ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Αίτηση αρ. 210/2026)
29 Οκτωβρίου 2026
[ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δικαστής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με το Αρ.155(4) του Συντάγματος και τα άρθρα 3 και 9 του Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Διάφορες Διατάξεις) Νόμου του 1964.
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με το Κανονισμό 3 των περί Ανώτατου Δικαστηρίου (Διαδικασία έκδοσης προνομιακών διαταγμάτων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018,
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με τα Άρθρα 27, 28 και 29 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.155,
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Αίτηση των 1) Ν.Κ. Α.Δ.Τ. [ ] και 2) Κ.Κ. με Α.Δ.Τ. [ ], αμφοτέρων από [….], για την παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση Αίτησης προς έκδοση Προνομιακού Εντάλματος φύσεως Certiorari,
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με το ένταλμα έρευνας που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 08/09/2026, για την οικία και υποστατικά που βρίσκονται στην […], που εκδόθηκε στη βάση της ένορκης δήλωσης του Δ/Αστ.3569 Α. Χατζηγεωργίου του Αστ. Σταθμού Λακατάμειας, δυνάμει των Άρθρων 27, 28 και 29 του ΚΕΦ.155.
Αίτηση ημ. 16.10.2026 από Ν.Κ. και Κ.Κ. για παροχή αδείας προς καταχώριση αίτησης για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari.
Για αιτητές: κ. Βίκτωρ Ακάμας, με κα Ορθοδοξία Γρηγορίου, για Βίκτωρ Ακάμας Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την παρούσα αίτησή τους, οι αιτητές 1 και 2, που είναι πατέρας και υιός αντίστοιχα, αιτούνται άδειας για καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari προς τον σκοπό ακύρωσης του εντάλματος έρευνας ημερ. 08/09/2026, για την οικία και τα υποστατικά τους.
Με το εν λόγω ένταλμα εξουσιοδοτήθηκε η αστυνομία από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας όπως ερευνήσει την οικία και τα υποστατικά των αιτητών και προβεί σε κατάσχεση πέντε κυνηγετικών όπλων (ΔΟΚΟ) και ενός αεροβόλου. Τα εν λόγω όπλα συνδέονται, σύμφωνα με το ένταλμα, με διερευνώμενη υπόθεση που αφορά στο αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του , το οποίο, κατ’ ισχυρισμό, διαπράχθηκε μεταξύ των ημερομηνιών 23/08/2025 και 28/08/2026.
Στον όρκο της αστυνομίας, ο οποίος συνοδεύει το αίτημα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για την έκδοση του υπό κρίση εντάλματος έρευνας, αναφέρονται συνοπτικά τα εξής:
1. Την 01/09/2026 καταγγέλθηκε από τον παραπονούμενο ότι στις 23/08/2025 το βράδυ, μετά από διαπληκτισμό που είχε με τον 2ο ύποπτο, αυτός μαζί με τον 1ο ύποπτο άρχισαν να τον απειλούν ότι θα τον σκοτώσουν, ενώ ο 2ος ύποπτος τον απείλησε με την φράση «θα βγάλω όπλο και θα σε παίξω». Οι διαπληκτισμοί μεταξύ τους συνεχίζονταν διαχρονικά και στις 28/08/2026, ώρα 19:20, ενώ ο παραπονούμενος επέστρεφε πεζός στο σπίτι του με την θυγατέρα του, οι δυο ύποπτοι άρχισαν να τον απειλούν, με τον 2ο ύποπτο να του λέει ότι θα τον βάλει δύο μέτρα κάτω από το χώμα, δείχνοντάς του το κοιμητήριο που βρίσκεται διακόσια μέτρα μακριά από το σπίτι του.
2. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο λόγος που οι δύο ύποπτοι τον απειλούσαν ήταν επειδή προηγουμένως την ίδια μέρα τον είδαν να φωτογραφίζει παρακείμενο χωράφι, στο οποίο οι ύποπτοι έχουν σταθμευμένα οχήματα βαρέου τύπου, τα οποία τους ανήκουν.
3. Σύμφωνα με το μηχανογραφημένο σύστημα της αστυνομίας, ο 1ος ύποπτος, παρόλο που δεν είναι ιδιοκτήτης οποιουδήποτε πυροβόλου όπλου, εντούτοις έχει άδεια ξένης κατοχής για δύο ΔΟΚΟ. Όσον αφορά τον 2ο ύποπτο, σύμφωνα με το μηχανογραφημένο σύστημα της αστυνομίας, είναι κάτοχος τεσσάρων ΔΟΚΟ και ενός αεροβόλου.
4. Ενόψει των πιο πάνω και για αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων, η αστυνομία θεωρεί ότι είναι ευλόγως αναγκαία και ανάλογη, λόγω των γεγονότων της υπόθεσης και της αποφυγής διάπραξης σοβαρότερων αδικημάτων, η έκδοση του εντάλματος έρευνας και η κατάσχεση των πιο πάνω πυροβόλων όπλων.
Στην βάση της πιο πάνω μαρτυρίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε το υπό κρίση ένταλμα έρευνας στα υποστατικά των αιτητών, την εγκυρότητα του οποίου αμφισβητούν οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους.
Την υπό κρίση αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του αιτητή αρ. 2, ο οποίος αναφέρει ότι διαμένει με τον αιτητή αρ. 1, που είναι πατέρας του, σε χωριό της Επαρχίας Λευκωσίας. Αναφέρει επίσης ότι το υπό κρίση ένταλμα εκτελέστηκε από την αστυνομία στις 08/09/2026 στην πιο πάνω οικία τους. Κατά την εκτέλεση του εντάλματος, τους ζητήθηκε να παραδώσουν όλα τα όπλα που είχαν στην κατοχή τους. Παρέδωσε μαζί με τον αιτητή αρ. 1 πέντε (5) κυνηγετικά και ένα αεροβόλο όπλο, τα οποία είχαν νόμιμα στην κατοχή τους, ενώ επίσης, κατόπιν αιτήματος της αστυνομίας, παρέδωσε το στρατιωτικό του τυφέκιο τύπου G3A3, το οποίο του έχει χρεωθεί από τον στρατό υπό την ιδιότητά του ως εφέδρου, καθώς επίσης και τον στρατιωτικό του σάκο με όλο το περιεχόμενό του (στρατιωτικά φυσίγγια, γεμιστήρες κ.λπ.).
Ο αιτητής αρ. 2 αναφέρει στην συνέχεια στην ένορκή του δήλωση ότι οι αιτητές ουδέποτε ανακρίθηκαν πριν την εκτέλεση του επίδικου εντάλματος από την αστυνομία σε σχέση με το 1ο επεισόδιο ημ. 03/08/2025. Μόνο μετά την εκτέλεση του εντάλματος στις 08/09/2026 ανακρίθηκαν και για τα δύο επεισόδια που κατήγγειλε ο παραπονούμενος ημ. 3/8/2025 και 28/8/2026 αντίστοιχα.
Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην συνέχεια ότι στον όρκο της αστυνομίας δεν παρατίθεται κανένας ισχυρισμός ότι στα καταγγελθέντα επεισόδια οι αιτητές χρησιμοποίησαν ή επέδειξαν όπλα στον παραπονούμενο με σκοπό να τον απειλήσουν, ο δε χρόνος των 12½ μηνών που παρήλθε από το πρώτο κατ’ ισχυρισμό επεισόδιο μέχρι που ο παραπονούμενος αποφάσισε να προβεί στην καταγγελία δεν καταδεικνύει αναγκαιότητα ή επείγουσα κατάσταση, ώστε η αστυνομία να αιτείται την έκδοση του επίδικου εντάλματος για να εισέλθει στην προστατευμένη από το Σύνταγμα κατοικία των αιτητών.
Ο ενόρκως δηλών αναφέρει, τέλος, ότι η αστυνομία μπορούσε με άλλα νομικά μέτρα να αναστείλει και / ή να ανακαλέσει τις άδειες κατοχής των όπλων τους και να τους υποχρεώσει να τα παραδώσουν στην αστυνομία, χωρίς να εισέλθει στην οικία τους δυνάμει του επίδικου εντάλματος. Ούτε ποτέ προηγουμένως επικοινώνησε μαζί τους η αστυνομία, προκειμένου να τους ζητήσει την παράδοση των όπλων τους.
Ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευσή του εστίασε την επιχειρηματολογία του σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος αφορά στην παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και των συνταγματικών δικαιωμάτων των αιτητών, και ο δεύτερος στην υπέρβαση δικαιοδοσίας, λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας και έλλειψης δέουσας δικαστικής αιτιολογίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας.
Ως προς την αρχή της αναλογικότητας, ο συνήγορος προέβαλε την θέση ότι το ένταλμα έρευνας δεν ήταν αναγκαίο ούτε ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αφού η βασική καταγγελία αφορούσε περιστατικό που φέρεται να συνέβη περίπου 12½ μήνες πριν από την έκδοση του εντάλματος και η αστυνομία αποτάθηκε για ένταλμα μία εβδομάδα αργότερα από το δεύτερο περιστατικό, χωρίς να προκύπτει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Επιπλέον, δεν υπήρχε ισχυρισμός ότι στα επίμαχα περιστατικά χρησιμοποιήθηκε ή επιδείχθηκε πυροβόλο όπλο, ούτε καταδείχθηκε ότι η κατάσχεση των όπλων ήταν αναγκαία για τη διερεύνηση του αδικήματος της απειλής.
Ο συνήγορος, με αναφορά σε κυπριακή νομολογία και αποφάσεις του ΕΔΑΔ, υποστήριξε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο όφειλε να σταθμίσει την ανάγκη αποτελεσματικής διερεύνησης έναντι της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και να εξετάσει λιγότερο επαχθή μέτρα. Κατά τον συνήγορο, η αστυνομία μπορούσε να ζητήσει την παράδοση των όπλων ή να ενεργήσει μέσω των εξουσιών ανάκλησης ή αναστολής των σχετικών αδειών.
Αναφορικά με την υπέρβαση εξουσίας, ο συνήγορος υποστήριξε ότι δεν υπήρχε δικαιοδοτική βάση για την έκδοση του εντάλματος και ότι αυτό εκδόθηκε χωρίς την δέουσα αιτιολογία. Ισχυρίστηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν διέθετε επαρκή στοιχεία για να σχηματίσει την απαιτούμενη από το εύλογη αιτία ή υποψία ότι τα αναζητούμενα όπλα συνδέονταν με τη διάπραξη του υπό διερεύνηση αδικήματος της απειλής ή θα παρείχαν σχετική απόδειξη για την διάπραξή του ή έστω προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για τη διάπραξη οιουδήποτε άλλου ποινικού αδικήματος.
Τέλος, ο συνήγορος υποστήριξε ότι ο όρκος της αστυνομίας περιείχε γενικές και αόριστες αναφορές, όπως την «αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων», χωρίς συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα. Κατά τον συνήγορο, το Επαρχιακό Δικαστήριο υιοθέτησε μηχανικά τη θέση της αστυνομίας, χωρίς ανεξάρτητη αξιολόγηση, περαιτέρω διερεύνηση ή επαρκή αιτιολόγηση.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση του υπό κρίση αιτήματος, θεωρώ σημαντικό να τονίσω ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα προνομιακά εντάλματα, ως κατάλοιπο της εξουσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου για έλεγχο των κατώτερων Δικαστηρίων, χορηγούνται κατ' εξαίρεση. Πρόκειται για δικαιοδοσία που ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος παρέχεται όπου από το πρακτικό του κατώτερου Δικαστηρίου διαφαίνεται έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας, έκδηλη νομική πλάνη, δόλος, προκατάληψη και μη τήρηση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. ).
Ειδικότερα, ως προς τα εντάλματα έρευνας, έχει νομολογηθεί ότι η έκδοσή τους συνιστά δικαστική απόφαση κατόπιν διερεύνησης, κατά την οποία ο Δικαστής ικανοποιείται ότι υφίστανται οι προϋποθέσεις έκδοσής τους δυνάμει τουΤο εν λόγω άρθρο δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσειένταλμα που να εξουσιοδοτεί την έρευνα συγκεκριμένου τόπου «προς ανεύρεση τέτοιου πράγματος» για το οποίο, μεταξύ άλλων, υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (βλ. ).
Η εγκυρότητα των ενταλμάτων έρευνας ελέγχεται από το Ανώτατο Δικαστήριο μέσω της διαδικασίας προνομιακού εντάλματος Certiorari. Στο πλαίσιο αυτό, έχει νομολογηθεί ότι εξετάζεται, ως προϋπόθεση δικαιοδοτικής φύσης, η ύπαρξη εύλογης αιτίας, συναρτώμενης προς τα πράγματα, στην ανεύρεση των οποίων νοείται ότι στοχεύει το ένταλμα έρευνας(βλ. μεταξύ άλλων.
Έχει όμως επίσης νομολογηθεί ότι κριτής των προϋποθέσεων για την έκδοση του εντάλματος έρευνας είναι πάντοτε το κατώτερο Δικαστήριο (βλ. Α.Γ. Πολ. Έφεση 15/2024 ημερ. 17.10.2024). Όπως δε έχει λεχθεί στην πολύ πρόσφατη υπόθεση
«… εάν το κατώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε εύλογα και δικαιολογημένα να καταλήξει στην ύπαρξη των προϋποθέσεων για έκδοση του εντάλματος έρευνας, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της εν λόγω διακριτικής του ευχέρειας.»
Στην πιο πάνω απόφαση γίνεται επίσης αναφορά στην παλαιότερη υπόθεση , στην οποία επαναλήφθηκε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου και ότι το κριτήριο είναι:
«… κατά πόσο ο εκδώσας το ένταλμα δικαστής θα μπορούσε να ικανοποιηθεί στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον για την ύπαρξη εύλογων λόγων να πιστεύεται ότι τα αναζητούμενα θα εντοπίζονταν στα υποστατικά των οποίων επιδιωκόταν η έρευνα και θα παρείχαν βοήθεια στη στοιχειοθέτηση αδικήματος.»
Στην υπό κρίση περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος των αιτητών. Δεν συμφωνώ με την θέση ότι το ένταλμα έρευνας δεν ήταν αναγκαίο ούτε ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, λόγω καθυστέρησης στην καταγγελία της υπόθεσης από τον παραπονούμενο.
Είναι γεγονός ότι η πρώτη κατ’ ισχυρισμό απειλή των αιτητών προς τον παραπονούμενο για χρήση όπλων εναντίον του έγινε, σύμφωνα με τον ίδιο, 12½ μήνες πριν την έκδοση του εντάλματος. Όμως η ένορκη μαρτυρία της αστυνομίας, όπως παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας, καταδεικνύει μια συνεχή και διαχρονική επανάληψη των απειλών, με αποκορύφωμα την τελική απειλή μια βδομάδα πριν την έκδοση του εντάλματος, η οποία έγινε ενώπιον της θυγατέρας του παραπονουμένου και κατά την οποία φαίνεται ότι οι αιτητές τον απείλησαν ότι θα τον θάψουν στο παρακείμενο νεκροταφείο.
Αυτό το περιστατικό είναι που προφανώς έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στον παραπονούμενο και τον οδήγησε στην καταγγελία της υπόθεσης. Η δε αστυνομία, αφού πρώτα βεβαιώθηκε μέσω του μηχανογραφημένου συστήματός της ότι οι αιτητές είχαν άδεια για κατοχή συγκεκριμένων όπλων, ενήργησε χωρίς καθυστέρηση, ζητώντας το υπό κρίση ένταλμα έρευνας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
Το πιο πάνω μαρτυρικό υλικό όχι μόνον δεν ήταν αόριστο, αλλά αντιθέτως ενέπλεκε με σαφήνεια τους αιτητές στην συστηματική διάπραξη του αδικήματος της απειλής κατά της ζωής του παραπονουμένου και καταδείκνυε την διασύνδεσή τους με τα όπλα τα οποία κατασχέθηκαν για σκοπούς διερεύνησης του εν λόγω αδικήματος. Η διασύνδεση αυτή προκύπτει από την καταγγελία του παραπονουμένου, σύμφωνα με την οποία η απειλή δολοφονίας του δεν ήταν αόριστη, αλλά διατυπώθηκε αρχικά από τον αιτητή 2 με την φράση «θα βγάλω όπλο να σε παίξω» και συνεχίστηκε με την τελική απειλή μια βδομάδα πριν την καταγγελία του στην αστυνομία.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την διαπίστωση της αστυνομίας από το μηχανογραφικό της σύστημα ότι οι αιτητές κατέχουν τα επίδικα όπλα, καταδεικνύει την άμεση διασύνδεση των εν λόγω όπλων με την διερεύνηση από την αστυνομία του αδικήματος της απειλής δυνάμει του
για «αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων» δεν αλλάζει το σκηνικό. Στην υπόθεση (ανωτέρω) λέχθηκε ότι οι ένορκες δηλώσεις της αστυνομίας προς υποστήριξη αιτημάτων που αφορούν σε έκδοση εντάλματος έρευνας ή σύλληψης θα πρέπει να προσεγγίζονται πρακτικά και με γνώμονα την κοινή λογική. Έγινε επί του προκειμένου παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, γεγονός παραμένει ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, καταδείχθηκε διασύνδεση των επίδικων πυροβόλων όπλων με το υπό διερεύνηση ποινικό αδίκημα της απειλής εναντίον της ζωής του παραπονουμένου. Η καταγγελία έγινε άμεσα μετά το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό επεισόδιο απειλής που έγινε μπροστά στην θυγατέρα του παραπονουμένου, η δε αστυνομία ενήργησε τάχιστα μετά την καταγγελία, αιτούμενη την έρευνα των υποστατικών των αιτητών, προκειμένου να κατασχεθούν τα πυροβόλα όπλα που σχετίζονταν με την υπό διερεύνηση απειλή.
Δεν συμφωνώ επίσης με την θέση του συνηγόρου για τους αιτητές ότι η αστυνομία μπορούσε να χρησιμοποιήσει λιγότερο επαχθή μέτρα, όπως να ζητήσει την παράδοση των όπλων ή να ενεργήσει μέσω των εξουσιών ανάκλησης ή αναστολής των σχετικών αδειών. Η αστυνομία διερευνούσε ένα πολύ σοβαρό αδίκημα απειλής κατά της ζωής του παραπονουμένου με την χρήση όπλων και η άμεση αντίδρασή της για κατάσχεση αυτών των όπλων ήταν υπό τας περιστάσεις η ενδεδειγμένη.
Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί στην παρούσα περίπτωση παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και των συνταγματικών δικαιωμάτων των αιτητών, ως ισχυρίστηκε ο δικηγόρος τους στην αγόρευσή του.
Αντιθέτως, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των υπό διερεύνηση αδικημάτων και της περιορισμένης όχλησης που συνεπαγόταν η έρευνα για τους αιτητές, η έκδοση του εντάλματος αποτελούσε υπό τας περιστάσεις εύλογο και αναλογικό μέτρο, χωρίς να εγείρεται εκ πρώτης όψεως ζήτημα συνταγματικής παραβίασης των δικαιωμάτων των αιτητών.
Για τους ίδιους λόγους δεν ισχύουν οι ισχυρισμοί του συνηγόρου των αιτητών για ανεπαρκή μαρτυρία και έλλειψη δέουσας δικαστικής αιτιολογίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας. Ούτε προκύπτει να υιοθετήθηκε μηχανικά από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η θέση της αστυνομίας, χωρίς ανεξάρτητη δικαστική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν του.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατόπιν διερεύνησης όλων των περιστατικών της υπόθεσης, όπως παρατέθηκαν στο ενώπιόν του κατατεθέν από την αστυνομία μαρτυρικό υλικό, ικανοποιήθηκε ως προς την επάρκεια των στοιχείων αυτών και ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος έρευνας.
Εν κατακλείδι, κρίνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αιτιολογημένα εξέδωσε το επίδικο ένταλμα έρευνας, το οποίο νομιμοποιείτο να εκδώσει στην βάση του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν του.
Η αίτηση απορρίπτεται.
Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου, Δ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο