ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(δ) ΤΟΥ Ν. 33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΠΑΝΕΚΔΙΚΑΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΕΦΕΣΗΣ Ή ΥΠΟΘΕΣΗΣ
(ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 1/2026)
29 Οκτωβρίου, 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΩΣΤΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ / ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ
ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 38/2012
ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΕΦΕΣΗΣ: 215/2012
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 31/10/2012
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΕΦΕΣΗΣ: 06/04/2015
ΜΕΤΑΞΥ:
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΩΣΤΑ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
Αιτητή,
και
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Καθ’ης η Αίτηση.
________________________________________
Σ. Μάτσας με Αλ. Αλεξάνδρου και Ελ. Αλεξάνδρου (κα) προσωπικά και για Κ. Ευσταθίου, για τον Αιτητή.
Ν. Κέκκος με Α. Χατζηκύρου, Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας, με Η. Ζησίμου (κα), Δικηγόρο της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Καθ’ης η Αίτηση.
______________________________________________________
Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη
Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
______________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Στις 31/10/2012 ο Αιτητής, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, καταδικάστηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Πάφου στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 38/2012 για τα αδικήματα του φόνου εκ προμελέτης της lulia Oboroc, ηλικίας 24 ετών, τέως από την Μολδαβία, της ανθρωποκτονίας της θυγατέρας της Βικτώριας Ποζίδου, ηλικίας 3 ½ ετών, τέως από την Πάφο και της κατοχής πυροβόλου όπλου, φυσιγγίων και εκρηκτικών υλών, τα οποία διαπράχθηκαν στις 11/12/2011.
Η ως άνω Απόφαση του Κακουργιοδικείου επικυρώθηκε στις 6/4/2015 κατ’ έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ποινική Έφεση υπ’ αριθμόν 215/2012.
Με την υπό κρίση Αίτηση, ο Αιτητής επιζητεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(δ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»), να διατάξει και/ή να αποφασίσει όπως η υπόθεση του επανεκδικασθεί, είτε από το Εφετείο, είτε από το Κακουργιοδικείο.
Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η επανεκδίκαση της υπόθεσης του δικαιολογείται από το γεγονός ότι προέκυψαν, ως ισχυρίζεται, νέα στοιχεία μετά την έκδοση της καταδικαστικής Απόφασης, τα οποία δημιουργούν θεμελιακό ρήγμα τόσο στην καταδικαστική Απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου, ημερ. 31/10/2012, όσο και στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 6/4/2015, και καθιστούν την καταδίκη του επισφαλή, άδικη και/ή ανατρέπουν το θεμέλιό της.
Ειδικότερα, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι τα νέα στοιχεία αφορούν στους μάρτυρες κατηγορίας που κατέθεσαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου, Μ.Κ.72 Γεώργιο Σαχμπάζοβ και Μ.Κ.103 Αντώνη Προκοπίου Κίτα και είναι τέτοιας εμβέλειας και σημασίας ώστε να καταδεικνύουν ότι οι εν λόγω βασικοί μάρτυρες δεν μαρτύρησαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου αληθώς, είτε για προσωπικούς λόγους, είτε κατόπιν υποκίνησης της Αστυνομίας. Κατά τον Αιτητή, η εσφαλμένη αποδοχή της μαρτυρίας τους και η βαρύτητα που της αποδόθηκε συνέβαλαν στην καταδίκη του, με αποτέλεσμα τα νέα στοιχεία να ανατρέπουν το θεμέλιο της καταδικαστικής Απόφασης.
Αποτελεί θέση του Αιτητή ότι η καταδικαστική Απόφαση στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων, η οποία ήταν κατασκευασμένη και ψευδής, και ότι τα νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την τελεσίδικη καταδίκη του επιβεβαιώνουν την εκδοχή και τους ισχυρισμούς του, καθιστώντας την καταδικαστική Απόφαση επισφαλή, άδικη και ικανή να ανατραπεί. Κατά τον Αιτητή τα νέα κρίσιμα στοιχεία που παρουσιάστηκαν μετά την τελεσιδικία της καταδίκης του ανατρέπουν το πραγματικό και αποδεικτικό της υπόβαθρο και καταρρίπτουν πλήρως τη μαρτυρία τουλάχιστον δύο βασικών μαρτύρων κατηγορίας των οποίων η μαρτυρία ήταν καταλυτικής σημασίας για την καταδίκη του.
Η μαρτυρία και/ή τα νέα στοιχεία και/ή γεγονότα που προέκυψαν μετά την τελεσιδικία της καταδικαστικής Απόφασης είναι, κατά τον Αιτητή, τα ακόλουθα:
Αναφορικά με τα στοιχεία που προέκυψαν σε σχέση με τη μαρτυρία του Γεώργιου Σαχμπάζοβ, Μ.Κ.72, ο Αιτητής αναφέρει πως ο εν λόγω μάρτυρας είχε, με ένορκη δήλωση του ημερ. 1/6/2020, ανακαλέσει την προηγούμενη κατάθεση και τη μαρτυρία που είχε δώσει ενώπιον του Κακουργιοδικείου, παραδεχόμενος ότι αυτές ήταν ψευδείς καθότι δεν βρισκόταν στη σκηνή του εγκλήματος, ισχυριζόμενος ότι ο λόγος που κατέθεσε ψευδώς ήταν επειδή πίστευε ότι έτσι θα εξυπηρετούνταν οι δικές του ποινικές υποθέσεις.
Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως ο Μ.Κ.72, καταθέτοντας ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είχε αναφέρει ότι στις 11/12/2011 βρισκόταν στο μέρος όπου έγιναν τα στυγερά εγκλήματα προκειμένου να καπνίσει κάνναβη και είχε ακούσει τους πυροβολισμούς, καθορίζοντας το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων, ελάχιστο χρόνο μετά την 8.00 βραδινή στις 11/12/2011 και ότι είχε διακρίνει τους τρεις τελευταίους αριθμούς εγγραφής οχήματος, και συγκεκριμένα τους αριθμούς 319 οι οποίοι συνέπιπταν με αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της μητέρας του Αιτητή.
Κατά τον Αιτητή, η μεταγενέστερη αυτή ένορκη δήλωση, σε συνδυασμό με τις αδυναμίες της αρχικής μαρτυρίας και το χρόνο κατά τον οποίο αυτή δόθηκε, επιβεβαιώνει ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.72 ήταν αναξιόπιστη και συνέβαλε στην άδικη καταδίκη του. Περαιτέρω, επισημαίνει ότι ο Μ.Κ.72 προέβη στην ένορκη δήλωση από τύψεις για τα ψεύδη που είχε καταθέσει.
Σημειώνεται ότι το εν λόγω πρόσωπο απεβίωσε λίγο μετά την Ένορκη Δήλωσή του, υπό άγνωστες συνθήκες.
Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι ο δικηγόρος του Μ.Κ.72, Κώστας Σιαηλής, επιβεβαιώνει τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Μ.Κ.72 αποφάσισε να προβεί στην πιο πάνω αναφερόμενη Ένορκη Δήλωση, ημερ. 1/6/2020.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ο Μ.Κ.72 τον ενημέρωσε πως επιθυμούσε να καταγράψει ο ίδιος, ιδιοχείρως και ενόρκως, την αλήθεια σχετικά με την υπόθεση, ακολούθησε τη σχετική καθοδήγηση του δικηγόρου του, παρέδωσε την Ένορκη Δήλωση στη μητέρα του Αιτητή και εξέφρασε την πρόθεσή του να έρθει σε επαφή με την οικογένεια του Αιτητή.
Κατά τον Αιτητή, η μαρτυρία αυτή ενισχύει την αξιοπιστία και τη γνησιότητα της μεταγενέστερης ανάκλησης της αρχικής μαρτυρίας του Μ.Κ.72.
Αναφορικά με τα στοιχεία που προέκυψαν σε σχέση με τη μαρτυρία του Αντώνη Προκοπίου Κίτα, Μ.Κ.103, ο Αιτητής επισυνάπτει αντίγραφο κατάθεσης του Άγγελου Μάντη η οποία λήφθηκε στις 20/1/2017 από το δικηγόρο Λουκή Λουκαΐδη, σύμφωνα με την οποία ο Μ.Κ.103 φέρεται να του εκμυστηρεύτηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν ο δράστης του εγκλήματος και ότι τον είχε ενοχοποιήσει ψευδώς.
Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως ο Μ.Κ.103, καταθέτοντας ενώπιον του Κακουργιοδικείου Πάφου, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι κατά το χρόνο που ο Αιτητής ήταν υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές για τα εγκλήματα, για τα οποία εν τέλει καταδικάστηκε, του αποκάλυψε ότι ήταν ο ίδιος που έκανε τα εγκλήματα και μεταξύ άλλων ότι τον πληροφόρησε και πού βρισκόταν το όπλο το οποίο χρησιμοποιήθηκε για το φόνο, και τούτο με σκοπό, ως ισχυρίστηκε, να αναθέσει ο Μ.Κ.103 σε δικούς του ανθρώπους να σκοτώσουν τον πρώην σύζυγο της δολοφονηθείσας Iulia, Οδυσσέα Ποζίδη.
Κατά τον Αιτητή, η κατάθεση του Άγγελου Μάντη αποτελεί νέο στοιχείο που θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση την αξιοπιστία της μαρτυρίας του Μ.Κ.103 και, κατ' επέκταση, το θεμέλιο της καταδικαστικής Απόφασης.
Ο Αιτητής επικαλείται τις επιστολές του Λουκή Λουκαΐδη προς το Γενικό Εισαγγελέα, ημερ. 13/2/2017 και 27/3/2017 αντίστοιχα, στις οποίες αναφέρεται ότι ο Μ.Κ.103 φέρεται να του απεκάλυψε πως η Αστυνομία τον καθοδήγησε να καταθέσει ψευδώς σε βάρος του Αιτητή και ότι όσα είχε αναφέρει στην Αστυνομία και ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι, μολονότι ο Μ.Κ.103 προέβη σε σχετική κατάθεση, αρνήθηκε να την παραδώσει στον κ. Λουκαΐδη, ο οποίος θεώρησε ότι επεδίωκε κάποιο αντάλλαγμα.
Κατά τον Αιτητή, τα στοιχεία αυτά ενισχύουν τον ισχυρισμό ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.103 ήταν ψευδής και προϊόν καθοδήγησης από την Αστυνομία.
Ο Αιτητής επικαλείται, ακόμη, την Ένορκη Δήλωση του Ιάκωβου Στυλιανού, συντονιστή εκπαίδευσης στο Τμήμα Φυλακών, ημερ. 3/10/2025, σύμφωνα με την οποία, κατά τη διάρκεια έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ του Αιτητή και του Μ.Κ.103 εντός των Φυλακών το 2020, ο Αιτητής τον ρώτησε επανειλημμένα κατά πόσον του είχε αναφέρει ότι διέπραξε τους φόνους και ο Μ.Κ.103 φέρεται να απάντησε «Όι ρε, δεν μου είπες».
Κατά τον Αιτητή, η στιχομυθία αυτή αποτελεί νέο στοιχείο που αντικρούει τη μαρτυρία του Μ.Κ.103 περί ομολογίας του Αιτητή για τη διάπραξη των αδικημάτων και ενισχύει τον ισχυρισμό ότι η σχετική μαρτυρία του ήταν ψευδής.
Ο Αιτητής επικαλείται την Ένορκη Δήλωση του Γιώργου Λόη, ημερ. 7/8/2025, σύμφωνα με την οποία ο Μ.Κ.103 περί το έτος 2015 του ανέφερε επανειλημμένα ότι δεν ήταν ο Αιτητής ο δράστης των φόνων, αλλά ότι αυτοί διαπράχθηκαν από αλλοδαπό, ο οποίος στη συνέχεια απεβίωσε. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.103 φέρεται να παραδέχθηκε ότι, για δικούς του λόγους, είχε καταθέσει ψευδώς ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής του είχε ομολογήσει τη διάπραξη των φόνων.
Κατά τον Αιτητή, η εν λόγω μαρτυρία ενισχύει ουσιωδώς τον ισχυρισμό ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.103 περί ομολογίας ήταν αναληθής και, ως εκ τούτου, κλονίζει τη βάση της καταδίκης του.
Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι οι διαδοχικές δηλώσεις του Μ.Κ.103 προς διάφορα πρόσωπα, μετά την τελεσιδικία της καταδίκης του, επιβεβαιώνουν ότι η μαρτυρία του εναντίον του ήταν ψευδής και ότι δόθηκε για την εξυπηρέτηση προσωπικών του σκοπών και/ή συμφερόντων και/ή κατόπιν καθοδήγησης της Αστυνομίας.
Κατά τον Αιτητή, τα νέα αυτά στοιχεία, σε συνδυασμό με τη μεταγενέστερη μαρτυρία αναφορικά με τους Μ.Κ.72 και Μ.Κ.103, δημιουργούν σοβαρά ρήγματα και αμφιβολίες ως προς την καταδικαστική απόφαση και τη συνολική βάση της καταδίκης, ώστε, προς διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και των δικαιωμάτων του, να επιβάλλεται η ακύρωση της καταδίκης και η επανεκδίκαση της υπόθεσης ή, λόγω της παρέλευσης πέραν των 14 ετών και της μακράς κράτησής του, η αθώωσή του.
Με την Ένστασή της, η Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η Αίτηση (στο εξής «Καθ’ ης η Αίτηση») ισχυρίζεται ότι ουδεμία εκ των προϋποθέσεων που προβλέπει ο Νόμος πληρούται, βάσει των ισχυρισμών που προβάλλονται στην επίδικη Αίτηση. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι τα στοιχεία και γεγονότα τα οποία επικαλείται ο Αιτητής δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή γεγονότα εν τη εννοία του Νόμου και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να ενεργοποιήσουν τη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επανεκδίκαση της ποινικής έφεσης ή υπόθεσης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, ακόμη και ανεξάρτητα από το κατά πόσον τα εν λόγω στοιχεία ή γεγονότα δύνανται να χαρακτηριστούν ως «νέα», αυτά δεν τέθηκαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το συντομότερο μετά την περιέλευσή τους σε γνώση του Αιτητή, κατά παράβαση των προνοιών του Κανονισμού 22 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 2023 (12/2023)[1], αλλά μόλις μετά την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος.
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ.103, η Καθ’ ης η Αίτηση προέβαλε ότι η καταδίκη του Αιτητή δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στη μαρτυρία του Μ.Κ.103 αλλά και αυτοτελώς στην ισχυρή περιστατική μαρτυρία η οποία παραμένει αλώβητη.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου 9(3)(δ) του Νόμου. Έχουμε προς τούτο εξετάσει με προσοχή τις θέσεις, αναφορές και εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων του Αιτητή και της Καθ' ης η Αίτηση, όπως αυτές προωθήθηκαν μέσω των γραπτών και προφορικών τους Αγορεύσεων.
Το Άρθρο 9(3)(δ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2025 (στο εξής ο «Νόμος») προβλέπει: «[…] αποφασίζει για την επανεκδίκαση από το Εφετείο ή από το πρωτόδικο δικαστήριο ποινικής δικαιοδοσίας, αναλόγως της περιπτώσεως, εκδικασθείσας ποινικής υπόθεσης για την οποία εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση, είτε σε πρώτο βαθμό και τελεσίδικα είτε κατ’ έφεσιν, επί τη βάσει νέων στοιχείων ή γεγονότων, τα οποία κατά την κρίση του ενδεχομένως να ανατρέπουν, εν όλω ή εν μέρει την απόφαση».
Με δεδομένη τη θεμελιακή αρχή που ενυπάρχει στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης που ακολουθούμε, ήτοι τη διασφάλιση της τελεσιδικίας, η εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να αποφασίζει για την επανεκδίκαση ποινικής υπόθεσης ή ποινικής έφεσης αναμφίβολα συνιστά μέτρο εξαιρετικής φύσης.
Ουσιαστικά με την αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(δ) τίθεται υπό αμφισβήτηση «εν όλω ή εν μέρει» η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την ενοχή του κατηγορούμενου. Όχι γιατί ήταν εσφαλμένη στη βάση των δεδομένων που είχαν παρουσιαστεί κατά τη δίκη, καθότι αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης, αλλά στη βάση «νέων στοιχείων ή γεγονότων», δηλαδή στοιχείων ή γεγονότων που δεν είχαν παρουσιαστεί κατά τη δίκη. Εν ολίγοις, το Άρθρο 9(3)(δ) του Νόμου δεν προορίζεται για διόρθωση εσφαλμένης κρίσης με βάση το υλικό που υπήρχε ήδη στη δίκη. Η νέα διαδικασία στηρίζεται ακριβώς στην ύπαρξη νέων στοιχείων ή γεγονότων που δεν είχαν παρουσιαστεί κατά τη δίκη.
Επιπλέον το πιο πάνω Άρθρο ενεργοποιείται μόνο όταν τα νέα αυτά στοιχεία ή γεγονότα είναι τέτοιας εμβέλειας που ενδεχομένως να ανατρέπουν εν όλω ή εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση.
Τονίζεται ότι η διαδικασία, ως αυτή προβλέπεται στο Άρθρο 9(3)(δ) του Νόμου δεν αποτελεί έναν ακόμη έλεγχο της ορθότητας της αρχικής απόφασης. Δεν μπορεί, δηλαδή, κάποιος να χρησιμοποιήσει την επανάληψη για να υποστηρίξει απλώς ότι το αρχικό Δικαστήριο εκτίμησε λανθασμένα τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ή ερμήνευσε εσφαλμένα το Νόμο.
Για σκοπούς εξέτασης και ερμηνείας του Άρθρου 9(3)(δ) του Νόμου χρήσιμη καθοδήγηση δύναται να αντληθεί από την προσέγγιση που υιοθετείται στο πλαίσιο της παραγράφου 2 του Άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»). Στην παράγραφο αυτή καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η επανάληψη μιας ποινικής διαδικασίας ως ακολούθως:
“2. The provisions of the preceding paragraph shall not prevent the reopening of the case in accordance with the law and penal procedure of the State concerned, if there is evidence of new or newly discovered facts, or if there has been a fundamental defect in the previous proceedings, which could affect the outcome of the case[2].”
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
Με βάση τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ, σε συνάρτηση με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 4.2, η επανάληψη μιας διαδικασίας υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις. Θα πρέπει να υφίσταται μια από τις δύο ακόλουθες περιπτώσεις: Είτε να υφίστανται νέα ή πρόσφατα αποκαλυφθέντα γεγονότα, είτε να διαπιστώνεται θεμελιώδες ελάττωμα στην προηγούμενη διαδικασία ικανό να επηρεάσει την έκβαση της υπόθεσης.
Όπως συναφώς τονίστηκε στην υπόθεση W.A. v. Switzerland (App. No. 38958/16) [2021] 38958/16 στην παράγραφο 66:
“66. Article 4 of Protocol No. 7 draws a clear distinction between a second prosecution or trial, which is prohibited by the first paragraph of that Article, and the resumption of a trial in exceptional circumstances, which is provided for in its second paragraph. Article 4 § 2 of Protocol No. 7 expressly envisages the possibility that an individual may have to accept prosecution on the same charges, in accordance with domestic law, subject to the following strict conditions: the decision to reopen the case must be justified by the emergence of new or newly discovered facts or the discovery of a fundamental defect in the previous proceedings which could affect the outcome of the case. Those conditions are alternative and not cumulative (ibid., §§ 128 and 130, 8 July 2019, with further references).”
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
Παρομοίως στην υπόθεση Case of Mihalache v. Romania, Application no. 54012/10, 8/7/2019, στην παράγραφο 130 είχαν αναφερθεί τα ακόλουθα:
“130. As previously noted (see paragraph 128 above), the reopening of proceedings is possible but is subject to strict conditions: the decision to reopen the case must be justified by the emergence of new or newly discovered facts or the discovery of a fundamental defect in the previous proceedings which could affect the outcome of the case. Those conditions are alternative and not cumulative.”
Για σκοπούς της υπό εκδίκαση Αίτησης, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η πρώτη από τις ανωτέρω δύο προϋποθέσεις, ήτοι η ύπαρξη «νέων ή πρόσφατα αποκαλυφθέντων γεγονότων», η οποία απαντάται κατ’ ουσία και στο Άρθρο 9(3)(δ) του Νόμου. Ως εκ τούτου, για την οριοθέτηση και ερμηνεία της έννοιας του «νέου στοιχείου ή γεγονότος», ως ορίζεται στο Άρθρο 9(3)(δ) του Νόμου καθοδήγηση δύναται να αντληθεί, μεταξύ άλλων, από τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ.
Στην υπόθεση Case of Mihalache (ανωτέρω) στην παράγραφο 131 τονίστηκαν τα ακόλουθα:
“131. The Court has already explained that circumstances relating to the case which exist during the trial, but remain hidden from the judge, and become known only after the trial, are “newly discovered”. Circumstances which concern the case but arise only after the trial are “new” (see Bulgakova v. Russia, no. 69524/01, § 39, 18 January 2007, and Vedernikova v. Russia, no. 25580/02, § 30, 12 July 2007 – as regards Article 6). The Court also considers, as is moreover noted in the explanatory report on Protocol No. 7, that the term “new or newly discovered facts” includes new evidence relating to previously existing facts (see paragraph 31 of the explanatory report, cited in paragraph 37 above).”
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
Στην Επεξηγηματική Έκθεση (Explanatory Report) του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ επισημαίνονται στην παράγραφο 31 τα ακόλουθα:
“31. The term "new or newly discovered facts" includes new means of proof relating to previously existing facts. Furthermore, this article does not prevent a reopening of the proceedings in favour of the convicted person and any other changing of the judgment to the benefit of the convicted person.”
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
Στην υπόθεση W.A. v. Switzerland (ανωτέρω) η εμβέλεια των νέων ή πρόσφατα αποκαλυφθέντων γεγονότων για τους σκοπούς του Άρθρου 4.2 καθορίστηκε ως ακολούθως στην παράγραφο 68:
“68. According to the Court’s case-law, circumstances relating to the case which exist during the trial, but remain hidden from the judge, and become known only after the trial, are “newly discovered”. Circumstances which concern the case but arise only after the trial are “new”. Moreover, the term “new or newly discovered facts” includes new evidence relating to previously existing facts (ibid., § 131).”
(Ο τονισμός είναι δικός μας)
Υπό το φως των ανωτέρω, στην έννοια των «νέων στοιχείων ή γεγονότων» περιλαμβάνονται περιστατικά, συνθήκες ή αποδεικτικά μέσα (όπως έγγραφα, επιστημονικά δεδομένα ή άλλες πληροφορίες) που είτε προϋπήρχαν κατά το χρόνο της αρχικής δίκης και δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο, αλλά κατέστησαν γνωστά ή ήρθαν στο φως μεταγενέστερα, είτε προέκυψαν για πρώτη φορά μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και σχετίζονται με την υπόθεση.
Παραδείγματα τέτοιων γεγονότων ή στοιχείων ενδέχεται να είναι η ομολογία του πραγματικού δράστη, ή εμφάνιση ενός κρίσιμου αυτόπτη μάρτυρα, η ανεύρεση γενετικού υλικού (DNA) το οποίο συνδέεται με την υπόθεση. Επίσης περιλαμβάνονται νέα αποδεικτικά μέσα όπως η μεταγενέστερη αξιοποίηση νέας επιστημονικής μεθόδου ή τεχνολογίας, μέσω της οποίας καθίσταται δυνατή η εξέταση ή η επανεξέταση υφιστάμενου αποδεικτικού υλικού κατά τρόπο που δεν ήταν διαθέσιμος κατά το χρόνο της αρχικής δίκης, όπως, για παράδειγμα, σύγχρονες μέθοδοι ανάλυσης DNA.
Δεδομένου του γεγονότος ότι στην προκείμενη περίπτωση υποστηρίχθηκε, από πλευράς Αιτητή, πως η ανάκληση ή ανασκευή μαρτυρίας που είχε δοθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είτε από τον ίδιο το μάρτυρα είτε μέσω τρίτων προσώπων, συνιστά «νέα στοιχεία και γεγονότα», εγείρεται ευθέως το ζήτημα κατά πόσον η μεταγενέστερη ανάκληση ή ανασκευή προηγούμενης μαρτυρίας που δόθηκε και αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο συνιστά, για τους σκοπούς του Άρθρου 9(3)(δ) του Νόμου, «νέο στοιχείο ή γεγονός» ώστε να δικαιολογείται η ενεργοποίηση της εξαιρετικής περίπτωσης που το Άρθρο 9(3)(δ) του Νόμου προβλέπει.
Η νομολογία του Αρείου Πάγου που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Αιτητή, αφορά συγκεκριμένη πρόνοια του Ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Άρθρο 525). Ό,τι απασχολεί στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι η ερμηνεία του Άρθρου 9(3)(δ) και ειδικότερα η έννοια «νέο στοιχείο ή γεγονός». Λαμβανομένου υπόψη του εξαιρετικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται από το Άρθρο 9(3)(δ) του Νόμου, αυτή η φράση ερμηνεύεται στενά. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η διαδικασία αυτή δεν αποσκοπεί στο να καταστεί μηχανισμός δεύτερης αξιολόγησης της μαρτυρίας προσώπων που κατέθεσαν ήδη, ούτε μέσο επανεξέτασης της αποδεικτικής κρίσης του εκδικάσαντος Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, η κατ’ ισχυρισμόν μεταγενέστερη ανάκληση ή ανασκευή από μάρτυρα της μαρτυρίας που έδωσε και αξιολογήθηκε ενώπιον του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά «νέο στοιχείο ή γεγονός» εν τη εννοία του Άρθρου 9(3)(δ) του Νόμου. Η περί του αντιθέτου αποδοχή θα ισοδυναμούσε με μετατροπή αυτής της κατ’ εξαίρεση διαδικασίας σε μηχανισμό εκ νέου αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αποδεικτικής κρίσης επί της οποίας στηρίχθηκε η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, υπονομεύοντας τοιουτοτρόπως την ασφάλεια δικαίου και την τελεσιδικία.
Είναι, συνεπώς, η κατάληξη μας πως οι επίμαχες μεταγενέστερες δηλώσεις με τις οποίες επιχειρείται η ανασκευή προηγούμενης μαρτυρίας ουδόλως συνιστούν «νέο στοιχείο ή γεγονός» για τους σκοπούς του Άρθρου 9(3)(δ) του Νόμου.
Η πιο πάνω κατάληξη αναποδράστως καθιστά την υπό κρίση Αίτηση αβάσιμη.
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της Αίτησης και το γεγονός ότι ο Αιτητής εκτίει ποινή φυλάκισης δια βίου, δεν προβαίνουμε σε διαταγή εξόδων.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ- ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.
[1] 22. (1) Η Αίτηση για επανεκδίκαση ποινικής υπόθεσης ή έφεσης υποβάλλεται το συντομότερο μετά που τα νέα στοιχεία ή γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η Αίτηση περιήλθαν στην γνώση του αιτητή.
[2] Σε ελληνική μετάφραση:
2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εμποδίζουν την επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους για το οποίο πρόκειται, εάν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων, ή υπήρξε θεμελιώδες σφάλμα της προηγούμενης διαδικασίας, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο