ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Aίτηση αρ. 191/2025)
(i-Justice)
9 Οκτωβρίου, 2026
[ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΤΗΣ Ν.Τ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡ. 25/6/2025 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155, ΑΡΘΡΑ 25-28
_________________
Δ. Τσολακίδης, για Δημήτρης Τσολακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια.
B. Mπίσσας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, με Μ. Φωτιάδου (κα), Δικηγόρο της Δημοκρατίας και Ε. Κωνσταντίνου (κα), Δημόσιο Κατήγορο, για Γενικό Εισαγγελέα.
_________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.:- Η Αστυνομία, η οποία έχει καθήκον να διερευνά και εξιχνιάζει εγκλήματα, διερευνούσε σοβαρή υπόθεση η οποία αφορά σε κατ΄ επανάληψη εγκλήματα που έχουν να κάνουν με «εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, παροχή προστασίας, και παροχή υπηρεσιών παράνομου τζόγου». Οι εν λόγω παράνομες δραστηριότητες φέρονται να αποφέρουν τεράστια χρηματικά ποσά, ενώ ο ιθύνων νους της όλης παράνομης δραστηριότητας, φέρεται να είναι συγκεκριμένος κατάδικος ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τον τελευταίο να φέρεται να χρησιμοποιεί, από τις Κεντρικές Φυλακές, «έξυπνη τηλεφωνική συσκευή», και μάλιστα με αγγλικό αριθμό κλήσης για ευνόητους λόγους. Με την εν λόγω συσκευή φέρεται να επικοινωνεί τόσο με την αιτήτρια όσο και με άλλο πρόσωπο εκτός των Κεντρικών Φυλακών, και στο πλαίσιο της εν λόγω επικοινωνίας «δίδει οδηγίες/προβαίνει σε διευθετήσεις για τη διαχείριση και αποθήκευση των πιο πάνω αναφερόμενων παράνομων χρημάτων». Συγκεκριμένα, «Η είσπραξη/παραλαβή των παράνομων χρημάτων από μέρη, υποστατικά και πρόσωπα, γίνεται από τον Ό. Φ. @ Μ., στην βάση οδηγιών του 1ου ύποπτου. Ακολούθως, ο Ό. Φ. τα μεταφέρει και τα παραδίδει στην 2η ύποπτη.» Το συνολικό χρηματικό ποσό που παραδίδεται εβδομαδιαίως, προϊόν της παράνομης δραστηριότητας, φέρεται να ανέρχεται στις €50.000 περίπου, ενώ το χρηματικό ποσό το οποίο συγκεντρώθηκε τους τελευταίους έξι μήνες φέρεται να πλησιάζει το €1.000.000.
Η αιτήτρια μετά την παραλαβή των χρηματικών ποσών, φέρεται να διαμοιράζει αυτά, κατόπιν οδηγιών και/ή συνεννόησης με τον πιο πάνω κατάδικο, με τον οποίο διατηρεί σχέση, ως ακολούθως:
· «Για τα έξοδα του Ινστιτούτου Αισθητικής της ιδίας, με την ονομασία [ ], που βρίσκεται στην οδό [ ].
· Για προσωπικά έξοδα της ιδίας
· Χρηματικά ποσά παραδίδονται στην 3η ύποπτη και στους Χ. (Χ.) Τ. (4ος ύποπτος) και στον Χ. Τ. (5ος ύποπτος), (πατέρας και αδελφός της 2ης ύποπτης αντίστοιχα)
· Για την πληρωμή συνεργατών του 1ου υπόπτου
· Χρηματικό ποσό φυλάσσεται για λογαριασμό του 1ου ύποπτου, σε πέντε διαφορετικούς χώρους, ως εξής:
· Στην κατοικία των υπόπτων 3 και 4 στην οδό [ ],
· Στο διαμέρισμα της 2ης ύποπτης, στην οδό [ ],
· Στο διαμέρισμα του 5ου υπόπτου, στην οδό [ ],
· Στο κοσμηματοπωλείο με την ονομασία [ ] ιδιοκτησίας των υπόπτων 3 και 4, στην οδό [ ] το οποίο διαχειρίζεται ο 5ος ύποπτος».
Τα πιο πάνω, και άλλα, περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, η οποία υποστήριζε αίτημα της Αστυνομίας για έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας στο διαμέρισμα της αιτήτριας στην πιο πάνω διεύθυνση. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση γίνεται αναφορά πως όλα τα πιο πάνω προήλθαν από πληροφορία «υψίστης αξιοπιστίας» που δόθηκε στην Αστυνομία στις 18.6.2025 (δηλαδή λίγες ημέρες πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας). Ο πληροφοριοδότης, ο οποίος στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη αποκαλείται «η πηγή», χωρίς να διευκρινίζεται το φύλο, φέρεται να αντλεί τη γνώση του από «την σχέση και την πρόσβαση» που έχει με την οικογένεια της αιτήτριας, και ειδικότερα από τη φιλική σχέση που διατηρεί με την αιτήτρια. Στην ένορκη δήλωση, καταγράφεται ακόμη πως ο πληροφοριοδότης («η πηγή») έχει άμεση γνώση των γεγονότων και «άμεση πρόσβαση στο Ινστιτούτο Αισθητικής της 2ης ύποπτης και στο οικογενειακό της περιβάλλον». Η 2η ύποπτη είναι η αιτήτρια.
Τέλος, στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη καταγράφεται πως η πιο πάνω «πηγή», έδωσε συμπληρωματική πληροφορία στην Αστυνομία, στις 20.6.2025, σύμφωνα με την οποία η αιτήτρια συνεργάζεται με τρεις συγκεκριμένους δεσμοφύλακες των Κεντρικών Φυλακών, τους οποίους και κατονομάζει, στους οποίους η αιτήτρια δίδει χρηματικά ποσά, προκειμένου ο πιο πάνω κατάδικος να έχει ευνοϊκή μεταχείριση καθ΄ ον χρόνο εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές. Η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση συνίσταται (α) σε μεταφορά ναρκωτικών και άλλων ουσιών «σύμφωνα πάντα με τις καθημερινές ανάγκες του κατάδικου», και (β) σε «ενημέρωση του κατάδικου από τη 2η ύποπτη, κατόπιν πληροφόρησης των 3 δεσμοφυλάκων, έτσι ώστε αυτός να αποκρύψει παράνομες ουσίες ή αντικείμενα που έχει στην κατοχή του (ναρκωτικά, κινητό τηλέφωνο), σε περίπτωση έρευνας».
Μάλιστα στην Ένορκη Δήλωση που υποστήριζε το αίτημα, καταγράφεται πως στην παρουσία της «πηγής», η αιτήτρια έδωσε σε συγκεκριμένο δεσμοφύλακα (τον [ ] Μ., 6ο ύποπτο), το χρηματικό ποσό των €1.000 σε μετρητά. Για το θέμα αυτό θα γίνει αναφορά και στη συνέχεια.
Στo πλαίσιo διερεύνησης της πιο πάνω σοβαρής υπόθεσης, η Αστυνομία αξίωσε δικαστικά εντάλματα έρευνας των πιο κάτω οικιών και υποστατικών, ως ακολούθως:
· Πτέρυγα 8Α, κελί [ ], Τμήμα Φυλακών, (1ος ύποπτος)
· Οδός [ ] (2η ύποπτη)
· «Ινστιτούτο Αισθητικής [ ], (2η ύποπτη)
· Οδός [ ], (3η και 4ος ύποπτοι)
· Οδός [ ], Κοσμηματοπωλείο με την ονομασία [ ], (5ος ύποπτος)
· Οδός [ ], (6ος ύποπτος)
· Οδός [ ], (7η ύποπτη)
· Οδός [ ], (8η ύποπτη).»
Τα εντάλματα έρευνας αξιώθηκαν αφού, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση που υποστήριζε το αίτημα «δημιουργείται εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στους πιο πάνω τόπους υπάρχουν και θα εντοπιστούν χρηματικά ποσά σε μετρητά, κινητά τηλέφωνα και πίνακας, καθώς και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται και θα παρέχει απόδειξη ως προς την διάπραξη των ακόλουθων ποινικών αδικημάτων: …» Ένα από τα εκδοθέντα εντάλματα έρευνας αφορούσε στην οικία/διαμέρισμα της αιτήτριας, στην οδό [ ]. Με το εκδοθέν ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτήθηκε η κατάσχεση χρηματικών ποσών σε μετρητά και κινητών τηλεφώνων.
Στο πλαίσιο της μονομερούς Αίτησης με αρ. 179/2025, δόθηκε άδεια στην αιτήτρια να καταχωρίσει Αίτηση διά κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται το πιο πάνω ένταλμα έρευνας. Το Ανώτατο Δικαστήριο δίδοντας την άδεια σημείωσε τα ακόλουθα:
«Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εμβαθύνει. Κρίνω, έχοντας ενώπιον μου το συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του εντάλματος έρευνας, και με τα όσα σημείωσα σε σχέση με την πηγή γνώσης του πληροφοριοδότη, πως εγείρεται θέμα κατά πόσο ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου είχε τεθεί τέτοια μαρτυρία και γεγονότα, από τα οποία προέκυπτε συγκεκριμένη και εύλογη υπόνοια ότι στη συγκεκριμένη οικία και υποστατικά της αιτήτριας «αποκρύπτονται τεκμήρια όπως χρηματικά ποσά σε μετρητά, κινητά τηλέφωνα καθώς και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων».
Κατ΄ επέκταση, βρίσκω πως υπάρχει εκ πρώτης όψεως και/ή συζητήσιμο θέμα σε σχέση με το κατά πόσο το ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε να είχε ικανοποιηθεί ότι υπήρχε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία που δικαιολογούσε την έκδοση του εντάλματος έρευνας, συμπεριλαμβανομένης και της προϋπόθεσης που αφορά σε αναγκαιότητα έκδοσης αυτού. Η αιτούμενη άδεια δίδεται για τους πιο πάνω λόγους.»
Ως γνωστό, όταν το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται η χορήγηση ή όχι της αιτούμενης άδειας, αυτό δεν εμβαθύνει στην υπόθεση. Συνεπώς, εκεί όπου δίδεται άδεια, είναι δυνατόν, στο πλαίσιο ακρόασης της Αίτησης διά κλήσεως που ακολουθεί, «να διαλυθούν οι πρώτες θετικές εντυπώσεις» (Lindos Constructions Ltd (1989) 1(E) Α.Α.Δ. 648). Πρόσφατα στην Αναφορικά με την Αίτηση της Αρετής Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά., για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 37/25, ημερ. 6/10/2026 επαναλαμβάνεται ότι η χορηγηθείσα άδεια «δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα, ούτε προσθέτει άλλη δυναμική στην υπόθεση των αιτητών».
Η Αίτηση διά κλήσεως καταχωρίστηκε ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Ο Γενικός Εισαγγελέας εμφανίστηκε, και καταχώρισε ένσταση, η οποία βασίζεται σε δεκαοκτώ Λόγους, το περιεχόμενο των οποίων έχω θέσει ενώπιον μου. Η ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, δηλαδή του προσώπου που είχε προβεί στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας. Και οι δύο πλευρές κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων ανέπτυξαν με τον προφορικό λόγο. Έχω θέσει ενώπιον μου τις θέσεις τους και θα κάνω ειδική αναφορά σε αυτές, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να επαναλάβω πως κριτής των προϋποθέσεων για την έκδοση εντάλματος έρευνας, είναι πάντοτε το κατώτερο Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Εάν το κατώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε εύλογα και δικαιολογημένα να καταλήξει στην ύπαρξη των προϋποθέσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της εν λόγω διακριτικής του ευχέρειας. Tο πιο κάτω απόσπασμα από την Aeroporos & Another v. Police (1987) 2 C.L.R. 232, ισχύει, κατ΄ αναλογίαν, και εδώ:
«Having taken into consideration the material on the record, which the Judge had before him, we are of the view that he could reasonably and justifiably, in the exercise of his discretion, reach the conclusion that there existed reasonable suspicion and his discretion was over wise wulicially».
Στην Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Ο.Π.Α.Π. Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 133/2018, ημερ. 17.12.2018, επαναλαμβάνεται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου και ότι το κριτήριο είναι:
«… κατά πόσο ο εκδώσας το ένταλμα δικαστής θα μπορούσε να ικανοποιηθεί στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον για την ύπαρξη εύλογων λόγων να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα θα εντοπίζονταν στα υποστατικά των οποίων επιδιωκόταν η έρευνα και θα παρείχαν βοήθεια στη στοιχειοθέτηση αδικήματος.»
Παρόμοια προσέγγιση υπήρξε και πρόσφατα, στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Γεωργίου, Πολ. Έφ. Αρ. 15/2024, ημερ. 17.10.2024, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«Με δεδομένο ότι το κατώτερο Δικαστήριο λειτούργησε εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του, δεν βλέπουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο πλαίσιο πάντα του ελέγχου νομιμότητας που προβαίνει σε διαδικασίες του είδους, θα μπορούσε ουσιαστικά να αντικαταστήσει την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου για την τεθείσα υπόψη του μαρτυρία και την προσέγγιση του τελευταίου για το ζήτημα. ….»
Επανέρχομαι στην Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, η οποία ήταν και το μαρτυρικό υλικό επί του οποίου βασίστηκε το κατώτερο Δικαστήριο για να εκδώσει το προσβαλλόμενο ένταλμα έρευνας. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω ότι οι Ένορκες Δηλώσεις προς υποστήριξη αιτημάτων που αφορούν σε έκδοση εντάλματος έρευνας ή σύλληψης, θα πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά και με γνώμονα την κοινή λογική. Προς τούτο παραπέμπω στην Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Θ.Γ., 2. Κ.Π. και 3. Γ.Γ. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Φύσεως Certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 11/2025, ημερ. 21.7.2025, όπου τονίζονται τα ακόλουθα:
«Ολοκληρώνοντας επιθυμούμε να επαναλάβουμε τα πιο κάτω, τα οποία έχουν επισημανθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Ν., Πολιτική Έφεση Αρ. 366/2021, ημερ. 5/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:A184, ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να προσεγγίζονται οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αιτήματα για εντάλματα έρευνας και σύλληψης:
«δεν αναμένεται στον όρκο που παρουσιάζει η Αστυνομία λεπτομερέστατη καταγραφή και ανάλυση όλων των στοιχείων. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι οι ένορκες αυτές δηλώσεις ετοιμάζονται από αστυνομικά όργανα σε χρόνο που δεν έχουν, βεβαίως, στην κατοχή τους όλα τα γεγονότα και δεν μπορεί να απαιτείται επίπεδο σύνταξης που χαρακτηρίζει συγγραφή του όρκου από δικηγόρο, ή επίπεδο ποιότητας ενός δικογράφου. Η ουσία είναι ότι αυτές οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά, με γνώμονα την κοινή λογική. Επί του θέματος αυτού μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους τα όσα, ταυτόσημα, έχουν αναφερθεί στην Πολιτική Έφεση Αρ. 119/2017, Αναφορικά με την αίτηση του Κωνσταντίνου, ημερ. 26/9/2017 με παραπομπή στις αποφάσεις R. v. Sanchez, 1994 CanLII ημερ. 26/9/2017 με παραπομπή στις αποφάσεις R. v. Sanchez, 1994 CanLII 5271, Re Lubell and the Queen (1973) 11 CCC (2d) 188 (Ont. H.C.).»
Εν προκειμένω, στην Ένορκη Δήλωση, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, καλύπτει τρεις τυπωμένες σελίδες, γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στην εμπλοκή/ανάμειξη της αιτήτριας στα υπό διερεύνηση εγκλήματα. Ως ελέχθη, η αιτήτρια φέρεται σε συνεννόηση με τον κατάδικο, μέσω κινητών τηλεφώνων, να λαμβάνει εν γνώσει της μιασμένα χρήματα σε μετρητά και ακολούθως να τα διαμοιράζει ως λεπτομερώς έχει αναφερθεί πιο πάνω. Μάλιστα, μέρος των μιασμένων χρημάτων φέρεται να τα φυλάττει, για λογαριασμό του κατάδικου στο διαμέρισμα της, σε σχέση με το οποίο εξεδόθη το προσβαλλόμενο ένταλμα έρευνας.
Όσον αφορά στην πληροφορία, μελετώντας προσεκτικά το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης, διαπιστώνω πως εν προκειμένω ρητά καταγράφεται σε αυτήν πως ο πληροφοριοδότης έχει άμεση γνώση των γεγονότων που απεκάλυψε στην Αστυνομία. Καταγράφεται ακόμη πως είναι πρόσωπο που συνδέεται με την οικογένεια Τ., δηλαδή της αιτήτριας, και ότι έχει άμεση πρόσβαση τόσο στο Ινστιτούτο Αισθητικής της αιτήτριας, όσο και στο οικογενειακό της περιβάλλον. Καταγράφεται ακόμη πως τα όσα ο/η πληροφοριοδότης ανέφερε στην Αστυνομία «προκύπτουν από τη σχέση και την πρόσβαση που έχει στην οικογένεια Τ. και ειδικότερα τη φιλική σχέση με την αιτήτρια». Καταγράφεται ακόμη πως σε μίαν περίπτωση, στην παρουσία του πληροφοριοδότη, η αιτήτρια έδωσε σε συγκεκριμένο δεσμοφύλακα, επίσης ύποπτο στην όλη παράνομη δραστηριότητα, το ποσό των €1.000 σε μετρητά. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για γενικές και αόριστες αναφορές και συμπεράσματα. Ας μην ξεχνάμε πως στο στάδιο που αξιώνεται ένταλμα έρευνας, όχι μόνο δεν απαιτείται, αλλά δεν θα πρέπει να δίδονται τέτοιες λεπτομέρειες οι οποίες θα καθιστούσαν το ανακριτικό έργο αναποτελεσματικό, με αποτέλεσμα το γενικό συμφέρον στην καταστολή του εγκλήματος να παραβλάπτεται ανεπανόρθωτα (Βλ. κατ΄ αναλογίαν, Συμιλλίδης ν. Αστυνομίας (Αρ.2) (1997) 2 Α.Α.Δ.)
Εύστοχα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τον Γενικό Εισαγγελέα παρέπεμψαν στην υπόθεση Illinois v. Gates, 462 U.S. 213 (1983), απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, όπου εξετάστηκε η επάρκεια του μαρτυρικού υλικού, το οποίο εκεί προερχόταν από ανώνυμη επιστολή. Αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, πως είναι αρκετό να προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό εύλογη πιθανότητα ότι ο συντάξας την ανώνυμη επιστολή είχε αντλήσει τα όσα κατέγραψε σε αυτή, είτε από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους στην παρανομία είτε από κάποιο πρόσωπο που αυτοί εμπιστεύονταν. Τα πιο πάνω ισχύουν κατ΄ αναλογία και εν προκειμένω. Παρατίθεται ένα μικρό απόσπασμα από την εκτενή απόφαση:
«… Βut, as discussed previously, supra, at 235, 76 L Ed 2d, at 546, probable cause does not demand the certainty we associate with formal trials. It is enough that there was a fair probability that the writer of the anonymous letter had obtained his entire story either from the Gateses or someone they trusted. Αnd corroboration of major portions of the letter’s predictions provides just the probability. It is apparent, therefore, that the judge issuing the warrant had a “substantial basis for … conclude[ing]” that probable cause to search the Gateses΄home and car existed. The judgment of the Supreme Court of Illinois therefore must be reversed.»
[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]
Mετά που επιφυλάχθηκε η απόφαση στην παρούσα αίτηση, εξεδόθη η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (σε δεύτερο βαθμό) στην Αναφορικά με την Αίτηση της Ν.Τ. για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 9/2026, ημερ. 17.7.2026. Σημειώνεται πως αυτή αφορούσε στην ίδια υπόθεση, με τη μεγάλη όμως διαφορά ότι εκεί το εκδοθέν ένταλμα έρευνας, σε σχέση με τραπεζικές θυρίδες, εξεδόθη στη βάση άλλης Ένορκης Δήλωσης, από άλλο μέλος της Αστυνομίας, και μάλιστα με διαφορετικό περιεχόμενο. Ωστόσο, και στην εν λόγω απόφαση, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση, επαναλαμβάνεται ότι:
«Δεν απαιτείται, βεβαίως, να κατονομάζεται ο πληροφοριοδότης, αλλά θα πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους τεκμηρίωση από πού και με ποιο τρόπο η πληροφορία οδήγησε στα καταληκτικά αποτελέσματα. Ούτε, βεβαίως, απαιτείται καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο (βλ. CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (2016) 1 Α.Α.Δ. 652). Έστω, όμως, και σε χαμηλό επίπεδο πρέπει να δοθούν στοιχεία και όχι απλά συμπεράσματα ή καταλήξεις.»
Στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση του Υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, γίνεται αναφορά στην ύπαρξη πληροφοριοδότη (ο οποίος ορθά δεν κατονομάζεται), μάλιστα, ως ελέχθη, αυτός αποκαλείται «πηγή», και ότι τα όσα αυτός ανέφερε στην Αστυνομία προκύπτουν από «άμεση γνώση και άμεση πρόσβαση στο Ινστιτούτο Αισθητικής της αιτήτριας και στο οικογενειακό της περιβάλλον». Με άλλα λόγια, πρόκειται για πληροφοριοδότη ο οποίος συνδέεται με την οικογένεια της αιτήτριας και δεν νομίζω να ήταν ορθό να είχαν δοθεί περισσότερες λεπτομέρειες στο στάδιο εκείνο. Μάλιστα σε μίαν περίπτωση, σύμφωνα πάντα με το μαρτυρικό υλικό, η αιτήτρια στην παρουσία του πληροφοριοδότη/πηγής έδωσε στον έκτο ύποπτο (δεσμοφύλακα που υπηρετεί στις Κεντρικές Φυλακές) το χρηματικό ποσό των €1.000 για να έχει ο ιθύνων νους (κατάδικος) ευνοϊκή μεταχείριση και κάλυψη στις Κεντρικές Φυλακές, από τις οποίες φέρεται να προβαίνει στις εν λόγω παράνομες δραστηριότητες. Καταλήγω πως ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου είχαν τεθεί συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα, και όχι «συμπεράσματα ή καταλήξεις».
Περαιτέρω, από το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό, το οποίο, επαναλαμβάνω, δεν ήταν αόριστο ή προϊόν συμπερασμάτων ή καταλήξεων, προκύπτει διασύνδεση της αιτήτριας με συστηματική παράνομη απόκτηση, παράνομη κατοχή, και παράνομη διαχείριση χρημάτων. Περαιτέρω, ως ελέχθη, αυτά τα χρήματα η αιτήτρια φέρεται να τα θέτει υπό τη φύλαξη της, σε διαφορετικούς χώρους, ανάμεσα σε αυτούς και στο συγκεκριμένο διαμέρισμα της, για λογαριασμό του εγκεφάλου της παράνομης δραστηριότητας. Περαιτέρω, η αιτήτρια στο πλαίσιο της εν λόγω παράνομης δραστηριότητας, φέρεται να κατέχει και χρησιμοποιεί κινητά τηλέφωνα με τα οποία έχει «συνεχή» τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατάδικο, η οποία «περιλαμβάνει κλήσεις, βιντεοκλήσεις, γραπτά και ηχητικά μηνύματα, φωτογραφίες, μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών, όπως Whats App και Signal». Μάλιστα μέσω αυτών ο κατάδικος «δίδει οδηγίες/προβαίνει σε διευθετήσεις για τη διαχείριση και αποθήκευση των πιο πάνω αναφερόμενων παράνομων χρημάτων».
Αντιλαμβάνομαι, πως δεν αμφισβητείται πως το μαρτυρικό υλικό εμπλέκει την αιτήτρια στα υπό διερεύνηση εγκλήματα και ότι σύμφωνα με αυτό, η αιτήτρια κατέχει και διαχειρίζεται εν γνώσει της μιασμένα χρήματα, αφού η θέση της αιτήτριας στο πλαίσιο της Μονομερούς Αιτήσεως, ήταν ότι ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου υπήρχαν αναφορές μόνο για εμπλοκή της στα υπό διερεύνηση αδικήματα «χωρίς καμία μαρτυρία και/ή έστω αναφορά περί διασύνδεσης του διαμερίσματος της αιτήτριας με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και/ή αναγκαιότητας της έρευνας της». Προς τούτο παραπέμπω στην Έκθεση που είχε επισυναφθεί και ειδικότερα στα όσα αναφέρονται κάτω από τον τίτλο «Προσωποπαγές Ένταλμα».
Όπως θα φανεί αμέσως πιο κάτω, συνυπολογίζεται για την «εύλογη αιτία να πιστεύεται» ότι σε συγκεκριμένο «τόπο» υπάρχει οτιδήποτε για το οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και η εμπλοκή στο έγκλημα του ιδιοκτήτη ή κατόχου του «τόπου», σε σχέση με τον οποίο αξιώνεται το ένταλμα έρευνας.
Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Χ.Π. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για την έκδοση Εντάλματος Φύσεως Certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 17/2024, ημερ. 13.3.2025 επικυρώθηκε ως ορθή η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απερρίφθη η μονομερής Αίτηση του εφεσείοντα για εξασφάλιση άδειας για καταχώριση Αίτησης διά κλήσεως, για ακύρωση εκδοθέντος εντάλματος έρευνας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της πιο πάνω έφεσης, υπέδειξε αρχικά ότι:
«… η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τη διασύνδεση του Εφεσείοντα, ως υπόπτου 1, με τη διάπραξη των διαρρήξεων και κλοπών που διερευνούσε η Αστυνομία, δεν προσβάλλεται με την έφεση και, επομένως, θεωρείται δεδομένη, όπως και οι επιμέρους λεπτομέρειες που τη στοιχειοθετούσαν, περιλαμβανομένων και των περιστάσεων που αφορούν στην εμπλοκή και της συζύγου του ως ύποπτης 3. Περιοριζόμαστε στα ουσιώδη, ότι δηλαδή ο Εφεσείων διασυνδέθηκε ως το πρόσωπο που προέβηκε στις διαρρήξεις, που αφορούσαν οικίες και ένα κατάστημα - κοσμηματοπωλείο και ότι αυτός, κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, φορούσε στο κεφάλι κουκούλα με φερμουάρ και κρατούσε όπλο τύπου «shotgun».»
Ενώ στη συνέχεια σημείωσε τα ακόλουθα:
«Η διασύνδεση συγκεκριμένου προσώπου με την παράνομη απόσπαση κινητής περιουσίας ασφαλώς και έχει σημασία και, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί, υπό το φως συγκεκριμένης μαρτυρίας, να δικαιολογεί την έρευνα συγκεκριμένου χώρου.»
Για να καταλήξει πως:
«Οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, δικαιολογούσαν την ύπαρξη εύλογης αιτίας να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα αντικείμενα ή μέρος τους βρίσκονταν στην κατοικία όπου ο Εφεσείων διέμενε με την σύζυγο του ή και τα οχήματα που αυτός και η σύζυγος του φέρονται να χρησιμοποιούσαν.»
Και στην Μακρίδης (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 756, η εμπλοκή του εφεσείοντα στα υπό διερεύνηση αδικήματα συνυπολογίστηκε μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία και μαρτυρία, με αποτέλεσμα να τεκμηριωθεί η εύλογη υπόνοια για έκδοση του επίδικου εντάλματος έρευνας, και εκεί σε σχέση με την οικία του εφεσείοντα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας:
«Στην υπό κρίση υπόθεση, η προβληθείσα εμπλοκή του Εφεσείοντα στη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων και η σύνδεση των αντικειμένων που αφορούσε το ένταλμα έρευνας με τα υπό αναφορά αδικήματα, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η έρευνα αφορούσε στο διαμέρισμα που διέμενε ο Εφεσείων και στα οχήματα που χρησιμοποιούσε, ήταν αρκετά για να τεκμηριώσουν την εύλογη υποψία προς έκδοση του επίδικου εντάλματος.»
Όσον αφορά στην πιθανότητα ύπαρξης αντικειμένου ή πράγματος σε υποστατικό ή χώρο, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω και στην Moran v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 926, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Από τα προαναφερόμενα στοιχεία είμαστε ικανοποιημένοι ότι ο ίδιος ο Δικαστής που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας, ικανοποιήθηκε ως προς την ύπαρξη εύλογων υποψιών που δικαιολογούσαν την έκδοση του εντάλματος. Επιπρόσθετα, είμαστε ικανοποιημένοι ότι, με βάση την ένορκη δήλωση που είχε ενώπιόν του το Δικαστήριο, δημιουργείτο εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στην οικία, τα υποστατικά και τα οχήματα του Εφεσείοντα φυλάσσονταν τα αναφερόμενα στο ένταλμα, τεκμήρια και έγγραφα που σχετίζονται με την υπό διερεύνηση υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα. Σημειώνουμε, συναφώς, ότι στο Σύγγραμμα Γεώργιος Μ. Πικής - Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση, στις σελίδες 69 και 70, αναγράφεται ότι: «η πιθανότητα ύπαρξης οποιουδήποτε τεκμηρίου στα υποστατικά, συνδεομένου με τη διάπραξη αδικήματος, αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την έκδοση εντάλματος» (δική μας η υπογράμμιση). Η προαναφερόμενη θέση βασίζεται στο Άρθρο 27(β) του Κεφ. 155.»
Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Γεωργίου (ανωτέρω), με την οποία είχε ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, σημειώνονται τα ακόλουθα:
«Στην υπό συζήτηση περίπτωση, έστω και αν δεν γινόταν ρητή αναφορά στον όρκο ότι τα υπό αναζήτηση αντικείμενα (κινητό τηλέφωνο - κάρτες κινητής τηλεφωνίας SIM CARDS) βρίσκονταν στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου διαμένει ο Εφεσίβλητος και στο όχημα του τελευταίου, η διασύνδεση τέτοιων αντικειμένων, καθημερινής χρήσης, με την οικία και το όχημα του, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση της Σιακαλλής (Αρ.1) (2001) 1(Α) Α.Α.Δ., όπου το ένταλμα αφορούσε ελεγχόμενα φάρμακα (ναρκωτικά), αποτελεί μια καθόλα εύλογη πιθανότητα. Υπο το σύνολο όλων όσων είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστύλωνε το αίτημα για την έκδοση του σχετικού εντάλματος έρευνας, ειδικότερα για το κινητό τηλέφωνο - κάρτες κινητής τηλεφωνίας SIM CARDS, αντικείμενων θεωρούμενων πλέον καθημερινής χρήσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η επικοινωνία των φερόμενων ως εμπλεκόμενων στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, γινόταν με συγκεκριμένο τρόπο, τηλεφωνικά, αποτελούν παράγοντες και παραμέτρους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν στο μυαλό του Δικαστή, ενώπιον του οποίου τέθηκε το αίτημα, εύλογη υπόνοια και υποψία ότι τα πιο πάνω αντικείμενα, θα μπορούσαν να βρίσκονταν σε συγκεκριμένη οικία και υποστατικά που διαμένει ο Εφεσίβλητος ή στο όχημα του τελευταίου. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τούτο δεν αποτελεί μια γενική και αόριστη υπόθεση. Άλλωστε, χαμηλό είναι το ύψος του πήχη που πρέπει να υπερπηδηθεί για τη δημιουργία σχετικής και εύλογης υπόνοιας και υποψίας προς τούτο, ως κατ' επανάληψη έχουν ερμηνευτεί οι πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 155.»
[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]
Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Mohammed Shafeeq Mohammed κ.ά. για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολ. Αίτηση Αρ. 187/2021, ημερ. 13.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:D405, υπεδείχθη ότι:
«Το μαρτυρικό υλικό είχε τη δυναμική και επέτρεπε στο κατώτερο Δικαστήριο να διαμορφώσει την απαραίτητη εύλογη υπόνοια ότι το τηλέφωνο που ουσιαστικά αναζητείτο φυλασσόταν ή ήταν κρυμμένο σε οποιοδήποτε μέρος στην πτέρυγα 5Α. Δεν επρόκειτο για κατάληξη στην οποία το κατώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε να αχθεί με φαντασία, όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος των Αιτητών. Εφόσον, σύμφωνα με τη μαρτυρία υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα κελιά της πτέρυγας και στην ίδια πτέρυγα κρατείτο και ο συγκατηγορούμενος του Αιτητή 1, ο Αιτητής αρ.15 στον κατάλογο των Αιτητών, δεν έχει καταδειχτεί εκ πρώτης όψεως, ούτε συζητήσιμο ζήτημα ότι απουσίαζε εύλογη υπόνοια ότι το τηλέφωνο μπορούσε να απέκρυπτε ο Αιτητής 1 στο κελί του ή οπουδήποτε αλλού σε χώρο που μπορούσε να έχει πρόσβαση, δηλαδή σε όλη την πτέρυγα 5Α, με τη συνδρομή ή όχι οποιουδήποτε άλλου υπόδικου. Επρόκειτο η πτέρυγα 5Α για χώρο ελεγχόμενο και περιορισμένο. Εφόσον το τηλέφωνο θεάθηκε εκεί, ήταν εύλογο ότι κάπου εκεί μέσα πρέπει να φυλασσόταν. Το κατώτερο Δικαστήριο νομιμοποιείτο να καταλήξει σε τέτοια υπόνοια, η οποία ήταν εύλογη και απόλυτα δικαιολογημένη στη βάση των ενώπιον του στοιχείων, οπόταν, η επέκταση της έρευνας σε όλους τους χώρους της πτέρυγας 5Α ήταν αναγκαία και απαραίτητη.»
[Η υπογράμμιση γίνεται από το παρόν Δικαστήριο]
Με τον προσήκοντα σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας σε σχέση με τον χρόνο για το πότε ο πληροφοριοδότης έλαβε γνώση για τα όσα απεκάλυψε στην Αστυνομία. Εάν κάποιος μελετήσει το περιέχομενο του όρκου που χρησιμοποιήθηκε, εύκολα διαπιστώνει πως τα κατ΄ ισχυρισμόν γεγονότα συνέχιζαν να λαμβάνουν χώρα μέχρι και την ημερομηνία που ο πληροφοριοδότης έδωσε την πληροφορία. Ενδεικτικά αναφέρω πως στον όρκο καταγράφεται ότι ο κατάδικος «διατηρεί εντός του Τμήματος Φυλακών έξυπνη τηλεφωνική συσκευή, με την οποία βρίσκεται σε διαρκή τηλεφωνική επικοινωνία με την αιτήτρια». Ακόμη ότι η επικοινωνία του κατάδικου με την αιτήτρια και άλλη ύποπτη είναι «συνεχής» και στη βάση αυτής «δίδει οδηγίες/προβαίνει σε διευθετήσεις για τη διαχείριση και αποθήκευση των πιο πάνω αναφερομένων παράνομων χρημάτων». Παρόμοιοι ισχυρισμοί είχαν προβληθεί και απορριφθεί και στην Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Θ.Γ., 2. Κ. Π. και 3. Γ.Γ. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Φύσεως Certiorari, Πολ. Έφ. Αρ. 11/2025, ημερ. 21.7.2025.
Καταλήγω πως από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, αυτό μπορούσε να καταλήξει ότι «Υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι στην οικία και υποστατικά της αιτήτριας που βρίσκονται στην οδό [ ], αποκρύπτονται τεκμήρια, όπως χρηματικά ποσά σε μετρητά και κινητά τηλέφωνα», τα οποία, σύμφωνα πάντα με το μαρτυρικό υλικό, σχετίζονται με τη διάπραξη των σοβαρών, οργανωμένων και κατ΄ επανάληψη εγκλημάτων που διερευνούσε η Αστυνομία.
Όσον αφορά στην αναγκαιότητα έκδοσης του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας, για την οποία το κατώτερο Δικαστήριο επίσης ικανοποιήθηκε, θα είμαι σύντομος. Η υπόθεση που διερευνούσε η Αστυνομία, ως ελέχθη, ήταν εξαιρετικά σοβαρή, με αρκετά πρόσωπα αναμεμειγμένα και με συγκεκριμένο ρόλο έκαστος. Μάλιστα ο ιθύνων νους της όλης παράνομης δραστηριότητας φέρεται να είναι κατάδικος, ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, με τον οποίο η αιτήτρια φέρεται να έχει διαρκή τηλεφωνική επικοινωνία, με απώτερο στόχο την οικονομική διαχείριση και αποθήκευση των χρηματικών ποσών που παράνομα και συστηματικά εξασφαλίζονται. Ο κίνδυνος απόκρυψης ή αποξένωσης χρημάτων, προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας, είτε από τους υπόπτους είτε από τρίτα πρόσωπα, ήταν υπαρκτός. Το ίδιο ισχύει και για τα κινητά τηλέφωνα που φέρεται να κατέχει και χρησιμοποιεί η αιτήτρια για να έχει επικοινωνία με τον ιθύνοντα νου προς επίτευξη του κοινού παράνομου σκοπού.
Δικαιολογημένα είχε καταγραφεί στην Ένορκη Δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας πως «η έκδοση των αιτούμενων ενταλμάτων έρευνας είναι ανάλογη, αφού σε περίπτωση έκδοσης τους, ο κίνδυνος απόκρυψης ή/και καταστροφής των τεκμηρίων από τους ύποπτους ή άλλα πρόσωπα είναι ορατός, με αποτέλεσμα τη μη αποτελεσματική διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης». Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Mohammed (ανωτέρω), ισχύει, κατ’ αναλογίαν, και εν προκειμένω.
«Περαιτέρω, η σοβαρότητα των εγκλημάτων στα οποία η έρευνα αφορούσε και το δημόσιο συμφέρον στην εξιχνίαση τους, σε αντιπαραβολή με το μέγεθος της ενόχλησης που η έρευνα θα μπορούσε να προκαλέσει στους κρατούμενους στην πτέρυγα αυτή, καθιστούσε την έκδοση του εντάλματος μέτρο αναλογικό και καμιά συνταγματική παραβίαση δεν εγείρεται, έστω εκ πρώτης όψεως.»
Η δε Αστυνομία, ως ελέχθη, απετάθη στο κατώτερο Δικαστήριο για έκδοση του εντάλματος έρευνας, αμελλητί.
Όπως και στην Αναφορικά με την Αίτηση του Χ.Π. (ανωτέρω), το κατώτερο Δικαστήριο ενομιμοποιείτο να εκδώσει το επίδικο ένταλμα έρευνας, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του.
Εν κατακλείδι, η Αίτηση διά κλήσεως για ακύρωση του εντάλματος έρευνας απορρίπτεται, αφού για την έκδοση του «τηρήθηκε ο νόμος και η νομολογία που διέπει το θέμα» (Μηλιώτης (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 12).
Η αιτήτρια καταδικάζεται στα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.
/ΣΓεωργίου
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο