχόμενο επικοινωνίας. Όπως περαιτέρω υποστηρίχθηκε, με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, επιβαλλόταν η εξέταση του ζητήματος υπό το πρίσμα των προνοιών του Άρθρου 17 του Συντάγματος. Όπως τόνισε ο ευπαίδευτος συνήγορος, το επίδικο Ένταλμα είχε εκδοθεί στο πλαίσιο εκτέλεσης Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας και η θέση της Εφεσείουσας, στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης ήταν σαφής, ήτοι ότι τα κατασχεθέντα αντικείμενα θα αποστέλλονταν, δίχως άλλο, στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου. Σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση, εφόσον ήταν εξαρχής εμφανής η πρόθεση λήψης τέτοιας επικοινωνίας, θα έπρεπε εξαρχής να τύχουν εφαρμογής και να εξεταστούν οι πρόνοιες του Άρθρου 21 του Ν. 92(Ι)/1996[1], το οποίο επιτρέπει, μέσω της παραγράφου 3, την υποβολή, παράλληλα, αίτησης για έκδοση Εντάλματος Έρευνας σε οικία όπου εύλογα πιστεύεται ότι υπάρχουν αντικείμενα επί των οποίων υπάρχει καταγεγραμμένη επικοινωνία, καθώς και διατάγματος πρόσβασης στην επικοινωνία που πιθανό να εντοπιστεί στα εν λόγω αντικείμενα.
Tο πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας τι είχε εξουσιοδοτηθεί από το κατώτερο Δικαστήριο να αναζητήσει και να κατάσχει η Αστυνομία, αφού αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του Εντάλματος σε συνάρτηση και με το κείμενο που το κατώτερο Δικαστήριο είχε προσθέσει ως Παράρτημα Α, επεσήμανε τα ακόλουθα:
«Προκύπτει ότι με το ένταλμα ό,τι εξουσιοδοτείται να ανευρεθεί και κατασχεθεί είναι αντικείμενα, και συγκεκριμένα «οποιοσδήποτε υπολογιστής, φορητός υπολογιστής, tablet, κινητό τηλέφωνο, εσωτερικοί σκληροί δίσκοι, οποιοσδήποτε εξωτερικός σκληρός δίσκος (ή μονάδες flash USB), οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή με εσωτερικά μέσα αποθήκευσης και οποιοδήποτε εξωτερικό μέσο αποθήκευσης για έξυπνα τηλέφωνα (ή κάρτες micro-SD)». Αυτά καταγράφονται δύο φορές, τόσο στο Τύπο του Εντάλματος, όσο και στο «Παράρτημα Α». Η αναφορά σε ηλεκτρονικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σε τιμολόγια, έγγραφα και έγγραφα λογιστικής εργασίας, όλα σε ηλεκτρονική μορφή, δεν συνιστούσε περιγραφή υλικού που το ένταλμα εξουσιοδοτούσε να ανευρεθεί και παραληφθεί, αλλά περιγραφή προσδιοριστική και περιοριστική των αντικειμένων που το ένταλμα εξουσιοδοτούσε να ανευρεθούν και παραληφθούν, όπως και η περαιτέρω αναφορά στα ονόματα των διαφόρων εταιρειών που το υλικό αφορούσε. Δηλαδή, στην περίπτωση που ένας υπολογιστής που υπήρχε στην κατοικία δεν εμπεριείχε υλικό της περιγραφής αυτής, το ένταλμα δεν εξουσιοδοτούσε την κατάσχεση του. Η αναφορά στον Τύπο του εντάλματος «που περιέχει οποιοδήποτε από τα υλικά που ζητούνται», δεν σημαίνει ότι πέραν των αντικειμένων ζητείτο υλικό για να κατασχεθεί. Άλλωστε στο «Παράρτημα Α» διευκρινίστηκε ως «υλικό που περιγράφεται στο ένταλμα».»
Αναφερόμενο δε στη συνέχεια στη σχετική με το θέμα νομολογία τόνισε πως από αυτή προέκυπτε ότι «η κατάσχεση αντικειμένων που περιέχουν ηλεκτρονική αλληλογραφία, δεν ισοδυναμεί με πρόσβαση στην επικοινωνία αυτή και ότι κατά πόσο θα καταστεί δυνατό στη συνέχεια να επιτευχθεί νόμιμα πρόσβαση στην επικοινωνία αυτή, δεν είναι ζήτημα που εξετάζεται κατά την έκδοση εντάλματος έρευνας για την κατάσχεση των αντικειμένων στα οποία η επικοινωνία βρίσκεται».
Στη βάση των πιο πάνω η κατάληξη του ήταν πως στα γεγονότα της υπόθεσης δεν είχε εφαρμογή το Άρθρο 17 του Συντάγματος.
Αποτέλεσε θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εφεσείουσας πως στην υπό κρίση περίπτωση ήταν σαφές ότι ο σκοπός της εξουσιοδότησης που δόθηκε μέσω του υπό κρίση Εντάλματος Έρευνας δεν ήταν απλώς η λήψη συγκεκριμένων φυσικών συσκευών, αλλά και η απόκτηση πρόσβασης στο υλικό επικοινωνίας που ήταν αποθηκευμένο εντός αυτών. Έγινε προς τούτο παραπομπή και στο πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου, Παράρτημα Α, όπου διαλαμβάνετο η επιφύλαξη ότι «κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας η έρευνα θα περιοριστεί στο μέτρο του δυνατού στον εντοπισμό των αντικειμένων και υλικού σχετικά με τη διερεύνηση αδικημάτων με τρόπο που να διαφυλαχθεί η προσωπική αλληλογραφία και επικοινωνία των προσώπων στα οποία ανήκουν τα αντικείμενα που αναζητούνται η οποία ενδεχομένως να είναι εγκατεστημένη να περιέχεται ή να φυλάττεται στα αντικείμενα αυτά».
Δεν συγκλίνουμε με την πιο πάνω τοποθέτηση.
Το κατώτερο Δικαστήριο, εκδίδοντας το Ένταλμα Έρευνας, δεν διεφάνη να είχε κατά νου οτιδήποτε διαφορετικό από εκείνο που προέκυπτε από τον ίδιο τον Όρκο και το αίτημα της Αστυνομίας για έκδοση του Εντάλματος Έρευνας στη βάση του Άρθρου 27 του Κεφ. 155. Η εξουσιοδότηση που το κατώτερο Δικαστήριο έδωσε στην προκείμενη περίπτωση περιοριζόταν στην ανεύρεση, εντοπισμό και κατάσχεση αντικειμένων, ήτοι ηλεκτρονικών συσκευών τα οποία περιείχαν το υλικό που περιγράφετο στο Ένταλμα. Δεν εξουσιοδοτούσε την ανεύρεση, εντοπισμό και κατάσχεση συγκεκριμένου υλικού σε ηλεκτρονική μορφή, όπως ορθώς επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ορθώς δε το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στη διάκριση μεταξύ των αντικειμένων που το Ένταλμα εξουσιοδοτούσε να ανευρεθούν και να κατασχεθούν και του περιεχομένου που δυνατό τα εν λόγω αντικείμενα να περιείχαν.
Η αναφορά στο Παράρτημα Α ότι κατά την εκτέλεση του Εντάλματος θα λαμβανόταν μέριμνα ώστε να διαφυλαχθεί η προσωπική αλληλογραφία και επικοινωνία των προσώπων στα οποία ανήκαν τα κατασχεθέντα αντικείμενα, δεν υποδηλώνει ότι το κατώτερο Δικαστήριο εξουσιοδοτούσε εκ των προτέρων πρόσβαση στο περιεχόμενο της επικοινωνίας αυτής. Αντιθέτως, καταδεικνύει ότι το κατώτερο Δικαστήριο είχε πράγματι αντιληφθεί τη διάκριση μεταξύ της κατάσχεσης των αντικειμένων και της μεταγενέστερης ενδεχόμενης εξέτασης του περιεχομένου τους και έθεσε σχετικούς περιορισμούς προκειμένου να προστατευθούν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα της Εφεσείουσας. Η θέση της Εφεσείουσας ότι υπήρχε εκ των προτέρων πρόθεση αποστολής των κατασχεθέντων αντικειμένων στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου προς εξέταση του περιεχομένου τους, δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα του Εντάλματος, του οποίου το περιεχόμενο ήταν ξεκάθαρο, χωρίς να δίδει οποιαδήποτε μελλοντική δικαστική εξουσιοδότηση για μεταγενέστερες ενέργειες (πολύ περισσότερο σε αρχές άλλου κράτους), οι οποίες σαφώς απαιτούν πρόσθετη δικαστική εξουσιοδότηση, καθότι συνεπάγεται πρόσβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενες επικοινωνίες, ούτε διαφοροποιεί την υπό συζήτηση περίπτωση από τα όσα έχουν αποφασισθεί στη σχετική με το θέμα νομολογία.
Εν ολίγοις, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι κατά πόσο οι αρχές, κατά το χρόνο έκδοσης του Εντάλματος είχαν ως απώτερο σκοπό να διερευνήσουν αδικήματα τα οποία ενδεχομένως να σχετίζονταν με δεδομένα επικοινωνίας που ήταν αποθηκευμένα σε ηλεκτρονικές συσκευές, αλλά κατά πόσο το ίδιο το Ένταλμα παρείχε εξουσιοδότηση για πρόσβαση, ανάγνωση, ανάκτηση ή αξιοποίηση του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας της Εφεσείουσας.
Από τη νομολογία, από την οποία ορθώς καθοδηγήθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η κατάσχεση των τηλεφώνων ως «πραγμάτων», υπό την έννοια που προβλέπει το Άρθρο 27 του Κεφ. 155, ισοδυναμεί με πρόσβαση στην ιδιωτική επικοινωνία ώστε το Άρθρο 17 του Συντάγματος να έχει εφαρμογή.
Στην υπόθεση Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ κ.ά., Πολιτική Αίτηση αρ. 212/2021, ημερ. 11/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:D93, επισημάνθηκε:
«Δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η κατάσχεση των τηλεφώνων ως «πραγμάτων» εν τη εννοία του άρθρου 27 του Κεφ. 155, ισοδυναμεί με πρόσβαση στην ιδιωτική επικοινωνία. Ιδιαίτερα εφόσον τέτοια πρόσβαση ρητά δεν εξουσιοδοτήθηκε από το δικαστήριο. Εάν αυτή προκύψει, ανάλογα με την πορεία των ερευνών, να είναι η ανάγκη και η εξ αυτής πρόθεση της Αστυνομίας, μπορεί να προχωρήσει με τις κατάλληλες διαδικασίες, ώστε να λάβει την απαιτούμενη εξουσιοδότηση, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία που τώρα, πρόωρα, επικαλούνται οι αιτητές.» (βλ. επίσης Αναφορικά με την Αίτηση του Steven James Moran (2016) 1 Α.Α.Δ. 926, Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Μ., Πολιτική Αίτηση Αρ. 58/2021, ημερ. 20/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:D151).»
Η κατάσχεση ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, κινητού τηλεφώνου ή εξωτερικού μέσου αποθήκευσης, αποτελεί μέτρο διασφάλισης και συλλογής πιθανής μαρτυρίας. Η επέμβαση στο απόρρητο επέρχεται σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν το περιεχόμενο του μέσου ανακτηθεί. Εν ολίγοις, η κατάσχεση μιας ηλεκτρονικής συσκευής και η πρόσβαση στα δεδομένα που αυτή περιέχει αποτελούν δύο διακριτά και χρονικά διαφορετικά στάδια. Το πρώτο αφορά στην εξασφάλιση του πιθανού αποδεικτικού υλικού και αξιολογείται υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν τα εντάλματα έρευνας και κατάσχεσης. Το δεύτερο αφορά στην επέμβαση στο περιεχόμενο της επικοινωνίας και, όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, ενδέχεται να απαιτεί την τήρηση των ειδικών εγγυήσεων που προβλέπονται στο Άρθρο 17 του Συντάγματος και στη σχετική νομοθεσία.
Σε ό,τι αφορά την εισήγηση ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση η ενδεδειγμένη διαδικασία ήταν να τύχουν εξαρχής εφαρμογής και να εξεταστούν από αρμόδιο Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή οι πρόνοιες του Άρθρου 21 του περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996, Ν. 92(I)/1996, αρκεί να επισημάνουμε ότι ο ίδιος ο Νόμος 92(I)/1996 στο Άρθρο 21(2)[2] αναφέρεται στη δυνατότητα πρόσβασης σε έγγραφα ή συσκευές ή σε αντικείμενα που έχουν περιέλθει στην κατοχή της Αστυνομίας δυνάμει και κατόπιν εκτέλεσης σχετικού εντάλματος έρευνας. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των 1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 337/2021, ημερ. 1/3/2023, ECLI:CY:AD:2023:A72:
«Σημασία έχει πως θα ήταν αδύνατο - λογικά και νομικά - να ζητηθεί πρόσβαση με βάση το Νόμο 92(Ι)/96, αφού ακριβώς οι ανακριτικές αρχές δεν γνωρίζουν στο στάδιο που αιτούνται το ένταλμα έρευνας για την ύπαρξη συγκεκριμένου εγγράφου, ούτε φυσικά γνωρίζουν επακριβώς το είδος και το περιεχόμενο αλληλογραφίας για να μπορούν να αιτηθούν αυτά που ο Νόμος 92(Ι)/96 προνοεί ώστε κατ΄εξαίρεση να ατονίσουν - κατά νόμο - οι σχετικές πρόνοιες του Συντάγματος.»
Κατ’ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω ο 1ος Λόγος Έφεσης δεν κρίνεται βάσιμος και απορρίπτεται.
Αποτελεί θέση της Εφεσείουσας, στο πλαίσιο προώθησης του 2ου Λόγου Έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παρέλειψε να εξετάσει την επίδικη Αίτηση υπό το πρίσμα του Άρθρου 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[3] και της Οδηγίας 2016/680[4], παρόλο που οι διατάξεις αυτές αποτελούσαν μέρος της νομικής βάσης της Αίτησης και είχαν ρητά προβληθεί μέσω του Λόγου Γ3 της Έκθεσης της.
Η Εφεσείουσα επικαλείται την υπόθεση C-548/21[5] του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) υποστηρίζοντας ότι και το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την υπό κρίση Αίτηση υπό το πρίσμα του σκεπτικού που υιοθετήθηκε από το ΔΕΕ. Είναι η θέση της Εφεσείουσας ότι η αντίληψη του κατώτερου Δικαστηρίου περί πρόσβασης σε δεδομένα επικοινωνίας ήταν σαφής και δεδομένη.
Περαιτέρω, η αποστολή των κατασχεθέντων εκτός δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων, θα της στερούσε, όπως προβάλλει η Εφεσείουσα, τη δυνατότητά της για ένδικη προστασία σε μεταγενέστερο στάδιο. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, η ανάγκη για αποτελεσματική προστασία των εννόμων δικαιωμάτων της προκύπτει και από το Άρθρο 10(1) του Ν. 181(Ι)/2017[6], το οποίο ρητά αναφέρει ότι οι αρχές εκτέλεσης ενός κράτους οφείλουν να ακολουθούν την κείμενη στη χώρα τους νομοθεσία.
Το ουσιώδες ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφορούσε την έκταση και το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης που παρείχε το εκδοθέν Ένταλμα Έρευνας προς την Αστυνομία, και ειδικότερα κατά πόσο, υπό το φως του λεκτικού του, περιλάμβανε επέμβαση στο συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα, ήτοι στο δικαίωμα σεβασμού του απορρήτου της επικοινωνίας, το οποίο προστατεύεται από το Άρθρο 17 του Συντάγματος.
Ως ορθώς διαπιστώθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο και ως ήδη πιο πάνω έχει αναφερθεί, το επίδικο Ένταλμα προσδιόριζε επαρκώς τα αντικείμενα που μπορούσαν να αναζητηθούν και να κατασχεθούν, συνδέοντας αυτά με συγκεκριμένο ερευνητικό σκοπό, ήτοι τον εντοπισμό συγκεκριμένου ηλεκτρονικού υλικού που αφορούσε τα υπό διερεύνηση ζητήματα.
Συνεπώς, η επίκληση του Άρθρου 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Οδηγίας 2016/680, δεν μπορούσε να επηρεάσει την κρίση επί της νομιμότητας του Εντάλματος, το οποίο, επαναλαμβάνουμε, αφορούσε την έρευνα και κατάσχεση συγκεκριμένων αντικειμένων και όχι αυτοτελή εξουσιοδότηση για πρόσβαση ή επεξεργασία δεδομένων επικοινωνίας.
Τυχόν ζητήματα που αφορούν στην πρόσβαση, επεξεργασία ή αξιοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ενδεχομένως περιέχονταν στα κατασχεθέντα αντικείμενα, θα μπορούσαν να ανακύψουν μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον υποβαλλόταν σχετικό αίτημα, και να εξεταστούν υπό το εφαρμοστέο κατά το χρόνο εκείνο νομικό πλαίσιο. Συνεπώς, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο προληπτικής κρίσης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο εξέτασης της έκδοσης ή του εύρους του Εντάλματος.
Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι ενώ η Εφεσείουσα τόσο στην αιτιολογία της Έφεσής της, όσο και στο περίγραμμα Αγόρευσής της, επικαλείται το Άρθρο 5 της Οδηγίας 2016/680, το λεκτικό στο οποίο παραπέμπει δεν αντιστοιχεί στο περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης, αλλά παραπέμπει σε πρόνοια της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ[7], η οποία διέπει διαφορετικό πεδίο εφαρμογής, ήτοι την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και το απόρρητο των επικοινωνιών.
Στην υπόθεση C-548/21, την οποία επικαλείται η Εφεσείουσα, το ΔΕΕ εξέτασε το ζήτημα της πρόσβασης των διωκτικών αρχών σε δεδομένα που αποθηκεύονται σε κινητά τηλέφωνα υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης και ιδίως των απαιτήσεων προηγούμενου ελέγχου από ανεξάρτητη αρχή, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρής επέμβασης που δύναται να προκαλέσει η πρόσβαση στο σύνολο του περιεχομένου μιας ηλεκτρονικής συσκευής.
Αντίθετα, το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπό κρίση περίπτωση δεν αφορούσε την πραγματοποίηση πρόσβασης στο περιεχόμενο ηλεκτρονικών συσκευών ή επικοινωνιών, ούτε την αξιολόγηση της νομιμότητας τέτοιας πρόσβασης.
Θα πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι η διαβίβαση των κατασχεθέντων στις βρετανικές αρχές δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη στέρηση της Εφεσείουσας από κάθε ένδικη προστασία, όπως η ίδια ισχυρίζεται. Η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών προϋποθέτει ότι η διαβίβαση στοιχείων σε άλλο κράτος δεν αναιρεί την ύπαρξη μηχανισμών ελέγχου και προστασίας των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της μεταγενέστερης διαβίβασης των κατασχεθέντων δεν αποτελεί παράγοντα που το κατώτερο Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη κατά την έκδοση του Εντάλματος Έρευνας, ούτε εμπίπτει στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας του εν λόγω Εντάλματος μετέπειτα.
Στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν εκτεθεί ούτε ο 2ος Λόγος Έφεσης κρίνεται βάσιμος και, συνεπώς απορρίπτεται.
Επιχειρηματολογώντας προς υποστήριξη του 3ου Λόγου Έφεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στήριξε την κατάληξη του περί ύπαρξης εύλογης υπόνοιας να πιστεύεται ότι τα αντικείμενα που αναζητούσε η Αστυνομία βρίσκονταν στην οικία της, στο χαρακτηρισμό των αναζητούμενων αντικειμένων ως καθημερινής χρήσεως, χωρίς, όμως, ως τονίσθηκε, το σχετικό εύρημα να υποστηρίζεται από τα δεδομένα που είχαν τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου.
Προωθώντας τον 3ο Λόγο Έφεσης ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να συνδέει την οικία της με τα αντικείμενα που το ένταλμα εξουσιοδότησε να αναζητηθούν και να κατασχεθούν. Η απλή αναφορά του Δικαστηρίου στη θέση της Εφεσείουσας στον όμιλο εταιρειών, σε συνδυασμό με το χαρακτηρισμό των αντικειμένων ως «καθημερινής χρήσης», δεν αρκεί στη βάση του Άρθρου 27 του Κεφ. 155 και του Άρθρου 16 του Συντάγματος. Υποστηρίζει ότι ο χαρακτηρισμός αντικειμένων ως καθημερινής χρήσης θα πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη μαρτυρία και δεν μπορεί να διευρύνεται κατά τρόπο ώστε να επεκτείνει αδικαιολόγητα το πεδίο επέμβασης στην κατοικία και να αποδυναμώνει την παρεχόμενη από το Σύνταγμα προστασία του ασύλου της κατοικίας. Ως εκ τούτου, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι η απουσία μαρτυρίας που να θεμελιώνει την απαιτούμενη σύνδεση με την οικία δεν μπορεί να θεραπευθεί μέσω ενός γενικού χαρακτηρισμού των αντικειμένων ως καθημερινής χρήσης.
Ως διαπιστώνεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία σύμφωνα με την οποία είναι αναγκαία η σύνδεση του αντικειμένου με οικία ή άλλο τόπο για να δικαιολογείται δεόντως η έκδοση του εντάλματος έρευνας. Έγινε προς τούτο αναφορά στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Σ.Σ., Αρ. 30/2017, ημερ. 9/3/2017, η οποία παρέπεμψε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σιακαλλή (Αρ.1) (2001) 1 Α.Α.Δ. 282, όπου τονίστηκε ότι το Άρθρο 27 του Κεφ. 155 επιτακτικά συνδέει τα αντικείμενα τα οποία εύλογα πιστεύεται ότι συνδέονται με ποινικό αδίκημα με τον τόπο για τον οποίο ζητείται το ένταλμα και όχι γενικά με το πρόσωπο του υπόπτου. Γενική και αόριστη υπόθεση ότι το αναζητούμενο αντικείμενο βρίσκεται στην οικία ή άλλο τόπο, δεν αποτελεί επαρκή σύνδεση κατά τρόπο που να δικαιολογεί την έκδοση σχετικού εντάλματος έρευνας (βλ. Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση αρ. 103/2020, ημερ. 21/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A164). Ούτε, όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χ.Μ., Πολιτική Έφεση αρ. 17/2024, ημερ. 13/3/2025, η ύπαρξη μαρτυρίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο εμπλέκεται στη διάπραξη του υπό διερεύνηση αδικήματος δικαιολογεί αφ’ εαυτής και χωρίς άλλο την έκδοση εντάλματος έρευνας χώρων που του ανήκουν, κατέχει ή ελέγχει για την ανεύρεση τεκμηρίων που αναζητούνται.
Επί της ουσίας το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ως εξής:
«Εν προκειμένω, έχοντας υπόψη το πρόσωπο της Αιτήτριας, την εμπλοκή της στην υπόθεση, δηλαδή τη θέση της και τους τρόπους που φέρεται να ενεργούσε, δικαιολογείτο στο μυαλό του Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα η δημιουργία «εύλογης αιτίας να πιστεύεται» ότι τα αντικείμενα που αναζητούσε η Αστυνομία βρίσκονταν στην κατοικία της.»
Το ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση, αφορά στη μαρτυρία που απαιτείται να υπάρχει ώστε να θεμελιώνεται η αναγκαία διασύνδεση με τη συγκεκριμένη οικία για την οποία ζητείται το ένταλμα έρευνας. Κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της ιδιαίτερων περιστατικών (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Αντωνίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 656 και Αναφορικά με την Αίτηση του Μ.Π., Πολιτική Έφεση αρ. 4/2024, ημερ. 18/10/2024).
Επομένως, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του J. D. M., Πολιτική Έφεση αρ. 10/2025, ημερ. 31/7/2025, το Δικαστήριο εκδίδοντας ένταλμα έρευνας θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει λογική αιτία για την είσοδο και έρευνα συγκεκριμένου υποστατικού, με σκοπό την αναζήτηση αντικειμένων ή πραγμάτων που συνδέονται ή που παρέχουν μαρτυρία για αξιόποινες πράξεις. Η ικανοποίηση του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη εύλογης υποψίας είναι με την έννοια ότι η υποψία πρέπει να είναι εύλογη υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του και όχι για την εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση, στη βάση της μαρτυρίας αυτής, κάθε συστατικού στοιχείου του διερευνώμενου αδικήματος (βλ. CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2016) 1 Α.Α.Δ. 652). Ο όρος «υποψία», δεν παραπέμπει σε μαρτυρία ικανή προς απόδειξη του αδικήματος· πόρρω απέχει από αυτή (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Δρ. Η.Π., Πολιτική Έφεση αρ. 256/2021, ημερ. 28/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:A69). Βέβαια, η διαθέσιμη μαρτυρία πρέπει να είναι, ευλόγως, ικανή για τον πιο πάνω σκοπό. Το ζητούμενο, εν προκειμένω, ήταν κατά πόσο αποκαλύπτετο μαρτυρία που να στοιχειοθετεί, σε αυτό το στάδιο, εύλογη πιθανότητα σε σχέση με το αναφερόμενο υποστατικό. Όπως καταγράφεται στο Σύγγραμμα του Γεώργιου Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση, σελ. 69, με αναφορά στις πρόνοιες του Άρθρου 27 του Κεφ. 155, «η πιθανότητα ύπαρξης οποιουδήποτε τεκμηρίου στα υποστατικά, συνδεόμενου με τη διάπραξη του αδικήματος, αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση εντάλματος». Περί πιθανότητας, λοιπόν, ο λόγος, η οποία, ασφαλώς, πρέπει να είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το επίπεδο που χρειάζεται, επομένως, να ικανοποιηθεί είναι το ελάχιστο από απόψεως μαρτυρίας (βλ. CPS Freight Services Ltd (ανωτέρω)). Όπως, δε τονίσθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Α.Γ., Πολιτική Έφεση αρ. 15/2024, ημερ. 17/10/2024, «χαμηλό είναι το ύψος του πήχη που πρέπει να υπερπηδηθεί για τη δημιουργία σχετικής και εύλογης υπόνοιας και υποψίας προς τούτο, ως κατ’ επανάληψη έχουν ερμηνευτεί οι πρόνοιες του Άρθρου 27 του Κεφ. 155».
Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή σε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Ο.Π.Α.Π. Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 133/2018, ημερ. 17/12/2018, το κριτήριο που απασχολεί κατά το αναθεωρητικό στάδιο περιορίζεται στο ερώτημα κατά πόσο ο εκδώσας το ένταλμα Δικαστής θα μπορούσε να ικανοποιηθεί στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του για την ύπαρξη εύλογων λόγων να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα θα εντοπίζονταν στα υποστατικά των οποίων επιδιωκόταν η έρευνα και θα παρείχαν βοήθεια στη στοιχειοθέτηση αδικήματος. Ο ρόλος του Δικαστή που καλείται να αναθεωρήσει το ένταλμα δεν είναι να υποκαταστήσει υποκειμενικά το Δικαστή που το εξέδωσε, αλλά να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε, εν πάση περιπτώσει, επαρκής μαρτυρία ώστε εύλογα να εκδόθηκε το ένταλμα (Garofoli v. Q. [1990] 2 S.C.R. 1421, R. ν. Araujo, 2000 SCC 65, R. v. Morelli [2010] 1 S.C.R. 253).
Το κρίσιμο ζήτημα για την έκδοση εντάλματος έρευνας δεν είναι κατά πόσο τα αναζητούμενα αντικείμενα ήταν αντικείμενα καθημερινής χρήσης αφ’ εαυτών, αλλά κατά πόσο, υπό το φως του συνόλου των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, στη βάση του Άρθρου 27 του Κεφ. 155 υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι αυτά δυνατόν να βρίσκονταν στο συγκεκριμένο χώρο. Η έννοια των αντικειμένων καθημερινής χρήσης χρησιμοποιήθηκε απλώς ως ένα στοιχείο της λογικής αξιολόγησης της πιθανότητας εντοπισμού τους, δεδομένου ότι πρόκειται για αντικείμενα τα οποία, από τη φύση τους, συνηθίζεται να βρίσκονται είτε συνεχώς, είτε περιοδικά, σε κατοικίες ή σε χώρους που χρησιμοποιεί ένα πρόσωπο. Δεν αποτέλεσε όμως τη μοναδική βάση για την έκδοση του εντάλματος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την αρχή ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της, δεν θεώρησε ότι τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης εντοπίζονται κατ’ ανάγκη στην κατοικία ενός υπόπτου. Αξιολόγησε κατά πόσο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα αντικείμενα βρίσκονταν στην κατοικία της Εφεσείουσας, συνεκτιμώντας για το σκοπό αυτό τη θέση και το ρόλο της στην υπόθεση, τη φερόμενη δράση της και τη φύση των αδικημάτων.
Τα πιο πάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με τη φύση των υπό διερεύνηση αδικημάτων και των αντικειμένων που αναζητούνταν, παρείχαν το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο ώστε να δημιουργηθεί εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι τα εν λόγω αντικείμενα δυνατόν να βρίσκονταν στην κατοικία της Εφεσείουσας.
Ως εκ των ανωτέρω και ο 3ος Λόγος Έφεσης δεν κρίνεται βάσιμος και απορρίπτεται.
Στη βάση όλων όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος για παρέμβαση μας προς ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης.
Ως εκ τούτου, η Έφεση απορρίπτεται. €3.000 έξοδα Έφεσης επιδικάζονται σε βάρος της Εφεσείουσας και υπέρ του Εφεσίβλητου.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.
[1] Ο περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμος του 1996 (Ν. 92(I)/1996).
[2] (2) H προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) αίτηση δύναται να υποβληθεί αναφορικά με περιεχόμενο επικοινωνίας, που βρίσκεται καταγεγραμμένο σε έγγραφα ή σε συσκευές ή σε αντικείμενα που έχουν περιέλθει ή πρόκειται να περιέλθουν στην κατοχή της Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή, κατόπιν εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος έρευνας, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 27, 28, 29 και 30 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή κατόπιν έγκρισης από το Δικαστή αιτήματος, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου, ή κατόπιν εκτέλεσης αιτήματος δικαστικής συνδρομής είτε από την αρμόδια αρχή ξένης χώρας είτε από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, δυνάμει των διατάξεων του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου ή με βάση διεθνείς συμβάσεις στις οποίες προσχώρησε η Κυπριακή Δημοκρατία ή με τη γραπτή συγκατάθεση του κατόχου τους ή με άλλο νόμιμο τρόπο.
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
[3] 1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.
3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
[4] Οδηγία (EE) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου.
[5] Υπόθεση C-548/21: C.G. v. Bezirkshauptmannschaft Landeck - Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως), ημερ. 4/10/2024.
[6] Περί Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας σε Ποινικές Υποθέσεις Νόμος του 2017.
[7] Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2002 σχετικά µε την επεξεργασία των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τοµέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο