ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.70/2024 ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΑ ΔΕΠΕ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 137/2024, 8/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.70/2024 ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΑ ΔΕΠΕ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Αίτηση Αρ. 137/2024, 8/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Αίτηση Αρ. 137/2024)

 

 

8 Οκτωβρίου 2026

                                                                                                   

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.70/2024 ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΑ ΔΕΠΕ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ – ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 08.07.2024, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΡ.70/2024

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΕΣΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ – ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 08.07.2024, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΡ.70/2024

 

____________________

 

 

Ν. Μακρίδης για Μαρκίδη, Μαρκίδη και Σία ΔΕΠΕ, για τους Αιτητές.

Χρ. Κινάνης με Κ. Αποκίδη για Kinanis LLC, για την Καθ΄ης η Αίτηση.

 

____________________

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.:  Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.

 

____________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Την 8.7.2024, Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία, εξέδωσε προνομιακό ένταλμα certiorari[1] ακυρώνοντας την απόφαση του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ημερ.29.5.2023, με την οποία είχε επιβληθεί στη δικηγορική εταιρεία Γιάννης Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε πρόστιμο €19.000, δυνάμει των προνοιών του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Ν.188(I)/2007.  Ακύρωσε επίσης την προηγηθείσα απόφαση του Συμβουλίου ημερ.30.5.2022, με την οποία η δικηγορική εταιρεία κρίθηκε ένοχη σε τρείς κατηγορίες που της είχαν απαγγελθεί, και για τις οποίες επιβλήθηκε στη συνέχεια το πρόστιμο.

 

Με την παρούσα Αίτηση το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, το Συμβούλιο, αιτείται άδεια για να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης.  Είναι η θέση του Συμβουλίου ότι, παρά το ότι δεν ήταν διάδικο μέρος στην αίτηση με κλήση, η εκδοθείσα απόφαση επηρεάζει τα συμφέροντα του και είναι, τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως, πρόσωπο δυσμενώς και απευθείας επηρεαζόμενο από την απόφαση.

 

Με την έφεση, θα καταλογίζεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα εξομοίωσε το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και ότι στην απουσία του Συμβουλίου η διαδικασία της αίτησης με κλήση, ουσιαστικά πραγματοποιήθηκε χωρίς ύπαρξη καθ’ ου η αίτηση.  Θα υποστηριχθεί επίσης, ότι η παρουσία του Γενικού Εισαγγελέα, ως amicus curiae, δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν προσφέρθηκε η δυνατότητα στο Συμβούλιο να εκφράσει τις θέσεις του.  Παραβιάστηκαν έτσι οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.

 

Η έφεση θα εμπλέκει και την προηγηθείσα απόφαση με την οποία χορηγήθηκε η άδεια στη δικηγορική εταιρεία για να καταχωρίσει την αίτηση με κλήση.[2]  Κατά το Συμβούλιο, το πρωτόδικο Δικαστήριο, χορηγώντας την άδεια, ουσιαστικά καθόρισε τελικώς τη φύση των αποφάσεων που εκδίδονται από το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ως «δικαστικές αποφάσεις» δυνάμενες να ελεγχθούν με προνομιακό ένταλμα certiorari, χωρίς να ακούσει το Συμβούλιο. 

 

Η πρόνοια στην επιφύλαξη του Καν.12(1) των περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Κανονισμών του 2018 έως 2024, ότι «απόφαση με την οποία δίδεται άδεια καταχώρησης προνομιακού εντάλματος δεν δύναται να εφεσιβληθεί», δεν καθιστά τα θέματα που αυτή αποφασίζει απρόσβλητα.  Ότι έχει χορηγηθεί άδεια για την καταχώριση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος, εκεί όπου τέτοια άδεια απαιτείται, δεν αποκλείει την αμφισβήτηση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για τη χορήγηση της άδειας στο πλαίσιο της αίτησης με κλήση και σε τυχόν έφεση κατά της απόφασης με την οποία, εν τέλει, εκδόθηκε το προνομιακό ένταλμα.

 

Θεμελιακό ζήτημα που όντως απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τόσο εξετάζοντας την αίτηση για άδεια, όσο και στο πλαίσιο της απόφασης με την οποία εκδόθηκε το ένταλμα certiorari, ήταν η φύση των διαδικασιών, δυνάμει των προνοιών του Ν.188(I)/2007,  που κατέληξαν στην καταδίκη της Καθ’ ης η Αίτηση δικηγορικής εταιρείας και την επιβολή σε αυτή του αναφερόμενου προστίμου.

 

Αποφάνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, σε όση έκταση το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ενεργεί ως πειθαρχικό σώμα και ασκεί πειθαρχική εξουσία κατά των δικηγόρων και εταιρειών δικηγόρων στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007, οι διαδικασίες αυτές έχουν δικαστικό χαρακτήρα, κατ’ εφαρμογή, κατ’ αναλογία, της νομολογίας που αφορά στις διαδικασίες ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, με βάση τον περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ.2.

 

Η απόφαση αυτή απολήγει στο ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007, υπόκεινται σε έλεγχο κάτω από το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος και, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε να ελέγξει τη νομιμότητα τους.  Σε αντίθετη περίπτωση όφειλε να είχε απορρίψει εκ προοιμίου την αίτηση για έλλειψη δικαιοδοσίας.

 

Δεδομένης δε της κατάληξης ότι οι διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν οι υπό έλεγχο αποφάσεις ήταν δικαστικού χαρακτήρα, το σώμα που τις εξέδωσε, δεν μπορούσε να ήταν διάδικο μέρος στη διαδικασία ελέγχου τους, στο πλαίσιο της προνομιακής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Στην περίπτωση που δεν επρόκειτο για διαδικασίες δικαστικού χαρακτήρα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα είχε αρμοδιότητα.  Στη Frangos v. Medical Disciplinary Board (1983) 1 C.L.R. 256, επαναλήφθηκε ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία κάτω από το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος για την αναθεώρηση πράξεων εκτελεστικού και διοικητικού χαρακτήρα, που εμπίπτουν στο Άρθρο 146.1 του Συντάγματος και υπόκεινται, σήμερα, στον έλεγχο του Διοικητικού Δικαστηρίου.

 

Στην ενώπιον μας Αίτηση, στη «Συνοπτική Περιγραφή των Λόγων που Υποστηρίζουν την Αίτηση»  και στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, γίνεται αναφορά σε τρία θέματα που το Συμβούλιο θα ήθελε να είχε θέσει ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εφόσον του διδόταν η ευκαιρία, και τα οποία θα θέσει με την έφεση του, εφόσον του επιτραπεί να καταχωρίσει τέτοια:

 

«(α) τις ουσιώδεις διαφορές και την (αναγνωρισμένη νομολογιακά και νομοθετικά) διάκριση της φύσης και εξουσιών των σωμάτων του ΠΔΣ και των αποφάσεων που αυτά εκδίδουν,

 

(β) τη μη ύπαρξη δικαιοδοσίας για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari εναντίον απόφασης του Συμβουλίου του ΠΔΣ, και

 

(γ) (άνευ επηρεασμού του (β) ανωτέρω) την ύπαρξη εναλλακτικού ένδικου μέσου για προσβολή των αποφάσεων του Συμβουλίου του ΠΔΣ, ως το άρθρο 32Α του Κεφ.2, ρητώς καθορίζει».

 

 

    Μέσα από την ενώπιον μας αγόρευση των δικηγόρων του Συμβουλίου αναδύεται, ως περαιτέρω λόγος, ότι η πρωτόδικη απόφαση πάσχει και λόγω της απαράδεκτης και αντικανονικής συμμετοχής του Γενικού Εισαγγελέα στη διαδικασία ως «φίλου του Δικαστηρίου» («amicus curiae»).

 

    Σημασία, λοιπόν, έχει κατά πόσο η διαδικασία κατά την οποία λήφθηκαν οι δύο αποφάσεις του Συμβουλίου ήταν δικαστικού χαρακτήρα, ζήτημα που εγείρεται με τους λόγους (α) και (β) ανωτέρω.  Στην περίπτωση που δεν ήταν δικαστικού χαρακτήρα, τότε η προνομιακή δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ενεργοποιείτο.  Στην αντίθετη περίπτωση, που ήταν δηλαδή δικαστικού χαρακτήρα, το Συμβούλιο δεν δικαιούτο να συμμετέχει στη διαδικασία της αίτησης, ούτε και να εφεσιβάλει την όποια απόφαση.  Όπως ένα κατώτερο Δικαστήριο δεν έχει συμμετοχή, ούτε λόγο στην προνομιακή διαδικασία κατά την οποία ελέγχεται η νομιμότητα μιας απόφασης του.   Κατ’ ακολουθία, ούτε και θα έχει βάθρο για να εγείρει ζήτημα κατά πόσο υπήρχε διαθέσιμο άλλο ένδικο μέσο ή αναφορικά με τη συμμετοχή ή τον τρόπο συμμετοχής του Γενικού Εισαγγελέα.

 

    Συνοψίζοντας, διεξήχθη μια δικαστική διαδικασία κατά την οποία κρίθηκε η νομιμότητα δύο αποφάσεων του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.  Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην πρωτόδικη του δικαιοδοσία, αποφάνθηκε ότι η διαδικασία κατά την οποία λήφθηκαν οι δύο αποφάσεις ήταν δικαστικού χαρακτήρα.  Άχθηκε στην κατάληξη του λαμβάνοντας υπόψη το χαρακτήρα της διαδικασίας και το υποκείμενο της, ότι δηλαδή επρόκειτο για δικηγορική εταιρεία.  Και έκρινε ότι η πάγια νομολογία αναφορικά με τις διαδικασίες που διεξάγονται ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, σε όση έκταση το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ενεργεί ως πειθαρχικό σώμα και ασκεί πειθαρχική εξουσία κατά των δικηγόρων και εταιρειών δικηγόρων στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007.

 

    Κατά την πρώτη συζήτηση της Αίτησης στις 2.12.2024 δεν υφίστατο απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στη δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια τους δικαιοδοσία για το ζήτημα. 

    Ωστόσο, μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης την 8.7.2024, είχε εκδοθεί από το Αναθεωρητικό Εφετείο η Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ν. Συμβουλίου Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.18/2023, ημερ.30.10.2024, στην οποία επικυρώθηκε η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου με την οποία είχε κριθεί ότι το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ενεργώντας στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007, δεν ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία.  Το Εφετείο αναφέρθηκε και στην επίδικη πρωτόδικη απόφαση.  Είπε ότι είχε πειστική αξία, ότι συμφωνούσε με αυτή και την υιοθετούσε ως ορθή και εφαρμοστέα στην ενώπιον του περίπτωση.  Επίδικο ζήτημα στην έφεση ήταν κατά πόσο η ενέργεια του Συμβουλίου στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007, ήταν εκτελεστική ή διοικητική πράξη, όχι κατά πόσο ήταν δικαστικού χαρακτήρα.  Η υιοθέτηση όμως από το Εφετείο της επίδικης πρωτόδικης απόφασης ημερ.8.7.2024 ως ορθής και εφαρμοστέας στην ενώπιον του περίπτωση, σήμαινε ότι το Εφετείο είχε κρίνει ότι η ενέργεια του Συμβουλίου στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007, δεν ήταν εκτελεστική ή διοικητική πράξη, ακριβώς γιατί ήταν δικαστικού χαρακτήρα.

 

    Μετά που επιφυλάχθηκε η παρούσα, πληροφορηθήκαμε ότι εκκρεμούσε ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Α.Σ.Δ.,  αίτηση για άδεια για εξέταση νομικού θέματος, που προέκυπτε από την πιο πάνω αναθεωρητική έφεση, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9(2)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2024.  Του θέματος που απασχολεί και στην παρούσα.  Η άδεια παραχωρήθηκε.[3]  Ακολούθησε στις 21.5.2025 η απόφαση Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Αίτ. Αρ.2/2025, ημερ.21.5.2025 επί του νομικού θέματος.  Η εφετειακή απόφαση παραμερίστηκε.  Ενόψει της εξέλιξης, η παρούσα επανανοίχθηκε και οι δικηγόροι των μερών καταχώρησαν συμπληρωματικές γραπτές αγορεύσεις και επιχειρηματολόγησαν για δεύτερη φορά δια ζώσης.  Θα προσεγγίσουμε τις πρώτες και δεύτερες αγορεύσεις τους ως ενιαία επιχειρηματολογία.

 

    Η Καθ’ ης η Αίτηση παρουσίασε μια εκτενή και λεπτομερή ανάλυση του ουσιαστικού ζητήματος και εισηγήθηκε ότι για την ορθή αξιολόγηση της Αίτησης, θα πρέπει να αποφασιστεί εκ των προτέρων η φύση της διαδικασίας που ακολουθεί το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και ο ρόλος του ως εποπτική αρχή στη λήψη των αποφάσεων του στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007.  Μόνο εφόσον προηγηθεί η διαπίστωση της φύσης των αποφάσεων του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007, θα μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο οι Αιτητές έχουν έννομο συμφέρον.

 

    Στην περίπτωση που το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007 ενεργεί ως οιονεί δικαστήριο, συνεχίζει η εισήγηση, δεν δικαιούται να εμφανίζεται και να επιχειρηματολογεί υπέρ της νομιμότητας της απόφασης του, όπως κανένα κατώτερο Δικαστήριο, δεν έχει αυτή τη δυνατότητα.  Όπως τίθεται το ζήτημα από την Καθ’ ης η Αίτηση, σε τέτοια περίπτωση, το Συμβούλιο δεν μπορεί να αντιδικεί με τον καταδικασθέντα, υποκείμενο στην ενώπιον του προηγηθείσα διαδικασία, άλλως καταρρακώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και της αμεροληψίας.  Και από οιονεί Δικαστήριο, το Συμβούλιο θα μετατραπεί σε αντίδικο του καταδικασθέντα.  

 

    Η Καθ’ ης η Αίτηση εισηγείται περαιτέρω, ότι εάν αποφασιστεί ότι επρόκειτο για διαδικασία δικαστικού χαρακτήρα, όπως αποφασίστηκε πρωτοδίκως, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.  Στην αντίθετη περίπτωση, εισηγείται ότι και πάλι δεν θα πρέπει να δοθεί η αιτούμενη άδεια αφού «θα πρέπει σε αυτό το στάδιο να ανατραπεί η Πρωτόδικη Απόφαση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας χωρίς οποιονδήποτε περαιτέρω διάβημα». 

 

    Δεν νομίζουμε ότι στο πλαίσιο της ενώπιον μας Αίτησης, θα μπορούσαμε να ακυρώσουμε την πρωτόδικη απόφαση, ανεξάρτητα από τις όποιες ενδείξεις μπορεί να εμπεριέχονται στο σκεπτικό της απόφασης μας, που θα περιοριστεί στο ζήτημα της χορήγησης ή όχι άδειας στο Συμβούλιο για να καταχωρίσει έφεση.  Εφόσον δοθεί η άδεια και καταχωριστεί έφεση, στην έφεση είναι που θα κριθεί η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, περιλαμβανομένου του ζητήματος της δικαιοδοσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

    Κατανοούμε ότι θα εξετάσουμε ζητήματα που ο Αιτητής αιτείται αδείας για να θέσει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την καταχώριση έφεσης, ωστόσο αυτό είναι αναπόφευκτο.  Δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση ορθό να επιτρέψουμε στο Συμβούλιο να καταχωρίσει έφεση, χωρίς να έχουμε πρώτα διαπιστώσει ότι έχει προς τούτο το νομικό βάθρο.

 

Ο Ν.188(Ι)/2007 καθορίζει τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν ανάμιξη στα θέματα που καλύπτονται από τις διατάξεις του.  Τα χαρακτηρίζει ως «υπόχρεες οντότητες» και τα περιγράφει στο άρθρο 2Α.  Στο άρθρο 59 καθορίζονται οι εποπτικές αρχές για σκοπούς ελέγχου των οντοτήτων αυτών.

 

Το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου είναι σύμφωνα με το άρθρο 59(1)(ε) η εποπτική αρχή αναφορικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες των δικηγόρων, εταιρειών δικηγόρων και Εταιρειών Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών, Ε.Π.Δ.Υ., που ελέγχονται από δικηγόρους, σε σχέση με τα θέματα που καλύπτει ο Ν.188(Ι)/2007.

 

Κάθε υπόχρεη οντότητα οφείλει να εφαρμόζει επαρκείς και κατάλληλες πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες, οι οποίες είναι ανάλογες με τη φύση και το μέγεθος της, ώστε να μετριάζει και να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (άρθρο 58) οι δε Εποπτικές Αρχές, για σκοπούς παρεμπόδισης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου, εκδίδουν και απευθύνουν οδηγίες προς τα πρόσωπα που υπόκεινται στην εποπτεία τους, οι οποίες είναι δεσμευτικές και υποχρεωτικές ως προς την εφαρμογή τους για τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονται (άρθρο 59(4)).  Οι Εποπτικές Αρχές παρακολουθούν, αξιολογούν και εποπτεύουν την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου και των οδηγιών που εκδίδουν από τα πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στην εποπτεία τους (άρθρο 59(5)(α)).  Με το άρθρο 59(6)(α) καθορίζονται τα μέτρα  που οι Εποπτικές Αρχές δύνανται να λάβουν, σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο που υπόκειται στην εποπτεία τους παραλείπει να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του Νόμου ή τις οδηγίες που έχουν εκδώσει.

 

Δυνάμει των προνοιών του άρθρου 59(4) του Ν.188(I)/2007, το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, εξέδωσε και απεύθυνε προς τα μέλη του σχετική οδηγία με τίτλο «Οδηγία προς τα Μέλη του ΠΔΣ αναφορικά με την Καταπολέμηση Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας», η βασική Οδηγία.  Η τελευταία τροποποίηση που είχε εφαρμογή στην επίδικη περίπτωση ήταν αυτή του 2019.  Περαιτέρω, το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, εξέδωσε και απεύθυνε προς τα μέλη του και οδηγία με τίτλο «Οδηγία προς τα Μέλη του ΠΔΣ (α) Διαδικασία Εποπτικού Ελέγχου (β) Πειθαρχική Διαδικασία», η Εξειδικευμένη Οδηγία, με την οποία καθορίζεται η διαδικασία του εποπτικού ελέγχου με βάση τον Ν.188(Ι)/2007, ως επίσης και η σχετική Πειθαρχική Διαδικασία σε περίπτωση που τα μέλη του παραβαίνουν τον Ν.188(Ι)/2007 ή τη βασική Οδηγία.  

 

Σε περίπτωση δε διαπίστωσης παράβασης του Ν.188(Ι)/2007 ή των Οδηγιών του αναφορικά με την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου από τους Εποπτευόμενους του, το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, αφού ακολουθήσει τη διαδικασία που καθόρισε με την Εξειδικευμένη Οδηγία, επιβάλλει σχετικές ποινές. Ο Ν.188(Ι)/2007 περιγράφει τις χρηματικές ποινές που επιβάλλονται ως διοικητικά πρόστιμα. Πέραν των χρηματικών ποινών, παρέχεται από τον Νόμο η δυνατότητα ανάκλησης ή αναστολής της άδειας για άσκηση του επαγγέλματος του εποπτευόμενου.[4]

 

Η Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Αίτ. Αρ.2/2025, ημερ.21.5.2025, αφορούσε, όπως προειπώθηκε, αίτηση δυνάμει του άρθρου 9(2)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2024.  Όπως διατυπώνεται στην απόφαση του Α.Σ.Δ., το νομικό θέμα αφορούσε:

 

«προς τον σκοπό του καθορισμού της φύσης των πράξεων του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (το «Συμβούλιο») ως Εποπτικής Αρχής υπό το πρίσμα και εν τη εννοία των Άρθρων 2 και 59(1)(ε) του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Ν.188(Ι)/07 και του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος.  Σύμφωνα με τη δοθείσα άδεια, «κατά προέκταση, το όλο θέμα συνιστά και ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, δεδομένου ότι αφορά το σύνολο των μελών του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και, ιδίως, αφού άπτεται του δικαιώματος παροχής ενδίκου μέσου προς αμφισβήτηση καταδίκης και ποινής που επιβάλλεται από το Συμβούλιο.»».

 

 

Το Α.Σ.Δ. αποφάσισε ότι η φύση των πράξεων του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ως Εποπτική Αρχή, στο πλαίσιο του άρθρου 59 του Ν.188(Ι)/2007, είναι διοικητική.  Ως τέτοια, προσβάλλεται με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.  Στην περίπτωση, το Α.Σ.Δ. διέταξε τον παραμερισμό της Εφετειακής απόφασης (και της πρωτόδικης) και παρέπεμψε την καταχωρηθείσα προσφυγή της εκεί δικηγορικής εταιρείας για εξέταση στο πρωτόδικο, Διοικητικό Δικαστήριο.

 

Εφόσον η φύση των πράξεων του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ως Εποπτική Αρχή, στο πλαίσιο του άρθρου 59 του Ν.188(Ι)/2007, είναι διοικητική, τότε δεν είναι οιονεί δικαστική.  Και εφόσον, ως διοικητική, προσβάλλεται με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, εγείρεται ζήτημα κατά πόσο μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο ελέγχου από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της προνομιακής του δικαιοδοσίας δυνάμει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος.  Το ζήτημα αφορά στην ορθότητα της ανάληψης δικαιοδοσίας από το Ανώτατο Δικαστήριο πρωτοδίκως και δεν αφορά την ενώπιον μας Αίτηση.  Ωστόσο, εφόσον, σύμφωνα πάντα με την απόφαση του Α.Σ.Δ., το Συμβούλιο δεν είναι δικαστική αλλά διοικητική αρχή, δεν αποκλείεται από του να εμφανίζεται ενώπιον δικαστηρίου το οποίο εξετάζει ζήτημα που αφορά στην πράξη (διοικητική) στην οποία αυτό έχει προβεί.

Παρεμβάλλουμε ότι, στις 24.10.2023, με τον περί Δικηγόρων (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2023, Ν.99(Ι)/2023, εισήχθη στον περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ.2, το άρθρο 32Α, το οποίο προνοεί ότι: «Για οποιοδήποτε θέμα εναντίον του Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ή του Ταμείου Συντάξεων Δικηγόρων ή του Νομικού Συμβουλίου καταχωρείται αγωγή ή αίτηση ενώπιον δικαστηρίου εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης». 

 

Εν προκειμένω, οι σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου λήφθηκαν στις 30.5.2022 και στις 29.5.2023, ωστόσο, η Αίτηση για άδεια (Πολ. Αίτ. Αρ.57/2024) για καταχώρηση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, καταχωρίστηκε τον Απρίλιο του 2024, μετά από σχετική διαταγή για επέκταση της προθεσμίας.[5]  Η Αίτηση με κλίση (Πολ. Αίτ. Αρ.70/2024) καταχωρίστηκε στις 2.5.2024.  Βρισκόταν τότε σε ισχύ ο Ν.99(Ι)/2023.

 

Δεν θα συζητήσουμε το ζήτημα περαιτέρω, το οποίο αφορά, κατά κύριο λόγο, στην ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.  Σημειώνουμε, ωστόσο, την αναφορά του Α.Σ.Δ. στην Κούρτελλος ότι στην ενώπιον του περίπτωση η διάταξη δεν βρισκόταν σε ισχύ όταν η δικηγορική εταιρεία καταχώρισε την προσφυγή της την 22.3.2023.  Αυτός φαίνεται να καθορίζεται ως ο ουσιώδης χρόνος.  Άλλωστε, το άρθρο 32Α του Κεφ.2 μπορεί να χαρακτηριστεί διάταξη διαδικαστικού χαρακτήρα (Awendale Recourses Inc. v. Infinitum Ventures Ltd, Αίτ. Αρ.4/2024, ημερ.14.7.2026).

 

 Ό,τι μπορούμε να σημειώσουμε σε σχέση με τον Ν.99(Ι)/2023 είναι ότι ο νομοθέτης, έστω στο πλαίσιο άλλης νομοθεσίας και σε χρόνο μεταγενέστερο της θέσπισης του Ν.188(Ι)/2007 (βλ. D. Greenberg, “Craies on Legislation”, 12η έκδ., London Thomson Reuters 2020, παρ. 27.1.16, σελ.1128) καθόρισε ότι οι πράξεις του Συμβουλίου, περιλαμβανομένων αυτών που διενεργεί ως Εποπτική Αρχή, δυνάμει του Ν.188(Ι)/2007, ελέγχονται με αγωγή ή αίτηση στην οποία, ως γίνεται αντιληπτό, το Συμβούλιο, ανάλογα με την περίπτωση, είναι ο εναγόμενος ή ο καθ’ ου η αίτηση, είναι δηλαδή διάδικο μέρος.  Τούτο, συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι, θεσπίζοντας τον Ν.99(Ι)/2023, ο Νομοθέτης εκλαμβάνει ότι το Συμβούλιο δεν ενεργεί ως δικαστική ή οιονεί δικαστική αρχή, ακόμα και στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007, γιατί σε τέτοια περίπτωση δεν θα μπορούσε να έχει θέση διαδίκου σε μια δικαστική διαδικασία με την οποία αμφισβητείται η πράξη ή απόφαση του.  Ο νομοθέτης, στο άρθρο 32Α του Κεφ.2, αναφερόμενος στο Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, το Ταμείο Συντάξεων Δικηγόρων και το Νομικό Συμβούλιο, σκοπίμως, νομίζουμε, δεν αναφέρεται και στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, το οποίο, σύμφωνα με πάγια νομολογία, ενεργεί ως οιονεί δικαστήριο.

 

Οι δικηγόροι της δικηγορικής εταιρείας εισηγήθηκαν ότι μπορούμε να μην ακολουθήσουμε το δικαστικό προηγούμενο της Κούρτελλος της Πλήρους Ολομέλειας του Α.Σ.Δ. στη βάση ότι η απόφαση ελήφθη per incuriam.  Ότι δηλαδή πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη σχετικές νομικές διατάξεις ή προηγούμενες αποφάσεις που θα έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί. 

 

Η εφαρμογή της αρχής του per incuriam συνιστά εκτροχιασμό από την θεμελιακή αρχή του δικαστικού προηγούμενου, γι’ αυτό και τα δικαστήρια καταφεύγουν σε αυτή με φειδώ.  Για να μην ακολουθηθεί απόφαση που συνιστά δεσμευτικό δικαστικό προηγούμενο, πρέπει να είναι έκδηλα ή αδιαμφισβήτητα εσφαλμένη (Γουότς κ.ά. ν. Λαούρη κ.ά. (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1401, 1425-34, 1436-8 και 1441-4) και να έχει ληφθεί λόγω έλλειψης προσοχής σε βασικές νομικές πτυχές, που σαφώς εφαρμόζονταν, δηλαδή χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη νόμος, κανονισμός ή προγενέστερη δεσμευτική απόφαση και που εφόσον ελαμβάνετο υπόψη θα διαφοροποιούσε το αποτέλεσμα της υποθέσεως.  Το Δικαστήριο που δεσμεύεται από το δικαστικό προηγούμενο δεν είναι ελεύθερο να διατυπώσει μια νέα δική του άποψη του εγειρόμενου θέματος.  Δεσμεύεται να εφαρμόσει την προηγούμενη απόφαση εκτός και αν πράγματι ελήφθη per incuriam.  Διαφορετικά καταργείται το δικαστικό προηγούμενο και περιορίζεται η εφαρμογή της διατυπωμένης αρχής, ερμηνείας κ.λπ. μόνο στις περιπτώσεις που το εκδικάζον δικαστήριο θα συμφωνούσε με την προηγούμενη απόφαση.

 

Οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση ανέπτυξαν επιμέρους ζητήματα για να υποστηρίξουν την θέσης τους:

 

Προέβαλαν ότι το Α.Σ.Δ. εσφαλμένα αποφάσισε ότι το Συμβούλιο του Π.Δ.Σ. ως εποπτική αρχή δυνάμει του Ν.188(Ι)/2007 δεν ταυτίζεται με το Συμβούλιο του Π.Δ.Σ., το θεσμοθετημένο δυνάμει του Κεφ.2, και ότι είναι άλλο σώμα. 

 

Το σημείο στο οποίο το Α.Σ.Δ. αναφέρθηκε σχετικά, αφορούσε στην εξουσία του Συμβουλίου του Π.Δ.Σ. ως Εποπτική Αρχή, δυνάμει του άρθρου 59(6)(β) του Ν.188(Ι)/2007, να παραπέμψει τον εποπτευόμενο, άτομο ή φορέα, στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο.  Αυτό δεικνύει, αναφέρθηκε στην απόφαση, ότι η Εποπτική Αρχή δεν ταυτίζεται με το επαγγελματικό σώμα, καθώς ο Δικηγορικός Σύλλογος διαθέτει ήδη τέτοια εξουσία δυνάμει του άρθρου 17(3)(γ) του Κεφ.2.  Υιοθέτησε τη θέση ότι την εξουσία παραπομπής στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο την απένειμε πρόσθετα ο Νομοθέτης γιατί αυτονοήτως θεώρησε ότι η Εποπτική Αρχή δεν την είχε a priori. 

 

Αυτό που υποδεικνύει η απόφαση του Α.Σ.Δ. είναι ότι το Συμβούλιο στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007 φορά το καπέλο της εποπτικής αρχής και έχει τις εξουσίες που, ως εποπτική αρχή, του αναθέτει ο νόμος αυτός.  Ο Ν.188(Ι)/2007 δεν δημιούργησε νέο σώμα, αλλά, ανέθεσε στο Συμβούλιο του Π.Δ.Σ. ρόλο εποπτικής αρχής με συγκεκριμένες εξουσίες όταν ενεργεί ως εποπτική αρχή.

Περαιτέρω, οι δικηγόροι της δικηγορικής εταιρείας ανέπτυξαν επιχειρηματολογία με αναφορά σε τροποποιήσεις του Ν.188(Ι)/2007  για να υποστηρίξουν ότι η θέση του Α.Σ.Δ. είναι εσφαλμένη.  Ότι, μετά τις τροποποιήσεις, το άρθρο 59(6)(β) αναφέρεται σε «ανεξάρτητους επαγγελματίες νομικούς» και δεν αφορά στους δικηγόρους.  Το Συμβούλιο του Π.Δ.Σ. είναι η εποπτική αρχή των δικηγόρων, των δικηγορικών εταιρειών και των θυγατρικών τους αλλά όχι των ανεξάρτητων επαγγελματιών νομικών «όποιοι και αν είναι αυτοί», καταλήγει η επιχειρηματολογία τους.

 

Το άρθρο 59(2)(β) όριζε το Συμβούλιο του Π.Δ.Σ. ως την εποπτική αρχή «για τις επαγγελματικές δραστηριότητες ανεξάρτητων επαγγελματιών νομικών που καθορίζονται στο παρόντα Νόμο».  Υπήρχε σχετική αναφορά στο ερμηνευτικό άρθρο 2(β).  Με τον τροποποιητικό Ν.103(Ι)/2013, το άρθρο 59(2)(β) τροποποιήθηκε έτσι ώστε το Συμβούλιο του Π.Δ.Σ. να ορίζεται ως η εποπτική αρχή των δικηγόρων, των δικηγορικών εταιρειών και των θυγατρικών τους.[6]  Με τον τροποποιητικό Ν.13(Ι)/2018 διαγράφηκε και η σχετική ερμηνεία στο άρθρο 2(β).  Το άρθρο 59(6)(β), στο οποίο βασίστηκε η επιμέρους επιχειρηματολογία, παραμένει αναλλοίωτο από την αρχική θέσπιση του νόμου και αναφέρεται σε ανεξάρτητο επαγγελματία νομικό.[7]

 

Οι δικηγόροι των Καθ’ ων η Αίτηση εισηγούνται ότι η Βουλή εκ παραδρομής δεν διέγραψε το άρθρο 59(6)(β) και το Α.Σ.Δ. εσφαλμένα βασίστηκε σε αυτό, πρόκειται ωστόσο περί εικασίας.  Ενδέχεται αυτό που εκ παραδρομής δεν έγινε, να ήταν η τροποποίηση του άρθρου 59(6)(β) ώστε να αναφέρεται στους εποπτευόμενους δικηγόρους, δικηγορικές εταιρείες και θυγατρικές τους. 

 

Εντοπίζουμε αδυναμία στην επιμέρους επιχειρηματολογία των δικηγόρων της Καθ’ ης η Αίτηση να προσδιορίσει ποιοι είναι οι ανεξάρτητοι επαγγελματίες νομικοί και πώς μπορεί να μην περιλαμβάνουν τους δικηγόρους, αλλά και να εξηγήσει την εφαρμογή του άρθρου 59(2)(β) πριν τον τροποποιητικό Ν.101(Ι)/2013.

 

Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά του Α.Σ.Δ. ότι το άρθρο 59(6)(β) δεν θα έπρεπε να αγνοηθεί, αναδεικνύει ότι το σημείο αναφέρθηκε επιπροσθέτως, δεν ήταν καθοριστικό και ακόμα και στην περίπτωση που παρουσιάζει αδυναμία, πόρρω απέχει από του να αναδείξει ότι η απόφαση του Α.Σ.Δ., βασισμένη και σε άλλα σημεία, ελήφθη per incuriam. 

 

Οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση ανέπτυξαν περαιτέρω επιχειρηματολογία στη βάση της οδηγίας με τίτλο «Οδηγία προς τα Μέλη του ΠΔΣ (α) Διαδικασία Εποπτικού Ελέγχου (β) Πειθαρχική Διαδικασία», που το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, εξέδωσε και απεύθυνε προς τα μέλη του.  Η Οδηγία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 59(4) του Ν.188(Ι)/2007.[8]

 

  Αυτή, ανέφεραν, συνιστά δευτερογενή νομοθεσία για την εφαρμογή του Νόμου και την επιβολή κυρώσεων.  Το Α.Σ.Δ., συνεχίζουν, αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη του τη σχετική αυτή δευτερογενή νομοθεσία, όπως υποχρεούτο να πράξει, η οποία ήταν ανατρεπτική του συλλογισμού και των ευρημάτων του.  Η Οδηγία, είχε εν προκειμένω, όπως και στην περίπτωση της δικηγορικής εταιρείας Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., εφαρμοστεί.  Και στις δύο περιπτώσεις είχε συνταχθεί κατηγορητήριο και η διαδικασία κατέληξε στην επιβολή ποινής.  Πιθανό, αναφέρουν, οι περιστάσεις να μην είχαν τεθεί ενώπιον του Α.Σ.Δ. το οποίο εκδίκαζε νομικό θέμα.  Καταλήγουν οι δικηγόροι ότι, εφόσον λαμβανόταν υπόψη η Οδηγία, στην οποία δεν γίνεται αναφορά στην απόφαση, το Α.Σ.Δ θα κατέληγε ή θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ότι αυτό που ακολουθήθηκε ήταν πειθαρχική διαδικασία, που στη βάση της πάγιας νομολογίας, εφόσον αφορούσε δικηγόρους, ήταν δικαστικής φύσης.

 

Η νομολογία αναφορικά με τη δεσμευτικότητα της δευτερογενούς νομοθεσίας στην οποία παρέπεμψαν οι δικηγόροι της δικηγορικής εταιρείας (Βαβλίτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθ. Έφ. Αρ.1374/2017, ημερ.19.3.2025, Ethnikos v. K.O.A. (1984) 3(Β) C.L.R. 1150 και Δημοκρατία ν. Ματθαίου (1990) 3(Γ) Α.Α.Δ. 2452) δεν αφορά στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το νόμο.  Για την ερμηνεία ενός νόμου, σημασία έχει ό,τι ο ίδιος ο νόμος προβλέπει.  Και πως θα έπρεπε να εφαρμοστεί, παρά το πως εφαρμόστηκε.  Δεν είναι ασφαλής οδηγός η επίκληση δευτερογενούς νομοθεσίας, που εκδόθηκε με φαινομενική εξουσιοδότηση από το νόμο, ως εργαλείο για την ερμηνεία του.  Το αντίθετο είναι που συμβαίνει, να ερμηνεύεται ο νόμος για να διαπιστωθεί κατά πόσο η δευτερογενής νομοθεσία έχει εκδοθεί κατά παράβαση της εξουσιοδότησης (ultra vires) του νόμου (Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 98, 105).  Στην Ταμείο Σύνταξης Ιατρών και Οδοντιάτρων δια του Προέδρου του ν. Κιτρομηλή, Πολ. Έφ. Αρ.84/2017, ημερ.30.9.2025) αναφέρθηκε ότι:

 

«Κατά κανόνα, δεν είναι επιτρεπτό να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο της δευτερογενούς νομοθεσίας, για να ερμηνευτεί η πρωτογενής νομοθεσία η οποία εξουσιοδότησε την έκδοση της.  Και αναμφίβολα όχι όταν εξετάζεται κατά πόσο ο κανονισμός κινήθηκε εκτός του πλαισίου της εξουσιοδότησης του νόμου (“Craies on Legislation”, παρ.27.1.12.7-10, σελ.1118-1120)».  

 

 

Ο Ν.188(Ι)/2007 δεν εξουσιοδότησε την έκδοση οδηγιών που να προβλέπουν πειθαρχικές διαδικασίες.  Εφόσον προέβλεπε έτσι, και πάλι, είναι το λεκτικό του νόμου που θα είχε σημασία.  Η επί του προκειμένου επιχειρηματολογία είναι αλυσιτελής.  Η έκδοση οδηγίας που περιλαμβάνει πειθαρχικές διαδικασίες δεν θα μπορούσε να αποτελέσει οδηγό για την κατάληξη του Α.Σ.Δ.. 

 

Το τρίτο ζήτημα που εγείρεται από την Αιτήτρια είναι ότι η απόφαση ότι «ο έλεγχος που ασκεί το Συμβούλιο του ΠΔΣ είναι διοικητικός και επ’ ουδενί πειθαρχικός» έρχεται σε σαφή αντίθεση με καθιερωμένες αρχές της κυπριακής νομολογίας και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ε.Δ.Δ.Α..

 

Οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση παρέπεμψαν στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Παπασάββας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 134 και στην εκεί αναφορά (σελ.143-4) ότι στην Κυριακίδης και άλλων ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 485:

 

«Το Δικαστήριο κατέληξε, μετά από εκτεταμένη αναφορά στη νομολογία (κυπριακή και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), ότι καμιά κύρωση δεν μπορεί να επιβληθεί σε άτομο για ποινικό ή πειθαρχικό παράπτωμα έξω από το πλαίσιο της ποινικής ή πειθαρχικής διαδικασίας, προσαρμοσμένης στις διατάξεις του Άρθρου 12 του Συντάγματος».

 

    Παρέπεμψαν συναφώς στις εξουσίες που παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 59(6)(α) του Ν.188(Ι)/2007 στο Συμβούλιο του Π.Δ.Σ., σε περίπτωση κατά την οποία δικηγόρος ή δικηγορική εταιρεία παραλείπει να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του Νόμου ή των Οδηγιών που εκδόθηκαν, να του επιβάλει (ii)(αα) πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το €1.000.000,  ακόμη και (iii) να τροποποιήσει ή αναστείλει ή ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας του.  Πρόκειται, αναφέρουν για κυρώσεις και επομένως δεν θα μπορούσαν να επιβληθούν εκτός του πλαισίου πειθαρχικής διαδικασίας.

 

    Προς επίρρωση της θέσης τους παρέπεμψαν στη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α..  Στην Case of Muller-Hartburg v. Austria, Appl. no. 47195/2006, 19 February 2013, που αφορούσε δικηγόρο, αναφέρθηκε (σκέψη 47) ότι η προσωρινή αναστολή της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος και η διαγραφή από το μητρώο, συνιστούσαν χαρακτηριστικές πειθαρχικές κυρώσεις.[9] Στην Case of Nicolov v. Bulgaria, Appl. nos.13777/2018 and 49090/2018, 10 December 2024, που επίσης αφορούσε δικηγόρο, αναφέρθηκε (σκέψη 25) ότι η προσωρινή διαγραφή του αιτητή από το μητρώο των δικηγόρων, ως προσωρινή αναστολή της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, συνιστούσε χαρακτηριστική πειθαρχική κύρωση.

 

    Παρέπεμψαν, ως τέταρτο σημείο, και στη μεταγενέστερη της Κούρτελλος της 21.5.2025, απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Α.Σ.Δ. στην Αίτηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών, Αίτ. Αρ.3/2025, ημερ.4.6.2025, όπου υιοθετήθηκαν οι Κυριακίδης και Παπασάββας.

 

    Η πειθαρχική υφή δεν ήταν η καθοριστική παράμετρος στην απόφαση του Α.Σ.Δ. γιατί, όπως στη συνέχεια διαπιστώνουμε, το καθοριστικό σημείο ήταν άλλο.

 

    Στη Ε.Π., Πολ. Αίτ. Αρ.100/2024, ημερ.14.6.2024 αναφέρθηκε ότι στη Frangos v. Medical Disciplinary Board (1983) 1(Α) C.L.R. 256

 

«Εξηγήθηκε από το Εφετείο ότι είναι ο συσχετισμός του δικηγορικού επαγγέλματος με την απονομή της δικαιοσύνης που διακρίνει τις πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον δικηγόρων, ώστε να κατατάσσονται ως δικαστικές και ως τέτοιες να υπόκεινται σε έλεγχο κάτω από το Άρθρο 155.4.  Και αυτό γιατί η συμμόρφωση των δικηγόρων με τη δικηγορική δεοντολογία είναι σημαντική για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.  Τονίστηκε ότι εάν δεν υφίστατο αυτή η διασύνδεση, τότε, όπως κάθε άλλη διαδικασία που αφορά σε επαγγελματική δεοντολογία, θα κατηγοριοποιείτο ως διοικητικής φύσεως». 

 

 

   

    Επομένως, η διάκριση που ενδιαφέρει αφορά στο συσχετισμό με την απονομή της δικαιοσύνης.  Αυτή είναι η καθοριστική, για ό,τι μας ενδιαφέρει, παράμετρος.  Οι διαδικασίες επιβολής κυρώσεων διακρίνονται ως διοικητικές ή δικαστικές, ανάλογα με το συσχετισμό των συμπεριφορών για τις οποίες επιβάλλονται με την απονομή της δικαιοσύνης.  Πειθαρχικές κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν στο πλαίσιο κατηγοριοποιούμενων ως διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών, με την προϋπόθεση και στις δύο περιπτώσεις της τήρησης, κατ’ αναλογία, των προνοιών του Άρθρου 12 του Συντάγματος.  Άλλωστε το άρθρο 59(6)(α) του Ν.188(Ι)/2007 στο οποίο καθορίζονται τα μέτρα που η Εποπτική Αρχή δύναται να λάβει δεν αφορά μόνο το Συμβούλιο του Π.Δ.Σ. και τους δικηγόρους, αλλά όλες τις Εποπτικές Αρχές και όλες τις εποπτευόμενες υπόχρεες οντότητες.

 

    Το Α.Σ.Δ. αποφάνθηκε ότι στο πλαίσιο του Ν.188(I)/2007, μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις σε δικηγόρους και δικηγορικές εταιρείες χωρίς οι διαδικασίες που ακολουθούνται να θεωρούνται ως οιονεί δικαστικές.  Οι κυρώσεις αυτές δεν αφορούν την εν γένει συμπεριφορά των δικηγόρων και των δικηγορικών εταιρειών, αλλά στη συμμόρφωση τους με το Ν.188(I)/2007 και τις Οδηγίες που το Συμβούλιο του Π.Δ.Σ. έχει, κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδώσει.  Και η συμμόρφωση τους, δεν παραπέμπει, όπως εμμέσως αποφασίστηκε, στη απονομή της δικαιοσύνης, αλλά στην εξυπηρέτηση των σκοπών του νόμου, όπως στις περιπτώσεις όλων των άλλων εποπτευόμενων από τους οποίους απαιτείται επίσης συμμόρφωση, από τον κάθε ένα στο πεδίο δράσης του, που επηρεάζει την εφαρμογή του νόμου και προώθηση των σκοπών του.  Ανέφερε το Α.Σ.Δ. ότι:

 

«Η εξουσία επιβολής διοικητικού προστίμου είναι ακριβώς η ίδια για όλες τις εποπτικές αρχές οι οποίες «εγκαθιδρύονται» δυνάμει του Άρθρου 59 και συνάδει συναφώς με τους σκοπούς του Νόμου[4] και όχι με τους στενότερους σκοπούς του περί Δικηγόρων Νόμου.

 

Οι σκοποί του Νόμου είναι σε υπερεθνικό επίπεδο, ώστε να υπάρχει ένα ενωσιακό δίκτυο ρύθμισης και προστασίας από παράνομες δραστηριότητες και νομιμοποίηση εσόδων από αυτές, όχι μόνον των δικηγόρων και δη όπως το Εφετείο το έθεσε, σε συνάρτηση «με τη διαφύλαξη της τιμής του δικηγορικού σώματος» (Άρθρο 24(1)(α) του Κεφ.2). Η ερμηνεία που δόθηκε από το Εφετείο παρέμεινε στα στεγανά του περί Δικηγόρων Νόμου και δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις πρόνοιες του Νόμου για σαφώς διοικητικής υφής πράξεις.

 

 

[4]  Το  Άρθρο 1 της Οδηγίας καθορίζει πως «Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας»».

 

 

 

   Και στη συνέχεια:

 

 

«Ούτε μας βρίσκει σύμφωνους η θεώρηση του Εφετείου (όπως και του Πρωτόδικου Δικαστηρίου), (αν και χωρίς ευθέως να αναφέρεται), πως στην ουσία επρόκειτο για «οιονεί δικαστική πράξη», επειδή υπήρξε κατά την κρίση του, πράξη του Συμβουλίου που εγγενώς συνδέεται με την απονομή της δικαιοσύνης. Τέτοια ερμηνεία αντιστρατεύεται σαφώς το Νόμο».

 

 

Το Α.Σ.Δ. δεν αγνόησε τα άρθρα 15 και 17(3) του Κεφ.2, που αναφέρουν ότι κάθε δικηγόρος είναι λειτουργός της δικαιοσύνης και υπόκειται στην πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται στο νόμο.  Αποφάνθηκε ότι οι πράξεις του Συμβουλίου στο πλαίσιο του Ν.188(Ι)/2007 ήταν διοικητικής φύσης.  Ούτε τη σχετική νομολογία αγνόησε.  Μνημονεύονται στην απόφαση οι Αιμιλιανίδης ν. Δικηγορικού Συλλόγου (1992) 3 Α.Α.Δ. 174, Κακαράντζα ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, Ε.Δ.Δ.30/17, ημερ.12.10.2021 και Λοϊζίδης ν. Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου κ.ά., Ε.Δ.Δ. 5/2018, ημερ.20.11.2023, και γίνεται επίσης αναφορά στην επίδικη απόφαση ημερ.8.7.2024.  Αυτή η νομολογία δεν αγνοήθηκε αλλά, εφόσον το Α.Σ.Δ. αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για διοικητικής φύσεως διαδικασία, δεν είχε εφαρμογή.

 

Η Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Αίτ. Αρ.2/2025, ημερ.21.5.2025 συνιστά πρόσφατη νομολογία, την οποία, προσηλωμένοι στη θεμελιακή αρχή του δικαστικού προηγούμενου, ακολουθούμε.

 

Η Αίτηση εγκρίνεται.

 

Παρέχεται άδεια στο Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου για να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης ημερ.8.7.2024 στην Πολ. Αίτ. Αρ.70/2024.  Ο χρόνος καταχώρισης της έφεσης ορίζεται σε τέσσερις εβδομάδες από σήμερα.

 

Τα έξοδα της Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση.

 

 

 

 

 

 

Κ. Σταματίου, Π.

 

 

                                                      Χ. Μαλαχτός, Δ.

 

 

                                                      Ε. Εφραίμ, Δ.



[1]   Γιάννης Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε., Πολ. Αίτ. Αρ.70/2024, ημερ.8.7.2024.

[2]   Γιάννης Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε., Πολ. Αίτ. Αρ.57/2024, ημερ.30.4.2024.

[3] Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Αίτ. Αρ.16/2024, ημερ.5.2.2025.

[4]    Άρθρο 59(6)(iii) του Ν.188(Ι)/2007.

[5]     Γιάννης Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ, Πολ. Έφ. Αρ.7/2023, ημερ.10.4.2024.

[6]    «(i) δικηγόρου και/ή εταιρείας δικηγόρων κατά την έννοια που δίδεται στους όρους αυτούς από τις διατάξεις του περί Δικηγόρων Νόμου∙

       (ii) ομόρρυθμης εταιρείας ή ετερόρρυθμης εταιρείας της οποίας οι ομόρρυθμοι εταίροι είναι δικηγόροι ή εταιρείες δικηγόρων, καθώς και οποιασδήποτε σχετικής θυγατρικής εταιρείας τέτοιων εταιρειών:

       Νοείται ότι οι εν λόγω δραστηριότητες περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες εμπιστευμάτων και υπηρεσιών προς τρίτα μέρη που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο·»

 

[7]    «(β) ανεξάρτητος επαγγελματίας νομικός ή ελεγκτής ή εξωτερικός λογιστής ο οποίος παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου αυτού και τις οδηγίες που εκδίδονται από αρμόδια Εποπτική Αρχή βάσει του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου, παραπέμπεται από την αρμόδια Εποπτική Αρχή στο αρμόδιο Πειθαρχικό όργανο που αποφασίζει ανάλογα.»

[8]  «Εποπτική Αρχή, για σκοπούς παρεμπόδισης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου, εκδίδει και απευθύνει οδηγίες προς τα πρόσωπα που υπόκεινται στην εποπτεία της, οι οποίες είναι δεσμευτικές και υποχρεωτικές ως προς την εφαρμογή τους για τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονται:

 

    Νοείται ότι, στις οδηγίες που εκδίδονται από Εποπτική Αρχή καθορίζονται οι λεπτομέρειες και εξειδικεύεται ο τρόπος εφαρμογής των διατάξεων του  παρόντος  Μέρους από τα εποπτευόμενα πρόσωπα και απαιτείται η λήψη και εφαρμογή διαδικασιών και συστημάτων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση και παρεμπόδιση των κινδύνων διάπραξης ή απόπειρας διάπραξης αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας».

 

[9]    The Court notes that pursuant to section 16(1) of the Disciplinary Act in the version in force at the material time the applicable sanctions included a written reprimand, a fine of up to ATS 500,000 (approximately EUR 36,000), temporary suspension of the right to practise, or striking off the register. With the exception of the fine, these sanctions are typical disciplinary sanctions (see, mutatis mutandis, Moullet, cited above). As regards the fine, the Court notes that in contrast to fines in criminal proceedings fines under the Disciplinary Act do not attract a prison term in the event of default, as the disciplinary authorities have no power to impose deprivation of liberty. Although the size of the potential fine is such that it must be regarded as having a punitive effect, the severity of this sanction in itself does not bring the charges into the criminal sphere (see Brown, cited above).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο