Αναφορικά με την αίτηση του EBRAHIM KOSHSIRAT PACHEHΚΕΝA, για έκδοση Εντάλματος της φύσης Habeas CorpusRI v. Αναφορικά με την Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Πολιτική Αίτηση αρ.178/2026, 13/10/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την αίτηση του EBRAHIM KOSHSIRAT PACHEHΚΕΝA, για έκδοση Εντάλματος της φύσης Habeas CorpusRI v. Αναφορικά με την Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Πολιτική Αίτηση αρ.178/2026, 13/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Αίτηση αρ.178/2026)

13 Οκτωβρίου 2026

[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δικαστής]

                               

 

Αναφορικά με το Άρθρο 11 και 155.4 του Συντάγματος και τα άρθρα 3, 3Α και 9, 11, 14 και 15 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν. 33/1964)

-και-

Αναφορικά με τον περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018, αλλά και αναφορικά με τον Περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2022.

-και-

Αναφορικά με την αίτηση του EBRAHIM KOSHSIRAT PACHEHΚΕΝARI, ο οποίος κρατείται από την Κυπριακή Δημοκρατία δια του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και/ή του Υπουργού Εσωτερικών και/ή της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης σε κρατητήρια στην Πόλη Χρυσοχούς, για έκδοση Εντάλματος της φύσης Habeas Corpus

-και-

Αναφορικά με τον Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο (Κεφ. 105), άρθρα 6, 14, 18ΠΣΤ, άρθρο 5(1) και 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, άρθρο 11(2)(στ) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, 30, 34, 35 και 188.3, την Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ημερομηνίας 16.12.2008, τον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 14/60)

-και-

Αναφορικά με το διάταγμα κράτησης και απέλασης του αιτητή ημερομηνίας 23/3/2026 δια του Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και/ή Αρχηγού Αστυνομίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

-και-

Αναφορικά με την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω –

1.   Του Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας,

2.   Της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης

3.   Του Υπουργού Εσωτερικών

4.   Του Αρχηγού Αστυνομίας,

Δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

Εμφανίσεις

Γεώργιος Βασιλόπουλος για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες για τον αιτητή.

Τατιάνα Ιακωβίδου (κα) για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τους καθ’ ων η αίτηση.

                  

Ο αιτητής που κατάγεται από το Ιράν, συνελήφθη στις 23/3/2026 για παράνομη παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Με την παρούσα αίτησή του, ημ. 31/8/2026, επιζητεί την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus με σκοπό να κηρυχθεί παράνομη και καταχρηστική η συνεχιζόμενη κράτησή του και να διαταχθεί η άμεση απελευθέρωσή του.

Υποστηρίζεται στην παρούσα αίτηση ότι η κράτηση του αιτητή συνεχίζεται χωρίς την προβλεπόμενη ανά δίμηνο επανεξέταση, δεν του κοινοποιήθηκε απόφαση που να αιτιολογεί την περαιτέρω κράτησή του, ενώ ταυτόχρονα οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν λάβει ουσιαστικά μέτρα για την απέλασή του, ούτε επιδεικνύεται η απαιτούμενη επιμέλεια στη διαδικασία απομάκρυνσής του. Αναφέρεται περαιτέρω ότι η έκρυθμη κατάσταση στο Ιράν καθιστά την απέλασή του πρακτικά αδύνατη.

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου από το γραφείο των συνηγόρων του αιτητή, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί για το παράνομο της διάρκειας κράτησής του.

Η Δημοκρατία καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου προνομιακού εντάλματος. Με αυτήν προβάλλεται αρχικά προδικαστική ένσταση ότι η αίτηση είναι πρόωρη καθότι ο χρόνος κράτησης του αιτητή, ο οποίος προσμετρά από τις 23/3/2026, δεν ξεπερνά τους έξι (6) μήνες.

Η Δημοκρατία προβάλλει μεταξύ άλλων και τους πιο κάτω λόγους ένστασης:

·        Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να προωθήσει την παρούσα, καθότι επιδιώκει τον έλεγχο της νομιμότητας του διατάγματος κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 23/3/2026, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, για το οποίο ο αιτητής καταχώρησε την προσφυγή με 296/2026 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου το οποίο επιφύλαξε την απόφασή του.

·        Ο αιτητής έχει καταχωρήσει την παρούσα αίτηση καταχρηστικά, χρησιμοποιώντας τις πρόνοιες του Νόμου για να επεκτείνει την παραμονή του στην Κυπριακή Δημοκρατία καταστρατηγώντας την καλή πίστη, καθώς το αίτημα αμφισβήτησης της διάρκειας κράτησής του εξετάστηκε επιμελώς πολλάκις σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας.

·        Ο λόγος κράτησης του αιτητή που στηρίζεται στα άρθρα 14 και 18ΠΣΤ(1) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 105 είναι εύλογος και νόμιμος και η διάρκεια της κράτησης είναι αναγκαία καθότι διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κίνδυνος διαφυγής και παρεμπόδισης των διαδικασιών απέλασής του.

·        Η κράτηση του αιτητή δεν είναι παρατεταμένη και δεν έχουν προκύψει σχετικές περιστάσεις ή νέα στοιχεία που να επηρεάζουν τη νομιμότητα της διάρκειάς της, ούτε προκύπτει υπό τις περιστάσεις εγκατάλειψη του σκοπού για τον οποίο διατάχθηκε.

·        Η διάρκεια κράτησης του αιτητή οφείλεται σε ενέργειες του ιδίου.

Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση Λειτουργού Μετανάστευσης στο Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο άνω λόγοι ένστασης. Παρατίθεται επίσης το ιστορικό εισόδου και παραμονής του αιτητή στη Δημοκρατία ως ακολούθως:

1.           Ο αιτητής είναι ο EBRAHIM KOSHSIRAT PACHEHΚΕΝARI υπήκοος Ιράν με ημερομηνία γέννησης [ ]/[ ]/1983 (τεκμ.1). Εισήλθε στη Δημοκρατία από άγνωστο τόπο και χρόνο και στις 27/7/2006  υπέβαλε αίτηση ασύλου. Στις 23/12/2008 απορρίφθηκε το αίτημά του από την Υπηρεσία Ασύλου. Απορρίφθηκε επίσης το ίδιο αίτημα σε δεύτερο βαθμό από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων στις 24/3/2011 (τεκμ. 2).

2.           Στις 9/5/2013 ο αιτητής τέλεσε πολιτικό γάμο στο Δήμο Λιβαδιών με την ILIEVA SALZITSA υπήκοο Βουλγαρίας και υπέβαλε αίτηση ως σύζυγος ευρωπαίου πολίτη, η οποία απορρίφθηκε στις 27/8/2013 καθότι η ευρωπαία υπήκοος δεν κατείχε Βεβαίωση Εγγραφής (τεκμ. 3).

3.           Στις 9/9/2013 δόθηκε πληροφορία στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού ότι στην οδό [ ] αλλοδαπός με το όνομα RAMIN SHAHY κατέχει πλαστό έγγραφο και χρησιμοποιεί την πιο πάνω κατοικία.

4.           Την 10/9/2013 αστυνομικοί του ΤΑΕ μετέβησαν στο μέρος για εξετάσεις. Στην πιο πάνω οικία εντοπίστηκε ο αλλοδαπός ο οποίος παρουσίασε στην Αστυνομία διαβατήριο στο όνομα EBRAHIM ESMAIL KHOSHSIRAT PACHEHKENARI. Επίσης παρουσίασε πιστοποιητικό γάμου σύμφωνα με το οποίο νυμφεύτηκε με την ILIEVA SALZITSA, από την Βουλγαρία. Στην κατοχή του βρέθηκε χειρόγραφη σημείωση με αριθμό πιθανώς τραπεζικού λογαριασμού και δίπλα αναγράφεται το όνομα RAMIN SHAHY. Ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο γραφείο του Τ.Α.Ε Λεμεσού και από έλεγχο που διενεργήθηκε από την ΥΑΜ Λεμεσού διαπιστώθηκε ότι βρισκόταν παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας από τις 27/8/2013, οπότε και απορρίφθηκε αίτησή του ως σύζυγος Ευρωπαίας υπηκόου. Παράλληλα εντοπίστηκαν τα στοιχεία προσώπου με το όνομα RAMIN SHAHY, του οποίου η φωτογραφία που καταχωρήθηκε κατά την εγγραφή του φαίνεται ίδια με τη φωτογραφία του πιο πάνω προσώπου που παρουσιάστηκε ως EBRAHIM ESMAIL KHOSHSIRAT PACHEHKENARI. Η υπόθεση αφορά τα αδικήματα της Πλαστογραφίας, Κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, Πλαστοπροσωπίας, Εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και Παράνομης Παραμονής στο έδαφος της Δημοκρατίας. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ του έτους 2006 και 10/9/2013 στη Λεμεσό. Στις 14/9/2013 εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης. Ο αιτητής υπέβαλε προσφυγή κατά των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης και στις 10/1/2014 απελάθηκε στο Ιράν. Στις 7/4/2014 εκδόθηκε το διαζύγιό του με την Ευρωπαία υπήκοο ILIEVA SALZITSA (τεκμ. 4).

5.           Ο αιτητής επανήλθε στη Δημοκρατία από τα κατεχόμενα στα τέλη του 2014 και στις 7/6/2017 τέλεσε θρησκευτικό γάμο στον Ιερό Ναό Αγίου Χαραλάμπους Αγλαντζιάς με την Κύπρια πολίτη M.S. Στις 25/1/2018 υπέβαλε αίτηση ως σύζυγος-μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη με σκοπό την εργασία, και του παραχωρήθηκε άδεια με ισχύ μέχρι 25/1/2019. Ο φάκελος στάλθηκε στην ΥΑΜ για εξακρίβωση της γνησιότητας του γάμου. Αναφέρθηκε ότι πρόκειται για πρόσφατο γάμο με ζεύγος το οποίο συμβιώνει κάτω από την ίδια στέγη αλλά ότι υπάρχουν επιφυλάξεις ως προς τη βιωσιμότητά του. Η άδεια παραμονής του αιτητή ανανεώθηκε εκ νέου μέχρι 25/1/2024. Στις 25/10/2022 εκδόθηκε διαζύγιο (τεκμ. 5).

6.           Στις 29/11/2023 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση ως Υπήκοος τρίτης χώρας και ως Άλλο μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη που διατηρεί δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία με σκοπό την εργασία. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε στις 28/4/2024 καθότι σύμφωνα με την πολιτική που εφαρμόζεται για τα μέλη οικογένειας Κυπρίων πολιτών "στις περιπτώσεις διαζυγίου, ακύρωσης γάμου/πολιτικής συμβίωσης ή θανάτου του Κύπριου πολίτη, ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να αποταθεί για διευθέτηση άδειας παραμονής ως άλλο μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη νοουμένου ότι ο γάμος/πολιτική συμβίωση έχει διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και το ζεύγος είχε εισέλθει σε μια κοινή σοβαρή μακροπρόθεσμη νομική ή οικονομική δέσμευση από κοινού, μοιράζονται γονικές υποχρεώσεις και ο Υπήκοος Τρίτης Χώρας δεν παρουσιάζει προβληματικό μεταναστευτικό ιστορικό κ.λ.π”. Ως εκ τούτου, μετά από ενδελεχή έρευνα η αίτησή του για άδεια προσωρινής διαμονής ως άλλο μέλος οικογένειας Κύπριου πολίτη εξετάστηκε με τη δέουσα προσοχή και αυτή έχει απορριφθεί. Του δόθηκε όμως η επιλογή να αποταθεί για διευθέτηση της παραμονής του ως Επισκέπτης/Εργαζόμενος στις Γενικές κατηγορίες νοουμένου ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις της αιτούμενης άδειας.

7.           Στις 23/05/2024 τα στοιχεία του αιτητή τοποθετήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (τεκμ.6). Στις 22/3/2026 ο αιτητής συνελήφθη στην Λευκωσία για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία (τεκμ. 7).

8.           Στις 23/3/2026 εκδόθηκε διάταγμα κράτησης και απέλασης κατά του αιτητή δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (τεκμ. 8).

9.           Στις 8/4/2026, 11/6/2026 και 15/7/2026 έγινε επαναξιολόγηση της κράτησης του αιτητή (τεκμ.9).

Ο συνήγορος του αιτητή στην αγόρευσή του, διευκρίνισε ότι με την παρούσα δεν επιδιώκεται η προσβολή του διατάγματος κράτησης και απέλασης αλλά η διάρκεια της κράτησης. Αναφορικά με το εν λόγω διάταγμα απέλασης και συνεπακόλουθα κράτησης, ο αιτητής έχει καταχωρίσει προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα κατάχρησης της διαδικασίας με τη χρήση των δύο διαδικασιών για την επιδίωξη του ιδίου σκοπού όπως ισχυρίζεται η συνήγορος της Δημοκρατίας.

Ο συνήγορος ισχυρίστηκε επίσης ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν απέσεισαν το νομικό βάρος απόδειξης ότι είναι νόμιμη η συνέχιση της κράτησης του αιτητή για σκοπούς απέλασης. Με την ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης πουθενά δεν φαίνεται οποιαδήποτε απόφαση ανανέωσης της κράτησης του αιτητή ανά δίμηνο, ούτε πριν από τη λήξη του εξάμηνου υπάρχει τέτοια απόφαση όπως προνοεί το άρθρο 18ΠΣΤ(8) του Κεφ. 105. Αυτό που εντοπίζεται είναι σύμφωνα με το τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης της ένστασης, έντυπα επανεξέτασης με ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο ημερομηνίας 9/4/2026, 11/6/2026 και 14/7/2026.

Είναι η θέση του συνηγόρου ότι τόσο για το διάταγμα κράτησης όσο και για το διάταγμα απέλασης, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105 και πως δεν προκύπτει από οπουδήποτε πως το πρόσωπο που υπογράφει μία από τις επαναξιολογήσεις έχει εξουσιοδοτηθεί νομίμως αλλά ούτε και εμφαίνεται οποιαδήποτε απόφαση του Υπουργού ή του Υφυπουργού Μετανάστευσης για επαναξιολόγηση της κράτησης. Επί του προκειμένου, διαπιστώνεται, κατά τον συνήγορο, παραβίαση της βασικής νομολογιακής αρχής ότι η κράτηση θα πρέπει να έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και να διατηρείται μόνο καθόσον χρόνο η διαδικασία απομάκρυνσης εξελίσσεται και εκτελείται με τη δέουσα επιμέλεια.

Ο συνήγορος υποστήριξε τέλος ότι με δεδομένο το γεγονός ότι ο αιτητής είναι Ιρανός υπήκοος, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, ένεκα της έκρυθμης κατάστασης που υφίσταται στη συγκεκριμένη χώρα, σε συνάρτηση με τις διεθνείς υποχρεώσεις που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναλάβει, η απέλασή του στο Ιράν τουλάχιστον επί του παρόντος, δεν είναι εφικτή. Κατά συνέπεια, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο ένταλμα, ο αιτητής θα συνεχίσει να τελεί υπό κράτηση για περαιτέρω απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, χωρίς να υπάρχει, στο παρόν στάδιο, στη βάση των εξαιρετικά ιδιαίτερων γεγονότων της υπόθεσης, λογική προοπτική απομάκρυνσής του από την Κύπρο.

Η συνήγορος για τη Δημοκρατία στην δική της αγόρευση επανέλαβε τους ισχυρισμούς για το πρόωρο της αίτησης καθότι αυτή καταχωρίστηκε πριν από τη συμπλήρωση του αρχικού εξαμήνου κράτησης που προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Επανέλαβε επίσης τη θέση ότι η απέλαση δεν μπορεί να προχωρήσει όσο εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες που άσκησε ο ίδιος ο αιτητής και οι οποίες έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Με αυτή την έννοια, η καθυστέρηση της απέλασης αποδίδεται κυρίως στη συμπεριφορά και στη μη συνεργασία του αιτητή, καθώς και στις προσφυγές και λοιπές διαδικασίες που ο ίδιος κίνησε.

Επιπλέον, η κράτηση κατά τη συνήγορο επανεξετάστηκε επανειλημμένα και κρίθηκε αναγκαία, λόγω κινδύνου διαφυγής και απουσίας κατάλληλων εναλλακτικών μέτρων. Ήταν δε η θέση της ότι τυχόν μικρή απόκλιση από τη δίμηνη προθεσμία επανεξέτασης δεν καθιστά αυτομάτως την κράτηση παράνομη, εφόσον η επανεξέταση γίνεται τακτικά και εντός εύλογου χρόνου.

Ως προς το ιστορικό του αιτητή, η συνήγορος ανέφερε ότι αυτός είναι υπήκοος Ιράν, εισήλθε επανειλημμένα παρανόμως στη Δημοκρατία, υπέβαλε αιτήσεις ασύλου και παραμονής, χρησιμοποίησε διαφορετικά στοιχεία ταυτότητας, και αφού απελάθηκε στο παρελθόν, επανήλθε εκ νέου και πάλι παράνομα μέσω των κατεχομένων. Μετά την απόρριψη του τελευταίου αιτήματός του για άδεια παραμονής, παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία και συνελήφθη τον Μάρτιο του 2026.

Στην παρούσα περίπτωση, είναι η θέση της συνηγόρου για τη Δημοκρατία ότι η κράτηση παραμένει νόμιμη, αναγκαία και εύλογη αφού ο σκοπός της απέλασης δεν έχει εγκαταλειφθεί και επιπλέον, ο αιτητής δεν απέδειξε παρανομία λόγω της διάρκειας της κράτησης.

Έχω εξετάσει με προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου σε συνδυασμό με τις θέσεις και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων όπως παρατέθηκε στις εκατέρωθεν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους.

Σημειώνεται ότι με τη διαδικασία του εντάλματος Habeas Corpus επιδιώκεται η διασφάλιση του δικαιώματος της ελευθερίας του αιτητή, ο οποίος, κατ' ισχυρισμό, τελεί υπό παράνομη κράτηση. Οποτεδήποτε στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας διαπιστώνεται κάτι τέτοιο, το σχετικό διάταγμα εκδίδεται δικαιωματικά και όχι ως θέμα άσκησης διακριτικής εξουσίας, οπότε ο αιτητής αφήνεται ευθύς ελεύθερος (βλ. Πλαστήρα (2003) 1 Α.Α.Δ. 390). Απαραίτητη προϋπόθεση συνιστά η απόδειξη, εκ μέρους του αιτούντος, του παράνομου της κράτησης ή φυλάκισης (βλ. Καλφοπούλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 55).

Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου ότι ο αιτητής διατάχθηκε να παραμείνει υπό κράτηση δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ(1)(α) του Κεφ. 105 και του άρθρου 15(1)(α) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ με την προοπτική απέλασής του και λόγω διαπιστωμένου κινδύνου διαφυγής αλλά και της απόφασης της Διοίκησης ότι δεν ήταν εφικτή η αποτελεσματική εφαρμογή λιγότερο περιοριστικών μέτρων.

Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα, ο Υπουργός Εσωτερικών δύναται να εκδίδει διάταγμα που να θέτει υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας υποκείμενο σε διαδικασίες επιστροφής, μόνο για την προετοιμασία της επιστροφής και/ή τη διεκπεραίωση της διαδικασίας απομάκρυνσης, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή όταν ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας αποφεύγει ή παρεμποδίζει την προετοιμασία της επιστροφής ή τη διαδικασία απομάκρυνσης. Επιπλέον, το εδάφιο 7 του πιο πάνω άρθρου, καθορίζει ότι η κράτηση εξακολουθεί καθ’ όλη τη χρονική περίοδο κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις του εδαφίου 1, είναι αναγκαία για να διασφαλισθεί η επιτυχής απομάκρυνση και δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες.

Εντούτοις, σύμφωνα με το εδάφιο 8 του ιδίου άρθρου, ο Υπουργός Εσωτερικών δεν δύναται να παρατείνει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο εδάφιο (7) παρά μόνο για πρόσθετο περιορισμένο χρόνο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, παρ’ όλες τις εύλογες προσπάθειες, η επιχείρηση απομάκρυνσης είναι πιθανόν να διαρκέσει περισσότερο, επειδή ο συγκεκριμένος υπήκοος της τρίτης χώρας αρνείται να συνεργαστεί ή καθυστερεί η λήψη αναγκαίων εγγράφων από τρίτες χώρες.

Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τις αρχές που μπορεί να επηρεάσουν τη νομιμότητα της κράτησης για σκοπούς απέλασης αλλοδαπού, λόγω αναιτιολόγητα παρατεταμένης διάρκειάς της, ώστε να δικαιολογείται η έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus. Σχετική είναι μεταξύ άλλων, η απόφαση στην υπόθεση Khoshorauli, Πολ. Αίτηση 1/2019, ημερ. 24/01/2019, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

«Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ΕΔΑΔ το κατά πόσο η διάρκεια των διαδικασιών απέλασης μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της κράτησης, εξαρτάται αποκλειστικά από τα γεγονότα της υπόθεσης με δεδομένο πάντοτε ότι η κράτηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά διενεργείται με σκοπό την απέλαση.»

Σύνοψη της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος καταδεικνύει ότι η κράτηση για σκοπούς απέλασης δεν είναι απεριόριστη και πρέπει να συνδέεται με πραγματική και εύλογη προοπτική απέλασης, ενώ ταυτόχρονα η διοίκηση οφείλει να ενεργεί με επιμέλεια και ταχύτητα (βλ. Fasel ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 876 και Tikov Πολ. Αίτηση 62/2019 ημ. 10/5/2019), ECLI:CY:AD:2019:D181. Επιπλέον, το εδάφιο 4(α) του άρθρου 9ΣΤ καθορίζει ότι η κράτηση έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και διαρκεί μόνο για όσο διάστημα ισχύει ο λόγος κράτησης που προβλέπεται στο εδάφιο (2). Περαιτέρω σύμφωνα με την απόφαση Khoshorauli (ανωτέρω) το παρατεταμένο ή μη της κράτησης εξετάζεται υπό το φως του Άρθρου 11.2(στ) του Συντάγματος και του αντιστοίχου Άρθρου 5.1(στ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Από την άλλη υποδεικνύεται από την πιο πάνω νομολογία ότι το εύλογο της διάρκειας κράτησης κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης, η δε συμπεριφορά και η μη συνεργασία του κρατουμένου μπορούν να δικαιολογήσουν κάποια καθυστέρηση (βλ. Essa Murad Khlaief (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1402).

Έχει επίσης λεχθεί ότι ο αιτητής φέρει αρχικά το βάρος να καταδείξει εκ πρώτης όψεως ότι η κράτησή του είναι παράνομη. Αν τούτο στοιχειοθετηθεί επαρκώς, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται στο πρόσωπο που έχει τη φυσική κατοχή και τον έλεγχο του ατόμου (βλ. Καλφοπούλου ανωτέρω και Yusuf ν. Υπουργού Εσωτερικών κ.α., Πολ. Αιτ. 91/2019, 20/6/2019), ECLI:CY:AD:2019:D237.

Στην παρούσα περίπτωση, η Δημοκρατία προβάλλει ως προδικαστική ένσταση το πρόωρο της αίτησης διότι αυτή καταχωρίστηκε πριν από τη συμπλήρωση του αρχικού εξαμήνου κράτησης που προβλέπει η σχετική νομοθεσία.

Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Ο χρονικός περιορισμός των 6 μηνών που προβλέπει το εδάφιο 7 του άρθρου 18ΠΣΤ του Κεφ. 105 δεν σημαίνει ότι δεν εξετάζεται η νομιμότητα της διάρκειας κράτησης σε αυτό το διάστημα. Το εδάφιο 4 του ιδίου άρθρου καθορίζει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών επανεξετάζει κάθε διάταγμα κράτησης το οποίο εκδίδει δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ, αυτεπάγγελτα ανά δίμηνο, και σε οποιοδήποτε εύλογο χρονικό διάστημα, κατ’ αίτηση του επηρεαζόμενου υπηκόου τρίτης χώρας.

Επί του προκειμένου, η Δημοκρατία υπέδειξε ότι εν πάση περιπτώσει έγιναν επαναξιολογήσεις της κράτησης του αιτητή στις 8/4/2026, 11/6/2026 και 15/7/2026. Ο συνήγορος του αιτητή στην αγόρευσή του, αντέτεινε ότι οι καθ' ων η αίτηση χρησιμοποιούν αυτούσιο το λεκτικό της πρώτης επαναξιολόγησης, καταλήγοντας σε όλες στο ίδιο απόσπασμα, απλά αλλάζοντας τις ημερομηνίες για να δείξουν την κατ’ αυτούς δέουσα επιμέλεια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, που υπογράφει μία από τις επαναξιολογήσεις, δεν έχει εξουσιοδοτηθεί νομίμως αλλά ούτε και εμφαίνεται οιαδήποτε σχετική απόφαση του Υπουργού ή του Υφυπουργού. Τα σχετικά έγγραφα που επισυνάφθηκαν ως παράρτημα στην αγόρευση της συνηγόρου για τη Δημοκρατία δεν συνιστούν μαρτυρία και δεν μπορούν, σύμφωνα με τον συνήγορο του αιτητή, να ληφθούν υπόψη.

Οι πιο πάνω θέσεις δεν ευσταθούν. Προκύπτει από το υλικό που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι η επαναξιολόγηση της συνέχισης της κράτησης του αιτητή έγινε αφού λήφθηκε υπόψη το μεταναστευτικό του ιστορικό, και ειδικά η απέλαση του στο παρελθόν καθώς και η εκ νέου παράνομη είσοδος του από τις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. Στο σχετικό έντυπο επαναξιολόγησης αναφέρεται επιπλέον ότι δεν κατείχε διαβατήριο και επεξηγούνται τα διαβήματα που έγιναν για έκδοση ταξιδιωτικού εγγράφου. Επίσης, γίνεται αναφορά στη μη συμμόρφωση του αιτητή με τους όρους των εναλλακτικών αντί της κράτησης μέτρων που του επιβλήθηκαν στο παρελθόν, η οποία οδήγησε στην εκ νέου σύλληψή του για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία.

Συνεπώς, είναι ορθή η θέση της Δημοκρατίας ότι η κράτηση του αιτητή έχει επανεξεταστεί σύμφωνα με το Νόμο και εν πάση περιπτώσει, δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ώστε να μην έχει ανακύψει ζήτημα υπέρβασης του αρχικού ανώτατου ορίου των 6 μηνών, ούτε είχε ακόμη τεθεί ζήτημα εφαρμογής των ειδικότερων προϋποθέσεων που προβλέπονται για συνέχιση της κράτησης πέραν του εξαμήνου δυνάμει του άρθρου 18ΠΣΤ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105. Ανεξαρτήτως τούτου, προκύπτει ότι η επαναξιολόγηση έγινε αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά δεδομένα με αποτέλεσμα να μην ευσταθεί η θέση του αιτητή ότι η Δημοκρατία δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια στο ζήτημα αυτό.

Όσον αφορά την εξουσιοδότηση της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης που υπογράφει μια εκ των επαναξιολογήσεων, και η οποία επισυνάπτεται ως παρατήρημα Α στην αγόρευση των καθ’ ων η αίτηση, είναι ορθή η θέση της συνηγόρου για τη Δημοκρατία ότι πρόκειται για δημόσιο έγγραφο που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν ειδική μαρτυρία για προσκόμισή του στο Δικαστήριο.

Εν πάση περιπτώσει όπως έχει νομολογηθεί, ο χρόνος επαναξιολόγησης δεν κρίνεται αυστηρά ώστε εάν η επανεξέταση δεν γίνει εντός του διμήνου αλλά σε μικρό χρονικό διάστημα μετά, η κράτηση αμέσως να μεταβάλλεται σε παράνομη. Σχετική είναι η απόφαση Khouri (2014) 1 ΑΑΔ 1794, στην οποία λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η Κυπριακή Δημοκρατία διαφοροποιήθηκε από την Οδηγία 2008/115/ΕΚ, η οποία προέβλεπε επανεξέταση «ανά εύλογα χρονικά διαστήματα» και καθόρισε επανεξέταση «ανά δίμηνο». Περίοδος η οποία είναι πιο γενναιόδωρη από την περίοδο που προβλέπει η Οδηγία, η οποία με τη χρήση του όρου «εύλογα χρονικά διαστήματα» σαφώς συνδέει το χρόνο με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αφήνει το Δικαστήριο να είναι ο τελικός κριτής.

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου ότι η κράτηση του αιτητή, η οποία δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες, έχει επανεξεταστεί σύμφωνα με τον Νόμο χωρίς να διαπιστώνεται οιαδήποτε παρατυπία που να δικαιολογεί την απελευθέρωσή του λόγω ανεπαρκούς επαναξιολόγησης της κράτησής του.

Ο αιτητής υποστήριξε επίσης ότι η συνέχιση της κράτησης είναι παράνομη δεδομένου ότι η απέλασή του είναι αδύνατη λόγω των συνθηκών που επικρατούν στο Ιράν. Όμως δεν έχει καταδειχθεί από το υλικό που τέθηκε ενώπιόν μου ότι συνεχίζει να επικρατεί σήμερα έκρυθμη κατάσταση ή συνθήκες πολέμου στο Ιράν ή ότι υπάρχει απαγόρευση πτήσεων σε αυτή τη χώρα.

Αντιθέτως, είναι σαφές ότι η απέλαση του αιτητή δεν μπορεί να προχωρήσει στο παρόν στάδιο από δικές του αποκλειστικά ενέργειες ήτοι μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της προσφυγής που καταχώρησε εναντίον των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, αφού το διάταγμα απέλασης αναστάληκε στο πλαίσιο της εν λόγω προσφυγής.

Εν κατακλείδι, συνεκτιμώντας το σύνολο του ενώπιόν μου υλικού, τις ενέργειες των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας, τη συμπεριφορά του αιτητή και τον χρόνο που έχει παρέλθει, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η κράτησή του για σκοπούς απέλασης δεν έχει υπερβεί το εύλογο χρονικό διάστημα και, συνεπώς, δεν καθίσταται παράνομη.

Η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

 

Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο