ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. 223/2017)
21 Οκτωβρίου 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
Ελένη Κωνσταντίνου
Εφεσείουσα
ν.
Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ
Εφεσίβλητη
Ως τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015
Ελένη Κωνσταντίνου
Εφεσείουσα
v.
Themis Portfolio Management Holdings Ltd
Εφεσίβλητη
Χ. Στεφάνου με Κ. Στεργίδη για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. για την εφεσείουσα.
Μ. Πελεκάνος με Μ. Καραϊσκάκη (κα) για Ε. Πελεκάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. για την εφεσίβλητη.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από τον Δικαστή Παναγιώτου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (η Τράπεζα) η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την εφεσίβλητη δυνάμει του , παραχώρησε στον εναγόμενο 1 στην πρωτόδικη διαδικασία, δάνειο ύψους ΛΚ105.000 (€179.403,15), με την εγγύηση της εφεσείουσας (εναγομένης 2 στην πρωτόδικη διαδικασία). Προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, οι εναγόμενοι 1 και 2 ενέγραψαν προς όφελος της Τράπεζας, υποθήκη επί ακινήτου τους στο Παραλίμνι.
Σύμφωνα με την Τράπεζα, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, γι’ αυτό και καταχώρισε αγωγή εναντίον τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου (το πρωτόδικο Δικαστήριο), το οποίο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εξέδωσε στις 10.5.2017 απόφαση υπέρ της Τράπεζας και σε βάρος των εναγομένων, ευθυνομένων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, για το ποσό των €196.649,66, πλέον τόκους και έξοδα. Διέταξε επίσης την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις υπερασπίσεις που προέβαλε η εφεσείουσα και ο εναγόμενος 1. Αφού έκρινε αξιόπιστους τους μάρτυρες της Τράπεζας, και απέρριψε ως μη πειστικές τις μαρτυρίες των δύο εναγομένων και του μάρτυρα της εφεσείουσας, διαπίστωσε ότι:
· η δανειακή σύμβαση και η εγγύηση ήταν έγκυρες,
· η εφεσείουσα υπέγραψε ελεύθερα και με γνώση των συνεπειών της σύμβασης εγγύησης,
· οι παραλείψεις της Τράπεζας ως προς ορισμένες ενημερωτικές υποχρεώσεις δεν ακύρωναν την εγγύηση ούτε αποδεδειγμένα έβλαψαν την εγγυήτρια εφεσείουσα,
· το ύψος της οφειλής αποδείχθηκε επαρκώς από τις καταστάσεις λογαριασμού,
· η συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα με τις επιστολές της Τράπεζας, ενώ ακόμη και η καταχώριση της αγωγής θα συνιστούσε επαρκή τερματισμό.
Ειδικότερα ως προς τη νομιμότητα της εγγύησης της εφεσείουσας, το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρότι δέχθηκε ότι η Τράπεζα δεν έχει παραδώσει στην εφεσείουσα την απαιτούμενη στο του επιστολή, έκρινε, στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ότι η εφεσείουσα, με την ελεύθερη βούλησή της, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 για το ποσό των ΛΚ126.000,00. Επιπλέον, με σχετική σύμβαση υποθήκευσε ολόκληρο το μερίδιό της επί ακινήτου στο Παραλίμνι, αναγνωρίζοντας ότι οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το εν λόγω ποσό πλέον τόκους.
Η πιο πάνω πρωτοδίκη κατάληξη προέκυψε μεταξύ άλλων και από το τεκμήριο 11, το οποίο η εφεσείουσα υπέγραψε, και στο οποίο αναφέρεται ότι η εγγύηση δόθηκε χωρίς οποιαδήποτε πίεση και ότι αυτή αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορεί να προκύψουν από την εγγύηση. Περαιτέρω, με έγγραφο ημερ. 16.12.05 το οποίο βρίσκεται στην κατοχή της Τράπεζας (τεκμ. 10), συγκεκριμένος δικηγόρος, δήλωσε ότι εξήγησε στην εφεσείουσα τις συνέπειες και τους κινδύνους οι οποίοι δυνατόν να προκύψουν από την υπογραφή της πιο πάνω εγγύησης και αυτή ελεύθερα και χωρίς καμία πίεση εκ μέρους οποιουδήποτε, υπέγραψε στην παρουσία του.
Πέραν της επιστολής που απαιτείται από το , το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Τράπεζα δεν ενημέρωνε την εφεσείουσα γραπτώς κάθε φορά που υπήρχε καθυστέρηση τουλάχιστον τριών δόσεων, όπως προέβλεπε το του ιδίου Νόμου.
Ωστόσο, έκρινε ότι και αυτή η παράλειψη δεν καθιστούσε αυτομάτως άκυρη την εγγύηση. Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, για απαλλαγή της εφεσείουσας από εγγυήτρια λόγω παράλειψης ενημέρωσης, έπρεπε να αποδειχθεί ότι η παράλειψη αυτή έβλαψε τη δυνατότητά της να αναζητήσει τελικά ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη ως ρητά προνοεί το και το . Τέτοια ζημία δεν αποδείχθηκε. Επομένως, οι εν λόγω παραλείψεις της Τράπεζας δεν οδήγησαν σε απαλλαγή της εγγύησης της εφεσείουσας.
Αναφορικά με την υποθήκη, το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο ότι η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητά της. Τονίζεται επιπλέον στην πρωτόδικη απόφαση ότι η σύμβαση υποθήκης δημιουργούσε αυτοτελή πρωτογενή υποχρέωση και περιλάμβανε αναγνώριση οφειλής μέχρι του ασφαλιζόμενου ποσού. Επομένως, ανεξάρτητα από ορισμένα επιχειρήματα ως προς την νομιμότητα της εγγύησης, η έγκυρη υποθήκη δικαιολογούσε το αίτημα της Τράπεζας για την έκδοση του διατάγματος εκποίησης του επίδικου ακινήτου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, η Τράπεζα δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστούσε αθέμιτη επιρροή ή και οτιδήποτε επιλήψιμο που να επηρεάσει την εγκυρότητά της εγγύησης που παραχώρησε η εφεσείουσα. Επιπλέον, δεν δόθηκε οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που να καταδεικνύει επιλήψιμη συμπεριφορά του εναγόμενου 1 που ήταν σύζυγος της εφεσείουσας προς την ίδια την εφεσείουσα, προκειμένου να υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης. Αντιθέτως, διαπιστώθηκε ότι την περίοδο που συνομολογήθηκαν οι επίδικες συμφωνίες, αγοράστηκαν συνολικά δύο κατοικίες στην Αγ. Νάπα και στο Παραλίμνι από την εφεσείουσα και τον σύζυγό της και οι συναλλαγές στις οποίες προέβησαν όχι μόνο δεν ήταν εναντίον των συμφερόντων τους, αλλά εξυπηρετούσαν αμφότερους.
Με την παρούσα έφεση η εφεσείουσα αμφισβητεί την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση, προβάλλοντας συνολικά 8 λόγους έφεσης.
Με τους πρώτους επτά λόγους έφεσης, η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κακώς αξιολόγησε ως θετική τη μαρτυρία που προσκόμισε η εφεσίβλητη και κακώς παραγνώρισε ή και δεν προέβη σε ευρήματα ως προς κρίσιμα ζητήματα που ήγειρε η εφεσείουσα, και τα οποία αφορούν:
· Την κατ' ισχυρισμό ανεξάρτητη νομική συμβουλή που δόθηκε από τον δικηγόρο Παναγιώτη Παπαμιχαήλ (1ος λόγος έφεσης)
· Τη μη παραλαβή εκ μέρους της, του εντύπου (τεκμ.9) με την οποία η Τράπεζα την πληροφορούσε για το δικαίωμά της να λάβει νομική συμβουλή για την εγγύηση (2ος λόγος έφεσης).
· Την κατά την άποψή της, αντιφατική μαρτυρία των μαρτύρων της εφεσίβλητης ως προς τον χρόνο συμπλήρωσης των κενών στα έντυπα της σύμβασης εγγύησης (3ος λόγος έφεσης).
· Την κατ’ ισχυρισμό λανθασμένη αξιολόγηση του περιεχομένου της επιστολής (τεκμ. 15) ως προς την ακύρωση της εγγύησης (4ος λόγος έφεσης).
· Τις κατ’ ισχυρισμό αντιφάσεις των μαρτύρων της εφεσίβλητης ως προς την αγορά των κατοικιών και ως προς την εκχώρηση των συμβολαίων (λόγοι έφεσης 5 & 6).
· Την κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη αξιολόγηση της εφεσείουσας ως προς τη θέση της για το τι διαμείφθηκε όταν υπέγραφε, και τις διαβεβαιώσεις που πήρε από την Τράπεζα ότι η υπογραφή της ήταν απολύτως τυπική και ότι δεν είχε λόγο να ανησυχεί (λόγος έφεσης 7).
Οι πιο πάνω λόγοι έφεσης θα πρέπει να εξεταστούν με βάση τις αρχές που ρυθμίζουν την περιορισμένη επέμβαση του Εφετείου στην αξιολόγηση και τα συμπεράσματα αξιοπιστίας των μαρτύρων από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυτές έχουν συνοψισθεί στην υπόθεση , από την οποία μεταφέρουμε το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα:
"Στο δικό μας σύστημα η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατά κανόνα το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο να αποφασίσει περί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία το Εφετείο δεν επεμβαίνει."
Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι χρειάζονται ιδιαίτερα πειστικοί λόγοι για την αναίρεση της πρωτόδικης κρίσης ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας και το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όταν τα λάθη στην αξιολόγηση είναι τόσο σημαντικά, ώστε να οδηγούν εμφανώς το Δικαστήριο σε λανθασμένα ευρήματα (βλ. επίσης ).
Στην παρούσα περίπτωση, αφού εξετάσαμε με λεπτομέρεια την ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δοθείσα μαρτυρία, κρίνουμε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος επέμβασής μας στα πρωτόδικα συμπεράσματα ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς γιατί αποδέχθηκε την εκδοχή της εφεσίβλητης και απέρριψε εκείνη της εφεσείουσας, χωρίς να προκύπτει ανακολουθία ή πλημμελής αξιολόγηση των ενώπιόν του δεδομένων.
Ειδικότερα, ήταν εύλογο από τη δοθείσα μαρτυρία το πρωτόδικο συμπέρασμα ότι η Τράπεζα δεν συγκατατέθηκε στην ακύρωση της εγγύησης, όπως ισχυρίστηκε η εφεσείουσα στη μαρτυρία της. Όπως εύλογο ήταν το πρωτόδικο εύρημα ότι η εφεσείουσα δεν αμφισβητεί την εγκυρότητά της σύμβασης υποθήκης (τεκμ.5) με την οποία, μεταξύ άλλων, αναγνωρίζει ότι οφείλει να πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των ΛΚ126.000.- πλέον τόκους. Επί του προκειμένου η εφεσείουσα περιορίστηκε να αναφέρει στη μαρτυρία της ότι παρ’ όλα αυτά θα έπρεπε η Τράπεζα να εξαντλήσει τα ένδικα μέσα εναντίον του πρωτοφειλέτη χωρίς να αρνείται, όμως, την δική της ευθύνη.
Όσον αφορά την μαρτυρία της εφεσείουσας, το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε σε αυτήν με περισσή λεπτομέρεια, σημαντικές αντιφάσεις που εύλογα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν έλεγε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο πυρήνας των εν λόγω αντιφάσεων αφορά το κατά πόσο η εφεσείουσα γνώριζε ότι υπέγραφε εγγύηση, αν αντιλαμβανόταν τις συνέπειές της και αν αναγνώριζε προσωπική οικονομική ευθύνη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά θεώρησε ότι οι μεταβαλλόμενες εκδοχές της, σε συνδυασμό με τα υπογεγραμμένα έγγραφα και την απουσία έγκαιρης καταγραφής των ισχυρισμών της περί εξαπάτησης, καθιστούσαν τη μαρτυρία της μη πειστική.
Εν κατακλείδι, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε με επάρκεια τα συμπεράσματά του αναφορικά με την αξιοπιστία όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του και κατέληξε σε εύλογα ευρήματα, τα οποία δικαιολογούνται πλήρως από τη δοθείσα μαρτυρία.
Για τους πιο πάνω λόγους οι λόγοι έφεσης 1 έως 7 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Απομένει ο λόγος έφεσης 8 με τον οποίο η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα τις νομικές πτυχές της υπόθεσης, παραγνωρίζοντας ότι δεν δόθηκε ανεξάρτητη νομική συμβουλή προς την εφεσείουσα ως προς τις συνέπειες της εγγύησης. Ως αποτέλεσμα, κατά την εφεσείουσα, η εφεσίβλητη δεν απέσεισε το βάρος προστασίας της εφεσείουσας ως εγγυήτριας, ούτε και τηρήθηκε η υποχρέωση πληροφόρησης δυνάμει του , γεγονός που κακώς παραγνωρίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Στην υπόθεση , στην οποία παραπέμπει ο συνήγορος της εφεσείουσας, λέχθηκε ότι, για να πετύχει στην απαίτησή της, η πιστώτρια Τράπεζα οφείλει να αποδείξει ότι η εγγυήτρια-σύζυγος είχε συμμετάσχει στη συναλλαγή με ελεύθερη βούληση και γνωρίζοντας τα αληθή γεγονότα. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου στην υπόθεση , ερμηνεύοντας την πιο πάνω αγγλική απόφαση ,διευκρίνισε ότι αυτή η υποχρέωση της Τράπεζας αφορά περιπτώσεις όπου υπήρξε άσκηση παράνομης και αθέμιτης επιρροής ή δόλου, από τον σύζυγο.
Στην υπόθεση (ανωτέρω)λέχθηκε επίσης, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, ότι η σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ συζύγων, δεν δημιουργεί από μόνη της οποιοδήποτε νομικό τεκμήριο για άσκηση αθέμιτης επιρροής (undue influence). Ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας ότι τέτοια συναλλαγή δεν μπορεί να επικυρωθεί, εκτός αν καταδειχθεί ότι η σύζυγος είχε εξασφαλίσει ανεξάρτητη συμβουλή. Λέχθηκε επίσης, ότι, ακόμα και αν εγειρόταν τέτοιο νομικό τεκμήριο μεταξύ συζύγων, μια συναλλαγή δεν θα ήταν ακυρώσιμη εκτός αν καταδεικνυόταν ότι ήταν έκδηλα εναντίον των συμφερόντων της συζύγου.
Με το θέμα ασχολήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο και στη μεταγενέστερη υπόθεση, στην οποία λέχθηκε ότι από την στιγμή που η Τράπεζα είχε δώσει στην εφεσείουσα αντίγραφα των εγγυήσεων για να τα μελετήσει προτού υπογράψει, δεν είχε και υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι είχε λάβει και ανεξάρτητη νομική συμβουλή ως προς τις συνέπειες της υπογραφής της.
Στην παρούσα περίπτωση, υπήρξε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στη βάση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, ότι η εφεσείουσα, με την ελεύθερη βούλησή της, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του συζύγου της, εναγόμενου 1, για το ποσό των ΛΚ126.000,00.
Το πρωτόδικο αυτό εύρημα προκύπτει σαφώς από το τεκμήριο 11, το οποίο η εφεσείουσα υπέγραψε, και στο οποίο αναφέρεται σαφώς ότι η εγγύηση δόθηκε από την εφεσείουσα χωρίς οποιαδήποτε πίεση και ότι αυτή αντιλαμβάνεται πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορεί να προκύψουν από την υπογραφή της εγγύησης.
Σημειώνεται επίσης το έγγραφο ημερ. 16.12.05 (τεκμ. 10), σύμφωνα με το οποίο συγκεκριμένος δικηγόρος, δήλωσε ότι εξήγησε στην εφεσείουσα τις συνέπειες και τους κινδύνους που δυνατόν να προκύψουν από την υπογραφή της εγγύησης και αυτή ελεύθερα και χωρίς καμία πίεση εκ μέρους οποιουδήποτε, υπέγραψε στην παρουσία του.
Σημειώνεται επίσης ότι η παρούσα δεν αφορά περίπτωση όπου έχει αποδειχθεί ότι ο σύζυγος της εφεσείουσας άσκησε πίεση ή οιαδήποτε άλλη επιλήψιμη συμπεριφορά προς την ίδια, προκειμένου να υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης προς όφελος του.
Αντιθέτως, η μαρτυρία κατέδειξε ότι την περίοδο που συνομολογήθηκαν οι επίδικες συμφωνίες αγοράστηκαν συνολικά δύο κατοικίες, στην Αγ. Νάπα και στο Παραλίμνι από την εφεσείουσα και τον σύζυγό της και οι συναλλαγές στις οποίες προέβησαν εξυπηρετούσαν αμφότερους.
Είναι επιπλέον ορθή η πρωτόδικη κατάληξη ότι οι παραλείψεις της Τράπεζας να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των δεν οδηγούν σε απαλλαγή της εγγύησης της εφεσείουσας αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτές έβλαψαν τη δυνατότητά της να αναζητήσει τελικά ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη ως ρητά προνοεί το .
Ο 8ος λόγος έφεσης παραγνωρίζει επιπλέον αυτό που εύστοχα υποδεικνύει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ότι ανεξαρτήτως των ισχυρισμών για την εγκυρότητα της επίδικης εγγύησης, η σύμβαση υποθήκης δημιουργούσε αυτοτελή πρωτογενή υποχρέωση και περιλάμβανε αναγνώριση οφειλής της εφεσείουσας μέχρι του ασφαλιζόμενου με την υποθήκη ποσού, το οποίο ισούται με το ποσόν του δανείου που η εφεσείουσα εγγυήθηκε.
Έχει βέβαια νομολογηθεί στην υπόθεση με παραπομπή στην αγγλική απόφασηότι η αυτοτέλεια μιας σύμβασης υποθήκης δεν την προστατεύει από τις συνέπειες της παρανομίας μιας άλλης δανειακής ή εγγυητικής σύμβασης με την οποία είναι λειτουργικά συνδεδεμένη.
Στην παρούσα όμως περίπτωση, ήταν εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η σύμβαση εγγύησης ήταν καθόλα νόμιμη αφού κρίθηκε ότι υπεγράφη από την εφεσίβλητη με την ελεύθερη βούληση της.
Από τη στιγμή δε που η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε την εγκυρότητά της επίδικης υποθήκης, ανεξάρτητα από ορισμένα επιχειρήματα ως προς την νομιμότητα της εγγύησης, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν έγιναν πρωτοδίκως αποδεκτά, η έγκυρη και μη αμφισβητούμενη υποθήκη δικαιολογούσε το αίτημα της Τράπεζας για την έκδοση του διατάγματος εκποίησης του επίδικου ακινήτου προς εξασφάλιση του συνόλου του οφειλόμενου στην Τράπεζα ποσού.
Ενόψει των πιο πάνω και ο λόγος έφεσης 8 κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται.
Η έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Επιδικάζονται €2.500,00 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας.
K. Σταματίου, Π
Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Δ
Αλ. Παναγιώτου, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο