ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση αρ. 167/2026)
4 Σεπτεμβρίου 2026
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δικαστής]
Αναφορικά με το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος και τα άρθρα 3 και 9 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964
και
Αναφορικά με τον περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2018
και
Αναφορικά με την Αίτηση του Φ.Γ. (Α.Δ.Τ.: [ ]) για ΑΔΕΙΑ για την καταχώρηση αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Certiorari
και
Αναφορικά με το Διάταγμα Κατακράτησης Τεκμηρίων, αρ. 96/2026, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 07/07/2026, που εκδόθηκε δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155).
Μονομερής Αίτηση του Φ.Γ. – Αιτητή
Εμφανίσεις:
Γιάννης Α. Νεάρχου για Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε, για τον αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτητής ζητά άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου για καταχώριση αίτησης διά κλήσεως, προς τον σκοπό έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση του Διατάγματος Κατακράτησης Τεκμηρίων, στην αίτηση με αρ. 96/2026, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 07/07/2026.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση όπως παρατίθενται στην έκθεση γεγονότων του αιτητή, είναι συνοπτικά τα πιο κάτω:
1. Στις 02/07/2026, εξασφαλίστηκε και εκτελέστηκε ένταλμα έρευνας στην οικία όπου διαμένει o αιτητής, στο πλαίσιο διερεύνησης των εξής αδικημάτων:
· Παράνομη προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' από άλλο πρόσωπο,
· Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', και
· Παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β'.
2. Το ένταλμα έρευνας ανέφερε συγκεκριμένα ότι «υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στην οδό [ ] στην Λάρνακα, παράνομα κατέχονται και αποκρύπτονται Ναρκωτικά Τάξεως Β', δηλαδή κάνναβη καθώς και άλλα τεκμήρια που πιθανόν να σχετίζονται με αυτά όπως συσκευασίες και περιτυλίγματα ναρκωτικών ουσιών», ενώ το δικαστήριο διέγραψε μια φράση που καθιστούσε το ένταλμα έρευνας πιο γενικό, ήτοι τη φράση «καθώς και άλλων τεκμηρίων που σχετίζονται με αυτά». Κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας εντοπίστηκε και κατασχέθηκε αριθμός τεκμηρίων και συγκεκριμένα:
· Ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG GALAXY χρώματος μαύρου με μαύρη θήκη με αριθμό κλήσης [ ]
· Ένα γυάλινο δοχείο μέσα στο οποίο υπήρχε φυτική ύλη κάνναβης,
· Πλαστική θήκη μαύρου χρώματος μέσα στην οποία υπήρχαν δύο χειροποίητα τσιγάρα που περιείχαν βιομηχανοποιημένο καπνό αναμειγμένο με ξηρή φυτική ύλη κάνναβη,
· Τρείς Χάρτινες και δύο νάιλον συσκευασίες που περιέχουν ρητίνη κάνναβης μικτού βάρους 30 γραμμαρίων,
· Δύο τεμάχια χαρτιού τα οποία περιέχουν κιτρινωπή συμπαγή ουσία μικτού βάρους 26 γραμμαρίων,
· Ένα στρογγυλό γυάλινο κουτάκι με κιτρινωπή συμπαγή ουσία,
· Δύο στρογγυλά πλαστικά κουτάκια που περιέχουν κρυσταλλική ουσία,
· Εικοσιπέντε διαφανείς αμπούλες με άγνωστη υγρή ουσία,
· Μια ζυγαριά ακριβείας πάνω στην οποία υπάρχουν ίχνη κάνναβης, και
· Το χρηματικό ποσό των € 19.960.
3. Λόγω του ότι κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας εντοπίστηκε γυάλινο δοχείο με κάνναβη, ο αιτητής συνελήφθη από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν Λάρνακας για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β'.
4. Την επόμενη ημέρα, στις 03/07/2026, ο αιτητής συνελήφθη, δυνάμει εντάλματος σύλληψης, για τα εξής αδικήματα:
· Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος,
· Παράνομη προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' και Β' από άλλο πρόσωπο,
· Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' και Β',
· Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α' και Β' με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα,
· Κυκλοφορία φαρμακευτικού προϊόντος στην επικράτεια της Δημοκρατίας χωρίς άδεια,
· Κατοχή απαγορευμένης ουσίας και,
· Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
5. Την ίδια ημέρα, στις 03/07/2026, ο αιτητής οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το οποίο τον παρέπεμψε σε αστυνομική κράτηση για περίοδο 6 ημερών. Ο αιτητής αφέθηκε ελεύθερος πριν από τη λήξη της περιόδου προσωποκράτησης και συγκεκριμένα το απόγευμα της Ιουλίου 2026.
6. Κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης, ο συνήγορος του αιτητή ανέφερε ότι είναι επιθυμία του να ενημερωθεί και να εκπροσωπηθεί σε τυχόν διαδικασία για κατακράτηση των τεκμηρίων που κατασχέθηκαν από την οικία του.
7. Ο αιτητής έλαβε γνώση για την ύπαρξη του Διατάγματος, αρ. 96/2026, στις 17/07/2026, όταν του επιδόθηκε το σχετικό Διάταγμα Κατακράτησης Τεκμηρίων, ημερομηνίας 07/07/2026. Πιστό αντίγραφο του Διατάγματος Κατακράτησης Τεκμηρίων, αρ. 96/2026, λήφθηκε κατόπιν σχετικού αιτήματος που υποβλήθηκε την 21107/2026, προς το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
8. Παρά την επιθυμία του αιτητή να συμμετέχει στη διαδικασία κατακράτησης των τεκμηρίων, η οποία δηλώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εξέτασης της κράτησής του, και παρόλο που το Δικαστήριο που εξέδωσε το Διάταγμα Κατακράτησης ενημερώθηκε προς τούτο, μέσω της ένορκης δήλωσης του ομνύοντος Λοχία, η οποία υποστήριζε την αίτηση, εντούτοις, το Δικαστήριο εξέδωσε το Διάταγμα χωρίς να ακούσει τον αιτητή.
9. Μετά τη λήψη του πιστού αντιγράφου, και αφού ο αιτητής πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους του για τη διαδικασία εξέτασης της νομιμότητάς του, έδωσε οδηγίες όπως κινηθεί η σχετική διαδικασία στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Ο συνήγορος του αιτητή διευκρίνισε ότι στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari περιορίζεται στο μέρος του διατάγματος κατακράτησης που αφορά πράγματα-περιουσία που δεν περιγραφόταν στο ένταλμα έρευνας, ήτοι το χρηματικό ποσό και το κινητό τηλέφωνο του αιτητή.
Στους λόγους για τους οποίους ζητείται το προνομιακό ένταλμα certiorari ο αιτητής προβάλλει παραβίαση του Νόμου και υπέρβαση δικαιοδοσίας. Ισχυρίζεται ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν άσκησε δικαστική κρίση επί του αιτήματος για κατακράτηση των τεκμηρίων που τέθηκαν ενώπιόν του και ειδικότερα των τεκμηρίων που δεν αναφέρονταν στο ένταλμα έρευνας. Είναι η θέση του αιτητή ότι πουθενά στο προσβαλλόμενο Διάταγμα αναφέρεται ότι το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την ύπαρξη «εύλογης αιτίας να πιστεύεται ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα», ως προνοεί το άρθρο 33 του Κεφ. 155, σε ό,τι αφορά την περιουσία του αιτητή και δη το ποσό των €19.960 και το κινητό του τηλέφωνο, τα οποία παραλήφθηκαν ως τεκμήρια από την κατοικία του.
Ο συνήγορος του αιτητή σημειώνει ότι κατά την έκδοση και εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, δεν διερευνάτο αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Για το εν λόγω αδίκημα, ο αιτητής συνελήφθη την επόμενη ημέρα δυνάμει εντάλματος σύλληψης.
Το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε κατά τον συνήγορο, καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του και κατά παράβαση Νόμου, αφού ούτε μέσα από την ένορκη δήλωση του ομνύοντος Λοχία, προέκυπτε «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι, το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, συνδέεται με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, ως ρητά προνοεί το άρθρο 33 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Επιπλέον, τίποτα δεν τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου που να καταδεικνύει σύνδεση του χρηματικού ποσού με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Οι αναφορές που γίνονται στην ένορκη δήλωση σε σχέση με το χρηματικό πόσο είναι ότι «άρχισαν ήδη να διεξάγονται εξετάσεις και διερευνάται η προέλευση των χρημάτων με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο αφορά έσοδα από παράνομες δραστηριότητες».
Ο αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το διάταγμα κατακράτησης εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ενώ στην ένορκη δήλωση της αίτησης της Αστυνομίας για την έκδοση του προσβαλλόμενου Διατάγματος, αναφερόταν ρητά η επιθυμία του αιτητή να παραστεί στη διαδικασία κατακράτησης των τεκμηρίων, εντούτοις, το κατώτερο Δικαστήριο εξέδωσε το Διάταγμα χωρίς να του δώσει την ευκαιρία να ακουστεί.
Είναι η θέση του αιτητή ότι η παράλειψη του κατώτερου Δικαστηρίου να τον ακούσει απολήγει σε παραβίαση δικαιωμάτων του και δη του δικαιώματός του να ακουστεί και κατ' επέκταση σε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
Παρά τη γνώση της Αστυνομίας για τα πιο πάνω, εντούτοις, σε καμία ενημέρωση του αιτητή προέβη για την πρόθεση να καταχωρήσει αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων, ώστε ο τελευταίος να παραστεί στη διαδικασία και να τοποθετηθεί. Σημειώνεται ότι η αίτηση αρ. 96/2026 της Αστυνομίας για κατακράτηση των τεκμηρίων καταχωρήθηκε στις 06/07/2026 και ορίστηκε για ακρόαση στις 07/07/2026. Σε αυτόν τον χρόνο, ο αιτητής τελούσε υπό κράτηση και ήταν υπό τον έλεγχο της Αστυνομίας.
Είναι η θέση του αιτητή ότι εφόσον το Διάταγμα Κατακράτησης Τεκμηρίων αφορούσε και περιουσία, η οποία δεν αναφερόταν στο ένταλμα έρευνας, και με δεδομένη τη θέση που προβλήθηκε για παρουσία του συνηγόρου του σε αίτημα της Αστυνομίας για κατακράτηση των τεκμηρίων, είχε δικαίωμα να ακουστεί κατά το χρόνο της ακρόασης της εν λόγω αίτησης, μέσω επίδοσης της, και όχι μετά την έκδοση του Διατάγματος.
Ο αιτητής αποδέχεται ότι σύμφωνα με τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, αλλά και τη σχετική νομολογία, δεν προνοείται η επίδοση τέτοιου διατάγματος. Ισχυρίζεται όμως ότι τούτο, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να διατάξει όπως γίνει επίδοση εντός καθορισμένου χρόνου. Η παρούσα ήταν κατάλληλη περίπτωση για να ακουστεί ο αιτητής πριν την έκδοση του διατάγματος, ενόψει της γνώσης του Δικαστηρίου για την επιθυμία του να παραστεί στη διαδικασία.
Σε σχέση με τη διαταγή του κατώτερου Δικαστηρίου για επίδοση του Διατάγματος και της αίτησης εντός 7 ημερών από την ημέρα έκδοσής του, ήτοι στις 07/07/2026, αυτά επιδόθηκαν εκπρόθεσμα στον αιτητή στις 17/07/2026, ημερομηνία κατά την οποίαν, εν πάση περιπτώσει, εξέπνεε και το δικαίωμά του νια έφεση κατά του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 32(1), δηλαδή σε σχέση με τα υπόλοιπα αντικείμενα, τα οποία εξουσιοδοτούνταν να λάβουν τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., με βάση το ένταλμα έρευνας.
Ο αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας. Αναφέρει ότι η κατακράτηση του χρηματικού ποσού μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης, είναι μέτρο δυσανάλογο στην προκειμένη περίπτωση, και αυτό γιατί η υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει ακόμη εν εξελίξει ανακριτικό έργο, ενώ από πουθενά στην ένορκη δήλωση προκύπτει ότι το εν λόγω ποσό συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Η κατακράτηση της εν λόγω περιουσίας διατάχθηκε, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, «μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης». Το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, όφειλε να καθορίσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα κατακράτησης μέχρι την συμπλήρωση των ερευνών και εν συνεχεία, αν υφίστατο ζήτημα περαιτέρω κράτησης, και δη μέχρι την εκδίκαση τυχόν ποινικής υπόθεσης, να το επανεξετάσει στο πλαίσιο ενδεχόμενης νέας αίτησης.
Ο αιτητής ισχυρίζεται τέλος, ότι δεν υπάρχει άλλο ένδικο μέσο για προσβολή και ακύρωση του υπό κρίση Διατάγματος πέραν του προνομιακού εντάλματος Certiorari, αφού το δικαίωμα έφεσης που υπάρχει στο νόμο, αφορά μόνο τεκμήρια που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο εντάλματος έρευνας και περιγράφονται σε αυτό. Δεν εκτείνεται, το δικαίωμα έφεσης, και σε διαδικασίες κατακράτησης τεκμηρίων, τα οποία δεν εξουσιοδοτείτο να παραλάβει η Αστυνομία δυνάμει εντάλματος έρευνας.
Περαιτέρω, είναι η θέση του αιτητή ότι πληρείται και το κριτήριο που επιβάλλει η νομολογία για κατάδειξη εξαιρετικών περιστάσεων, καθώς, η επίδοση του προσβαλλόμενου Διατάγματος έγινε εκπρόθεσμα, ενώ τα αντικείμενα-περιουσία που κατασχέθηκαν, και ιδιαίτερα το χρηματικό ποσό, είναι απαραίτητο για τη διαβίωση του αιτητή.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση του αιτήματος για παροχή άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση εντάλματος Certiorari, θεωρώ σημαντικό να τονίσω ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα προνομιακά εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ' εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος παρέχεται όπου, από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης.
Στην υπόθεση (1991) 1 ΑΑΔ 41 που αφορούσε αίτημα για άδεια καταχώρισης αίτησης Certiorari, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«Για την υποβολή αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος είναι αναγκαία η άδεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι προφανής. Η δικαιοδοσία αυτή είναι το κατάλοιπο της εξουσίας του Δικαστηρίου και ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για καθορισμένους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Για την χορήγηση άδειας ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι έχει "εκ πρώτης όψεως" υπόθεση και/ή ότι υπάρχει "συζητήσιμο ζήτημα", στην έννοια που δόθηκε στις φράσεις αυτές στις Αγγλικές υποθέσεις Sidnell v. Wilson [1966] 1 All E.R. 681 και Land Securities v. Metropolitan Police [1983] 2 All E.R. 254,258, οι οποίες υιοθετήθηκαν στην υπόθεση In re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250. Η πλάνη περί το νόμο πρέπει να είναι έκδηλη στο πρακτικό. Το πρακτικό είναι η ελεγχόμενη απόφαση και το πρακτικό του Δικαστηρίου χωρίς προσθήκες ή ενόρκους ομολογίες - (Rex v. Nat Bell Liquors Ld. [1922] 2 A.C. 128, στη σελ. 159 Baldwin & Francis v. Patent Appeal Tribunal /1959] 2 All E.R. 433, In re Argyrides (1987) 1 C.L.R. 23). Πλάνη νόμου, (error of law), όπως ειπώθηκε στην υπόθεση R. v. Preston Appeal Tribunal [1975] 2 All E.R. 807, στη σελ. 810 από τον Λόρδο Denning MR., περιλαμβάνει εσφαλμένη ερμηνεία νόμου, ή εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα της υπόθεσης.»
![]()
Αλλά ακόμη και αν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, όπου προσφέρεται άλλο ένδικο μέσο ή θεραπεία, τέτοια άδεια δεν δίδεται, εκτός και αν καταδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις για παρέκκλιση από τον πιο πάνω κανόνα (βλ. Vesko Michailovic (1997) 1ΑΑΔ 729 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. (2012) 1Α.Α.Δ. 878).
Προκύπτει σαφώς από τη νομολογία ότι η εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα δεν έχει ως αντικείμενο την ορθότητα των αποφάσεων των κατώτερων Δικαστηρίων, ούτε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας. Δεν συνιστά, δηλαδή, υποκατάστατο της έφεσης. Ό,τι εξετάζεται είναι η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών.
Στην παρούσα περίπτωση, αφού μελέτησα με προσοχή όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου, κρίνω ότι προκύπτει εκ πρώτης όψεως ζήτημα παραβίασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, αφού αγνοήθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη η πρόθεση του αιτητή να παραστεί στην διαδικασία κατακράτησης τεκμηρίων και να αμφισβητήσει την έκδοση του σχετικού, παρότι η πρόθεση αυτή ήταν σε γνώση τόσο της αστυνομίας όσον και του κατώτερου Δικαστηρίου.
Κρίνω επίσης ότι προκύπτει εκ πρώτης όψεως ζήτημα υπέρβασης δικαιοδοσίας αναφορικά με το διάταγμα κατακράτησης των τεκμηρίων που δεν αναφέρονται στο ένταλμα έρευνας, ως προς το κατά πόσον το κατώτερο Δικαστήριο άσκησε δικαστική κρίση για την ύπαρξη «εύλογης αιτίας να πιστεύεται ότι διαπράχτηκε ή σκοπεύεται να διαπραχτεί ποινικό αδίκημα», ως προνοεί το άρθρο 33 του Κεφ. 155, σε ό,τι αφορά το ποσό των €19.960,00 και το κινητό τηλέφωνο του αιτητή, τα οποία παραλήφθηκαν ως τεκμήρια από την κατοικία του.
Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς του αιτητή για παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας, αναφορικά με τον χρόνο ισχύος του διατάγματος κατακράτησης.
Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της αίτησης στο στάδιο αυτό, κρίνω ότι ο αιτητής έχει αποδείξει ότι έχει "εκ πρώτης όψεως" υπόθεση και ότι υπάρχει "συζητήσιμο ζήτημα", στην έννοια που δόθηκε στις φράσεις αυτές από την προαναφερθείσα νομολογία ώστε να του δοθεί άδεια για να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari.
Ως εκ τούτου, δίδεται άδεια στον αιτητή όπως καταχωρίσει αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για τους λόγους που ζητά με την παρούσα μονομερή αίτησή του, αναφορικά με το διάταγμα κατακράτησης μόνον ως προς τα κατασχεθέντα τεκμήρια που δεν περιγραφόταν στο ένταλμα έρευνας, ήτοι το χρηματικό ποσό και το κινητό τηλέφωνο του αιτητή.
Η αίτηση να καταχωριστεί σε πέντε μέρες και να επιδοθεί στον Γενικό Εισαγγελέα τουλάχιστον τρεις μέρες πριν τη δικάσιμο. Εφόσον καταχωριστεί, η Πρωτοκολλητής να την ορίσει στις 14.9.2026 στις 09:00 για οδηγίες.
Τα έξοδα της παρούσας αίτησης να είναι έξοδα στην πορεία της αίτησης δια κλήσεως.
Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου, Δ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο