ΣΤΑΛΩ (ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ) ΓΕΛΑΣΗ v. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 265/2016, 8/10/2026
print
Τίτλος:
ΣΤΑΛΩ (ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ) ΓΕΛΑΣΗ v. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 265/2016, 8/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Έφεση Αρ. 265/2016)

  

 8 Οκτωβρίου, 2026

                                                     

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΣΤΑΛΩ (ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ) ΓΕΛΑΣΗ,

Εφεσείουσα/Εναγόμενη,

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ,

Εφεσίβλητος/Ενάγων.

____________________

 

κ. Στ. Βασιλακκάς για Ε. Φλουρέντζου & Σία ΔΕΠΕ, για την

 Εφεσείουσα.

κ. Αντ. Κυριάκου με κα Σ. Βάκη για Χατζηχάννας & Σία ΔΕΠΕ , για

 τον Εφεσίβλητο.

 

____________________

 

Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου

 θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.

 

­­­____________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Με αγωγή του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο Εφεσίβλητος-Ενάγων αξίωσε αποζημιώσεις εναντίον της Εφεσείουσας-Εναγόμενης για σωματικές βλάβες, καθώς και υλικές ζημιές, τις οποίες υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, που επεσυνέβη στις 17.11.2007, επί της οδού Ηλία Παπακυριακού, στη Μακεδονίτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας, μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε η Εφεσείουσα και της μοτοσικλέτας την οποία οδηγούσε ο ίδιος.

 

Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, ο Εφεσίβλητος κατέθεσε ως μάρτυρας και, προς υποστήριξη της υπόθεσης του, κάλεσε την Αστυφύλακα που εξέτασε το τροχαίο δυστύχημα (Μ.Ε.1), τον Δρ Μάριο Χατζηχάννα, χειρούργο ορθοπεδικό-τραυματιολόγο (Μ.Ε.3), τον Δρ Άκη Λοϊζίδη, ορθοπεδικό-χειρούργο (Μ.Ε.4) και την Δρ Ελένη Ηρακλέους, ακτινολόγο (Μ.Ε.5). Η Εφεσείουσα, προς υποστήριξη της υπεράσπισης της κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα τον Δρ Μιχάλη Πηλαβάκη, χειρούργο-ορθοπεδικό (Μ.Υ.1).

 

Σε διάφορα στάδια της πρωτόδικης διαδικασίας δηλώθηκε, εκ συμφώνου, ότι η ευθύνη της Εφεσείουσας ανερχόταν σε 80% και του Εφεσίβλητου σε 20%. Δηλώθηκαν, επίσης, ως ειδικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης, διάφορα ποσά, συνολικώς ανερχόμενα στο ποσό των €17.528. Αναφορικά με τις γενικές αποζημιώσεις για πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία, δηλώθηκε το ποσό των €4.000, επί πλήρους ευθύνης, για μώλωπες, εγκαύματα, διάστρεμμα αυχένα και τραύμα στο δεξί χέρι.

 

Επίδικα θέματα παρέμειναν οι ειδικές αποζημιώσεις που αξιώνονταν για έξοδα μελλοντικών απαραίτητων εγχειρήσεων, τα οποία δηλώθηκε ότι ανέρχονταν στο ποσό των €10.000, καθώς και τα έξοδα μεταφοράς και διαμονής του ίδιου και της μητέρας του, συνολικού ύψους €760,68. Ως προς τις γενικές αποζημιώσεις, επίδικα παρέμειναν τα ζητήματα που αφορούσαν τη ρήξη οπίσθιου χιαστού του αριστερού ποδιού και την αναγκαιότητα χειρουργικής επέμβασης αποκατάστασης, καθώς και η αναγκαιότητα διενέργειας αρθοπλαστικών επεμβάσεων επί του αριστερού γονάτου. Περαιτέρω, επίδικο είχε παραμείνει και το θέμα της αιτίας πρόκλησης της ρήξης του οπίσθιου χιαστού του αριστερού ποδιού.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε την προσαχθείσα μαρτυρία, κατέληξε ότι η ρήξη του οπίσθιου χιαστού του αριστερού ποδιού του Εφεσίβλητου προκλήθηκε από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, ανεξαρτήτως εάν αυτή επήλθε συνεπεία πρόσκρουσης του γονάτου του στο φτερό του οχήματος που οδηγούσε η Εφεσείουσα ή λόγω της πτώσης του επί της ασφάλτου. Διαπίστωσε, περαιτέρω, ότι η αστάθεια του αριστερού γονάτου του, συνεπεία της εν λόγω ρήξης, ήταν τέτοιου βαθμού, ώστε καθίστατο αναγκαία η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης και ότι, σε μεταγενέστερο χρόνο, αναμένετο η εκδήλωση μετατραυματικής αρθρίτιδας, με επακόλουθη ανάγκη ολικής αρθροπλαστικής του γόνατος του.

 

Το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €760,68 για έξοδα μεταφοράς και διαμονής του Εφεσίβλητου και της μητέρας του και, περαιτέρω, καθόρισε τις γενικές αποζημιώσεις, επί πλήρους ευθύνης, στο ποσό των €35.000 και επιδίκασε το ποσό των €10.000, επίσης επί πλήρους ευθύνης, αναφορικά με τη μελλοντική ανάγκη αρθροπλαστικής επέμβασης. Σημειώνεται ότι η απόφαση εκδόθηκε στη βάση των ανωτέρω ποσών, καθώς και εκείνων που συμφωνήθηκαν, μειωμένων κατά 20% που αναλογούσε στη συμφωνημένη συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου, με νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα.

 

Η Εφεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη την πρωτόδικη απόφαση προβάλλοντας προς τούτο εννέα συνολικά λόγους έφεσης. Με τον 1ο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως αυθαίρετο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το γόνατο του Εφεσίβλητου συγκρούστηκε μετωπικά με το όχημα της Εφεσείουσας και με τον 2ο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι είναι αντινομική η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία εκ μέρους της Εφεσείουσας προς εξήγηση της πρόκλησης του τραυματισμού του οπίσθιου χιαστού. Με τον 3ο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως λανθασμένο και/ή αυθαίρετο και/ή αδικαιολόγητο το εύρημα ότι υπήρχε αστάθεια και/ή αστάθεια τέτοιου βαθμού, που έχρηζε χειρουργικής επέμβασης και με τον 4ο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο τραυματισμός του αριστερού γόνατος του Εφεσίβλητου δύναται να προήλθε από την πτώση του στην άσφαλτο. Με τον 5ο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο ο ιατρός, Μ.Ε.4, συγχύστηκε και προέβη σε καλόπιστο λάθος κατά την περιγραφή του τραύματος και της ρήξης του οπίσθιου χιαστού στο δεξιό γόνατο, δεν υποστηρίζεται από την ίδια την μαρτυρία του και με τον 6ο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε τη δήλωση της ιατρού, Μ.Ε.5, προσδίδοντας σε αυτή έννοια που δεν ανταποκρίνεται, ούτε και συνάδει, με το σύνολο της μαρτυρίας της. Μέσω του 7ου λόγου έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέχθηκε και προσέδωσε βαρύτητα σε εξ ακοής δήλωση του Εφεσίβλητου ότι εξετάστηκε από Ιατροσυμβούλιο, το οποίο φέρεται να διαπίστωσε ότι η αστάθεια στο αριστερό γόνατο ήταν τέτοιου βαθμού που να χρήζει χειρουργικής επέμβασης και με τον 8ο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι είναι εσφαλμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Εφεσίβλητος θα χρειαστεί μελλοντική αρθροπλαστική επέμβαση στο αριστερό γόνατο, καθότι τούτο δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Με τον 9ο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι επιδικάσθηκαν υπερβολικές και αδικαιολόγητα διογκωμένες γενικές αποζημιώσεις υπέρ του Εφεσίβλητου.

 

Ο 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος , 6ος, 7ος και 8ος λόγος Έφεσης άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των ευρημάτων στα οποία κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση αυτής. Λόγω της συνάφειας τους, θα εξετασθούν συλλογικά.

 

Σύμφωνα με πάγια νομολογία, το Εφετείο επιδεικνύει διαχρονικά φειδώ στην παρέμβαση επί των διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Η αρχή αυτή εδράζεται στο γεγονός ότι ο πρωτόδικος δικαστής έχει το μοναδικό πλεονέκτημα της ζωντανής παρουσίας των μαρτύρων, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και τον τρόπο κατάθεσης τους. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και το Εφετείο δεν υποκαθιστά την κρίση του, εκτός εάν τα συμπεράσματα είναι εμφανώς ανυπόστατα, στερούνται λογικού ερείσματος ή έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την αδιαμφισβήτητη έγγραφη μαρτυρία ή τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(A) AAΔ 300).

 

Το Εφετείο έχει την ευχέρεια να διαμορφώνει τα δικά του συμπεράσματα, όταν η πρωτόδικη κρίση δεν εδράζεται επαρκώς στη μαρτυρία και τα γεγονότα ή όταν η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων πάσχει από λογικές αντιφάσεις ή πλημμελή αξιολόγηση των δεδομένων που παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη (Baloise Insur. Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) ΑΑΔ 1275, 1290-1).

 

Επισημαίνεται ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει στα ευρήματα πρωτόδικου δικαστηρίου, εκτός εάν αποδειχθεί, ότι αυτό είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ούτε επεμβαίνει εύκολα στα συμπεράσματα τα οποία εξάγει ένας δικαστής με βάση τις διαπιστώσεις που έκαμε επί των πραγματικών γεγονότων, καίτοι στη δεύτερη αυτή περίπτωση το δικαστήριο, κατ' έφεση, μπορεί να επέμβει, κρίνοντας ότι και το ίδιο είναι σε θέση να εξάξει άλλα συμπεράσματα, εάν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο πρωτόδικος δικαστής ήταν τέτοια που δεν μπορούσε ένας λογικός άνθρωπος να καταλήξει (Μόδεστος Κατσιάρης & Άλλος ν. Αστυνομία (1992) 2 ΑΑΔ 349).

 

Η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μετωπικής σύγκρουσης του αριστερού γόνατος του Εφεσίβλητου με το όχημά της αντιφάσκει με τη μαρτυρία. Υποστηρίζει δε ότι ο Εφεσίβλητος δεν απέδειξε τον τρόπο με τον οποίο επήλθε ο τραυματισμός του, καθότι με την πτώση της μοτοσυκλέτας προς τη δεξιά πλευρά θα ανέμενε κάποιος να προκαλέσει τραυματισμούς, κυρίως στη δεξιά πλευρά του σώματος και, ως εκ τούτου, το εύρημα ότι ο τραυματισμός του αριστερού γόνατος προκλήθηκε από την πτώση του στην άσφαλτο θεωρείται αυθαίρετο και ενισχύει τη θέση ότι η σύγκρουση ήταν πλάγια και όχι μετωπική.

 

Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, η τελική πτώση του Εφεσίβλητου έλαβε χώρα προς τα δεξιά και προκάλεσε τραυματισμούς στη δεξιά πλευρά. Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει ούτε αναιρεί το ενδεχόμενο ο καίριος τραυματισμός στο αριστερό γόνατο να επήλθε κατά το στάδιο της σύγκρουσης, καθώς, όπως ορθά αποδέχτηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, σύμφωνα με την μαρτυρία, τόσο του Εφεσίβλητου, όσο και του Μ.Υ.1, αλλά και της κοινής λογικής, το αριστερό πόδι του οδηγού μοτοσικλέτας, με βάση τη θέση που βρίσκεται καθήμενος επί αυτής, είναι λυγισμένο περίπου σε ορθή γωνία και εκτεθειμένο και, επομένως, αυτό ήλθε σε επαφή, είτε με το όχημα της Εφεσείουσας, είτε με τη μοτοσυκλέτα, κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης, στοιχείο που συνάδει με τον εντοπισμό της ρήξης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδεχόμενο την μαρτυρία του Εφεσίβλητου και της Μ.Ε.1, κατέληξε:

 

«[…] επήλθε σύγκρουση στο μπροστινό δεξιό φτερό, γωνία προφυλακτήρα, φανάρι, και όπως είπε ο Ενάγοντας, με το αριστερό μέρος του τιμονιού και του ντεπόζιτου καυσίμων της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Ενάγοντας και του αριστερού γονάτου του, που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της μοτοσικλέτας και του ιδίου επί της ασφάλτου και ως εκ τούτου επήλθε ο τραυματισμός του γονάτου του αριστερού ποδιού του Ενάγοντα, είτε από την πρόσκρουση με το όχημα που οδηγούσε η Εναγόμενη, που δεν απέκλισε ο ΜΥ1, εφόσον κτύπησε μετωπικά το γόνατο του Ενάγοντα, είτε από την πτώση του επί της ασφάλτου, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είναι αποκλειστικά και μόνο από μετωπική σύγκρουση που μπορεί να επέλθει η ρήξη του οπίσθιου χιαστού, αλλά μπορεί να επισυμβεί και άλλως πως, όπως στην περίπτωσή μας που κινούνταν μεν στην ίδια κατεύθυνση τα δύο οχήματα, αλλά η σύγκρουση επήλθε όταν έστριψε δεξιά η Εναγόμενη και το όχημά της έλαβε τη θέση που φαίνεται στο Τεκμήριο 1 και παρόλο που ο Ενάγοντας, που κινείτο στα δεξιά της, προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση δεν τα κατάφερε…».

 

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, η οποία έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπήρχε αίμαθρο στο αριστερό γόνατο του Εφεσίβλητου και, ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι ο τραυματισμός επήλθε από άλλη αιτία, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο εύρημα ότι η ρήξη του οπίσθιου χιαστού του αριστερού ποδιού του Εφεσίβλητου προήλθε από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, ανεξάρτητα αν αυτή προκλήθηκε από την πρόσκρουση του γονάτου του αριστερού ποδιού του με το δεξιό μπροστινό φτερό του οχήματος που οδηγούσε η Εφεσείουσα ή από την πτώση του επί της ασφάλτου.

 

Εκ των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας απομονώνει ένα επιμέρους στοιχείο της αιτιολογίας, καθώς το Δικαστήριο δεν περιόρισε την αξιολόγηση του μόνο στο γεγονός ότι ο τραυματισμός του γονάτου του Εφεσίβλητου προήλθε από την πτώση του στην άσφαλτο και το αναγάγει, εσφαλμένα, σε καθοριστικό εύρημα, το οποίο σαφώς δεν ευσταθεί.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν υιοθέτησε ως αναγκαία ή αποκλειστική προϋπόθεση μια «μετωπική» σύγκρουση του γονάτου, αλλά εξέτασε, στη βάση της μαρτυρίας και της κοινής λογικής, την αιτία πρόκλησης  του τραυματισμού, ήτοι την πρόσκρουση ή την επακολουθήσασα πτώση επί της ασφάλτου. Η αναφορά ότι το γόνατο «κτύπησε μετωπικά» δεν συνιστά αυτοτελές ή καθοριστικό εύρημα, αλλά μία εκ των πιθανών εκδοχών που δεν αποκλείστηκε από τη μαρτυρία. Το ίδιο το Δικαστήριο ρητώς επισημαίνει ότι η ρήξη του οπίσθιου χιαστού δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην μετωπική σύγκρουση και δύναται να επέλθει και κατ’ άλλον τρόπο.

 

Αυτό που εν τέλει θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το τελικό συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο η ρήξη του οπίσθιου χιαστού του αριστερού ποδιού του Εφεσίβλητου προήλθε από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και τούτο ανεξάρτητα του τρόπου πρόκλησης της.

 

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι στις πολιτικές υποθέσεις, το βάρος απόδειξης φέρει ο Ενάγων, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η απόσειση του βάρους δεν εξαρτάται από τη σύγκριση των εκδοχών των διαδίκων, αλλά από το κατά πόσον η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποιεί το Δικαστήριο ως επικρατέστερη. Σε αντίθετη περίπτωση, η απαίτηση αποτυγχάνει, ακόμη και αν η εκδοχή του εν λόγω διαδίκου εμφανίζεται ως πιθανότερη από εκείνη του αντιδίκου του (βλ. Σοφοκλέους ν. Κυριάκου (2010) 1 ΑΑΔ 665 και Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1858).

 

Εν προκειμένω, ο Εφεσίβλητος είχε το βάρος να αποδείξει ότι ο τραυματισμός του, ήτοι η ρήξη του οπίσθιου χιαστού του αριστερού ποδιού του προκλήθηκε συνεπεία του δυστυχήματος. Επί τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του, προκειμένου να καταλήξει επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο Εφεσίβλητος τραυματίστηκε κατά το επίδικο δυστύχημα. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία περί εναλλακτικής αιτίας τραυματισμού δεν συνιστά μετατόπιση του βάρους απόδειξης, αλλά αποτελεί θεμιτό στοιχείο αξιολόγησης της συνολικής μαρτυρίας. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε εναλλακτικούς τρόπους πρόκλησης της ρήξης του οπίσθιου χιαστού δεν αναιρεί το εύρημα, ούτε και διαρρηγνύει τον αιτιώδη σύνδεσμο με το δυστύχημα. Το Δικαστήριο δεν όφειλε να προσδιορίσει με απόλυτη ακρίβεια τον τρόπο πρόκλησης του τραυματισμού, αλλά να ικανοποιηθεί, κατά την επικρατέστερη εκδοχή, ότι αυτός προήλθε από το δυστύχημα, κάτι που ρητώς έπραξε. Σημειώνεται ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Εφεσείουσας ότι η αιτία των σωματικών παθήσεων που ισχυρίστηκε ο Εφεσίβλητος ήταν παλαιά τραύματα και η βεβαρημένη υγεία του από τα επικίνδυνα σπορ, στα οποία επιδίδετο, παρέμεινε μετέωρος.

 

Aποτελεί θέση της Εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα υιοθέτησε τη θέση του Εφεσίβλητου περί αστάθειας του γονάτου, καθώς δεν ήταν πραγματογνώμονας. Επί τούτου, επισημαίνεται ότι ο Μ.Ε.3 ήταν ο πρώτος ορθοπεδικός ιατρός που εξέτασε τον Εφεσίβλητο, δύο ημέρες μετά το δυστύχημα και τον παρέπεμψε για MRI, το οποίο τελικά ανέδειξε ρήξη οπίσθιου χιαστού. Ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι όταν τον εξέτασε πρώτη φορά δεν διαπίστωσε αστάθεια, καθώς αυτή διαγιγνώσκεται σε μετέπειτα χρόνο. Όπως εξήγησε, η αστάθεια και το μέγεθός της διαπιστώνονται πρωτίστως από τον ίδιο τον ασθενή κατά την εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων και επιβεβαιώνεται από τον ιατρό, μέσω κλινικής εξέτασης του γόνατος. Η σχετική μεθοδολογία εξέτασης επιβεβαιώθηκε και από τον Μ.Υ.1.

 

Η Μ.Ε.5 επιβεβαίωσε ότι από το MRI διαπιστώθηκε ρήξη του οπίσθιου χιαστού του αριστερού γονάτου του Εφεσίβλητου. Δήλωσε δε ότι γνωρίζει πως τέτοιου είδους περιστατικά χρειάζονται «διόρθωση», διευκρινίζοντας ότι η τελική αξιολόγηση του περιστατικού ανήκει σε ορθοπεδικό ιατρό. Το Δικαστήριο ερμήνευσε τη λέξη «διόρθωση», ως παραπομπή σε χειρουργική επέμβαση, αφού δεν έγινε αναφορά σε πιο συντηρητική αντιμετώπιση (όπως φυσιοθεραπεία). Τέτοια ερμηνεία διαπιστώνεται ότι έγινε ως αποτέλεσμα της συνολικής αποτίμηση της ιατρικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, την οποία ενέταξε στο ευρύτερο πλαίσιο της, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη φύση της διαπιστωθείσας κάκωσης (ρήξη οπίσθιου χιαστού), όσο και τη σύγκλιση των ιατρικών δεδομένων που προέκυπταν από το MRI. Το δε επιχείρημα της Εφεσείουσας ότι, εάν εννοούσε χειρουργική επέμβαση, θα το διατύπωνε ρητώς, δεν ευσταθεί, καθότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη λεκτική διατύπωση ενός μάρτυρα, αλλά προβαίνει σε αξιολόγηση της ουσίας της μαρτυρίας στο σύνολό της.

 

Ο Μ.Ε.4 εξέτασε τον Εφεσίβλητο στις 7.4.2008, κατόπιν παραπομπής του από τον Μ.Ε.3., σε σχέση με το χέρι του. Παραπονέθηκε ωστόσο και για το πόδι του και έτσι εξέτασε και το γόνατο. Συμφώνησε σε μεγάλο βαθμό με τον Μ.Υ.1, αλλά επέμενε στην αναφορά του στο δεξί γόνατο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η εν λόγω επιμονή του δεν συνιστά ουσιώδη αντίφαση ή στοιχείο που πλήττει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, αλλά εξηγείται εύλογα από το περιεχόμενο της έκθεσης που ετοίμασε η Μ.Ε.5 (Τεκμήρια 10 και 10Α), στην οποία εσφαλμένα αναγραφόταν ότι αφορά το δεξιό γόνατο.

 

Η Εφεσείουσα διαφωνεί με αυτό, προβάλλοντας ότι δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες να διορθώσει το «καλόπιστο» σφάλμα. Επί τούτου, παρατηρείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας σφαιρικά τη μαρτυρία και λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία της Μ.Ε.5, κατέληξε σε σαφές εύρημα ότι το MRI απεικόνιζε το αριστερό γόνατο του Εφεσίβλητου. Κατά συνέπεια, η αναφορά του Μ.Ε.4 στο «δεξί» γόνατο δεν ήταν παρά αντανάκλαση του πιο πάνω σφάλματος που αναγράφετο στην έκθεση και όχι ένδειξη αναξιοπιστίας ή άγνοιας εκ μέρους του.

 

Θα πρέπει, επιπλέον, να επισημανθεί ότι η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Ε.4 δεν περιορίζετο στη φραστική αναφορά του γόνατος, αλλά επεκτείνετο στα ιατρικά ευρήματα, τη φύση της κάκωσης και την επιστημονική του αξιολόγηση, στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστα και συμβατά με τη λοιπή μαρτυρία, ιδίως εκείνη του Μ.Ε.3. Η δε επιστημονική του προσέγγιση, ως ορθοπεδικού χειρουργού που εξέτασε τον Εφεσίβλητο σε κρίσιμο χρονικό σημείο, ήτοι στις 7.4.2008, παρείχε στο Δικαστήριο επαρκή βάση για τη διαμόρφωση της κρίσης του.

 

Παρεμβάλλεται η θέση της Εφεσείουσας ότι ο Εφεσίβλητος δεν προσκόμισε μαρτυρία από το Ιατροσυμβούλιο, ούτε σχετική γνωμάτευση προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, και ότι η μη αμφισβήτηση της διενέργειας της χειρουργικής επέμβασης δεν συνεπάγεται αποδοχή της αναγκαιότητας ή της απόφασης για χειρουργική επέμβαση.

 

Σημειώνεται ότι η βαρύτητα που θα προσδοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία, εξαρτάται από διάφορους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27(1) και (2) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και διάφορους παράγοντες, όπως αυτοί καθορίσθηκαν από τη νομολογία (βλ. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλας Άλλως Στάλως Χριστοδούλου (2016) 1 ΑΑΔ 1779, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου (2006) 2 ΑΑΔ 217 κ.ά.). Η αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας πρέπει να γίνεται με προσοχή και να επεξηγείται από το δικαστήριο (βλ. Γεωργίου ν. Στυλιανού (2009) 1 ΑΑΔ 70, Μονός κ.ά. ν. S. Xenides Trading Co Ltd κ.ά. (2010) 1 ΑΑΔ 1002). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. Κολάνη ν. Ταμπούρα (2010) 1 ΑΑΔ 1108).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε ορθά, κατά την κρίση μας, την εξ ακοής μαρτυρία, στη βάση του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι επρόκειτο για ένα υπαρκτό ιατρικό σημείωμα, ημερομηνίας 25.9.2009, τα έξοδα καλύφθηκαν από το κράτος, καθώς και την πρακτική δυσκολία κλήτευσης ενός ιατρού από την Ελλάδα. Σημειώνεται ότι η διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης στην Ελλάδα με κρατικά έξοδα είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός.

 

Επισημαίνεται ότι δεν υπήρξε ένσταση στην κατάθεση του εν λόγω Τεκμηρίου, ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση του συντάξαντος αυτού και ούτε ζητήθηκε η μη αποδοχή του, αλλά απεναντίας, ο συνήγορος της Εφεσείουσας το επικαλέσθηκε, προκειμένου να προωθήσει τη θέση ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την άποψη του Μ.Ε.4 περί αναγκαιότητας διενέργειας αρθροπλαστικής στο απώτερο μέλλον.

 

Αποτελεί, επίσης, θέση της Εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αποδώσει τη δέουσα βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 42[1], και δη στη ρητή διαπίστωση ότι τα λοιπά ενδοαρθρικά στοιχεία (μηνίσκος, χόνδροι, λοιποί συνδέσμοι) ελέγχονταν φυσιολογικά και κατέληξε αυθαίρετα στο συμπέρασμα περί μελλοντικής εμφάνισης εκφυλιστικών αλλοιώσεων, παρά την απουσία σχετικών ευρημάτων κατά τον χρόνο της επέμβασης. Περαιτέρω, αγνόησε αδικαιολόγητα τη σχετική μαρτυρία του Μ.Υ.1, ενώ ταυτόχρονα προσέδωσε βαρύτητα στο έγγραφο που κατέθεσε ο Μ.Ε.4, ημερ. 9.5.2013, ως προς την πιθανότητα υποβολής του Εφεσίβλητου σε εγχείρηση ολικής αρθροπλαστικής εγχείρησης, χωρίς να γίνεται αναφορά στο συγκεκριμένο γόνατο και χωρίς αυτό να υποστηριχθεί επαρκώς από τον Μ.Ε.4.

 

Θα πρέπει να τονισθεί ότι η απλή διαπίστωση ότι τα λοιπά ενδοαρθρικά στοιχεία, ήτοι μηνίσκος, χόνδροι, λοιποί συνδέσμοι, ήταν φυσιολογικά, δεν αναιρεί τη ρήξη του οπίσθιου χιαστού, στην οποία ορθώς εστίασε το πρωτόδικο Δικαστήριο και η οποία αποτελεί ένα αυτοτελή τραυματισμό που προκαλεί, όπως διαπιστώθηκε, συνεχή αστάθεια, παρόλες τις φυσιοθεραπείες που έγιναν, ενοχλήματα και πόνο κατά τις καθημερινές δραστηριότητες του Εφεσίβλητου, ενώ τον εμπόδιζε από το να ασχολείται με τα σπορ που ασχολείτο προηγουμένως.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο Μ.Ε.4 εξέτασε τον Εφεσίβλητο σε χρονική περίοδο άμεσα, όταν δηλαδή διαπιστώθηκε το πρόβλημα, έχοντας άμεσα κλινική εικόνα, σε αντίθεση με τον Μ.Υ.1, ο οποίος εξέτασε τον Εφεσίβλητο μετά τη χειρουργική επέμβαση και ο οποίος ανέφερε στη μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε αν χρειαζόταν να γίνει η χειρουργική επέμβαση. Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο η μαρτυρία του Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 έγινε αποδεκτή, στη βάση του ότι δόθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούσαν τη συγκεκριμένη περίπτωση και συνδέονταν με την πραγματική κατάσταση του Εφεσίβλητου, για την οποία οι μάρτυρες είχαν άμεση εικόνα. Αντίθετα, ο Μ.Υ.1 εξέτασε τον Εφεσίβλητο εκ των υστέρων και δήλωσε ρητά ότι δεν γνωρίζει αν χρειαζόταν επέμβαση. Ως προέκυψε, η προσέγγιση του φαίνεται να ήταν θεωρητική και βασισμένη σε ελλιπή δεδομένα.

 

Επιπλέον, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μελλοντικής αρθρίτιδας εδράζεται στην αποδεκτή επιστημονική μαρτυρία του Μ.Ε.4, ο οποίος εξήγησε επιστημονικά τη σύνδεση μεταξύ της ρήξης οπίσθιου χιαστού, αστάθειας και μελλοντικής εκφυλιστικής πορείας. Επισημάνθηκε ότι η απουσία εκφυλιστικών αλλοιώσεων κατά τον χρόνο της επέμβασης δεν αποκλείει τη μελλοντική εμφάνιση τους, ιδίως σε περιπτώσεις χρόνιας αστάθειας.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 1 μέχρι 8 απορρίπτονται.

 

Με τον 9ο λόγο Έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρέλειψε να λάβει υπόψη επαρκώς την υπάρχουσα νομολογία σε σχέση με παρόμοιας φύσεως τραυματισμούς και επιδίκασε υπερβολικές και/ή αδικαιολόγητα διογκωμένες γενικές αποζημιώσεις.

 

Όπως έχει νομολογηθεί, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με το ύψος του ποσού των αποζημιώσεων, εκτός εάν πεισθεί, είτε ότι το Δικαστήριο ενήργησε κάτω από λανθασμένη αντίληψη του νόμου, είτε ότι το επιδικασθέν ποσό είναι τόσο ανεπαρκές ή υπερβολικό, ούτως ώστε να καθίσταται παντελώς λανθασμένος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων τις οποίες δικαιούται ο Εφεσείων (βλ. Δημητρίου ν. Ιωάννου κ.α. (2003) 1 ΑΑΔ 274).

 

Η Εφεσείουσα, προς υποστήριξη της θέσης της για μείωση των επιδικασθεντών γενικών αποζημιώσεων, επικαλείται την υπόθεση Πέτρος Αλεξάνδρου ν. Καλλισθένης Κωνσταντίνου, Πολ. Έφεση 379/2019 (σχ. με 380/2019), ημερ. 15.9.2025, στην οποία ο ενάγων, ηλικίας 35 ετών, υπέστη πολλαπλούς και ιδιαίτερα σοβαρούς τραυματισμούς, περιλαμβανομένων καταγμάτων άνω άκρου, πλευράς, κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, μερικής ρήξης οπισθίου χιαστού, καθώς και μετατραυματικής αγχώδους διαταραχής με μόνιμο κατάλοιπο που τον κατέστησε πλήρως ανίκανο προς εργασία. Το Εφετείο αύξησε τις γενικές αποζημιώσεις από €30.000 σε €40.000.

 

Εν προκειμένω, η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι η παρούσα υπόθεση υπολείπεται σημαντικά σε σοβαρότητα, καθότι ο Εφεσίβλητος υπέστη περιορισμένα τραύματα σε σχέση με την άνω υπόθεση και, συνεπώς, εισηγείται ότι οι γενικές αποζημιώσεις δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν το ποσό των €25.000.

 

Στην πιο πάνω υπόθεση, όπως διευκρινίστηκε στην πορεία από τους συνηγόρους, ο Εφεσείων δεν είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, γεγονός που την διαφοροποιεί από την παρούσα. Στην υπόθεση Constantin v. Αντωνιάδη (2004) 1 Γ ΑΑΔ 1701, που παρέπεμψαν ο Εφεσίβλητος, νεαρός ηλικίας 16 ½ ετών υπέστη, μεταξύ άλλων, ρήξη χιαστού συνδέσμου και του τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας. Παρουσίαζε σοβαράς μορφής οπίσθια αστάθεια στο ένα γόνατο, ενώ η κινητικότητα και η μυϊκή ισχύς ήταν ικανοποιητική. Όταν κατετάγη ως βοηθητικός στον στρατό, λόγω της αστάθειας του γόνατος, είχε υποστεί τραυματισμό του ιδίου γόνατος, υποβλήθηκε σε χειρουργική θεραπεία και του έγινε αφαίρεση του έσω μηνίσκου. Παρέμεινε αστάθεια στο δεξιό γόνατο, κάτι που τον δυσκόλευε στο τρέξιμο και στην παρατεταμένη βάδιση και ορθοστασία, στο ανεβοκατέβασμα της σκάλας και στο περπάτημα σε ανώμαλο έδαφος, ενώ είχαν κάμει την εμφάνιση τους πρώιμες οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση όπου επιδικάστηκαν υπέρ του Εφεσίβλητου Λ.Κ.40.000 (€68.400). Βέβαια, η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων και οι προηγούμενες αποφάσεις μόνο καθοδήγηση προσφέρουν κατά την επιδίκαση των αποζημιώσεων, ακριβώς λόγω του ότι, όπως και στην παρούσα περίπτωση, δεν πρόκειται για πανομοιότυπα δεδομένα.

 

Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο Εφεσίβλητος, συνεπεία του δυστυχήματος, υπέστη ρήξη του οπίσθιου χιαστού συνδέσμου του αριστερού γόνατος, η οποία οδήγησε σε αστάθεια της άρθρωσης, με αποτέλεσμα να υποφέρει από πόνο και ενοχλήματα κατά την εκτέλεση των καθημερινών του δραστηριοτήτων και να στερηθεί της δυνατότητας συμμετοχής σε αθλητικές δραστηριότητες που προηγουμένως ασκούσε. Παρά τη συντηρητική θεραπεία που ακολουθήθηκε, περιλαμβανομένων φυσιοθεραπειών και φαρμακευτικής αγωγής, τα συμπτώματα παρέμειναν, γεγονός που κατέστησε ιατρικώς αναγκαία τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης για αποκατάσταση της βλάβης, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι, στο απώτερο μέλλον, υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να εμφανιστεί μετατραυματική αρθρίτιδα, η οποία θα καταστήσει αναγκαία τη διενέργεια ολικής αρθροπλαστικής γόνατος.

 

Σημειώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε ουσιαστική συγκριτική αξιολόγηση με συναφείς υποθέσεις, περιοριζόμενο σε γενική διαφοροποίηση λόγω παρόδου χρόνου με τις υποθέσεις που παρέπεμψαν αντίστοιχα τα διάδικα μέρη, Constantin (πιο πάνω) και Τιτώνη ν. Χαρ. Πηλακούτας Λτδ (2001) 1 ΑΑΔ 479.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα, την έκταση και τις επιπτώσεις του τραυματισμού που υπέστη ο Εφεσίβλητος, καθώς και το γεγονός ότι κατέστη αναγκαία η υποβολή του σε χειρουργική επέμβαση προς ανακούφιση από τον πόνο και τα ενοχλήματα και προς αποκατάσταση της δυνατότητάς του να εκτελεί τις καθημερινές του δραστηριότητες και να συμμετέχει σε αθλητικές δραστηριότητες που προηγουμένως ασκούσε, κρίνεται ότι η εν λόγω επέμβαση δεν επέφερε πλήρη αποθεραπεία. Αντιθέτως, διαπιστώθηκε ότι υφίσταται σχεδόν βέβαιη πιθανότητα εμφάνισης μετατραυματικής αρθρίτιδας σε μεταγενέστερο στάδιο, εξέλιξη η οποία αναμένεται να καταστήσει αναγκαία τη διενέργεια ολικής αρθροπλαστικής γόνατος.

 

Με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, το ποσό που επιδίκασε το πρωτόδικο Δικαστήριο, για γενικές αποζημιώσεις, αν και κινείται στα ανώτερα επιτρεπτά επίπεδα, δεν κρίνεται έκδηλα υπερβολικό κατά τρόπο που να επιβάλλει την παρέμβαση μας για τη μείωση του.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ούτε ο 9ος λόγος έφεσης ευσταθεί.

Συνακόλουθα, η έφεση απορρίπτεται με €2.800 έξοδα εναντίον της Εφεσείουσας, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει.

 

 

Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ

 

 

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

                                                                                                    Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

 

/ΧΤΘ

 



[1] Σημείωση: Το Τεκμήριο 42 είναι το ιατρικό σημείωμα, ημερομηνίας 25.9.2009.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο