ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση Αρ. 197/2026)
(i-justice)
12 Οκτωβρίου, 2026
[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΩΝ (ΣΥΝ.Υ.Κ.Α.) ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ/Ή ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΟΥΣΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ/Ή ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΚΑΙ/Ή ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΔΟΧΟΙ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΝΤΑΛΜΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ CERTIORARI
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΙ/Ή ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ 2.9.2026 ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΑΡ. 1125/2026 (I-JUSTICE) ΥΠΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ Β.
______________________________________________________
Σ. Παρπούνας για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ, για τους Αιτητές.
________________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Δοθείσα Αυθημερόν)
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Οι Αιτητές με την παρούσα Έφεση ζητούν άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση Αίτησης δια Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος φύσεως Certiorari, με σκοπό την ακύρωση του Προσωρινού Διατάγματος, ημερ. 2/9/2026[1], που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (εφεξής «κατώτερο Δικαστήριο») στο πλαίσιο της Αγωγής υπ’ αρ. 1125/2026 (i-justice). Επιδιώκεται, επίσης, η έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει την αναστολή της ισχύος του Προσωρινού Διατάγματος μέχρι την τελική εκδίκαση της Αίτησης για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος φύσεως Certiorari.
Η Αίτηση συνοδεύεται από Έκθεση και από Ένορκη Δήλωση της Κούλλας Στυλιανού, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών.
Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα και εξειδικεύονται στην Έκθεση, κρίνεται σκόπιμη, για σκοπούς καλύτερης αντίληψης των περιστατικών της υπόθεσης, η αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση της Κ. Στυλιανού και όπως προκύπτουν από το σύνολο των τεκμηρίων (Τεκμήρια Α-Γ) τα οποία επισυνάπτονται στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση.
Οι Αιτητές είναι Συντεχνία με ονομασία ΣΥΝ.Υ.Κ.Α. «Συντεχνία Υπαλλήλων Κυπριακών Αερογραμμών» εγγεγραμμένη με βάση τον περί Συντεχνιών Νόμο του 1965, Ν. 71/1965 και ενεργούν μέσω του Γενικού Συμβουλίου και/ή της Διοικούσας Επιτροπής. Το επάγγελμα που σχετίζεται με τη Συντεχνία με βάση το Καταστατικό «είναι το επάγγελμα οποιουδήποτε εργαζομένου που απασχολείται στις Κυπριακές Αερογραμμές ή αδελφικές ή θυγατρικές εταιρείες που έχουν ιδρυθεί ή θα ιδρυθούν από τις Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ». Μέλη της ΣΥΝ.Υ.Κ.Α. με βάση το Καταστατικό «είναι οποιοδήποτε πρόσωπο … που εξασκεί το επάγγελμα» του εργαζομένου στις Κυπριακές Αερογραμμές. Η Συντεχνία, δυνάμει του Καταστατικού, έχει πόρους και είναι δυνατόν να χρησιμοποιεί τα κεφάλαια για τους καταστατικούς σκοπούς. Προς τούτο διατηρεί λογαριασμούς και βιβλία, ως τα άρθρα 34 και 35 του Καταστατικού.
Στις 2/9/2026 κατόπιν μονομερούς Αίτησης, ημερ. 2/9/2026, των Εναγόντων κ.κ. Μαρία Κυριάκου Πουλλή κ.ά. εκδόθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο διατάχθηκαν οι Αιτητές όπως «προβούν σε αποκάλυψη και/ή προσαγωγή και/ή επιτρέψουν στους αιτητές, στους δικηγόρους τους και σε ένα εξουσιοδοτημένο λογιστή ή άλλο επαγγελματικό σύμβουλο τους, πλήρη και ανεμπόδιστη επιθεώρηση, καθώς και τη λήψη αντιγράφων, των εγγράφων τα οποία ευρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη, εξουσία ή έλεγχο τους, σχετικά με: (1) Βιβλία λογαριασμών, οικονομικών καταστάσεων και λοιπών λογιστικών αρχείων που αφορούν την είσπραξη και αξιοποίηση των συνδρομών και/ή αποκοπών και/ή εισφορών των εναγόντων».
Επανέρχομαι στους Λόγους επί των οποίων βασίζεται το αίτημα, όπως αυτοί εξειδικεύονται στην Έκθεση.
Α. Η επίδικη Απόφαση έκδοσης μονομερούς Διατάγματος εξεδόθη συνεπεία παράβασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, της αναλογικότητας, καθώς και παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων των Αιτητών που απορρέουν από το Σύνταγμα, το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ΕΣΔΑ.
Β. Το επίδικο Διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, κατόπιν αιτήσεως των Εναγόντων στην Αγωγή αρ. 1125/2026 και χωρίς καμία προηγούμενη ειδοποίηση ή συμμετοχή των Αιτητών.
Γ. Η νομιμότητα του Διατάγματος αμφισβητείται λόγω παράβασης φυσικής δικαιοσύνης, αφ’ ης στιγμής το εν λόγω Διάταγμα που είναι προστακτικής και διατακτικής φύσης, επιβάλλει την ανάγκη συμμόρφωσης με αυτό, χωρίς να καθορίζεται και/ή να μπορεί να καθοριστεί ο χρόνος ο οποίος είναι «αναγκαίος», ως προκύπτει από το λεκτικό του Άρθρου 9(3) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Ελλείψει καθοριζομένης προθεσμίας συμμόρφωσης στο ίδιο το λεκτικό του Διατάγματος παραβιάζεται το στοιχείο του «αναγκαίου» πλήττοντας το εν λόγω Άρθρο στον πυρήνα του. Το στοιχείο της αναγκαιότητας του χρόνου αποτελεί κατά πάγια νομολογιακή αρχή δικαιοδοτικό θέμα, όπως εντοπίζεται στο Άρθρο 9(3) του Κεφ. 6.
Δ. Υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την έγκριση της Αίτησης, παρά την ύπαρξη άλλων ένδικων μέσων, ιδιαίτερα δικαιώματος έφεσης.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών προώθησε τους πιο πάνω Λόγους με γραπτή αγόρευση, αλλά και δια ζώσης κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση της Αίτησης.
Οι αρχές που διέπουν την έκδοση Προνομιακών Διαταγμάτων είναι παγιωμένες και χιλιοειπωμένες, ώστε να μην χρειάζεται να λεχθούν πολλά υπό το φως της πλούσιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ, πάντοτε κατά προνόμιο όταν διαπιστώνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης στην πρωτόδικη διαδικασία (βλ. Αίτηση του Κωνσταντινίδη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1298 και Perrella (Αρ. 2) (1995) 1 Α.Α.Δ. 692). Ακόμη και αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση δεν χορηγείται άδεια όταν προσφέρεται εναλλακτικό ένδικο μέσο ή θεραπεία που συνήθως είναι αυτό της έφεσης, οι δε εξαιρετικές περιστάσεις για να παρακαμφθεί ο πιο πάνω Κανόνας, θα πρέπει να καταδεικνύεται με επάρκεια ότι συντρέχουν (βλ. Base Metal Trading Ltd v. Fastact Developments Ltd κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1535 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 878).
Έχει πλειστάκις αναφερθεί στη νομολογία ότι είναι στους ώμους του αιτητή το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση. Ενδιαφέρει η νομιμότητα των ελεγχόμενων ενεργειών, αφού δεν μπορεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας να είναι η ορθότητα, ούτε ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1997) 1Β Α.Α.Δ. 925, 935:
«Αντικείμενο της διαδικασίας δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας μιας απόφασης αλλά της νομιμότητας της. Δεν τίθεται ζήτημα αντικατάστασης της άποψης που διαμόρφωσε το κατώτερο Δικαστήριο, αναφορικά με ζήτημα που αποφάσισε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, με εκείνη του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν εκδίδεται ένταλμα Certiorari ως μανδύας μεταμφιεσμένης έφεσης. Ούτε και μπορεί να χρησιμοποιείται η διαδικασία για την έκδοση τέτοιου διατάγματος προκειμένου να γίνει επανακρόαση του ζητήματος που εγέρθηκε. Και δεν είναι επιτρεπτό να εκδίδεται ένταλμα Certiorari προκειμένου να υπαγορευθεί σε Δικαστήριο ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί ζήτημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του ή ακόμα ο τρόπος που θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. (Βλέπε Re Mareware Shipping, Αίτηση 6/92/24.1.92 και Τζεννάρο Περέλλα, Πολιτική 'Εφεση 9169/18.7.95).»
Συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις εντοπισμού εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης, τέτοια άδεια δεν χορηγείται όταν προβλέπεται άλλο υπαλλακτικό ένδικο μέσο ή θεραπεία και ειδικά έφεση, εκτός και εάν καταδειχθούν επαρκώς εξαιρετικές περιστάσεις για παρέκκλιση από τον Κανόνα[2] εφόσον η εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκδίδει προνομιακά εντάλματα αφορά σε κατάλοιπο εξουσίας και δεν αποσκοπεί στο να αντικαταστήσει τη διαδικασία της έφεσης[3] και ούτε στοχεύει στον έλεγχο της πρωτόδικης απόφασης αλλά στη νομιμότητα της απόφασης[4].
Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μιτέλα, Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2019, ημερ. 2/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:A121, «η έκδοση προνομιακών ενταλμάτων δεν λειτουργεί ως υποκατάστατο της έφεσης ή άλλων ένδικων μέσων, ούτε είναι λόγος ενεργοποίησης της εφεδρείας της δικαιοδοσίας αυτής του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο τυχόν σημαντικός χρόνος που απαιτείται για διεκπεραίωση εναλλακτικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης της έφεσης».
Μέσω του Λόγου Α και Β, ενώ προβάλλεται ότι το επίδικο Διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς κατά παράβαση των αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης χωρίς καμία προηγούμενη ειδοποίηση ή συμμετοχή των Αιτητών, δεν έχει υποστηριχθεί ότι αυτό εξεδόθη χωρίς να υφίσταται ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος ως διαλαμβάνεται στο Άρθρο 9(1) του Κεφ. 6[5] και στην ερμηνευτική αυτού νομολογία[6]. Είναι προφανές ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση το κατώτερο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ετέθη η μονομερής Αίτηση, η οποία συνοδευόταν από ένορκη δήλωση, εξέδωσε το υπό αναφορά Διάταγμα μονομερώς ασκώντας προς τούτο τη διακριτική του ευχέρεια. Εφόσον δε η έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του κατώτερου Δικαστηρίου, δεν μπορεί να λεχθεί ότι το Διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης (Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.ά. (Αρ.1) (2010) 1 Α.Α.Δ. 1271).
Μέσω του Λόγου Γ προβάλλεται ότι ελλείψει καθορισμού προθεσμίας συμμόρφωσης με το υπό αναφορά Διάταγμα, δεν είναι δυνατή η εξέταση και ο καθορισμός του στοιχείου του χρόνου που είναι «αναγκαίος» ως προκύπτει από το Άρθρο 9(3) του Κεφ. 6, πλήττοντας τοιουτοτρόπως την εν λόγω πρόνοια.
Εν πρώτοις το Άρθρο 9(3) του Κεφ. 6[7], το οποίο επικαλέστηκαν οι Αιτητές, περιορίζει χρονικά την ισχύ του διατάγματος που εκδίδεται σε μονομερή αίτηση και καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται μετά την έκδοσή του. Τούτο παραμένει σε ισχύ για χρόνο όχι μακρύτερο από όσο είναι αναγκαίος για την επίδοση ειδοποίησής του στον επηρεαζόμενο και την παροχή της δυνατότητας σε αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να ενστεί. Διάταγμα που προβλέπει ισχύ μακρύτερη από όση περιοριστικά ο νομοθέτης έθεσε με το εδάφιο (3) δεν είναι έγκυρο. Επιπλέον, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι ο καθορισμός του χρόνου που είναι «αναγκαίος», ώστε να δοθεί ο λόγος και στην άλλη πλευρά, γίνεται στη βάση των στοιχείων της κάθε περίπτωσης με αναφορά στο πόσο σύντομα μπορεί να γίνει η επίδοση και πόσο σύντομα μπορεί η άλλη πλευρά να εμφανιστεί και να ενστεί.
Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1 Α.Α.Δ. 1010[8], όπου η Ολομέλεια αναλύοντας το Άρθρο 9(3) του Κεφ. 6 ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:
«Το έργο του δικαστηρίου αναφορικά με τον καθορισμό του χρόνου που είναι "αναγκαίος" ώστε να δοθεί ο λόγος και στην άλλη πλευρά, είναι, όπως σαφώς προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 9(3), διαπιστωτικό. Το διάταγμα διατηρεί την ισχύ του μόνο εφόσον δεν εκτείνεται χρονικά πέραν του διαπιστωθέντος ως αναγκαίου χρόνου. Η διαπίστωση γίνεται στη βάση των στοιχείων της κάθε περίπτωσης με αναφορά στο πόσο σύντομα μπορεί να γίνει η επίδοση και πόσο σύντομα μπορεί η άλλη πλευρά να εμφανιστεί και να ενστεί. Μια τέτοια διαπίστωση είναι βέβαια το αποτέλεσμα κρίσης. Η οποία ωστόσο εντάσσεται σε στενά όρια αφού έχει ως μόνο κριτήριο το "αναγκαίο". Η διάταξη δεν επιτρέπει τον ορισμό του διατάγματος επιστρεπτέου σε ό,τι το δικαστήριο θα θεωρούσε ως εύλογο χρόνο οπότε θα επιτρεπόταν να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως το ενδεχομένως βαρύ δικαστικό πρόγραμμα σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διατάγματος.»
Δεν είναι αντιληπτό πώς η παράλειψη καθορισμού προθεσμίας συμμόρφωσης με το εκδοθέν Προσωρινό Διάταγμα επενεργεί ώστε να παραβιάζεται, ως προβάλλεται από τους Αιτητές, το στοιχείο του αναγκαίου χρόνου «πλήττοντας το άρθρο 9(3) του Κεφ.6 στον πυρήνα του». Το ζήτημα του μη καθορισμού στο Διάταγμα προθεσμίας συμμόρφωσης άπτεται του ιδίου του περιεχομένου του Διατάγματος και ουδεμία σχέση έχει με τη χρονική ισχύ που κρίνεται αναγκαία, με βάση τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 9(3) του Κεφ. 6, για σκοπούς επίδοσης του σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και για την παροχή σε αυτά δυνατότητας να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να αμφισβητήσουν το εκδοθέν Διάταγμα.
Αυτά είναι τα δεδομένα στην παρούσα υπόθεση και δεν μπορούν να έλξουν τη δικαιοδοσία του Προνομιακού Εντάλματος Certiorari ώστε να δοθεί άδεια για την καταχώριση Αίτησης δια Κλήσεως διότι, κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, δεν υπάρχει καν συζητήσιμη υπόθεση.
Είναι δε σημαντικό να επισημανθεί ότι η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη το υπό αναφορά Προσωρινό Διάταγμα συνεχίζει να είναι ζωντανή και η δυνατότητα των Αιτητών να ενστούν στο κατώτερο Δικαστήριο και να ακουστούν είναι και συνεχίζει να είναι υπαρκτή. Όπως δε διευκρίνισε ο κ. Παρπούνας, οι Αιτητές εμφανίστηκαν στις 21/9/2026, που το Διάταγμα ήταν επιστρεπτέο και η υπόθεση είναι πλέον ορισμένη για Ακρόαση Διαδικαστικών Οδηγιών (ΑΔΟ) στις 14/10/2026, στο πλαίσιο της οποίας προτίθενται να ζητήσουν χρόνο για καταχώριση ένστασης.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας, ιδιαίτερα δε σε μίαν υπόθεση όπου η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη το προσωρινό Διάταγμα, ως ήδη πιο πάνω έχει επισημανθεί, συνεχίζει να είναι ζωντανή με τους Αιτητές να είχαν και να συνεχίζουν να έχουν τη δυνατότητα να καταχωρίσουν ένσταση ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου και να επιτύχουν, ενδεχομένως, τον παραμερισμό και/ή τη διαφοροποίηση του εκδοθέντος Προσωρινού Διατάγματος. Με άλλα λόγια, βρίσκω πως είναι δυνατή η παροχή πλήρους και εξίσου αποτελεσματικής θεραπείας από το κατώτερο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, εάν η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου δεν ικανοποιεί τους Αιτητές, υπάρχει και το δικαίωμα έφεσης, η εκδίκαση της οποίας μάλιστα είναι δυνατόν να επισπευσθεί.
Η Αίτηση, συνεπώς, απορρίπτεται.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ,
Δ.
[1] Η ορθή ημερομηνία, όπως τελικώς αναγνώρισε και ο συνήγορος των Αιτητών, είναι 8/9/2026 και όχι 2/9/2026.
[2] Δέστε Base Metal Trading Ltd v. Fastact Developments Ltd κ.ά. (2004) 1 Α.Α.Δ. 1535 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 878.
[3] Δέστε Αναφορικά με την αίτηση των Junport International Limited κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 321/2017, ημερ. 2/4/2018.
[4] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 3) (1993) 1 Α.Α.Δ. 42, Global Consolidation Public Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 464 και Marewave Shipping & Trading Company Ltd (1992) 1 A.A.Δ. 116.
[5] «9.-(1) Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.»
[6] Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Fereos Ltd (1997) 1 Α.Α.Δ. 959, «Tο στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από ex parte αίτηση.»
[7] «(3) Κανένα διάταγµα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραµένει σε ισχύ για χρόνο µεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εµφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό· κάθε τέτοιο διάταγµα παύει να ισχύει, µετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά· και κάθε τέτοιο διάταγµα τυγχάνει µεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.»
[8] Δέστε και την υπόθεση της Ολομέλειας στην Ανθίμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41 όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Το εδάφιο (3) του Άρθρου 9 περιορίζει χρονικά την ισχύ του διατάγματος που εκδίδεται σε μονομερή αίτηση και καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται μετά την έκδοσή του. Τούτο παραμένει σε ισχύ για χρόνο όχι μακρύτερο από όσο είναι αναγκαίος για την επίδοση ειδοποίησής του στον επηρεαζόμενο και την παροχή της δυνατότητας σ' αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να ενστεί. Διάταγμα που προβλέπει ισχύ μακρύτερη από όση περιοριστικά ο νομοθέτης έθεσε με το εδάφιο (3) δεν είναι έγκυρο.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο