ΧΛΟΗ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ v. ΓΙΑΝΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 201/2016, 26/10/2026
print
Τίτλος:
ΧΛΟΗ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ v. ΓΙΑΝΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 201/2016, 26/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 201/2016)

 

 

 26 Οκτωβρίου, 2026

 

 

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]

 

 

 

 

ΧΛΟΗ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ,

 

 

Εφεσείουσα/Ενάγουσα,

 

ν.

 

                                   1. ΓΙΑΝΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ,

2. Μ.Ξ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ,

                                       ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΠΩΝΥΜΙΑ,

 

Εφεσίβλητων/Εναγομένων.

 

________________________________________________________

 

    Λ.Γ. Λουκαΐδης για Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σία, για την Εφεσείουσα.

 

Μ. Ιωάννου με Π. Ανδρέου (κα) για Μ.Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες, για τους Εφεσίβλητους.

 

_______________________________________________________

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.:  Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

_______________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Με την παρούσα Έφεση η Εφεσείουσα προσβάλλει μέρος της Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή υπ’ αρ. 500/2009, ημερ. 27/4/2016 (εφεξής «πρωτόδικη Απόφαση»), με την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον του Εφεσίβλητου 1 αποζημιώσεις ύψους €1.406,18, αλλά δεν επιδίκασε περαιτέρω γενικές, τιμωρητικές, παραδειγματικές ή επαυξημένες αποζημιώσεις.

 

Η Αγωγή αφορούσε αξίωση για αποζημιώσεις στη βάση της αμέλειας και/ή της επαγγελματικής αμέλειας δικηγόρου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού άκουσε την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία προήλθε εξ ολοκλήρου από την Εφεσείουσα, καθόσον δεν παρουσίασε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα, ενώ οι Εφεσίβλητοι δεν προσήγαγαν οποιαδήποτε μαρτυρία, δικαίωσε την Εφεσείουσα, καταλήγοντας ότι ο Εφεσίβλητος 1, ως ο διορισθείς δικηγόρος της Εφεσείουσας, επέδειξε ασύγγνωστη επαγγελματική αμέλεια έναντι αυτής. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ο Εφεσίβλητος 1 είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως ειδήμων σε θέματα που αφορούσαν την υπόθεση που η Εφεσείουσα επιθυμούσε να προωθήσει εναντίον συγκεκριμένης ασφαλιστικής εταιρείας (Universal Life Insurance Company Limited) (στο εξής «Universal»). Ενώ αρχικά την συμβούλευσε να καταχωρίσει αγωγή, υποσχόμενος μάλιστα και σίγουρη επιτυχία, στη συνέχεια απέσυρε την αγωγή, αναιρώντας τα όσα ο ίδιος είχε αρχικά συμβουλεύσει και διαβεβαιώσει.

 

Σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε προς όφελος της Εφεσείουσας το ποσό που αυτή είχε καταβάλει στον Εφεσίβλητο 1, ως αντίτιμο για τις υπηρεσίες του, στη βάση ανταλλάγματος το οποίο είχε αποτύχει.

 

Με την παρούσα Έφεση προσβάλλεται η απόρριψη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου της αξίωσης της Εφεσείουσας για γενικές αποζημιώσεις λόγω ταλαιπωρίας και δυσφορίας, καθώς και της μη επιδίκασης τιμωρητικών, παραδειγματικών και/ή επαυξημένων αποζημιώσεων λόγω της επιλήψιμης συμπεριφοράς του Εφεσίβλητου 1.

 

Ειδικότερα, με τον 1ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αντίκρισε το θέμα των γενικών αποζημιώσεων που αξίωνε η Εφεσείουσα, απορρίπτοντας την αξίωση με νομική αιτιολογία η οποία δεν ευσταθούσε. Ουσιαστικά, μέσω του Λόγου αυτού, προσβάλλεται η μη επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για την κατ’ ισχυρισμό ταλαιπωρία, δυσφορία, φυσική οδύνη, εξευτελισμό, ταπείνωση και/ή απώλεια ευκαιρίας ή απαίτησης της Εφεσείουσας. Με το 2ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να ασχοληθεί με την αξίωση της Εφεσείουσας σε σχέση με τιμωρητικές ή παραδειγματικές ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Με τον 3ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα παρέλειψε να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία τα οποία η Εφεσείουσα είχε αναφέρει για τους σκοπούς, όπως προκύπτει από την αιτιολογία του Λόγου αυτού, υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων.

 

Στο πλαίσιο προώθησης του 1ου Λόγου Έφεσης η Εφεσείουσα υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αντίκρισε την αξίωση της για γενικές αποζημιώσεις παρά τα όσα, κατά τη θέση της, προέκυπταν από τη δικογραφία και τη μαρτυρία αναφορικά με την ταλαιπωρία, δυσφορία, εξευτελισμό, ταπείνωση, κοροϊδία και προπαντός, ως αναφέρεται, παραβίασης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και απώλειας της δυνατότητας προώθησης της αξίωσης της εναντίον της Universal.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο με παραπομπή στο Σύγγραμμα Clerk and Linsell on Torts, 20η Έκδοση, αφού επεσήμανε ότι αποζημιώσεις για δυσφορία ή ενόχληση είναι διαθέσιμες μόνο εάν το αντικείμενο της σύμβασης μεταξύ δικηγόρου και πελάτη είναι η παροχή ηρεμίας, και ότι, συνεπώς, τέτοιες ζημιές δεν είναι ανακτήσιμες όπου το αγαθό για το οποίο διορίζεται ο δικηγόρος να προστατεύσει είναι οικονομικής ή επιχειρηματικής φύσης, τόνισε τα ακόλουθα:

 

«Στην  προκειμένη περίπτωση το συμφέρον της Ενάγουσας, για το οποίο διορίστηκε ο Εναγόμενος 1 να λάβει μέτρα προς προστασία του, είναι οικονομικής φύσης. Δεν έχει να κάνει με τα αισθήματα τιμής, αξιοπρέπειας και ψυχικής ηρεμίας όπως συμβαίνει για παράδειγμα σε υποθέσεις σωματικής βλάβης, ή προσβολής της προσωπικότητας, ή σε πολλές υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Δεν έχει επίσης να κάνει οτιδήποτε με οικογενειακές, ή άλλες προσωπικές σχέσεις της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 1 διορίστηκε ακριβώς, για να διεκπεραιώσει μια αμιγώς οικονομικής φύσης  υπόθεση. Υπό αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι δεν πρόκειται για περίπτωση που η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας του εναγομένου δικαιολογεί την παροχή αποζημιώσεων για την απογοήτευση και πικρία που ένοιωσε η Ενάγουσα έναντι τους συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Εξάλλου απογοήτευση και πικρία είναι εγγενές αποτέλεσμα κάθε πράξης που συνιστά παράβαση καθήκοντος. Δεν μπορεί όμως να καθιερωθεί η γενική αρχή ότι το αίσθημα τούτο αποζημιώνεται σε κάθε περίπτωση αμελούς συμπεριφοράς. Διαφορετική θα ήταν ενδεχομένως η προσέγγιση του Δικαστηρίου εάν εξαιτίας της απογοήτευσης και πικρίας είχε προκύψει κάποια ιατρική κατάσταση είτε σωματικής είτε ψυχικής υγείας η οποία να έχρηζε ιατρικής παρακολούθησης. Δεν παρουσιάστηκε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς το πότε μπορούν να αποδοθούν τέτοιες αποζημιώσεις σε περιπτώσεις επαγγελματικής αμέλειας δικηγόρων δέστε περαιτέρω στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 19th ed. (2014) παραγράφους 32-041 επ.).»

 

 

Η πιο πάνω προσέγγιση είναι ορθή και συνάδει πλήρως με τη σχετική επί του θέματος νομολογία.

 

Αποζημίωση για ψυχική οδύνη ή ενόχληση έχει επιδικαστεί σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων αμέλειας δικηγόρου, εκεί όπου η εντολή προς το δικηγόρο αποσκοπούσε ειδικά στην προστασία του εντολέα από ψυχική οδύνη ή βλάβη. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αποζημίωση για ψυχική οδύνη, απογοήτευση ή ενόχληση δεν ανακτάται σε περιπτώσεις παραβίασης σύμβασης ή αμέλειας, εκτός εάν σκοπός της σύμβασης ήταν η παροχή ψυχικής ηρεμίας, ευχαρίστησης ή απαλλαγής από την ψυχική οδύνη[1].

 

 Όπως αναφέρθηκε συναφώς στην υπόθεση Watts -v- Morrow [1991] 1 WLR 1421, 1445 από τον Bingham W:

 

“A contract-breaker is not in general liable for any distress, frustration, anxiety, displeasure, vexation, tension or aggravation which his breach of contract may cause to the innocent party. This rule is not, I think, founded on the assumption that such reactions are not foreseeable, which they surely are or maybe, but on considerations of policy.

 

But the rule is not absolute. Where the very object of a contract is to provide pleasure, relaxation, peace of mind or freedom from molestation, damages will be awarded if the fruit of the contract is not provided or if the contrary result is procured instead. If the law did not cater for this exceptional category of case, it would be defective.”

 

Στην υπόθεση Heywood v Wellers (a firm) [1975] EWCA Civ 11, επιδικάστηκε σε βάρος δικηγόρων αποζημίωση για ψυχική οδύνη. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης η εντολή είχε δοθεί ειδικά με σκοπό την προστασία της πελάτιδας από παρενόχληση και, λόγω της αμέλειάς τους, η παρενόχληση συνεχίστηκε, προκαλώντας ακριβώς τη βλάβη από την οποία η συμβατική υπηρεσία προοριζόταν να την προστατεύσει.

 

Το Δικαστήριο στην υπόθεση Heywood (ανωτέρω) έκανε τη διάκριση μεταξύ της ψυχικής δυσφορίας που αποτελεί απλώς παρεπόμενη συνέπεια της πλημμελούς διεξαγωγής μιας δικαστικής υπόθεσης και της ψυχικής δυσφορίας που αποτελεί άμεση και αναμενόμενη συνέπεια της αποτυχίας του δικηγόρου να εξασφαλίσει την ίδια την προστασία ή θεραπεία για την οποία διορίστηκε, υπογραμμίζοντας τα ακόλουθα:

 

 

 

“There is, I think, a clear distinction to be drawn between mental distress which is an incidental consequence to the client of the misconduct of litigation by his solicitor, on the one hand, and mental distress on the other hand which is the direct and inevitable consequence of the solicitor's negligent failure to obtain the very relief which it was the sole purpose of the litigation to secure. The first does not sound in damages; the second does.”

 

 

 

Στην υπόθεση Perry v Sidney Phillips & Son (a firm) [1982] 3 All ER 705, η οποία αφορούσε την επιδίκαση αποζημίωσης για την ψυχική οδύνη που υπέστη ο ενάγων συνεπεία της διαβίωσης του σε ελαττωματική οικία λόγω αμέλειας των εκτιμητών, το Δικαστήριο έθεσε, συγχρόνως, σαφή περιορισμό στην επιδίκαση τέτοιας αποζημίωσης. Διευκρινίστηκε ότι αυτή μπορεί να επιδικαστεί κατ’ εξαίρεση όταν η ψυχική πίεση προκύπτει άμεσα από τις υλικές ή φυσικές συνέπειες της αμέλειας[2].

 

Εν προκειμένω, το κρίσιμο ζήτημα ήταν κατά πόσο η απογοήτευση και η πικρία που επικαλέστηκε η Εφεσείουσα συνιστούσαν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αποζημιώσιμη μη χρηματική ζημία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της εντολής που είχε δοθεί στον Εφεσίβλητο 1, ορθά διαπίστωσε ότι αυτή αφορούσε την προστασία αμιγώς οικονομικού συμφέροντος της Εφεσείουσας. Ο Εφεσίβλητος 1 δεν διορίστηκε για να παράσχει στην Εφεσείουσα ψυχική ηρεμία ή προστασία από προσωπική ή οικογενειακή προσβολή, ούτε η εντολή του αφορούσε συμφέρον τέτοιας φύσης. Διορίστηκε για την προώθηση οικονομικής απαίτησης εναντίον της Universal. Συνεπώς, η απογοήτευση, η πικρία και η δυσφορία που επικαλείται η Εφεσείουσα συνδέονται με την αποτυχία της συγκεκριμένης οικονομικής διεκδίκησης και δεν συνιστούν ζημία που ανάγεται στο αντικείμενο της συμβατικής εντολής κατά την έννοια της ανωτέρω νομολογίας.

 

Κατ’ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, ο 1ος Λόγος Έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Μέσω του 2ου Λόγου Έφεσης η Εφεσείουσα προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει και να αποφανθεί επί της αυτοτελούς αξίωσης της για επιδίκαση τιμωρητικών, παραδειγματικών ή επαυξημένων αποζημιώσεων, παρά το γεγονός ότι η σχετική αξίωση είχε τεθεί ενώπιόν του. Αποτελεί θέση της Εφεσείουσας ότι, υπό το φως των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών και της σχετικής νομολογίας περί επαυξημένων αποζημιώσεων, το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την εν λόγω αξίωση, ιδίως ενόψει της συμπεριφοράς που αποδόθηκε στον Εφεσίβλητο 1 και των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή εκδηλώθηκε.

 

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο εξέτασε αναλυτικά τη φύση και το μέτρο των αποζημιώσεων που μπορούσαν να επιδικαστούν, τη διάκριση μεταξύ ειδικών και γενικών αποζημιώσεων, την επικαλούμενη απώλεια ευκαιρίας, καθώς και την αξίωση για αποζημίωση λόγω απογοήτευσης και πικρίας. Κατέληξε δε, επί τη βάσει της ενώπιόν του δικογραφίας και μαρτυρίας, ότι η συμπεριφορά του Εφεσίβλητου 1 αφορούσε παράβαση επαγγελματικού καθήκοντος στο πλαίσιο μιας αμιγώς οικονομικής απαίτησης και το μόνο ποσό που μπορούσε να αποδοθεί με ασφάλεια στην Εφεσείουσα ήταν το ποσό που είχε καταβάλει στον Εφεσίβλητο 1 για τις υπηρεσίες του.

 

Δεν διαπίστωσε συμπεριφορά που να χαρακτηρίζεται από κακία, αλαζονεία, αυθαιρεσία ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εξαιρετική θεραπεία των τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. Ούτε η απλή διαπίστωση ότι η Εφεσίβλητη αισθάνθηκε απογοήτευση και πικρία ως αποτέλεσμα της αποτυχίας της απαίτησής της μπορεί, από μόνη της, να θεμελιώσει δικαίωμα σε επαυξημένες αποζημιώσεις. Όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η απογοήτευση και η πικρία μπορεί να αποτελούν φυσικό επακόλουθο μιας παράβασης καθήκοντος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε τέτοιο συναίσθημα είναι αυτομάτως αποζημιώσιμο.

 

Συνεπώς και ο 2ος Λόγος Έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Με τον 3ο Λόγο Έφεσης η Εφεσείουσα προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα παρέλειψε να αξιολογήσει και να λάβει δεόντως υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του από αυτή, αναφορικά με την αξίωσή της κατά της Universal και τις πιθανότητες επιτυχίας της.

 

Ειδικότερα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την Εφεσείουσα, δεν έλαβε υπόψη ότι η παράλειψη του Εφεσίβλητου 1 να προωθήσει την εν λόγω αξίωση συνιστούσε παράβαση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, ούτε συνεκτίμησε ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί εκ των προτέρων η έκβαση της σχετικής δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ήταν επαρκή για την εκτίμηση της ζημίας και την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης και της συμπεριφοράς του Εφεσίβλητου 1.

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση αποτέλεσε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσίβλητος 1 επέδειξε ασύγγνωστη επαγγελματική αμέλεια έναντι της Εφεσείουσας καθότι, ως επεσήμανε, «όφειλε να είχε συμβουλεύσει κατάλληλα την Ενάγουσα σε σχέση με τις πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης της ενώ όφειλε να γνωρίζει σε ποιας δικαιοδοσίας δικαστήριο θα προωθούσε την υπόθεση» και «να προειδοποιήσει για τους κινδύνους που εγκυμονεί η προσφυγή στη δικαιοσύνη». Η απλή, ωστόσο, διαπίστωση ότι η αγωγή δεν προωθήθηκε λόγω της επαγγελματικής αμέλειας του Εφεσίβλητου 1 δεν αρκούσε, από μόνη της, για να καταστήσει αποζημιώσιμη την απώλεια ευκαιρίας της Εφεσείουσας να κερδίσει την αξίωση της έναντι της Universal.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς επισήμανε ότι μια τέτοια απώλεια, εφόσον προβάλλετο ως συγκεκριμένη οικονομική απώλεια και, κατ’ επέκταση, συγκεκριμένη αξίωση, θα έπρεπε, κατά πρώτον, να προέκυπτε από τα δικόγραφα και, κατά δεύτερον, να είχε προσκομισθεί η αναγκαία μαρτυρία ως προς την αξία της αρχικής απαίτησης, τα πραγματικά δεδομένα στα οποία αυτή στηριζόταν και την πιθανότητα επιτυχίας της. Δεν παρέλειψε δε να επισημάνει ότι, στην υπό συζήτηση περίπτωση, στην Έκθεση Απαίτησης ως ειδική ζημιά δεν δικογραφείτο οτιδήποτε άλλο πέρα από το ποσό των €1.406,18 που αντιστοιχούσε στο ποσό που η Εφεσείουσα είχε καταβάλει ως αμοιβή στον Εφεσίβλητο 1. Και ότι, με δεδομένο πως η απώλεια ευκαιρίας της Εφεσείουσας να κερδίσει την αξίωση της έναντι της Universal ήταν αποτιμητέα σε χρήμα, έπρεπε, για τα συγκεκριμένα γεγονότα που θα έθεταν το υπόβαθρο να εξεταστεί μια τέτοια απαίτηση, να γινόταν αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, κάτι το οποίο δεν είχε γίνει.

 

Υπό αυτά τα δεδομένα ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το μόνο ποσό που μπορούσε να αποδοθεί στην Εφεσείουσα ήταν το ποσό το οποίο είχε καταβάλει στον Εφεσίβλητο 1 ως αντίτιμο για τις υπηρεσίες του.

 

Συνακόλουθα, ούτε ο 3ος Λόγος Έφεσης μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η Έφεση αποτυγχάνει στο σύνολό της και απορρίπτεται.

 

Τα όλως ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και το ύψος του ποσού που επιδικάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, επιτρέπουν την παρέμβαση μας όχι προς διατάραξη της αρχής που διέπει το ζήτημα των εξόδων, αλλά όσον αφορά το ύψος του ποσού που θα πρέπει να επιδικαστεί.

 

Ως εκ τούτου, επιδικάζονται υπέρ των Εφεσιβλήτων και εναντίον της Εφεσείουσας, έξοδα τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €300.

 

 

 

 

                                      Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

 

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ,

 

 

ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.

 



[1] Όπως τονίσθηκε από το Δικαστή Dillon L.J. στην υπόθεση Bliss v. South East Thames Regional Health Authority [1987] ICR 700 στη σελίδα 718:

 

“… where the contract which has been broken was itself a contract to provide peace of mind or freedom from distress…”

[2] “It seems to me that Mr Perry is entitled to damages for all the vexation, distress and worry which he has been caused by reason of the negligence of the surveyor. If a man buys a house for his own occupation on the surveyor's advice that it is sound and then finds out that it is in a deplorable condition, it is reasonably foreseeable that he will be most upset. He may, as here, not have the money to repair it and this will upset him all the more. That too is reasonably foreseeable. All this anxiety, worry and distress may nowadays be the subject of compensation. Not excessive, but modest compensation. That appears from such cases as Jarvis v Swan Tours Ltd [1973] 1 All ER 71, [1973] QB 233, Jackson v Horizon Holidays Ltd [1975] 3 All ER 92, [1975] 1 WLR 1468, Heywood v Wellers [1976] 1 All ER 300, [1976] QB 446 and Hutchinson v Harris [1978] 10 Build LR 19.”

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο