ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΝΤΙΡΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΑΛΛΩΣ ΧΡΥΣΤΑΛΛΕΝΗ ΚΟΝΤΟΖΗ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/2016, 27/10/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΝΤΙΡΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΑΛΛΩΣ ΧΡΥΣΤΑΛΛΕΝΗ ΚΟΝΤΟΖΗ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/2016, 27/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

  Πολιτική Έφεση Αρ. 319/2016

 

27 Οκτωβρίου 2026

 

 [Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.,  Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 4, ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ 22/85 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ ΟΠΩΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΟΥΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ

ΚΑΙ

ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ:

1.   ΧΡΥΣΤΑΛΛΑ ΝΤΙΡΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΑΛΛΩΣ ΧΡΥΣΤΑΛΛΕΝΗ ΚΟΝΤΟΖΗ

2.   ΜΑΡΙΑ ΝΤΙΡΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

3.   ΚΑΛΙΑ ΝΤΙΡΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

4.   ΛΟΪΖΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

               Εφεσειόντων

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΙΜΙΤΕΔ

              Εφεσίβλητης

………………………………………..

 

Γρ. Χριστοδουλίδης προσωπικά και για Μάριος Ι. Κυριακίδης ΔΕΠΕ, για τους εφεσείοντες.

 

Μ. Λουκά, για Χριστάκης Λουκά & Σία ΔΕΠΕ, για την εφεσίβλητη.

 

 

Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το

                               Δικαστή Δαυίδ.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.: Έναυσμα για την καταχώριση της αίτησης-έφεσης Αρ.544/11, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αποτέλεσε η έκδοση, την 29.3.2011, τριών διαιτητικών αποφάσεων εναντίον των εφεσειόντων και προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πισσουρίου, την οποία, στην εξέλιξη των πραγμάτων διαδέχθηκε η εφεσίβλητη.

 

Με την ως άνω αίτηση-έφεση (εφεξής «η αίτηση»), η οποία προωθήθηκε στη βάση του άρθρου 52(4) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/1985, οι εφεσείοντες επιδίωξαν την ακύρωση και τον παραμερισμό των ως άνω διαιτητικών αποφάσεων, αποτέλεσμα διαιτησιών που αφορούσαν οφειλές που απέρρεαν από τρία γραμμάτια, αμφισβητώντας τη νομιμότητα και τη διαδικασία της έκδοσης τους. Μέσω της αίτησης τους, οι εφεσείοντες προέβαλαν, μεταξύ άλλων, ισχυρισμούς περί στέρησης του δικαιώματός τους να υπερασπιστούν την υπόθεσή τους και να εκπροσωπηθούν από δικηγόρο, μη παραχώρησης αναγκαίων εγγράφων για την υπεράσπισή τους, πλημμελούς αιτιολόγησης των διαιτητικών αποφάσεων, κατάχρησης ή/και υπέρβασης εξουσίας εκ μέρους του διαιτητή ως και παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.

 

Η αίτηση συνάντησε την ένσταση της εφεσίβλητης, η οποία αντέκρουσε τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, υποστηρίζοντας τη νομιμότητα της διαιτητικής διαδικασίας και των εκδοθεισών αποφάσεων.

 

Προς τεκμηρίωση των εκατέρωθεν θέσεων καταχωρίστηκαν ένορκες δηλώσεις, όπως και συμπληρωματικές στη συνέχεια, περιλαμβανομένης εκείνης του ίδιου του διαιτητή, από τις οποίες αναδύθηκαν αντίθετες εκδοχές ως προς τα διαδραματισθέντα κατά τη διαιτητική διαδικασία.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, έκρινε ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο γεγονός πως παρά την ουσιώδη αμφισβήτηση των θέσεων και των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από την αντίδικη πλευρά και τον ίδιο τον διαιτητή, δεν επεδίωξαν την προσκόμιση σχετικής προφορικής μαρτυρίας ή έστω, την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Κατέληξε, ως εκ τούτου, πως δεν είχε τεθεί ενώπιον του μαρτυρικό υπόβαθρο ικανό να δικαιολογήσει τη διαπίστωση παρατυπιών στη διαιτητική διαδικασία ή ανάρμοστης συμπεριφοράς του διαιτητή.  Συνακόλουθα, απέρριψε την αίτηση με έξοδα.

 

Η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης αμφισβητείται με την προώθηση της παρούσας έφεσης, μέσω της οποίας προβάλλονται έξι λόγοι έφεσης. Οι τρεις πρώτοι εξ αυτών, συναφείς μεταξύ τους,  στρέφονται κατά της προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την απόδειξη των προβαλλόμενων στην αίτηση παρατυπιών στη διαιτητική διαδικασία και της ανάρμοστης συμπεριφοράς του διαιτητή. Οι εφεσείοντες, διατείνονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εξάρτησε την αποδοχή των ισχυρισμών τους από την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας ή την αντεξέταση του διαιτητή, παραγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για «Αρχική» αίτηση, η οποία εκδικάστηκε στη βάση ενόρκων δηλώσεων. Υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι το Δικαστήριο όφειλε να αξιολογήσει το σύνολο της ενώπιον του μαρτυρίας, συνεκτιμώντας τη μαρτυρία που προσέφεραν οι εφεσείοντες ως προς τα διαμειφθέντα κατά τη διαιτητική διαδικασία καθώς και τις αντιφάσεις που προέκυπταν, κατά τη θέση τους, τόσο από τη μαρτυρία του διαιτητή όσο και από τις δηλώσεις που καταχωρίστηκαν προς υποστήριξη της ένστασης, αντί να αντιμετωπίσει τη μαρτυρία του πρώτου ως αναντίλεκτη λόγω της μη αντεξέτασης του.

 

Η εξέταση των ως άνω 1 έως 3 λόγων έφεσης, επιβάλλει αρχικά μια σύντομη αναφορά στο νομικό πλαίσιο που διέπει τις διαδικασίες του είδους και τα εγειρόμενα ζητήματα.

 

Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του συγκεκριμένου μηχανισμού, συναρτάται προς την ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς (Ζαµπά κ.ά. ν. Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 169/2012, ηµερ. 6.6.2018). Η επιδίωξη αυτή, αντανακλάται στην απροθυμία και την περιορισμένη έκταση δικαστικής επέμβασης στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα.

 

Ενόψει της φύσης της διαιτητικής διαδικασίας, ως οιονεί δικαστικής, ο διαιτητής θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, τις βασικές αρχές του δικαίου αλλά και τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία (βλ. Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ (2015) 1 Α.Α.Δ. 1675 και Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd (2010) 1 Α.Α.Δ. 687). Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της παρατυπίας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).

 

Ενταγμένη στο ως άνω πλαίσιο, η δικαστική επέμβαση έχει, εκ των πραγμάτων, περιορισμένο χαρακτήρα καθώς δεν αποσκοπεί στην επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων, νομοθετικά αναγνωρισμένων πλημμελειών. Η επιφυλακτικότητα αυτή υπαγορεύεται από την ανάγκη διαφύλαξης της αυτοτέλειας και της αποτελεσματικότητας του θεσμού της διαιτησίας, ενώ καθίσταται αναγκαία η απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο ή λόγους, το βάρος της οποίας φέρει ο διάδικος που επιδιώκει τον παραμερισμό.

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το ζήτημα της αποδεικτικής αντιμετώπισης αντικρουόμενων ενόρκων δηλώσεων, βρίσκεται στον πυρήνα των ως άνω τριών λόγων έφεσης.

 

Ως έχει ήδη σημειωθεί, η επίδικη διαιτητική διαδικασία διεξήχθη δυνάμει του άρθρου 52 του Ν.22/1985, το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρέπεμπε στην εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας περί διαιτησίας. Συναφώς, το άρθρο 20(2) του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, προβλέπει τη δυνατότητα παραμερισμού διαιτητικής απόφασης σε περίπτωση ανάρμοστης συμπεριφοράς του διαιτητή ή πλημμελούς διεξαγωγής της διαδικασίας. Η έννοια της ανάρμοστης συμπεριφοράς του διαιτητή εκτείνεται, αλλά δεν περιορίζεται, σε περιπτώσεις έλλειψης αμεροληψίας, υπέρβασης των ορίων της δικαιοδοσίας του καθώς και εμφανούς παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης (βλ. ενδεικτικά Dynacon Limited κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (1999) 1 Α.Α.Δ. 717 και Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd (ανωτέρω)).

 

Περαιτέρω, το άρθρο 30 του Κεφ. 4, ελλείψει ειδικών Κανονισμών εκδιδόμενων δυνάμει του εν λόγω Νόμου, προβλέπει την εφαρμογή, με τις αναγκαίες προσαρμογές, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Συναφώς, η Δ.48, θ.4 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε) υποδεικνύει την κατεύθυνση με την οποία θα πρέπει να προσεγγίζονται και να εξετάζονται αιτήσεις που  βασίζονται σε ένορκες δηλώσεις (Iacovou Bros. v. Fashionwise Ltd (2000) 1(B) Α.Α.Δ. 1377 και Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 1460), διατηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, σύμφωνα με τη Δ.39, θ.1.

 

Ωστόσο, η εκδίκαση αιτήσεων του είδους κατά τον πιο πάνω τρόπο, δεν διαφοροποιεί τους ισχύοντες κανόνες απόδειξης, σύμφωνα με τους οποίους τα αμφισβητούμενα γεγονότα πρέπει να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται, στον βαθμό και στην έκταση που επιβάλλει το βάρος απόδειξης (Λευκίδου ν. Κανναουρίδη (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 528 και Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 1990).

 

Ως προς την αποδεικτική αντιμετώπιση αντικρουόμενων ενόρκων δηλώσεων, χρήσιμη καθοδήγηση παρέχει η αγγλική απόφαση Coyne v. DRC Distribution Ltd [2008] EWCA Civ 488, παρ. 58, στην οποία επισημάνθηκε πως όταν το Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με αντίθετες μαρτυρικές εκδοχές επί ουσιωδών πραγματικών ζητημάτων, κατά κανόνα δεν είναι σε θέση να επιλύσει τη μεταξύ τους σύγκρουση και να προβεί σε ασφαλή ευρήματα χωρίς το όφελος της αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Προσέγγιση, ωστόσο, όχι απόλυτη, αφού υπό ορισμένες περιστάσεις, η σχετική μαρτυρία δύναται να απορριφθεί και χωρίς αντεξέταση, όταν για παράδειγμα είναι προδήλως αναξιόπιστη, είτε εκ της φύσεως της είτε ενόψει παραδεκτών γεγονότων ή αξιόπιστων εγγράφων. Ως έθεσε το ζήτημα ο δικαστής Pimer:

«As regards the need for oral evidence, Mr Ashworth reminded us that it is well-settled practice that if a court finds itself faced with conflicting statements on affidavit evidence, it is usually in no position to resolve them, and to make findings as to the disputed facts, without first having the benefit of the cross-examination of the witnesses. Nor will it ordinarily attempt to do so. The basic principle is that, until there has been such cross-examination, it is ordinarily not possible for the court to disbelieve the word of the witness in his affidavit and it will not do so. This is not an inflexible principle: it may in certain circumstances be open to the court to reject an untested piece of such evidence on the basis that it is manifestly incredible, either because it is inherently so or because it is shown to be so by other facts that are admitted or by reliable documents.».

 

Προφανώς, η αντεξέταση δεν αποτελεί ανελαστική προϋπόθεση για την εκδίκαση αίτησης στη βάση γραπτής μαρτυρίας. Ωστόσο, η παράλειψή της αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όταν η απόδειξη κρίσιμων περιστατικών εξαρτάται από την επίλυση ουσιωδώς συγκρουόμενων κα αντιφατικών τοποθετήσεων ως προκύπτουν από τη μαρτυρία, οι οποίες δεν μπορούν να αρθούν με βάση τα υπόλοιπα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία (βλ. Σκορδή ν. Λάντου κ.ά., Πολ. Εφ. Αρ.429/2012, ημερ. 22/4/2020, ECLI:CY:AD:2020:A127). Στην περίπτωση αυτή, η αποδεικτική αβεβαιότητα αποβαίνει σε βάρος του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης.

 

Επανερχόμενοι στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνουμε ότι οι ισχυρισμοί των εφεσειόντων περί στέρησης του δικαιώματος τους να υπερασπιστούν την υπόθεση τους, καθότι το αίτημα τους για αναβολή της προγραμματισμένης ακρόασης της διαιτησίας λόγω αδυναμίας παράστασης του δικηγόρου τους δεν εισακούστηκε, ούτε τους δόθηκε η δυνατότητα να προβάλουν τις ενστάσεις τους, περιλαμβανομένης της καταγγελίας περί πλαστογράφησης των υπογραφών τους επί της σύμβασης εγγύησης, αντικρούστηκαν ευθέως από την πλευρά της εφεσίβλητης. Επί τούτου, πέραν της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της ένστασης, καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ίδιου του διαιτητή, ο οποίος παρέθεσε τη δική του εκδοχή για όσα διαδραματίστηκαν. Ειδικότερα, θέση του τελευταίου ήταν ότι οι εφεσείοντες είχαν κληθεί δεόντως και ότι όσοι παρέστησαν αναγνώρισαν τις υπογραφές τους στα σχετικά έγγραφα παραδεχόμενοι τις οφειλές τους, χωρίς να προβάλουν ένσταση ή να ζητήσουν αναβολή λόγω κωλύματος του δικηγόρου τους. Προσκόμισε, επίσης, τα κείμενα των διαιτητικών αποφάσεων, στα οποία είχε καταγραφεί η εν λόγω παραδοχή, διευκρινίζοντας ότι  έγγραφα που είχαν προηγουμένως παρουσιάσει οι εφεσείοντες, αποτελούσαν επιστολές γνωστοποίησης των αποφάσεων και όχι τις ίδιες τις αποφάσεις.

 

Παρά την πιο πάνω, ευθεία σύγκρουση επί γεγονότων καθοριστικών για τη στοιχειοθέτηση των προβαλλόμενων λόγων παραμερισμού, οι εφεσείοντες δεν επιδίωξαν καν την αντεξέταση του διαιτητή, προκειμένου να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις συγκεκριμένες εξηγήσεις του, να αποψιλώσουν ή να αποδυναμώσουν την εκδοχή του. Ούτε επιχειρήθηκε η εξασφάλιση άδειας για προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας προς διευκρίνιση των επίδικων περιστατικών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο βρέθηκε, συνεπώς, ενώπιον δύο εκ διαμέτρου αντίθετων εκδοχών, χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να επιτρέπουν την άρση της μεταξύ τους σύγκρουσης και, πρωτίστως, τη θεμελίωση των ισχυρισμών των εφεσειόντων.

 

Ως προς τις αιτιάσεις των εφεσειόντων αναφορικά με τα πρακτικά της διαιτητικής διαδικασίας, ο διαιτητής εξήγησε ότι σε περιπτώσεις παραδοχής της οφειλής, ως ήταν η υπο συζήτηση περίπτωση, δεν υπήρχε οτιδήποτε περαιτέρω προς καταγραφή. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, η σχετική αναφορά στα κείμενα των αποφάσεων συνιστούσε ικανοποιητική καταγραφή των πεπραγμένων, αποτυπώνοντας επαρκώς την εξέλιξη της διαδικασίας.

 

Περαιτέρω, ως προς το παράπονο περί μη παραχώρησης αναγκαίων εγγράφων για την υπεράσπιση των εφεσειόντων, οι σχετικοί ισχυρισμοί αντικρούστηκαν ευθέως από την εφεσίβλητη. Τα έγγραφα, ως υποδείχθηκε από την πλευρά της, είχαν ήδη παραδοθεί στους εφεσείοντες, ενώ απεστάλησαν και στον δικηγόρο τους με διπλοσυστημένη επιστολή, η οποία επιστράφηκε αζήτητη. Προς τεκμηρίωση δε της αποστολής προσκομίστηκαν σχετικά ταχυδρομικά έγγραφα. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσείοντες στερήθηκαν έγγραφα κατά τρόπο που να επηρεάζει τη δυνατότητα υπεράσπισής τους και, κατ’ επέκταση, τη νομιμότητα των διαιτητικών αποφάσεων.

 

Είναι σημαντικό να σημειωθεί και τούτο.  Η επιχειρηματολογία των εφεσειόντων, φαίνεται να παραγνωρίζει τη διάκριση μεταξύ του τρόπου διεξαγωγής της διαδικασίας και της αποδεικτικής επάρκειας της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η δυνατότητα εκδίκασης μιας αίτησης στη βάση ενόρκων δηλώσεων, δεν συνεπάγεται χαλάρωση των θεμελιωδών κανόνων απόδειξης, οι οποίοι εξακολουθούν απαρέγκλιτα να ισχύουν και να εφαρμόζονται.  Ούτε μεταβάλλει την κατανομή του σχετικού βάρους απόδειξης και την υποχρέωση του διαδίκου που το φέρει, να το αποσείσει.

 

Συνακόλουθα, καθ’ όλα ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε σημασία στην παράλειψη αντεξέτασης του διαιτητή, όχι ως αυτοτελή δικονομική παράλειψη ή πλημμέλεια εκ μέρους των εφεσειόντων, αλλά ως παράγοντα που επιδρούσε στην απόσειση του βάρους απόδειξης που τους αναλογούσε προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, δεν στηρίχθηκε στην ύπαρξη γενικής υποχρέωσης προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας ή αντεξέτασης, αλλά στη διαπίστωση πως ενόψει της ουσιαστικής αμφισβήτησης των θέσεων τους, δεν κατόρθωσαν να θεμελιώσουν και να καταδείξουν τις επικαλούμενες παρατυπίες.

 

Παρεμβάλλεται ότι η εισήγηση που προβάλλεται από την πλευρά των εφεσειόντων στο περίγραμμα αγόρευσής τους, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να καθορίσει τον ενδεδειγμένο τρόπο και τη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης-έφεσης, αποτελεί ζήτημα που δεν καλύπτεται από τους λόγους έφεσης, ούτε προβάλλεται στην αιτιολογία που τους συνοδεύει. Με τούτο σαν δεδομένο δεν μπορεί να  αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στην παρούσα (Φελλάς κ.α. ν. Emporiki Bank-Cyprus Limited, Πολ. Έφ. Αρ.17/2013, 7/4/2020, ECLI:CY:AD:2020:A111).

 

Υπό το φως των πιο πάνω, ο 1ος, 2ος και 3ος λόγοι έφεσης, δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη και απορρίπτονται.

 

Με τον 4ο λόγο έφεσης, αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο παράλειψη άσκησης των συμφυών εξουσιών του για παραμερισμό των διαιτητικών αποφάσεων, ενόψει των προβαλλόμενων παρατυπιών αναφορικά με τον διορισμό και την ορκωμοσία του διαιτητή, την επικαλούμενη από τους ίδιους μη τήρηση πρακτικών της διαδικασίας ως και την μη αληθή τήρηση ή/και παραποίηση των πρακτικών.

 

Αντικείμενο του 5ου λόγου έφεσης, αποτελεί η κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη εκτίμηση της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από την πλευρά των εφεσειόντων, ειδικότερα αναφορικά με τις προσπάθειες των εφεσειόντων να εξασφαλίσουν τα πρακτικά της διαιτησίας και τα έγγραφα που είχαν ζητήσει για σκοπούς υπεράσπισής τους.

 

Τέλος, ο 6ος λόγος έφεσης αφορά την κατανομή του βάρους απόδειξης ειδικότερα όσον αφορά την τήρηση πρακτικών, τον νόμιμο διορισμό και την ορκωμοσία του διαιτητή, το οποίο, κατά τους εφεσείοντες, βάρυνε τους εφεσίβλητους και τον διαιτητή και όχι τους ίδιους.

 

Στρέφοντας την προσοχή στους εναπομείναντες αυτούς λόγους έφεσης, κρίνεται αναγκαία η υπόμνηση της αρχής του δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία τα επίδικα θέματα και οι παράμετροι οριοθέτησης μιας δίκης καθορίζονται και περιορίζονται από τη σχετική δικογραφία (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1Α Α.Α.Δ. 24 και Λουκαϊδης κ.ά. ν. Εκδοτ. Ετ. Αλήθεια Λτδ κ.ά. (2003) 1Α Α.Α.Δ. 22). Συνακόλουθα, μαρτυρία που αφορά ζητήματα εκτός του δικογραφημένου πλαισίου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη προς θεμελίωση αξίωσης η οποία δεν έχει δεόντως προβληθεί.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ισχυρισμοί περί μη τήρησης ή παραποίησης των πρακτικών της διαιτητικής διαδικασίας, μη νομότυπου διορισμού του διαιτητή και μη λήψης του νενομισμένου όρκου, δεν περιλαμβάνονταν στους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης της αίτησης-έφεσης. Ως ορθά επισήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα ζητήματα αυτά τέθηκαν μεταγενέστερα και αναπτύχθηκαν στη γραπτή αγόρευση των εφεσειόντων, χωρίς ωστόσο να ενσωματωθούν, μέσω ανάλογης τροποποίησης, της αίτησης-έφεσης.

 

Υπό το πρίσμα αυτό, οι εφεσείοντες δεν δύνανται να θεμελιώσουν σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην κατ' ισχυρισμό παράλειψη του να ασκήσει τις συμφυείς εξουσίες του προς παραμερισμό των διαιτητικών αποφάσεων, στη βάση αιτιάσεων που δεν είχαν καν τεθεί με την αίτηση-έφεση.

 

Κατά τα λοιπά, παραπέμπουμε σε όσα έχουμε ήδη αναφέρει ως προς την κατανομή και απόσειση του βάρους απόδειξης, καθώς και τη σημασία της μη αντεξέτασης, εν προκειμένω του διαιτητή. Η σχετική συλλογιστική παρέχει επαρκή απάντηση και σε επιμέρους ζητήματα που θίγονται με τους υπό εξέταση 4ο, 5ο και 6ο λόγους έφεσης, χωρίς να παρίσταται ανάγκη επανάληψής της.

 

Ως εκ τούτου και οι λόγοι έφεσης 4, 5 και 6, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.  

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η υπό συζήτηση έφεση, στο σύνολο της, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται προς όφελος της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων, €2.500- έξοδα της διαδικασίας, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.  

 

 

Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.                                                 

 

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

                                      

 

                                                     Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο