ΕΛΕΝΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ-ΜΕΤΖΙΤΗ v. ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΠΑΥΛΙΔΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.325/2017, 12/10/2026
print
Τίτλος:
ΕΛΕΝΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ-ΜΕΤΖΙΤΗ v. ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΠΑΥΛΙΔΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.325/2017, 12/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

  Πολιτική Έφεση Αρ.325/2017

 12 Οκτωβρίου 2026

[Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ,Π., Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΕΛΕΝΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ-ΜΕΤΖΙΤΗ

              Εφεσείουσα

ν.

1. ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΠΑΥΛΙΔΟΥ

2. ΒΑΛΕΝΤΙΝΗΣ ΟΜΗΡΟΥ-ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ

3. ΠΑΤΡΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

              Εφεσίβλητων

………………………………………..

Λ. Γ. Λουκαΐδης για Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σία, για την εφεσείουσα.

Α. Βρυωνίδης για Α. Βρυωνίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την εφεσίβλητη 1.

Λ. Μαυρίκιος με Ε. Μαυρικίου (κα), για τις εφεσίβλητες 2 & 3.

 

Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το

                               Δικαστή Δαυίδ.

----------------------------

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΔΑΥΙΔ, Δ.: Η υπό κρίση έφεση στρέφεται κατά της τελικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 31.7.2017, με την οποία απορρίφθηκαν, αφού αποσυνενώθηκαν, οι συνεκδικασθείσες αγωγές υπ’ αρ. 1072/2010 και 4426/2010. Περαιτέρω, κατόπιν σχετικής διαταγής για τροποποίηση της έφεσης, προσβάλλεται και η ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 6.10.2015, με την οποία απερρίφθη αίτημα της εφεσείουσας για τροποποίηση των Εκθέσεων Απαιτήσεως.

 

Στο επίκεντρο της διαφοράς βρίσκονται, κατά κύριο λόγο, δύο διαθήκες της Mathilde Palmer (εφεξής «η Palmer»), ημερομηνίας 22.2.2006 και 1.5.2006, την ακύρωση των οποίων επιδίωξε η εφεσείουσα με την αγωγή Aρ.1072/2010 που καταχώρησε, προβάλλοντας ότι δεν αποτέλεσαν προϊόν της ελεύθερης βούλησης της διαθέτιδας, αλλά καταρτίστηκαν κατόπιν άσκησης ανεπίτρεπτων πιέσεων και απειλών εκ μέρους της εφεσίβλητης 1, εν γνώσει και σε συνεργασία με τις εφεσίβλητες 2 και 3 αναφορικά με την τελευταία διαθήκη.

 

Με τη δεύτερη αγωγή, (4426/2010), η εφεσείουσα επαναλάμβανε τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει στην πρώτη αγωγή και αξίωνε, επιπρόσθετα, την ακύρωση ενός εγγράφου τιτλοφορούμενου «renunciation» (αποκήρυξη), ημερομηνίας 24.7.2006, μέσω του οποίου ο σύζυγος της αποβιωσάσης, Reginald Palmer (στο εξής «Reginald»), αποποιείτο τα κληρονομικά του δικαιώματα επί της περιουσίας της συζύγου του. Και στην συγκεκριμένη περίπτωση, ουσιαστικός ισχυρισμός ήταν ότι και αυτή η εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα ανεπίτρεπτων πιέσεων και απειλών της εφεσίβλητης 1.

 

Ανταπαιτητικώς, οι εφεσίβλητοι αξίωσαν όπως αναγνωριστεί ως μόνη έγκυρη και δεσμευτική διαθήκη της Palmer η τελευταία, ημερομηνίας 1.5.2006, και, κατ’ ακολουθίαν, η εφεσίβλητη 1 ως μοναδική κληρονόμος της περιουσίας της. Περαιτέρω, όπως αναγνωριστεί ως έγκυρη και δεσμευτική η πιο πάνω αποποίηση του Reginald.

 

Το πραγματικό υπόβαθρο της διαφοράς συνθέτουν τρεις διαδοχικές διαθήκες της Palmer. Με την πρώτη, ημερομηνίας 4.1.2002, κατέστησε κληρονόμο της τον σύζυγό της και, σε περίπτωση που αυτός δεν βρισκόταν στη ζωή κατά τον χρόνο του θανάτου της, την εφεσείουσα, με την οικογένεια της οποίας το ζεύγος Palmer διατηρούσε επί σειρά ετών στενούς οικογενειακούς και φιλικούς δεσμούς. Αντίστοιχη διαθήκη φαίνεται να είχε καταρτίσει και ο Palmer, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα, μετά τον θάνατο αμφοτέρων, η περιουσία τους να περιέλθει στην εφεσείουσα.

 

Ακολούθησε η δεύτερη διαθήκη, ημερομηνίας 22.2.2006, με την οποία ακυρώθηκε η πρώτη διαθήκη και η περιουσία της Palmer καταλείφθηκε στην εφεσίβλητη 1, που επίσης συνδεόταν από παλαιά με την Palmer, ως οικογενειακή φίλη, έχοντας διατηρήσει επαφή μαζί της από την παιδική της ηλικία. Και στην περίπτωση της 2ης διαθήκης, τέθηκε η επιφύλαξη του δικαιώματος του συζύγου της Palmer να παραμένει και να αξιοποιεί την περιουσία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

 

Στις περιστάσεις που προηγήθηκαν της κατάρτισης της ως άνω, 2ης διαθήκης, εντοπίζεται και ένα από τα βασικά σημεία της αντιδικίας. Όπως αποδέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση της μαρτυρίας της δικηγόρου που συνέταξε τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη διαθήκη (Μ.Ε.3), οι αρχικές οδηγίες της Palmer προέβλεπαν κληροδοσίες τόσο προς την εφεσείουσα όσο και προς την εφεσίβλητη 1. Όταν, όμως, η Palmer προσήλθε στις 22.2.2006 για την υπογραφή της 2ης διαθήκης, διαφοροποίησε τις οδηγίες της αναφέροντας ότι δεν μπορούσε να προβεί στην αρχικώς σχεδιαζόμενη διάθεση, επειδή η εφεσίβλητη 1 «τα θέλει όλα».

 

Περίπου δύο μήνες αργότερα, την 1.5.2006, ενώ η Palmer νοσηλευόταν, καταρτίστηκε η τρίτη και τελευταία διαθήκη της, με την οποία ακυρώνονταν οι προηγούμενες και, ως αυτή προνοούσε, τα επίδικα ακίνητα και η κινητή της περιουσία στην Κύπρο καταλείφθηκαν στην εφεσίβλητη 1, το αυτοκίνητό της στην εφεσίβλητη 3, νοσοκόμα στην κλινική όπου νοσηλευόταν, ενώ ποσό ύψους Λ.Κ.1.000, στη μητέρα της εφεσείουσας. Σε αντίθεση δε με την προηγούμενη της διαθήκη, έγινε ρητή αναφορά ότι η Palmer δεν επιθυμούσε να καταλείπει οτιδήποτε στο σύζυγό της. Ως εκτελέστρια της διαθήκης, ορίστηκε η εφεσίβλητη 2, δικηγόρος.

 

Ως προς τις περιστάσεις που προηγήθηκαν και περιέβαλλαν την κατάρτισή της πιο πάνω, 3ης διαθήκης, έγινε αποδεκτό από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι, περί τις 26.4.2006, η Palmer είχε επισκεφθεί την εφεσίβλητη 2 και της έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία νέας διαθήκης, εκφράζοντας δυσαρέσκεια τόσο για την προηγούμενη δικηγόρο της όσο και για τον σύζυγό της. Την 1.5.2006, η Palmer εισήχθη στο νοσοκομείο IASIS με υπογλυκαιμικό επεισόδιο, το οποίο αντιμετωπίστηκε, και αργότερα την ίδια ημέρα, αφού ανέγνωσε την ήδη ετοιμασθείσα διαθήκη, δηλώνοντας ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενό της την υπέγραψε, ενώπιον δύο επιβεβαιωτών μαρτύρων.

 

Η Palmer απεβίωσε στις 8.5.2006, σε ηλικία 81 ετών, επτά ημέρες μετά την κατάρτιση της τελευταίας διαθήκης. Στις 24.7.2006, ο Reginald υπέγραψε έγγραφο αποποίησης των κληρονομικών του δικαιωμάτων επί της περιουσίας της, το οποίο είχε ο ίδιος ζητήσει να ετοιμαστεί, επιθυμώντας να σεβαστεί τη βούληση της συζύγου του. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 7.12.2006, σε ηλικία 83 ετών.

 

Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατέθεσαν, η ίδια η εφεσείουσα (Μ.Ε.2), ο πατέρας της (Μ.Ε.1), η δικηγόρος Ν. Καθητζιώτη (Μ.Ε.3), η διευθύντρια αλλά και η λογίστρια του νοσοκομείου όπου νοσηλεύτηκε η Palmer (Μ.Ε.6 και Μ.Ε.4 αντίστοιχα) και ο ιατροδικαστής Δρ. Μ. Ματσάκης (Μ.Ε.5). Για την πλευρά των εφεσιβλήτων κατέθεσαν η νοσοκόμα και επιβεβαιώτρια μάρτυρας, J. Bernett (Μ.Υ.1), καθώς και οι εφεσίβλητες 1 και 2 (Μ.Υ.3 και Μ.Υ.2 αντίστοιχα).

 

Κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε προσκομισθεί μαρτυρία ικανή να καταδείξει την άσκηση ψυχικής πίεσης ή απειλής επί της Palmer. Αποδέχθηκε ως ειλικρινή και αξιόπιστη τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 αναφορικά με τις περιστάσεις που περιέβαλλαν την κατάρτιση και της 2ης διαθήκης. Σχολιάζοντας ειδικότερα τη φράση «τα θέλει όλα», που η Palmer ανέφερε στην ως άνω μάρτυρα κατά τον χρόνο που την επισκέφθηκε στο γραφείο της, ζητώντας της τελικά να διαφοροποιήσει την διαθήκη, έκρινε ότι, ελλείψει περαιτέρω στοιχείων ως προς τον τρόπο με τον οποίο η εφεσίβλητη 1 φέρεται να άσκησε πίεση ή επιρροή επί της διαθέτιδας, η συναγωγή σχετικού συμπεράσματος παρέμενε στο επίπεδο της εικασίας. Ως προς την τελευταία διαθήκη, ημερομηνίας 1.5.2006, αποδέχθηκε τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, ειδικότερα ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της, η Palmer αντιλαμβανόταν πλήρως τι έπραττε, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι οι σχετικές οδηγίες είχαν δοθεί ήδη από τις 26.4.2006. Αντίθετα, έκρινε ότι η πραγματογνωμοσύνη του Μ.Ε.5, στερείτο επαρκούς πραγματικού ερείσματος, αφού τα δεδομένα επί των οποίων βασίστηκε δεν είχαν αποδειχθεί. Τέλος ως  προς την αποποίηση του Reginald, σημειώνοντας ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε μαρτυρία που να παραπέμπει σε άσκηση πίεσης ή απειλής σε βάρος του προς τούτο, αποδέχτηκε τη μαρτυρία της Μ.Υ.2 ότι ο ίδιος είχε εκφράσει τη βούλησή του να αποποιηθεί τα κληρονομικά του δικαιώματα.

 

Καταληκτικά, στη βάση των ανωτέρω, οι δύο αγωγές αποσυνενώθηκαν και αμφότερες απορρίφθηκαν, ενώ εκδόθηκαν τα αντίστοιχα διατάγματα που επιζητούντο με τις Ανταπαιτήσεις. Ως προς τα έξοδα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, σημειώνοντας ότι η εφεσείουσα, ως κληροδόχος, δικαιούτο να επιδιώξει την ακύρωση των διαθηκών, διέταξε όπως τα έξοδα των διαδίκων καταβληθούν από την περιουσία.

 

Μέσω της Ειδοποίησης Έφεσης, ως τελικώς τροποποιούμενη διαμορφώθηκε, η εφεσείουσα εγείρει συνολικά δώδεκα (12) λόγους έφεσης, προσβάλλοντας, τόσο την ως άνω τελική κατάληξη και τα ευρήματα επί των οποίων αυτή εδράζεται, όσο και την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της ενδιάμεσης αίτησης που υπέβαλε για τροποποίηση των Εκθέσεων Απαιτήσεως. Οι εφεσίβλητοι, με τις αντίστοιχες Αντεφέσεις που καταχώρισαν, κατόπιν εξασφάλισης σχετικής άδειας, προσβάλλουν την πρωτόδικη απόφαση στο μέρος που αφορά τη διαταγή για τα έξοδα.

  Αρχικά, η εφεσείουσα προσβάλλει ως λανθασμένη την αντίληψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την έννοια του όρου «ψυχική πίεση» («undue influence») και, συνακόλουθα, το συμπέρασμα του ότι δεν προέκυπταν από τη μαρτυρία γεγονότα ικανά να στοιχειοθετήσουν την άσκηση τέτοιας επιρροής επί της Palmer, όπως και του συζύγου της σε μεταγενέστερο στάδιο (1ος και 2ος λόγοι έφεσης).

 

Με τον 3ο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα διατείνεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τον αποκαλούμενο «Χρυσό Κανόνα» («Golden Rule»), υποστηρίζοντας ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η ηλικία, η κατάσταση της υγείας και η νοσηλεία της Palmer, επέβαλλαν ιατρική εξέταση και πιστοποίηση της ικανότητας της πριν από την κατάρτιση της διαθήκης. Το ίδιο ζήτημα επανέρχεται, υπό συναφή οπτική, με τον 9ο λόγο έφεσης, στο πλαίσιο του οποίου αμφισβητούνται τα συμπεράσματα που το πρωτόδικο Δικαστήριο συνήγαγε από τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 αναφορικά με την κατάσταση της Palmer κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σχετικός είναι και ο 8ος λόγος έφεσης, με τον οποίο αμφισβητείται το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την κατάσταση της υγείας της Palmer, ειδικότερα η κατάληξή του ότι δεν αποδείχθηκε επιδείνωση των πνευματικών της ικανοτήτων, τέτοιας έντασης και έκτασης, ώστε να καθίσταται ευάλωτη σε πιέσεις.

 

Περαιτέρω, η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε τη δέουσα σημασία στις ουσιώδεις διαφοροποιήσεις των επίδικων διαθηκών από την πρώτη, προς όφελος της εφεσίβλητης 1 και, τελικώς, με τον αποκλεισμό του συζύγου της Palmer, ως στοιχείων υποστηρικτικών της θέσης της περί άσκησης ψυχικής πίεσης (4ος λόγος έφεσης). Ομοίως, με τον 10ο λόγο έφεσης, προσβάλλεται η κατάληξη ότι δεν αποδείχθηκε άσκηση ψυχικής πίεσης επί του Reginald, σε σχέση με την αποποίηση στην οποία προέβη.

 

Με τους λόγους έφεσης 5 έως 7, η εφεσείουσα αμφισβητεί σειρά συμπερασμάτων που εξήγαγε το πρωτόδικο Δικαστήριο από επιμέρους πτυχές της μαρτυρίας, τα οποία, κατά τη θέση της, επηρέασαν την κατάληξή του περί μη άσκησης ψυχικής πίεσης επί της Palmer. Ειδικότερα, βάλλει κατά του χαρακτηρισμού συγκεκριμένων αναφορών της εφεσίβλητης 1 ως απλώς «υπερβολών», της θεώρησης πως η θέση της ίδιας  περί ψυχικής πίεσης, συναγόταν απλώς από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη 1 κατέστη κληροδόχος, καθώς και των συμπερασμάτων που αντλήθηκαν από τη σχέση του ζεύγους Palmer με συγκεκριμένο θείο της εφεσείουσας.

 

Τέλος, με τους 11ο και 12ο λόγους έφεσης, η Εφεσείουσα προσβάλλει την απόρριψη της αίτησής της για τροποποίηση των Εκθέσεων Απαιτήσεως, τόσο ως προς την ουσία της αιτούμενης τροποποίησης όσο και ως προς την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αυτή υποβλήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

 

Προέχει η εξέταση της «προδικαστικής» ένστασης της εφεσίβλητης 1 αναφορικά με το περίγραμμα αγόρευσης της εφεσείουσας. Στο συντομότατο κείμενο που η πλευρά της εφεσείουσας τιτλοφορεί «ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΑΓΟΡΕΥΣΗΣ»,  υποδεικνύεται,  δεν αναλύεται κάποιος από τους λόγους έφεσης, ούτε γίνεται οποιαδήποτε ανάλυση ή παραπομπή σε νομολογία προς υποστήριξη των προβαλλόμενων λόγων έφεσης. Τα πιο πάνω, σημειώνεται, αντιβαίνουν τις πρόνοιες του σχετικού Κανονισμού, κατά τρόπο που θα πρέπει να μην δοθεί το δικαίωμα στην πλευρά του εφεσείοντα να ακουστεί στη διαδικασία. Πράγματι, το συγκεκριμένο περίγραμμα, έκτασης μόλις δύο σελίδων, περιορίζεται ουσιαστικά στην παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, χωρίς ανάπτυξη των λόγων έφεσης και της επιχειρηματολογίας που τους υποστηρίζει. Υπό αυτή την έννοια, δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των σχετικών Διαδικαστικών Κανονισμών (Κανονισμός 10 του Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 (4/1996)), ούτε φαίνεται, εκ των πραγμάτων, να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο προβλέπεται η καταχώριση περιγράμματος αγόρευσης. Η πλημμέλεια αυτή είναι αξιοσημείωτη και η πρακτική δεν μπορεί να επιδοκιμαστεί. Ωστόσο, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όπου οι λόγοι έφεσης και η αιτιολογία που τους στηρίζει εκτίθενται αναλυτικά στην Ειδοποίηση Έφεσης, καταλήγουμε ότι οι ως άνω ελλείψεις στο περίγραμμα αγόρευσης της εφεσείουσας, δεν απολήγουν, τελικώς, καταλυτικές για την έφεση, ούτε δικαιολογούν την μη εξέταση των θέσεων της εφεσείουσας.

 

Στρέφοντας αρχικά την προσοχή στους λόγους έφεσης 11 και 12,  θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση, η εφεσείουσα επιδίωξε την εισαγωγή ισχυρισμού ότι η υπογραφή της Palmer στην τρίτη διαθήκη είχε πλαστογραφηθεί από τις εφεσίβλητες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, με ενδιάμεση απόφασή του, αφενός ότι ο ισχυρισμός αυτός εισήγαγε ουσιωδώς διαφορετική βάση από εκείνη επί της οποίας είχαν καταχωρισθεί και προωθηθεί οι αγωγές και, αφετέρου, ότι η αίτηση, η οποία υποβλήθηκε σχεδόν τεσσεράμισι χρόνια μετά την καταχώριση των αγωγών, παρουσίαζε σημαντική καθυστέρηση η οποία δεν είχε επαρκώς αιτιολογηθεί.

 

Η εφεσείουσα αμφισβητεί αμφότερες τις κρίσεις. Ως προς την πρώτη, υποστηρίζει ότι η πλαστογραφία δεν συνιστούσε νέα βάση αγωγής, αφού τόσο ο αρχικός ισχυρισμός περί ψυχικής πίεσης όσο και ο προτεινόμενος δια της τροποποίησης ισχυρισμός, απέβλεπαν στην ανατροπή της εγκυρότητας της τελευταίας διαθήκης και στην ανάδειξη της πραγματικής βούλησης της Palmer. Ως προς την καθυστέρηση, προβάλλει ότι κρίσιμος δεν ήταν ο χρόνος καταχώρισης των αγωγών, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο περιήλθαν σε γνώση της τα στοιχεία που δημιούργησαν ζήτημα γνησιότητας της υπογραφής και κατέστη δυνατή η διερεύνησή του.

 

Δεν παραγνωρίζεται η πάγια αρχή ότι η εξουσία τροποποίησης δικογράφων ασκείται φιλελεύθερα, με γνώμονα πρωτίστως την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και τον προσδιορισμό των πραγματικών επίδικων ζητημάτων. Ακόμη και καθυστερημένα παρωθούμενη τροποποίηση δύναται να επιτραπεί, εφόσον δεν προκαλεί στον αντίδικο αδικία, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Η εξουσία αυτή, όμως, παραμένει διακριτική και ασκείται υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων, μεταξύ των οποίων η φύση και η αναγκαιότητα της τροποποίησης, το στάδιο της διαδικασίας, η έκταση της καθυστέρησης και η εξήγηση που παρέχεται γι’ αυτήν (βλ. ενδεικτικά Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation κ.α (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2) (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 543).

 

Εν προκειμένω, ο προτεινόμενος ισχυρισμός δεν συνιστούσε απλώς διαφορετική νομική θεμελίωση των ήδη δικογραφημένων ισχυρισμών και εκδοχής της εφεσείουσας. Οι αγωγές δρομολογήθηκαν εδραζόμενες στη θέση ότι οι επίδικες διαθήκες δεν εξέφραζαν την ελεύθερη βούληση της Palmer λόγω ψυχικής πίεσης ή απειλών. Αντίθετα, η επιχειρούμενη να εισαχθεί πλαστογραφία προϋπέθετε ότι η επίδικη υπογραφή δεν είχε τεθεί από την ίδια. Επρόκειτο, συνεπώς, για ουσιωδώς διαφορετικό πραγματικό και νομικό υπόβαθρο που ουσιαστικά απαιτούσε τον επαναπροσδιορισμό των ήδη προωθούμενων επίδικων ζητημάτων. Στη μία περίπτωση το ζήτημα ήταν υπό ποιες συνθήκες υπέγραψε η Palmer, ενώ στην άλλη κατά πόσο υπέγραψε πράγματι η ίδια. Το ότι αμφότεροι οι ισχυρισμοί απέβλεπαν στην ακύρωση της ίδιας διαθήκης δεν τους καθιστούσε νομικά ταυτόσημους. Υπό αυτή την έννοια, ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η εισαγωγή του ισχυρισμού περί πλαστογραφίας θα επέφερε ουσιώδη διεύρυνση και επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Η θέση της εφεσείουσας ότι κοινός παρονομαστής ήταν η εξουδετέρωση της φερόμενης βούλησης της Palmer, δεν αναιρεί την ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς τα πραγματικά περιστατικά που θα έπρεπε να αποδειχθούν και, κατ’ επέκταση, ως προς την υπερασπιστική γραμμή που οι εφεσίβλητοι θα καλούνταν να προβάλλουν, έχοντας στο μεταξύ ήδη τοποθετηθεί δικογραφικά.

 

Ούτε η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την καθυστέρηση παρέχει έδαφος για επέμβαση του Εφετείου. Η σχετική αίτηση υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, τέσσερα και πλέον έτη μετά την καταχώριση των αγωγών, ενώ η εφεσείουσα γνώριζε ήδη το περιεχόμενο των επίδικων διαθηκών και τις υπογραφές που έφεραν. Υπό τις ως άνω περιστάσεις, εφόσον η πλευρά της εφεσείουσας απέδιδε την ανάγκη τροποποίησης σε πληροφορία που περιήλθε μεταγενέστερα σε γνώση της, όφειλε τουλάχιστον, να προσδιορίσει επαρκώς, πότε και υπό ποιες περιστάσεις αυτή η πληροφορία προέκυψε, πράγμα που ως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έπραξε. Συνακόλουθα, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η διαπιστωθείσα καθυστέρηση ορθά συνεκτιμήθηκε με το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, τη φύση της νέας πραγματικής και νομικής βάσης που επιχειρείτο να εισαχθεί και την απουσία επαρκούς εξήγησης ως προς το πότε και πώς η επικαλούμενη πληροφορία ανέκυψε.

 

Υπό το φως των πιο πάνω ο 11ος και 12ος λόγοι έφεσης δεν βρίσκουν έρεισμα και  απορρίπτονται.

 

Η αιτιολογία που συνοδεύει και η επιχειρηματολογία που υποστηρίζει τους εναπομείναντες λόγους έφεσης, αλληλοεπικαλύπτονται σε σημαντικό βαθμό, αφού άπτονται συναφών ζητημάτων, που αφορούν πρωτίστως τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση της ενώπιον του μαρτυρίας.  Ως εκ τούτου, προς αποφυγή αχρείαστων επαναλήψεων, όπου το αντικείμενό τους το επιτρέπει, θα εξεταστούν από κοινού.

 

Πριν από την εξέταση των επιμέρους προβαλλόμενων θέσεων και αιτιάσεων από την πλευρά της εφεσείουσας, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου. Ως αφετηρία για την εγκυρότητα διαθήκης, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσουν τα άρθρα 22 και 23 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, οι οποίες είναι επιτακτικής φύσεως (Charalambous a.o. v. Demetriou a.o. (1961) C.L.R. 30). Σύμφωνα με το άρθρο 22, διαθήκη δεν είναι έγκυρη εάν καταρτίστηκε από πρόσωπο που δεν έχει σώας τας φρένας ή δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, ενώ το άρθρο 23 καθορίζει τις αναγκαίες διατυπώσεις κατά την κατάρτιση και εκτέλεσή της. Ειδικότερα, η διαθήκη πρέπει να είναι γραπτή, να υπογράφεται από τον διαθέτη ή από άλλο πρόσωπο κατ' εντολή και στην παρουσία του, η υπογραφή να τίθεται ή να αναγνωρίζεται στην ταυτόχρονη παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων και οι τελευταίοι να την προσυπογράφουν στην παρουσία του διαθέτη και αλλήλων.

 

Εφόσον αποδειχθεί η δέουσα κατάρτιση και εκτέλεση της διαθήκης, λειτουργεί υπέρ της το μαχητό τεκμήριο κανονικότητας και το βάρος μετατοπίζεται στο διάδικο που αμφισβητεί την εγκυρότητά της, προκειμένου να αποδείξει ότι η διαθήκη δεν ήταν έγκυρη λόγω του ότι δεν αποτελεί προϊόν της ελεύθερης βούλησης του διαθέτη (βλ. Λάμπη κ.ά. v. Παλαιομυλίτου, Πολ. Έφ. Αρ. 200/2013, ημερ. 7.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:A304, Παπαδόπουλου κ.ά v. Σέργη κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 294/2011, ημερ. 15.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:A46 και Κακόπιερος κ.ά. v. Καλαμά (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 413). Επί τούτου, το άρθρο 29 του Κεφ. 195, προβλέπει ότι διαθήκη ή μέρος αυτής, η κατάρτιση της οποίας ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού, απάτης ή ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε στον διαθέτη, είναι άκυρη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Καλά εδραιωμένη νομολογία του Δικαστηρίου, αποσαφηνίζει ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εξαναγκασμού, απάτης ή ψυχικής πίεσης, φέρει το πρόσωπο που την επικαλείται. Αποδεικτικό βάρος, το οποίο, χωρίς να παύει να κινείται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, εντούτοις, είναι ιδιαίτερα αυξημένο, απαιτώντας   θετική και ικανοποιητική μαρτυρία ως προς την πραγματική άσκηση εξαναγκασμού, απάτης ή ψυχικής πίεσης (βλ. Χόππη κ.ά. v. Παναγή κ.ά (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 534 και σύγγραμμα Α.Κ. Αιμιλιανίδη, Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, 3η έκδοση σελ. 104-105).

 

Στο άρθρο 2 του Κεφ. 195, η «ψυχική πίεση» (undue influence) καθορίζεται ως η άσκηση επιρροής από πρόσωπο προς κυριαρχία επί της θέλησης άλλου, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις είναι τέτοιες, ώστε το ένα να βρίσκεται σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να χρησιμοποιεί τη θέση αυτή για την εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους. Στο πεδίο αυτό, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στο Δίκαιο των Συμβάσεων, η ψυχική πίεση δεν τεκμαίρεται. Η ύπαρξή της πρέπει να αποδεικνύεται θετικά, με μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η επιρροή πράγματι ασκήθηκε, έφτασε δε σε τέτοιο βαθμό ώστε να καμφθεί η ελεύθερη θέληση του διαθέτη και να οδηγηθεί αυτός σε πράξη την οποία, εάν ενεργούσε ανεπηρέαστος, δεν θα επέλεγε. Δεν αρκεί, συνεπώς, οποιαδήποτε μορφή επηρεασμού, όπως παράκληση, παρότρυνση, συμβουλή ή επίκληση γεγονότων που ενδέχεται να επιδράσουν συναισθηματικά στον διαθέτη. Ό,τι απαιτείται είναι η άσκηση επιρροής τέτοιας φύσης, έντασης και έκτασης,  ώστε η τελική πράξη να μην αποτελεί έκφραση της δικής του ελεύθερης θέλησης (βλ. Christakis Michael Christopoulou a.o. v. Maria Marianthi Christopoulou a.o. [1971] 1 C.L.R. 437 και Α.Κ. Αιμιλιανίδη, Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, 3η έκδοση σελ. 107-108).

 

Στην περίπτωση που απασχολεί, η εφεσείουσα αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση σε αναφορά της Palmer ότι η εφεσίβλητη 1 «τα θέλει όλα», ως αυτό προκύπτει από την αξιόπιστη, ως κρίθηκε, μαρτυρία της Μ.Ε.3.  Κατά τη θέση της, από την συγκεκριμένη αναφορά, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να συναγάγει την ύπαρξη ψυχικής πίεσης ή ανάρμοστης επιρροής.

 

Η ως άνω αναφορά δεν ήταν, ασφαλώς, άνευ σημασίας. Βάσιμα μπορούσε να καταδείξει ότι η Palmer γνώριζε την επιθυμία της εφεσίβλητης 1 να περιέλθει σε αυτήν το σύνολο της περιουσίας της. Δεν αποκάλυπτε, όμως - όπως  ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο - αφ’ εαυτής, τον τρόπο με τον οποίο η επιθυμία αυτή είχε εκφραστεί, ούτε ότι συνοδεύθηκε από πίεση, απειλή, εξαναγκασμό ή άλλη συμπεριφορά, ικανή να κυριαρχήσει επί της θέλησης της Palmer. Υπό το φως των αρχών που προαναφέρθηκαν, η μετάβαση από το αποδεδειγμένο γεγονός ότι η εφεσίβλητη 1 «τα ήθελε όλα», στο συμπέρασμα ότι η Palmer της κατέλειπε την περιουσία της επειδή υπέκυψε σε ψυχική πίεση, προϋπέθετε ένα περαιτέρω αποδεικτικό βήμα, ήτοι μαρτυρία από την οποία ευλόγως θα μπορούσε να συναχθεί ότι η επιθυμία της εφεσίβλητης 1 εκδηλώθηκε μέσω πίεσης ή επιρροής που πράγματι ασκήθηκε επί της Palmer και επενέργησε στην απόφασή της ως προς τη διάθεση της περιουσίας της. Αυτό ακριβώς ήταν το αποδεικτικό έρεισμα που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι εξέλειπε.

 

Γίνεται κατανοητό ότι για σκοπούς συμπλήρωσης του ως άνω «αποδεικτικού» κενού, η πλευρά της εφεσείουσας παραπέμπει στην ηλικία της  Palmer και στην επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας της, προβάλλοντας ότι καθιστούσαν την τελευταία ιδιαιτέρως ευάλωτη στην επιρροή της Εφεσίβλητης 1. Δεν παραγνωρίζεται ότι επρόκειτο για γυναίκα 81 ετών, η οποία αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και κατά τον χρόνο κατάρτισης της τελευταίας διαθήκης, νοσηλευόταν. Δεδομένα αναμφίβολα σημαντικά στη συνολική θεώρηση των περιστάσεων, αφού η εξασθένηση ενός διαθέτη δύναται να τον καταστήσει περισσότερο ευάλωτο στην επιρροή ενός τρίτου προσώπου. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν αρκούσαν από μόνα τους, για να καλύψουν το αποδεικτικό κενό που προαναφέρθηκε.

 

Ούτε η επίκληση της μαρτυρίας του Δρος Ματσάκη (Μ.Ε.5), ήταν δυνατόν να καλύψει το συγκεκριμένο κενό.  Ο τελευταίος, ως επεσήμανε η πρωτόδικη κρίση, δεν είχε την ευκαιρία να δει, πολύ περισσότερο να εξετάσει την Palmer, όχι μόνο κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ οι τοποθετήσεις του, γενικές και εν πολλοίς υποθετικές, σε κάποιες περιπτώσεις στηριζόταν σε ελλιπή στοιχεία από τον ιατρικό φάκελο της Palmer. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι δεν είχε κληθεί οποιοσδήποτε από τους θεράποντες ιατρούς της για να διαφωτίσει ως προ την κατάσταση της υγείας της, πνευματικής και σωματικής,  ορθά θεώρησε ότι δεν υπήρχε επαρκές πραγματικό υπόβαθρο για τις απόψεις που αυτός εξέφρασε ως προς την κατάσταση της Palmer και ότι τα δεδομένα επί των οποίων στηρίχθηκε η εισήγηση του Δρος Ματσάκη, δεν είχαν αποδειχθεί κατά τρόπο που θα επέτρεπε την αποδοχή των συμπερασμάτων του.

 

Είναι σημαντικό να σημειωθεί και τούτο. Η εφεσείουσα, δεν είχε θέσει πρωτοδίκως, ως αυτοτελή βάση ακύρωσης των διαθηκών, το γεγονός ότι η Palmer δεν είχε «σώας τας φρένας» ή ότι στερείτο της πνευματικής ικανότητας να καταρτίσει διαθήκη. Η μαρτυρία αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της αποκτούσε σημασία, κατά κύριο λόγο, ως μέρος του πραγματικού πλαισίου εντός του οποίου προβαλλόταν ότι ήταν ευάλωτη σε ψυχική πίεση. Συνακόλουθα, ακόμη και αν ληφθεί ως δεδομένη η σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας της, εξακολουθεί να απαιτείται απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της φερόμενης άσκησης ψυχικής πίεσης επί της Palmer και της κατάρτισης των επίδικων διαθηκών.

 

Ούτε η ουσιώδης διαφοροποίηση από την πρώτη διαθήκη της, περιλαμβανομένου του αποκλεισμού του συζύγου της αλλά και του γεγονότος ότι η εφεσίβλητη 1 κατέστη τελικώς η κύρια ωφελούμενη, μπορούσε, άνευ ετέρου, να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη της ίδιας της ψυχικής πίεσης που φέρεται ότι την προκάλεσε. Η ελευθερία του διαθέτη περιλαμβάνει και την ευχέρεια μεταβολής προηγούμενων επιλογών του ως προς τη διάθεση της περιουσίας του. Εφόσον δε, διαθέτει την απαιτούμενη πνευματική ικανότητα, τα κίνητρα που τον οδήγησαν στην επιλογή των κληροδόχων του, παραμένουν αδιάφορα (Moumdjis v. Michaelidou a.o. [1974] 1 C.L.R. 226 και Karaolis v. The Estate of the Deceased Christodoulos Karaolis [1965] 1 C.L.R. 24). Κρίσιμο, συναφώς, για σκοπούς του άρθρου 29 του Κεφ. 195 παραμένει κατά πόσο αποδείχθηκε ότι τέτοια επιρροή πράγματι ασκήθηκε, συνδεόμενη αιτιωδώς με την κατάρτιση της διαθήκης.

 

Σχετικός  με το ζήτημα της διασφάλισης της πραγματικής και ελεύθερης βούλησης του διαθέτη είναι πράγματι ο αποκαλούμενος «Χρυσός Κανόνας» (Golden Rule), στον οποίο παραπέμπει και επικαλείται η εφεσείουσα. Κανόνας που ιδιαίτερα αφορά περιπτώσεις κατά τις οποίες δίδονται οδηγίες για σύνταξη διαθήκης από ηλικιωμένο ή σοβαρά ασθενή διαθέτη και υποδεικνύει ως ορθή πρακτική, όπου τούτο είναι εφικτό, όπως η νοητική κατάσταση και ικανότητά του επιβεβαιώνεται από ιατρό, με ταυτόχρονη καταγραφή της σχετικής εξέτασης και των ευρημάτων του. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για κανόνα δικαίου ούτε για αυτοτελές κριτήριο εγκυρότητας μιας διαθήκης, αλλά, όπως κατ’ επανάληψη επισημαίνεται, για δικαστική συμβουλή ως προς την ενδεδειγμένη πρακτική. Σκοπός του είναι πρωτίστως η αποφυγή ή ο περιορισμός μεταγενέστερων αμφισβητήσεων ως προς την εγκυρότητα της διαθήκης. Ως εκ τούτου, η μη τήρησή του δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, ακυρότητα της διαθήκης, όπως, αντιστρόφως, η τήρηση του δεν διασφαλίζει άνευ ετέρου την εγκυρότητά της.  (βλ. Theobald on Wills 19η έκδ. παράγραφοι 4-019 έως 4-022 και Williams, Mortimer and Sunnucks (Executors, Administrators and Probate) παράγραφοι 10-02 έως 10-09 όπου γίνεται παραπομπή σε πληθώρα σχετικών με το ζήτημα αποφάσεων οι οποίες διατυπώνουν τη διαχρονική προσέγγιση επί του ζητήματος αλλά και την εξέλιξη της νομολογίας).

 

Εν πάση περιπτώσει, στην υπό συζήτηση περίπτωση, η απουσία ιατρικής πιστοποίησης δεν άφηνε το Δικαστήριο χωρίς μαρτυρία ως προς την κατάσταση της Palmer κατά τον κρίσιμο χρόνο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του και αποδέχθηκε τη μαρτυρία της προϊσταμένης νοσοκόμας (matron) και επιβεβαιώτριας μάρτυρας Μ.Υ.1, καθώς και της δικηγόρου Μ.Υ.2, αναφορικά με την κατάσταση της Palmer και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή υπέγραψε την τελευταία της διαθήκη. Ως προέκυπτε δε από την σχετική μαρτυρία και έγινε αποδεκτό, η Palmer, μετά την αντιμετώπιση του υπογλυκαιμικού επεισοδίου που είχε προηγηθεί, ήταν σε καλή κατάσταση, αντιλαμβανόταν τι έπραττε, ανέγνωσε τη διαθήκη και επιβεβαίωσε ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενό της.  

 

Το γεγονός ότι οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, δεν ήταν ιατροί, δεν αποψίλωνε, από μόνο του,  την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας τους. Οι θέσεις τους, ως τέθηκε υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτό, στηριζόταν στην άμεση αντίληψη τους ως προς την πραγματική κατάσταση και συμπεριφορά της Palmer κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η σημασία της μαρτυρίας τους έγκειτο ακριβώς σε όσα οι ίδιες αντιλήφθηκαν κατά τον χρόνο υπογραφής της διαθήκης και τα οποία έγιναν αποδεκτά από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η απουσία ιατρικής πιστοποίησης δεν καθιστούσε, υπό τις περιστάσεις, τη μαρτυρία αυτή ανεπαρκή, ούτε παρείχε έρεισμα για συναγωγή συμπεράσματος περί ψυχικής πίεσης.

 

Άλλωστε, η σημασία μιας τέτοιας μαρτυρίας, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται και υπό το φως της νομολογιακής προσέγγισης ότι ιατρική μαρτυρία αναφορικά με τη διανοητική ικανότητα του διαθέτη, δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται έναντι άμεσης και θετικής μαρτυρίας, έστω και προερχόμενης από μη ειδικούς, η οποία αφορά την πραγματική του ικανότητα κατά τον ουσιώδη χρόνο, (βλ. Χρυσούλλα Σεργίδη ν. Μαρία Χ"Παύλου, Πολ. Έφ. 317/2010, ημερ. 16.5.2016, Karaolis (ανωτέρω) και Moumdjis (ανωτέρω)).

 

Με τον 5ο λόγο έφεσης, η εφεσείουσα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «υπερβολές» και όχι ως ψευδείς, θέσεις της εφεσίβλητης 1 αναφορικά με τις σχέσεις της οικογένειάς της με το ζεύγος Palmer. Το ζήτημα δεν επηρεάζει την ουσία της πρωτόδικης κρίσης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τις συγκεκριμένες θέσεις της εφεσίβλητης 1. Αντίθετα, υιοθέτησε τη θέση ότι η οικογένεια Μετζίτη διατηρούσε στενή σχέση με το ζεύγος Palmer, προβαίνοντας σε σχετικά ευρήματα στη βάση της μαρτυρίας που είχε ενώπιον του. Υπό αυτά τα δεδομένα, ο λεκτικός χαρακτηρισμός των επίμαχων αναφορών ως «υπερβολών» αντί ψεύδη, δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστική επίδραση για τη συναγωγή συμπεράσματος περί άσκησης ψυχικής πίεσης επί της Palmer.

 

Το ίδιο ισχύει για τις αιτιάσεις που αφορούν τον θείο της εφεσείουσας και τη σχέση του με το ζεύγος Palmer. Η εφεσείουσα θεωρεί ότι επιμέρους περιστατικά, μεταξύ των οποίων η μέριμνα της Palmer για τη φροντίδα του θείου της, όταν η ίδια απουσίαζε στην Αγγλία, επιβεβαίωναν τη στενή σχέση μεταξύ τους και, συνακόλουθα, εξηγούσαν την εύνοια που είχε επιδείξει προς την οικογένειά της με την πρώτη διαθήκη. Ακόμη όμως και αν τούτο γίνει δεκτό, δεν παρέχει απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα. Η ύπαρξη στενής σχέσης της Palmer με τον θείο ή την οικογένεια της εφεσείουσας, δυνάμενη, δυνητικά πάντα, να εξηγεί την πρώτη της επιλογή, δεν αποδεικνύει, ότι η μεταγενέστερη μεταβολή της επιλογής της, προκλήθηκε ένεκα επιρροής από την εφεσίβλητη 1.

 

Ανάλογη είναι η απάντηση στον 6ο λόγο έφεσης. Η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επικαλούμενη ψυχική πίεση συναγόταν, κατά τη θέση της εφεσείουσας, «εκ του αποτελέσματος», δηλαδή από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη 1 κατέστη κληροδόχος, δεν καταδεικνύει παρανόηση της υπόθεσης της εφεσείουσας. Εντάσσεται στην εξέταση του κατά πόσο τα περιστατικά που αυτή επικαλείτο μπορούσαν να στηρίξουν το συμπέρασμα που ζητούσε να εξαχθεί. Το γεγονός ότι η εφεσίβλητη 1 ωφελήθηκε σε ιδιαίτερα σημαντικό βαθμό από τις επίδικες διαθήκες, αποτελούσε  αναμφίβολα στοιχείο προς συνεκτίμηση. Δεν μπορούσε, όμως, να αναπληρώσει την απουσία μαρτυρίας ως προς την πραγματική άσκηση της επικαλούμενης επιρροής.

 

Εν κατακλείδι, όλες οι ως άνω αιτιάσεις της εφεσείουσας δεν καταδεικνύουν οποιοδήποτε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση και κατάληξη. Τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται, όπως η ηλικία και η κατάσταση της υγείας της Palmer, η αναφορά ότι η εφεσίβλητη 1 «τα θέλει όλα», η σχέση μεταξύ της εφεσείουσας και της οικογένειας της με την Palmer, οι ουσιώδεις μεταβολές στις επιλογές της Palmer ως προς τη διάθεση της περιουσίας της και το όφελος που τελικώς περιήλθε στην εφεσίβλητη 1, και σωρευτικά θεωρούμενα, δεν γεφυρώνουν το αποδεικτικό κενό ως προς το ουσιώδες στοιχείο του άρθρου 29, ήτοι την πραγματική άσκηση ψυχικής πίεσης από την εφεσίβλητη 1 επί της Palmer και την αιτιώδη σύνδεσή της με την κατάρτιση των επίδικων διαθηκών.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, λόγοι έφεσης 1-9, δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη και ως αβάσιμοι απορρίπτονται.

 

Στρέφοντας την προσοχή στου 10ο λόγο έφεσης, που παραπέμπει στην περίπτωση της αποποίησης του Reginald, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ικανή να θεμελιώσει τον ισχυρισμό περί άσκησης ψυχικής πίεσης επ’ αυτού. Η σχετική δε επιχειρηματολογία, περιορίζεται ουσιαστικά σε εικασίες, μεταξύ άλλων ότι η φερόμενη άσκηση πίεσης επί της Palmer υποδήλωνε αντίστοιχη μεταχείριση και του συζύγου της, χωρίς να προκύπτουν αυτοτελή στοιχεία που να δικαιολογούν τέτοιο συμπέρασμα. Παρεμβάλλεται ότι η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταδείκνυε το αντίθετο δικαιολογώντας πλήρως την κατάληξή του ότι η αποποίηση εξέφραζε τη βούληση του ίδιου του Reginald.

 

Συνακόλουθα και ο 10ος λόγος έφεσης, αποτυγχάνει και  απορρίπτεται.

 

Παραμένουν προς εξέταση οι αντεφέσεις που προώθησαν ξεχωριστά η εφεσίβλητη 1 και η εφεσίβλητη 2, οι οποίες αφορούν αποκλειστικά τη διαταγή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας. Η εφεσίβλητη 1 προβάλλει δύο λόγους αντέφεσης, ενώ η εφεσίβλητη 2, τρεις. Στο σύνολο τους, άπτονται παρεμφερών με το θέμα των εξόδων ζητημάτων.

 

Η επιχειρηματολογία των αντεφεσειόντων είναι, επί της ουσίας, ομοειδής. Εσφαλμένα, προβάλλουν, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε όπως τα έξοδα καταβληθούν από την περιουσία, παρά την απόρριψη των αγωγών και την επιτυχία των ανταπαιτήσεων. Κατά τη θέση τους, δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογούσε απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ενώ η επίκληση από το πρωτόδικο Δικαστήριο του γεγονότος ότι η εφεσείουσα, ως κληροδόχος, δικαιούνταν να επιδιώξει την ακύρωση των διαθηκών, δεν αποτελούσε επαρκή βάση για την επιβάρυνση της κληρονομιάς με τα έξοδα της αποτυχούσας πλευράς.

 

Η επιδίκαση των εξόδων αποτελεί κατ’ εξοχήν ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, με το εφετείο να επεμβαίνει μόνον εφόσον καταδειχθεί ότι η εξουσία ασκήθηκε έκδηλα λανθασμένα ή με παράνομο τρόπο. Σε διαδικασίες που αφορούν την εγκυρότητα διαθήκης, η κυπριακή νομολογία και πρακτική αναγνωρίζει τη δυνατότητα τα έξοδα να καταβληθούν από την περιουσία, όπου οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν τέτοια απόκλιση από το γενικό κανόνα.

 

Η ως άνω προσέγγιση συνάδει και με τις αρχές του κοινοδικαίου σε διαδικασίες αμφισβήτησης της εγκυρότητας διαθήκης, όπου, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας ως προς τα έξοδα, λαμβάνεται υπόψη, τόσο αν η ίδια η συμπεριφορά του διαθέτη ή προσώπων που έχουν συμφέρον στην κληρονομιά αποτέλεσε την αιτία της αντιδικίας, όσο και κατά πόσο, υπό το φως των πληροφοριών που είχε ή μπορούσε ευλόγως να έχει ο αμφισβητών, υπήρχε επαρκής και εύλογη βάση για να τεθεί η εγκυρότητα της διαθήκης υπό δικαστική διερεύνηση. Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι μόνο κατά πόσο η αμφισβήτηση υπήρξε τελικώς επιτυχής, αλλά κατά πόσο οι περιστάσεις που υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχαν εύλογη βάση για την προσβολή της και τη δικαστική διερεύνηση του ζητήματος (βλ. σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, Vol. 103 (2021) para. 914 και Kostic v. Chaplin and others [2007] EWHC 2909 (Ch)).

 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε τη σχετική διαταγή του, στη βάση ότι η εφεσείουσα, ως κληροδόχος προηγούμενης διαθήκης, δικαιούτο να επιδιώξει την ακύρωση μεταγενέστερων διαθηκών. Παράμετρος που από μόνη της και απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκή λόγο ώστε τα έξοδα κάθε ανεπιτυχούς προσβολής μεταγενέστερη διαθήκης, να μετακυλούνται στην περιουσία. Ωστόσο, ως προκύπτει από όσα ήδη εξετάστηκαν στην υπό συζήτηση περίπτωση, η αμφισβήτηση εκδηλώθηκε υπό περιστάσεις οι οποίες αντικειμενικά έχριζαν διερεύνησης. Η ηλικία και η επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας της Palmer, οι ουσιώδεις μεταβολές που επήλθαν με τις διαδοχικές διαθήκες, η αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Ε.3 ως προς τη μεταβολή των αρχικών οδηγιών της Palmer και την αναφορά της ότι η Εφεσίβλητη 1 «τα θέλει όλα», αποτελούσαν στοιχεία τα οποία, εύλογα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διερεύνηση των περιστάσεων υπό τις οποίες καταρτίστηκαν οι μεταγενέστερες διαθήκες. Το γεγονός ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε δεν κρίθηκε επαρκής για να αποδειχθεί η άσκηση ψυχικής πίεσης, δεν εξομοιώνεται με περίπτωση όπου η αμφισβήτηση στερείται εξαρχής εύλογου ερείσματος.

 

Υπο το φως όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, η διαταγή όπως τα έξοδα καταβληθούν από την περιουσία παρέμεινε εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Συνακόλουθα, οι λόγοι Αντέφεσης, στο σύνολό τους, δεν μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται.

 

Καταληκτικά και υπο το φως όλων των πιο πάνω:

 

H Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται στο σύνολό της.

 

Ομοίως, οι Αντεφέσεις αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.

 

Επιδικάζονται έξοδα, υπέρ των εφεσίβλητων 1, 2 και 3 και εναντίον της εφεσείουσας, ύψους €4.500.- πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει.

 

Όσον αφορά τις Αντεφέσεις, δεδομένης και της διαπίστωσης ότι η εφεσείουσα δεν καταχώρισε σχετικό, δεύτερο περίγραμμα αγόρευσης, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

 

 

 

                                                       

Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.       

 

 

                                                         

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

 

Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.         


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο