ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν.33/1964
ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ
(Αίτηση Αρ.20/2026)
20 Οκτωβρίου 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
Αναφορικά με την Αίτηση του [ ] Singh
Αναφορικά με νομικά θέματα που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου στην Ποινική Έφεση 244/2023, ημερομηνίας 9/7/2026, Ποινική Δικαιοδοσία
Μεταξύ:
[ ] SINGH,
Εφεσείοντα,
ν.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
___________________
Τσολακίδης & Κορέλλης Δ.Ε.Π.Ε. για τον Αιτητή.
E. Kληρίδου (α), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ΄ης η Αίτηση.
____________________
Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από
τον Μαλαχτό, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Στον Αιτητή επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή της φυλάκισης των εννέα ετών, σε αριθμό αδικημάτων, τα περισσότερα κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου του 2014, Ν.91(Ι)/2014. Η ποινή της φυλάκισης των εννέα ετών επιβλήθηκε στα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού στα οποία ο Αιτητής είχε κριθεί ένοχος.
Κατά την επιμέτρηση της ποινής του Αιτητή για τα αδικήματα αυτά, το Kακουργιοδικείο παρέπεμψε στις πρόνοιες του άρθρου 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 το οποίο διαλαμβάνει ότι:
«Κατά την εκδίκαση των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 9 και 15 και στην επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ως επιβαρυντικές οι ακόλουθες περιστάσεις:
………………………………………………………………………
(γ) το αδίκημα διεπράχθη από μέλος της οικογένειας του θύματος, από πρόσωπο που συγκατοικεί με το θύμα ή από πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση θέσεως εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας».
Επεσήμανε το Κακουργιοδικείο ότι τέτοιες περιστάσεις συνέτρεχαν στην περίπτωση του Αιτητή. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι:
«Στην παρούσα περίπτωση η σοβαρότητα της υπόθεσης προκύπτει αναμφίβολα από τη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επεδείκνυε για επτά και πλέον χρόνια σε ένα ανήλικο παιδί με το οποίο συμβίωνε στο ίδιο σπίτι και που αντί να είναι αποδέκτης προστασίας και στήριξης από τον άνθρωπο που παντρεύτηκε η μητέρα του και προς το οποίο ενείχε θέση πατέρα (βλ. Al Dhess v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 177/2021 ημερ.16/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:B96), κατέστησε αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης των έκνομων και αρρωστημένων ορέξεων του. Αντί να παρέχει στοργή και ασφάλεια που η παραπονούμενη είχε στερηθεί από πολύ μικρή ηλικία, αφού διαβίωνε σε συνθήκες φτώχειας, εκμεταλλεύτηκε και πάλι αυτό το γεγονός, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε για να την έχει υποχείριο του, θέτοντας το οικονομικό θέμα ως μοχλό πίεσης και εξάρτησης για να την κακοποιεί σεξουαλικά. Να τονίσουμε εδώ ότι σύμφωνα με το άρθρο 19(γ) του Ν.91(I)/2014 κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας το ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν από πρόσωπο που συγκατοικεί με το θύμα, ή από πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση θέσεως εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας, ως είναι και η εδώ περίπτωση».
Το παράπονο του Αιτητή που εκφράστηκε με το λόγο έφεσης 4 στην έφεση που είχε καταχωρίσει κατά της ποινής του,[1] ήταν ότι το Κακουργιοδικείο είχε υποπέσει σε σφάλμα αρχής, καθότι θεώρησε και έλαβε υπόψη του ως επιβαρυντικό για την ποινή παράγοντα, βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος για το οποίο ο Αιτητής είχε καταδικαστεί και επομένως εσφαλμένα το συστατικό στοιχείο του αδικήματος προσμέτρησε και ως επιβαρυντικός παράγοντας.
Το άρθρο 6(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014, παράβαση του οποίου αφορούσαν οι σχετικές κατηγορίες, διαλαμβάνει ότι:
«(4) Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν –
(α) γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου,».
Το Εφετείο με την αναφερόμενη στον τίτλο έφεση απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης, αναφέροντας σε σχέση με τον τέταρτο ότι:
«Επί του προκειμένου, αναντίλεκτη είναι η νομοθετική πρόνοια των υπό κρίση αδικημάτων από όπου διαπιστώνονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, αναντίλεκτη, όμως, είναι και η συμπερίληψη του γεγονότος το αδίκημα να διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος, από πρόσωπο που συγκατοικεί με το θύμα ή από πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση θέσεως εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας, στο Άρθρο 19(γ) του Ν.91(I)/2014 ως επιβαρυντική περίσταση. Επομένως, το τι προκύπτει είναι ότι ασχέτως της αναφοράς της κατάχρησης θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής στο παιδί, ο νομοθέτης επέλεξε, επίσης, να προβλέψει τα πιο πάνω ως επιβαρυντικές περιστάσεις. Υπό περιστάσεις ως η παρούσα, η ουσιαστική επίπτωση του πράγματος έγκειται στην αναγνώριση της σοβαρότητας του πραγματικού υποβάθρου του αδικήματος. Αυτό είναι άλλωστε που προβάλλεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο πιο πάνω απόσπασμα, στο οποίο αναφέρεται στο τι ο εφεσείων διέπραξε και τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησε. Η αναφορά στον επιβαρυντικό παράγοντα που προβλέπεται με το Άρθρο 19(γ) του Ν.91(I)/2014 ουδόλως μπορεί να αποτελέσει σφάλμα από μέρους του Κακουργιοδικείου. Ούτε, όμως, φαίνεται να οδήγησε το Κακουργιοδικείο σε οποιαδήποτε εσφαλμένη διαπίστωση. Επαναλαμβάνουμε ότι, στο Κυπριακό Δίκαιο, τα ως άνω αποτελούν σαφή νομοθετική πρόνοια, η οποία δεν επιτρέπει διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων».
Τα «Νομικά Θέματα» διατυπώνονται στην Αίτηση ως ακολούθως:
«1ο Νομικό Θέμα
Είναι η θέση του Αιτητή ότι το Εφετείο με την απόφαση του επί του 4ου λόγου έφεσης απέστη από την πάγια επί του θέματος νομολογία και/ή εξέδωσε συγκρουόμενη και/ή αντιφατική απόφαση δευτεροβάθμιας ποινικής δικαιοδοσίας.»
2ο Νομικό Θέμα
Ευσεβάστως θα εισηγηθούμε ότι υφίσταται ανάγκη για την ορθή ερμηνεία των προνοιών του άρθρου Άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 6(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014 καθώς αφενός μεν το άρθρο 6(4)(α) καθιστά την κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, συστατικό στοιχείο του αδικήματος απόδειξη του οποίου καθιστά ως προβλεπόμενη στον νόμο ποινή την δια βίου φυλάκιση αφετέρου το άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 καθιστά την κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επιβαρυντική περίσταση κατά την εκδίκαση των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 9 και 15.»
Ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε Ειδοποίηση Συμμετοχής. Αναφέρει ότι διαφαίνεται ότι υφίσταται διιστάμενη νομολογία επί του ζητήματος και ότι δεν ενίσταται στην Αίτηση.
Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει, δυνάμει του άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων του 1964 έως 2025, εξουσία να αποφασίζει:
«… επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, … ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων δευτεροβάθμιας πολιτικής ή ποινικής δικαιοδοσίας:»
Το «1ο Νομικό Θέμα» δεν συνιστά το ίδιο νομικό θέμα, αλλά λόγο γιατί για κάποιο νομικό θέμα (όπως εδώ το «2ο Νομικό Θέμα») να χορηγηθεί η άδεια για να αποφασιστεί σε τρίτο και τελευταίο βαθμό από την Ολομέλεια.
Το «2ο Νομικό Θέμα» αναφέρεται στην ανάγκη για την ορθή ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 19(γ) σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 6(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014. Κατά πόσο δηλαδή είναι επιτρεπτό περιστάσεις που αποτελούν συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 6(4)(α) να θεωρούνται και επιβαρυντικές κατά την επιμέτρηση της ποινής για αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 6(4)(α), όπως αναφέρεται στο άρθρο 19(γ).
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο προκύπτει από την απόφαση του Εφετείου ανάγκη για την ερμηνεία του. Η θέση του Αιτητή ότι η ανάγκη ερμηνείας προκύπτει από την εφετειακή απόφαση, εδράζεται στην αντίληψη του ότι το εφετείο αποφάνθηκε ότι οι περιστάσεις θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη από το Κακουργιοδικείο ως επιβαρυντικοί παράγοντες. Γι’ αυτό και επικαλείται νομολογία με αντίθετη προσέγγιση, παραπέμποντας προς τούτο στην ARR v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ.20/2022, ημερ.30.4.2024, του Εφετείου Κύπρου και στο απόσπασμα που ακολουθεί:
«Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πλην της προσμέτρησης της κατάχρησης θέσης εμπιστοσύνης ως επιβαρυντικού παράγοντα. Τούτο αποτελεί σφάλμα αρχής. Η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος για το οποίο ο Εφεσείων καταδικάστηκε (Άρθρο 6(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014). Στην R v. Joseph (Cornwall) [2012] EWCA Crim 1227 (παρ.19), αποφασίστηκε ότι η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, η οποία καθιστά την πράξη παράνομη με βάση το Άρθρο 17(1) του Sexual Offences Act 2003 («causing or inciting a child to engage in sexual activity by a person in a position of trust»), δεν μπορεί να προσμετρά και ως επιβαρυντικός παράγοντας στην επιβολή ποινής (βλ. Rook and Ward on Sexual Offences Law & Practice 6η έκδοση, παρ. 5.16)».
Εν προκειμένω, το Εφετείο δεν αποφάνθηκε ότι οι συγκεκριμένες περιστάσεις που στοιχειοθετούσαν συστατικά στοιχεία των αδικημάτων μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη και ως παράγοντες επιβαρυντικοί για την ποινή. Ο λόγος για τον οποίο δεν επενέβη στην επιβληθείσα ποινή, δεν ήταν γιατί θεώρησε πως οι περιστάσεις αυτές μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες, αλλά γιατί διαπίστωσε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε, ζήτημα που αφορούσε τη δική του αποκλειστική δικαιοδοσία να κρίνει. Αποφάνθηκε, λοιπόν, ότι η ουσιαστική επίπτωση του πράγματος έγκειτο στην «αναγνώριση της σοβαρότητας του πραγματικού υποβάθρου του αδικήματος» και ότι αυτό ήταν που προβαλλόταν από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Έκρινε ακόμη πως η αναφορά στον επιβαρυντικό παράγοντα που προβλέπεται με το άρθρο 19(γ) δεν φαινόταν να είχε οδηγήσει το Κακουργιοδικείο σε οποιαδήποτε εσφαλμένη διαπίστωση. Εν κατακλείδι με την απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε η εισήγηση ότι το Κακουργιοδικείο είχε λάβει υπόψη τις αναφερόμενες περιστάσεις ως επιβαρυντικές.
Καταλήγουμε ότι από την εφετειακή απόφαση δεν προκύπτει ανάγκη για την ορθή ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 19(γ).
Η Αίτηση απορρίπτεται.
Δεδομένης της προσέγγισης της Καθ’ ης η Αίτηση στο ζήτημα, δεν εκδίδεται διαταγή εξόδων.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
Ι. Ιωαννίδης, Δ.
Ε. Εφραίμ, Δ.
[1] Η έφεση αφορούσε και την καταδίκη του ζήτημα που δεν ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο