ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ AUYOB ARAB ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 165/26, 14/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ AUYOB ARAB ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS, Πολιτική Αίτηση Αρ. 165/26, 14/9/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

                                                                             (Πολιτική Αίτηση Αρ. 165/26)

 

14 Σεπτεμβρίου, 2026

 

[Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στής]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν.33/1964)

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ AUYOB ARAB ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ HABEAS CORPUS

   ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟ 14/60, ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 1964 ΜΕΧΡΙ 1991, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, ΤΟΝ ΧΑΡΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε., ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟ, ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2013/33/ΕΕ ΣΕΧΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΝΟΜΟ

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ:

1.  ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

2.  ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΝ AUYOB ARAB ARC [   ] ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 11 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5(1) ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΑΣΠΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε., ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 8 ΚΑΙ 9 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/33/ΕΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ.

 

..................................

 

Μ. Μαυρονικόλας, για Lana Altacher & Associates LLC, για τον Αιτητή.

Θ. Βασιλάκη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα, για τους Καθ’ ων η Αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus με το οποίο να κηρύσσεται η κράτηση του παράνομη.

Βασική θέση του Αιτητή είναι ότι η κράτηση του από τις 12.9.2025 είναι παράνομη καθότι αυτός κρατείται με σκοπό την απέλαση του, ενώ το διάταγμα απέλασης του τελεί υπό αναστολή και εν πάση περιπτώσει ουδεμία ενέργεια καταβάλλεται για τον σκοπό απέλασης του. Σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, οι αρμόδιες Αρχές δεν προβαίνουν σε επανεξέταση της κράτησης του κάθε δύο μήνες, ως προβλέπεται στον Ν.6(Ι)/2000, ούτε και έχουν εξετάσει κατά πόσο υπάρχουν εναλλακτικά της κράτησης του μέτρα. 

Η πλευρά των Καθ’ ων ισχυρίζεται ότι το διάταγμα κράτησης του Αιτητή επικυρώθηκε με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερ. 19.1.2026. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική, ότι η διάρκεια της κράτησης του είναι εύλογη, νόμιμη και αναγκαία και ότι η κράτηση του τυγχάνει επαναξιολόγησης κάθε δύο μήνες. Τέλος, ισχυρίζεται ότι δεν προκύπτει εγκατάλειψη του σκοπού κράτησης του Αιτητή.  

Το ιστορικό των γεγονότων, όπως αυτό προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση και την ένσταση, σε συνάρτηση με τα σχετικά έγγραφα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει ως ακολούθως:

1)       Ο Αιτητής είναι υπήκοος Συρίας. Αφίχθη στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 14.11.2009 με άδεια εργασίας και κατείχε άδεια παραμονής ως εργάτης μέχρι τις 6.10.2010.

 

2)       Στις 13.12.2010 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απερρίφθη από την Υπηρεσία Ασύλου στις 15.12.2010 και ακολούθως καταχώρισε προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων.

 

3)       Στις 29.10.2014 ο Αιτητής αναχώρησε από την Κυπριακή Δημοκρατία και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο προσώπων των οποίων η είσοδος στη Δημοκρατία απαγορεύεται (stop list).

 

4)       Ο Αιτητής επανήλθε στη Δημοκρατία παράνομα και του παραχωρήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας στις 26.12.2015, το οποίο ανακλήθηκε στις 10.6.2024, κατόπιν δικού του αιτήματος και επιθυμίας του να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία οικειοθελώς.

 

5)       Στις 11.9.2025 ο Αιτητής συνελήφθη από την Αστυνομία για παράνομη παραμονή στην Δημοκρατία στο ΚΕΠΥ Πουρνάρα.

 

6)       Στις 12.9.2025 εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης του δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105.

 

7)       Στις 7.10.2025 έγινε εισήγηση για αναστολή του διατάγματος απέλασης καθότι η Προσφυγή υπ’  αρ. 1073/2025 την οποία είχε καταχωρίσει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου κατά των εν λόγω διαταγμάτων είχε ανασταλτικό χαρακτήρα.

 

8)       Στις 29.10.2025 ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου και στις 12.11.2025 επανανοίχθηκε ο φάκελος του. Στις 20.11.2025 εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης του δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(1)/2000.

 

9)       Στις 19.1.2026 με απόφαση του το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας επικύρωσε το διάταγμα κράτησης του Αιτητή.

 

10)    Στις 27.2.2026 η αίτηση ασύλου απερρίφθη και στις 4.5.2026 ο Αιτητής καταχώρισε την Προσφυγή υπ’  αρ. 967/2026 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

11)    Στις 10.11.2025, 18.2.2026, 16.4.2026 και 16.6.2026  διενεργήθηκαν επαναξιολογήσεις της κράτησης του Αιτητή.

 

Στην υπόθεση Lakoud v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 77/2020, ECLI:CY:AD:2021:A231, ημερ. 8.6.2021, γίνεται μια διαφωτιστική παραπομπή στη νομολογία αναφορικά με την έκδοση ενταλμάτων Habeas Corpus:

«Όπως είναι καλά γνωστό, το προνομιακό ένταλμα της φύσεως Habeas Corpus ad subjiciendum διασφαλίζει την ελευθερία του ατόμου. Όπως αναφέρθηκε στη xxx Χ" Σάββας (1993) 1 ΑΑΔ 102, «Το Habeas Corpus ad subjiciendum είναι προνομιακή διαδικασία για τη διασφάλιση της ελευθερίας του πολίτη. Παρέχει αποτελεσματικό μέσο άμεσης απελευθέρωσης από παράνομη ή αδικαιολόγητη κράτηση, είτε στη φυλακή, είτε σε ιδιωτικό χώρο, από Αρχή ή ιδιώτη». Απαραίτητη προϋπόθεση δι' έκδοση του εντάλματος συνιστά η απόδειξη, εκ μέρους του αιτούντος, του παράνομου της κράτησης ή φυλάκισης (Καλφοπούλου (1998) 1 ΑΑΔ 55). Με τη διαδικασία του εντάλματος Habeas Corpus, ό,τι επιδιώκεται είναι η διασφάλιση του δικαιώματος της ελευθερίας διά της άμεσης απελευθέρωσης του αιτητή ο οποίος, κατ' ισχυρισμό, τελεί υπό παράνομη κράτηση. Οποτεδήποτε, στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, διαπιστώνεται κάτι τέτοιο, το σχετικό διάταγμα εκδίδεται δικαιωματικά και όχι ως θέμα άσκησης διακριτικής εξουσίας, οπότε, ο αιτητής αφήνεται ευθύς ελεύθερος (Green v. Home Secretary [1941] 3 All E.R. 388, σελίδα 400).» 

Είναι σαφές από το πιο πάνω απόσπασμα ότι σκοπός της έκδοσης εντάλματος Habeas Corpus είναι η εξασφάλιση της ελευθερίας του ατόμου,  νοουμένου ότι έχει αποδείξει το παράνομο της κράτησης ή φυλάκισης του. Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Αιτητής βρισκόταν υπό κράτηση δυνάμει διατάγματος κράτησης ημερ. 12.9.2025. Ακολούθως ο φάκελος της αίτησης ασύλου επανανοίχθηκε και στις 20.11.2025 εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης του Αιτητή. Η Προσφυγή κατά του νέου διατάγματος κράτησης έχει απορριφθεί ενώ εκκρεμεί η Προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης της αίτησης ασύλου. Λόγω αυτού, το διάταγμα απέλασης τελεί υπό αναστολή, και το ζήτημα της κράτησης του Αιτητή τύγχανε επανεξέτασης και αποφασιζόταν η συνέχιση της.

Επομένως, στο παρόν στάδιο ο Αιτητής δεν τελεί πλέον υπό κράτηση με βάση το διάταγμα κράτησης ημερ. 12.9.2025, αλλά δυνάμει του διατάγματος κράτησης ημερ. 20.11.2025. Το εν λόγω πρώτο διάταγμα κράτησης και το διάταγμα απέλασης τεκμαίρονται νόμιμα (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Elena Bondar (Αρ. 2) (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2075), μέχρι την εκδίκαση της Προσφυγής αναφορικά με τη νομιμότητα έκδοσης τους, σημειώνοντας πως το διάταγμα κράτησης ακυρώθηκε καθότι εκδόθηκε νέο.

Δυνάμει του πρώτου διατάγματος κράτησης, ο Αιτητής παρέμεινε υπό κράτηση για περίπου ενάμιση μήνα μέχρι την έκδοση του μεταγενέστερου διατάγματος. Αυτό το δεύτερο διάταγμα κράτησης ημερ. 20.11.2025 είναι νόμιμο με βάση δικαστική απόφαση.

Στην υπό κρίση περίπτωση, η κράτηση του Αιτητή στηρίζεται στο άρθρο 9ΣΤ(2)(β) και (δ) του Ν.6(Ι)/2000. Όπως αναφέρεται στο διάταγμα, η κράτηση του Αιτητή κρίθηκε αναγκαία λόγω του κινδύνου διαφυγής του για τους εκεί καταγραφόμενους λόγους. 

Ο έλεγχος της διάρκειας της κράτησης αιτητή, διενεργείται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του Κεφ. 105, το οποίο προνοεί ότι τέτοια «κράτηση έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διατηρείται καθόσον χρόνο η διαδικασία απομάκρυνσης εξελίσσεται και εκτελείται με τη δέουσα επιμέλεια». Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται πως εκτός εάν επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, ο Υπουργός Εσωτερικών δύναται να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασία επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία επιστροφής και ή για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή όταν ο συγκεκριμένος υπήκοος αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης. Περαιτέρω, στο άρθρο 18ΠΣΤ(4) προβλέπεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών επανεξετάζει κάθε διάταγμα κράτησης αυτεπάγγελτα κάθε δίμηνο, καθώς και σε οποιοδήποτε εύλογο χρονικό διάστημα κατ’ αίτηση του επηρεαζόμενου υπηκόου τρίτης χώρας. Στο άρθρο 18ΠΣΤ(6) προνοείται πως όταν καθίσταται πρόδηλο ότι δεν υφίσταται πλέον λογικά προοπτική απομάκρυνσης για νομικούς ή άλλους λόγους ή όταν παύουν να ισχύουν οι όροι του εδαφίου (1), τότε η κράτηση παύει να δικαιολογείται και το πρόσωπο απολύεται αμέσως. Το άρθρο 15ΠΣΤ(7) προβλέπει πως η κράτηση εξακολουθεί καθόλη τη χρονική περίοδο κατά την οποία πληρούνται οι όροι του εδαφίου (1) και είναι αναγκαίο να διασφαλισθεί η επιτυχής απομάκρυνση, η οποία περίοδος δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι μήνες. Το άρθρο 15ΠΣΤ(8) επιτρέπει την παράταση αυτού του χρονικού διαστήματος μόνο για περιορισμένο χρόνο, που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες σε περιπτώσεις «κατά τις οποίες, παρ’ όλες τις εύλογες προσπάθειες, η επιχείρηση απομάκρυνσης είναι πιθανόν να διαρκέσει περισσότερο επειδή ο υπήκοος της τρίτης χώρας αρνείται να συνεργαστεί ή καθυστερεί η λήψη των αναγκαίων εγγράφων από τρίτες χώρες».

Οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες μεταφέρουν στην Κυπριακή έννομη τάξη τα όσα διαλαμβάνονται στην Οδηγία 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κανόνες και τις διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών.

Η παρούσα Αίτηση περιορίζεται στην εξέταση της νομιμότητας της κράτησης του Αιτητή ενόψει της διάρκειας της. Εξετάζοντας την Αίτηση στη βάση της χρονικής έκτασης της κράτησης του Αιτητή από τις 12.9.2025, ημερομηνία έκδοσης των αρχικών διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του, μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης, διαφαίνεται ότι ο Αιτητής κρατείται για δέκα μήνες. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Hussam Mustfa (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1623, το Δικαστήριο ανέφερε πως για να είναι νόμιμη η κράτηση για οποιαδήποτε χρονική περίοδο, θα πρέπει κατά τη διάρκεια της να συντρέχουν οι προϋποθέσεις και να λαμβάνονται τα προνοούμενα στον Νόμο διαβήματα επανεξέτασης του δικαιολογημένου ή μη της κράτησης. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Essa Murad Khlaief v. Αναφορικά με την Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1402, ο χρόνος κράτησης δεν μπορεί να εξετάζεται in abstracto. Πρέπει να συσχετισθεί προς τους λόγους της καθυστέρησης απέλασης και τις υφιστάμενες δυνατότητες διεκπεραίωσης της.

Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Tikov, Πολ. Αίτηση Αρ. 62/2019, ημερ. 10.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:D181, και στο ακόλουθο απόσπασμα:

«Η κράτηση είναι επιτρεπτή μόνο στο βαθμό που είναι αναγκαία για τους σκοπούς απέλασης και πρέπει να περιορίζεται στο συντομότερο δυνατό διάστημα. Η εύλογη περίοδος συναρτάται με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Εάν μετά την πάροδο μιας εύλογης περιόδου κράτησης δεν έχει καταστεί δυνατή η απέλαση, τότε δεν θα πρέπει να επιδιώκεται ή να επιτρέπεται η περαιτέρω κράτηση. Το κράτος θα πρέπει να ενεργεί με εύλογη επιμέλεια και ταχύτητα στην επίτευξη της απέλασης (J.N. ν. The United Kingdom, (ανωτέρω), R. v. Governor of Durham Prison, ex parte Hardial Singh (1984) WLR 704, Mikolenko v. Estonia,Application no. 10664/05, 8.10.2009).»

Η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Korush Parsa, Πολ. Έφεση Αρ. 33/2025, ημερ. 2.4.2026, περιέχει επίσης μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν τέτοιας φύσης αιτήσεις στο ακόλουθο απόσπασμα:

«Η συνέχιση της κράτησης κάποιου προσώπου προς το σκοπό της απέλασης του, πρέπει να είναι αναγκαία και αναλογική ως προς τον πιο πάνω σκοπό. Εάν οι σχετικές διαδικασίες προς απέλαση ενός προσώπου δεν προχωρούν με ανάλογη επιμέλεια και σπουδή από πλευράς των αρμοδίων αρχών, η κράτηση απολήγει αδικαιολόγητη, παύοντας να είναι επιτρεπτή. Ο χρόνος κράτησης δε, είναι πάντοτε συνυφασμένος με τους λόγους που τυχόν δημιουργούν καθυστέρηση, ενώ η κρίση για την υπέρβαση ή μη του εύλογου χρόνου είναι ζήτημα πραγματικό.»

Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα δεδομένα, η κράτηση του Αιτητή κρίθηκε αναγκαία στη βάση του κινδύνου διαφυγής του εφόσον

·        Δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενες αποφάσεις επιστροφής, (απορριπτική απόφαση Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 15.12.2010, ανάκληση συμπληρωματικής προστασίας ημερ. 10.6.2024 και διάταγμα απέλασης ημερ. 12.9.2025)

 

·        Δήλωσε την πρόθεση του για μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής

 

·        Είχε προηγούμενη επιστροφή και τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στον κατάλογο stop list

 

·        Είχε προηγούμενη εξαφάνιση. Αναχώρησε από τη Δημοκρατία το 2014 και αφίχθη εκ νέου στη Δημοκρατία παράνομα. Τον Ιούνιο του 2024 το καθεστώς του ανακλήθηκε μετά από τη ρητή απόσυρση του σχετικού αιτήματος και αυτός παρέλειψε να αναχωρήσει και διαμένει παράνομα στη Δημοκρατία.

 

·        Θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει του άρθρου 6(1)(κ) του Κεφ. 105, συνελήφθη και εναντίον του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης του ημερ. 12.9.2025

 

·        Κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό και η αίτηση του για διεθνή προστασία υποβλήθηκε με σκοπό την προβολή προσκομμάτων στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

 

Στις 10.11.2025 διενεργήθηκε επαναξιολόγηση της κράτησης του Αιτητή και μετά την έκδοση του νέου διατάγματος κράτησης ημερ. 20.11.2025 διενεργήθηκε επαναξιολόγηση της κράτησης του στις  18.2.2026, 16.4.2026 και 16.6.2026. Στο έντυπο αξιολόγησης παρατίθεται το ιστορικό των γεγονότων αναφορικά με τον Αιτητή, όπως αυτό καταγράφεται ανωτέρω και εκεί επαναλαμβάνεται πως υπάρχει κίνδυνος διαφυγής λόγω της μη ύπαρξης διεύθυνσης διαμονής και της δήλωσης πρόθεσης μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής, καθώς επίσης και λόγω του όλου μεταναστευτικού ιστορικού του Αιτητή, πως βάσει αντικειμενικών κριτηρίων υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας για να καθυστερήσει ή εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής του και πως δεν υπάρχουν περιθώρια για την επιβολή εναλλακτικών αντί της κράτησης μέτρων, επομένως γίνεται εισήγηση για την κράτηση του δυνάμει του άρθρου 9ΣΤ(2)(β) και (δ). Το διάταγμα απέλασης του ημερ. 20.11.2025 έχει ανασταλεί μέχρι την εξέταση της Προσφυγής του.

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή στην αγόρευση του αναφορικά με τη νομική βάση και το περιεχόμενο των επαναξιολογήσεων δεν κρίνονται βάσιμοι. Οι επαναξιολογήσεις μετά την έκδοση του διατάγματος κράτησης ημερ. 20.11.2025 έγιναν με δεδομένο ότι η κράτηση του στηρίζεται στο άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του Ν.6(Ι)/2000 και σε αυτές αναγνωρίζεται ότι στο παρόν στάδιο ο Αιτητής δεν δύναται να απελαθεί. Οι δε λόγοι οι οποίοι προβάλλονται στην αγόρευση για τους λόγους μη απέλασης του στη Συρία όταν ο ίδιος εξέφρασε την επιθυμία επιστροφής του, αποτελούν γεγονότα. Είναι γνωστή η νομική αρχή ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 1255). Επομένως αυτές οι θέσεις δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι η πρώτη επαναξιολόγηση μετά την έκδοση του διατάγματος κράτησης ημερ. 20.11.2025 δεν έγινε εντός των δύο μηνών από την ημερομηνία κράτησης του Αιτητή, αλλά σχεδόν τρεις μήνες αργότερα. Έχει ήδη λεχθεί ότι το άρθρο 18ΠΣΤ(4)(α) προβλέπει την επανεξέταση «αυτεπάγγελτα ανά δίμηνο».

Αυτό το ζήτημα απασχόλησε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Dani El Khouri, Πολ. Αίτηση Αρ. 125/2014, ημερ. 22.7.2014, στην οποία ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ερωτοκρίτου είπε τα εξής:

«Είναι φανερό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία διαφοροποιήθηκε από την Οδηγία, η οποία προέβλεπε για επανεξέταση «ανά εύλογα χρονικά διαστήματα» και καθόρισε επανεξέταση «ανά δίμηνο», περίοδος η οποία κατά την άποψή μου είναι πιο γενναιόδωρη από την περίοδο που προβλέπει η Οδηγία, η οποία με την χρήση του όρου «εύλογα χρονικά διαστήματα» σαφώς συνδέει το χρόνο με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αφήνει τον δικαστή να είναι ο τελικός κριτής.

Με αυτό ως δεδομένο, δεν μπορώ να δεχθώ ότι η δίμηνη περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 18ΠΣΤ(4) είναι ανατρεπτική ώστε εάν η επανεξέταση δεν γίνει εντός του διμήνου αλλά σε μικρό χρονικό διάστημα μετά, η κράτηση αμέσως μεταβάλλεται σε παράνομη. Η συγκεκριμένη πρόνοια θα πρέπει να ερμηνευθεί έχοντας υπόψη:- (α) την πιο φιλελεύθερη πρόνοια της Οδηγίας για επανεξέταση μέσα σε «εύλογα χρονικά διαστήματα», (β) την πρόνοια του άρθρου 18ΠΣΤ(7) ότι η κράτηση δεν πρέπει σε πρώτο στάδιο να υπερβαίνει τους 6 μήνες και (γ) ότι η κράτηση σύμφωνα με το εδάφιο (8) του ίδιου άρθρου μπορεί να παραταθεί με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών για περαιτέρω περίοδο 12 μηνών. Ως αποτέλεσμα ο Νόμος προβλέπει υπό όρους την κράτηση ενός αλλοδαπού μέχρι και 18 μήνες, όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή όταν ο αλλοδαπός αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία επιστροφής του.

Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής στις 11.7.2013 κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης επειδή ο γάμος του με ευρωπαία πολίτιδα κρίθηκε από την αρμόδια Συμβουλευτική Επιτροπή ως εικονικός. Ως εκ τούτου εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης.

Ως προς την επανεξέταση, οι Καθ’ ων η αίτηση επανεξέτασαν στις 30.4.2014, δηλαδή πριν την παρέλευση του διμήνου και διατάχθηκε η περαιτέρω κράτηση. Στη συνέχεια ο Αιτητής επιζητούσε απεγνωσμένα τη μη απέλασή του. Στις 6.5.2014 καταχωρεί την Πολιτική Αίτηση Αρ. 80/2014 για έκδοση εντάλματος Habeas Corpus, την οποία στη συνέχεια αποσύρει. Στις 29.5.2014 η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μεταναστεύσεως, δεόντως εξουσιοδοτημένη (βλ. εξουσιοδότηση από Υπουργό Εσωτερικών ημερ. 12.2.2014), στη βάση Σημειώματος που της υποβλήθηκε επανεξετάζει την περίπτωση του Αιτητή υπό το φως της επιστολής του δικηγόρου του ημερ. 22.3.2014 και διατάσσει την περαιτέρω κράτησή του. Όμως ακόμη και αν η συγκεκριμένη επανεξέταση δεν ληφθεί υπόψη, όπως φαίνεται να εισηγείται ο δικηγόρος του Αιτητή, η επόμενη επανεξέταση θα έπρεπε να είχε γίνει στις 30.6.2014, αφού η προηγούμενη έγινε στις 30.4.2014. Η διοίκηση επανεξέτασε στις 2.7.2014, δηλαδή δύο μέρες μετά. 

Συμφωνώ απόλυτα με τη δικηγόρο των Καθ’ ων η αίτηση ότι η παρέλευση δύο εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήξης της περιόδου της πρώτης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το Νόμο και ούτε μπορεί να είναι καταλυτική για την τύχη της παρούσας αίτησης. Η επανεξέταση που έγινε είναι κατά την άποψή μου μέσα στο πνεύμα τόσο της Οδηγίας όσο και του Νόμου και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να έχει το αποτέλεσμα που εισηγείται ο δικηγόρος του Αιτητή. Θα έλεγα ότι ακριβώς αν συνέβαινε το αντίθετο, θα καταστρατηγούντο οι πρόνοιες του Νόμου, δηλαδή αν αφήνετο μια ασήμαντη καθυστέρηση δύο εργάσιμων ημερών να ανατρέπει την κράτηση ενός αλλοδαπού, ο οποίος κρατείται δυνάμει του Νόμου ως ανεπιθύμητος μετανάστης

(Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

Υιοθετώ πλήρως το πιο πάνω σκεπτικό. Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη επαναξιολόγηση έγινε 28 μέρες μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας. Το σημαντικό, σύμφωνα και με το πνεύμα της Οδηγίας, είναι να γίνεται τακτή και συστηματική επαναξιολόγηση «σε εύλογα χρονικά διαστήματα», ακριβώς για να διασφαλίζεται η συνεχής εγρήγορση των αρμόδιων Αρχών στην επαναθεώρηση της όποιας ανάγκης συνέχισης της κράτησης.

Ζητήματα επαναξιολόγησης μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας εντοπίζονται σε σωρεία αποφάσεων, χωρίς βεβαίως εκεί να έχει απασχολήσει περαιτέρω. Αυτό ακριβώς καταδεικνύει ότι τα Δικαστήρια αναγνωρίζουν πως το ουσιώδες είναι όπως γίνεται επαναξιολόγηση σε τακτά χρονικά διαστήματα και όχι το εάν αυτή υπερβαίνει ελάχιστα ή επουσιωδώς τους δύο μήνες. Ενδεικτικά αναφέρομαι στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση του Souko Maher, Πολ. Αίτηση Αρ. 45/2023, ημερ. 24.5.2025, Αναφορικά με την Αίτηση της Chand Nira, Πολ. Αίτ. 133/2022, ημερ. 30.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:D371, Αναφορικά με την Αίτηση του Elsayed Mahmoud Ibrahim Elabasiri, Πολ. Αίτηση Αρ. 83/2022, ημερ. 27.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:D270, Αναφορικά με την Αίτηση του Mohammad Mamunur Rashid, Πολ. Αίτηση, Αρ. 90/2022, ημερ. 23.6.2022 και Αναφορικά με την Αίτηση του Santos Koho Malisawa (2015) 1(Α) Α.Α.Δ. 848. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Chand Nira (ανωτέρω), οι επαναξιολογήσεις έγιναν κατά τις ημερομηνίες 22.10.2021, 4.2.2022, 24.3.2022, 26.5.2022 και 27.7.2022. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Mohammad Mamunur Rashid (ανωτέρω), οι επαναξιολογήσεις έγιναν κατά τις ημερομηνίες 11.11.2021, 15.2.2022, 4.4.2022 και 10.6.2022. Επομένως, διαφαίνεται ότι ακόμη και χρόνος ενός μηνός μετά τη διμηνία, δηλαδή επαναξιολόγηση που έγινε μετά την πάροδο τριών μηνών, όπως στην παρούσα, κρίθηκε ότι ικανοποιεί τις πρόνοιες του άρθρου 18ΠΣΤ.

Ως εκ τούτου, διαφαίνεται ότι έγιναν επαναξιολογήσεις της κράτησης του Αιτητή, στις οποίες, κατόπιν εξέτασης της δυνατότητας επιβολής εναλλακτικών μέτρων αντί κράτησης, επιβεβαιώνεται η αναγκαιότητα της κράτησης για τους εκεί αναφερόμενους λόγους.

Παρά ταύτα, το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η κράτηση είναι επιτρεπτή στον βαθμό που είναι αναγκαία για σκοπούς απέλασης και αυτή πρέπει να περιορίζεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Οι διοικητικές διαδικασίες θα πρέπει να διενεργούνται με τη δέουσα επιμέλεια και χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Εκεί δε που δεν διενεργούνται με τον πιο πάνω τρόπο, είναι «αναπόφευκτη συνέπεια η κράτηση να μην έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια» (Αναφορικά με την Αίτηση του Shaker Alhasan για την Έκδοση Εντάλματος Habeas Corpus, Πολ. Αίτηση Αρ. 101/2023, ημερ. 15.9.2023, ECLI:CY:AD:2023:D290). 

Με βάση τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν συνεργάζεται για την απέλαση του. Η δε απέλαση του δεν μπορεί να λάβει χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της Προσφυγής του. Στο πλαίσιο ακρόασης της παρούσας Αίτησης, η δικηγόρος των Καθ’ ων ανέφερε ότι η Προσφυγή είναι ορισμένη στις 7.10.2026 για οδηγίες.

Με αυτά τα δεδομένα, διαφαίνεται από το όλο ιστορικό του Αιτητή, ότι ο ίδιος δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με απόφαση επιστροφής του, ότι δεν έχει σταθερή διεύθυνση διαμονής, ότι ενώ παλαιότερα είχε εκδηλώσει την επιθυμία να επιστρέψει στη Συρία εντούτοις δεν το έπραξε και ότι γενικά παρουσιάζει μια αντιφατική εικόνα ως προς τις προθέσεις του για το καθεστώς παραμονής του στη Δημοκρατία. Μετά την έκδοση του διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του ημερ. 12.9.2025, ο Αιτητής καταχώρισε Προσφυγή η οποία είχε ανασταλτικό χαρακτήρα στο διάταγμα απέλασης. Επιπλέον, μετά την έκδοση του νέου διατάγματος κράτησης στις 20.11.2025, και πάλι ο Αιτητής καταχώρισε Προσφυγή εναντίον του διατάγματος κράτησης το οποίο με δικαστική απόφαση κηρύχθηκε νόμιμο. Παράλληλα ο Αιτητής καταχώρισε Προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης στην αίτηση ασύλου, η οποία εξακολουθεί να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα στην απέλαση του. Τέλος, οι αρμόδιες Αρχές προβαίνουν σε τακτές επαναξιολογήσεις της διάρκειας της κράτησης του Αιτητή, ως προβλέπει ο σχετικός Νόμος. 

Ο Αιτητής δεν εισηγείται ότι κρατείται για αλλότριους λόγους και οι ισχυρισμοί του για την ύπαρξη εναλλακτικών της κράτησης μέτρων παρέμειναν παντελώς γενικοί και αόριστοι. Ο λόγος της μη απέλασης του είναι η υποβολή αιτήματος του Αιτητή για επανάνοιγμα του φακέλου του και η λήψη από αυτόν σχετικών δικαστικών διαβημάτων, όπως αναλύονται ανωτέρω. Θεωρώ ότι ισχύουν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Fasel ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 876: 

«Θα προσθέταμε σ΄ αυτά, στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ότι ακριβώς η παράταση της κράτησης του Εφεσείοντα οφείλεται στις δικές του ενέργειες και μόνο. Δεν είναι δηλαδή δυνατόν ν' αποδίδεται η παράταση της κράτησης του Εφεσείοντα στους Εφεσίβλητους επειδή αυτοί ανέστειλαν την εκτέλεση της απέλασης λόγω της εκκρεμοδικίας των αλλεπάλληλων διοικητικών και δικαστικών διαβημάτων που αυτός προβαίνει. Είναι μεν δικαίωμα του η λήψη των μέτρων αυτών - εφόσον το επιθυμεί - όμως ο χρόνος που απαιτείται για διεκπεραίωση τους δεν μπορεί να αποδίδεται στους Καθ΄ ων η Αίτηση.»

 

Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Reza Maddah, Πολ. Αίτηση Αρ.195/2020, ημερ. 1.12.2020, στην οποία λέχθηκε ότι τα εμπόδια που παρουσιάζονται λόγω της συμπεριφοράς του εκεί αιτητή δεν καθιστούσαν την απέλαση του ως μη λογική προοπτική και «… σε ότι αυτή του η συμπεριφορά μπορεί να προσμετρήσει είναι στο να εξηγήσει καθυστέρηση στην απέλαση του εκεί όπου υπό άλλες περιστάσεις δεν θα ήταν δικαιολογημένη». 

 Με βάση τις περιστάσεις της υπό κρίση περίπτωσης, διαφαίνεται ότι από την έκδοση του πρώτου διατάγματος κράτησης και του διατάγματος απέλασης, καθώς επίσης και από την έκδοση του νέου διατάγματος κράτησης του Αιτητή, οι αρμόδιες Αρχές έχουν σκοπό την απέλαση του, η οποία διαφαίνεται να μην είναι εφικτή λόγω του επανανοίγματος του φακέλου του Αιτητή και των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν. Επιπλέον, οι Αρχές επαναξιολογούν την κράτηση του Αιτητή εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας, επιβεβαιώνοντας ότι η κράτηση του είναι αναγκαία καθότι δεν υπάρχουν περιθώρια για επιβολή λιγότερο επαχθών μέτρων. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν διαφαίνεται, από την πλευρά των Καθ’ ων, εγκατάλειψη του σκοπού ή παράλειψη προώθησης του με δέουσα επιμέλεια. Σε συνδυασμό με τον συνολικό χρόνο που ο Αιτητής τελεί υπό κράτηση και τον χρόνο ορισμού της Προσφυγής, δεν κρίνεται ότι ο συνολικός χρόνος κράτησης του Αιτητή είναι τέτοιος που να καθιστά την κράτηση του παράνομη. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Majid Eazadi (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2553, εκείνο που εξετάζεται είναι η συνολική διάρκεια της κράτησης, η ύπαρξη λογικής προοπτικής απομάκρυνσης και η αναλογικότητα της διάρκειας κράτησης.

Ως εκ τούτου η Αίτηση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται.

  Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

 

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο