ΔΗΜΗΤΡΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΖΙΤΗ, Πολιτική Έφεση Αρ.350/2016, 6/10/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΗΤΡΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΖΙΤΗ, Πολιτική Έφεση Αρ.350/2016, 6/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

  Πολιτική Έφεση Αρ.350/2016

 

  6 Οκτωβρίου 2026

 

 [Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

              Εφεσείουσα

ν.

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΕΤΖΙΤΗ

 

              Εφεσίβλητου

………………………………………..

κ. Γ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ, για την εφεσείουσα.

κ. Ν. Κυριακίδης για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ, για τον εφεσίβλητο.

 

Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το

                               Δικαστή Δαυίδ.

 

---------------------------

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΑΥΙΔ, Δ.: Αντικείμενο της υπό εξέταση έφεσης αποτελεί η απόφαση, ημερ. 19.09.2016, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (εφεξής «το πρωτόδικο Δικαστήριο»), στην Αγωγή Αρ. 1683/07, με την οποία έγινε δεκτή η αξίωση του εφεσίβλητου επιδικάζοντας τελικά υπέρ του ποσό €403.047.-, πλέον ΦΠΑ, νόμιμο τόκο και έξοδα, ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας αμοιβής για την παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών.

 

Ως προς το πραγματικό υπόβαθρο της διαφοράς, είναι παραδεκτό ότι ο εφεσίβλητος, αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, ανέλαβε περί τον Ιούλιο του 2002, κατόπιν ανάθεσης από την εφεσείουσα, την εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης και συναφών εργασιών για την ανέγερση πολυτελούς κατοικίας στους Αγίους Τριμιθιάς, η ανέγερση της οποίας δεν είχε αρχίσει μέχρι τον θάνατο του συζύγου της εφεσείουσας, τον Ιανουάριο του 2004, οπότε και εγκαταλείφθηκε οριστικά η υλοποίηση του έργου.

 

Η εκδοχή του εφεσίβλητου ήταν ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία καταρτίστηκε εγγράφως στις 24.7.2002 (Τεκμήριο 1 – Εξουσιοδότηση για Ανάθεση Έργου σε Αρχιτέκτονα από Εργοδότη και Τεκμήριο 2 – Συμφωνητικό Έγγραφο) προβλέποντας αμοιβή ίση με το 7% της συνολικής αξίας του έργου, πλέον ΦΠΑ, εκ της οποίας ποσοστό 6% αντιστοιχούσε στην αρχιτεκτονική μελέτη και 1% στην επίβλεψη. Ο εφεσίβλητος αρχιτέκτων, ισχυρίστηκε ότι είχε ολοκληρώσει το σκέλος της αρχιτεκτονικής μελέτης, περιλαμβανομένης της ετοιμασίας των αναγκαίων σχεδίων και της διαδικασίας για εξασφάλιση πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας, πλην όμως η εφεσείουσα αποφάσισε τελικώς να μην προχωρήσει στην ανέγερση και τερμάτισε τις υπηρεσίες του. Δεδομένου ότι, κατά τη θέση του, το κόστος του έργου ανερχόταν περίπου σε £4.500.000, αξίωσε το συμφωνηθέν 6% επί της συνολικής αξίας του έργου, αφαιρουμένων των ποσών που είχαν ήδη καταβληθεί.

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης του, ο εφεσίβλητος κατέθεσε ο ίδιος (ΜΕ1), καλώντας ως μάρτυρες τον Α. Χ"Χάννα, Βοηθό Επαρχιακό Επόπτη (ΜΕ2), καθώς και τον Ε. Ανδρέου, εγκεκριμένο Επιμετρητή Ποσοτήτων (ΜΕ3), ο οποίος εκτίμησε το κόστος του έργου σε £4.549.857.

 

Η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε ότι είχε αναθέσει στον εφεσίβλητο την παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών, ούτε ότι η συνολική αμοιβή είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό 7%.  Αμφισβήτησε, όμως, τόσο τους ειδικότερους όρους της συμφωνίας όσο και την έκταση της εκτέλεσής της. Υποστήριξε ότι η συμφωνία ήταν προφορική και ότι τα έγγραφα που έφεραν την υπογραφή της είχαν υπογραφεί εν λευκώ, ενώ, κατά τη δική της εκδοχή, είχε δικαίωμα να διακόψει τις υπηρεσίες του εφεσίβλητου σε οποιοδήποτε στάδιο καταβάλλοντας μόνο την αμοιβή που αντιστοιχούσε στις μέχρι τότε παρασχεθείσες υπηρεσίες. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η αρχιτεκτονική μελέτη δεν είχε ολοκληρωθεί, αφού σειρά εργασιών παρέμενε ανεκτέλεστη, και ότι η συνολική αξία του έργου είχε υπολογιστεί περί τις £500.000.

 

Προς υποστήριξη της εκδοχής της, κατέθεσε η ίδια (ΜΥ1) και ο Σ. Βραχίμης, πολιτικός μηχανικός (ΜΥ2), με άδεια άσκησης επαγγέλματος και αρχιτέκτονα, ο οποίος, αφού εξέτασε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τους όρους προσφοράς, επισήμανε ελλείψεις σε συγκεκριμένες πτυχές του σχεδιασμού.

 

Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τον εφεσίβλητο αξιόπιστο σε όλο το εύρος της μαρτυρίας του, θεωρώντας επουσιώδη την ανακρίβεια ως προς το ποσό που είχε ήδη εισπράξει από την εφεσείουσα, το οποίο αρχικά προσδιόρισε σε £30.000, ενώ από τις αποδείξεις που ο ίδιος προσκόμισε, προέκυψε ότι αυτό ανερχόταν σε £34.300, περιλαμβανομένου ΦΠΑ.  Περαιτέρω, κρίνοντας αξιόπιστους τους λοιπούς μάρτυρες του εφεσίβλητου και απορρίπτοντας μέρος της μαρτυρίας της εφεσείουσας και του ΜΥ2, προέβη σε σχετικά ευρήματα.

Έκρινε, αρχικά, ότι αφετηρία της συμβατικής σχέσης των διαδίκων αποτελούσαν τα Τεκμήρια 1 και 2, απορρίπτοντας τη θέση της εφεσείουσας ότι τα είχε υπογράψει εν λευκώ, επισημαίνοντας ταυτόχρονα πως σε κάθε περίπτωση, η ίδια αποδεχόταν τον όρο περί αμοιβής ως μέρος της προφορικής, κατά τη δική της εκδοχή, συμφωνίας. Διαπίστωσε περαιτέρω ότι η εν λόγω συμφωνία ήταν διαιρετή, με ποσοστό 6% επί της συνολικής αξίας του έργου να αντιστοιχεί στην αρχιτεκτονική μελέτη και 1% στην επίβλεψη, ώστε η ολοκλήρωση του πρώτου σκέλους να θεμελιώνει αυτοτελώς δικαίωμα του εφεσίβλητου στην αντίστοιχη αμοιβή.

 

Περαιτέρω, αποδέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος είχε ολοκληρώσει την αρχιτεκτονική μελέτη, απορρίπτοντας ως αβάσιμη τη θέση περί ημιτελούς εργασίας. Προς τούτο έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την ετοιμασία των όρων προσφοράς, των αρχιτεκτονικών σχεδίων και της στατικής μελέτης, καθώς και την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και την έγκριση της αίτησης για άδεια οικοδομής, η οποία δεν εκδόθηκε λόγω μη καταβολής των σχετικών δικαιωμάτων από την εφεσείουσα.

 

Ως προς την αξία του έργου, το Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή της εφεσείουσας ότι αυτή ανερχόταν σε £500.000.- έως £1.000.000.- και αποδέχθηκε ως εύλογη και αιτιολογημένη την εκτίμηση του εφεσίβλητου, υποστηριζόμενη και από εκείνη του εμπειρογνώμονα ΜΕ3, καθορίζοντας τελικώς την αξία σε £4.500.000.-, ενόψει του μεγέθους και του πολυτελούς χαρακτήρα της σχεδιαζόμενης κατοικίας. Το υπολογιζόμενο κόστος των £500.000.- που αναγραφόταν στην αίτηση για άδεια οικοδομής (Τεκμήριο 5) και στη σχετική εξουσιοδότηση - έγγραφο του ΕΤΕΚ (Τεκμήριο 10) κρίθηκε απλώς ενδεικτικό και όχι δεσμευτικό.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσίβλητος δικαιούτο στη συμφωνηθείσα αμοιβή για την αρχιτεκτονική μελέτη, ήτοι ποσοστό 6% επί της αξίας του έργου, όπως αυτή είχε καθοριστεί, υπολογίζοντάς την σε £270.000.- πλέον ΦΠΑ και, μετά την αφαίρεση του ήδη καταβληθέντος ποσού των £34.300.- - περιλαμβανομένου ΦΠΑ, προσδιόρισε το οφειλόμενο υπόλοιπο σε £235.700.- (€403.047).

 

Η πρωτόδικη απόφαση δεν άφησε ικανοποιημένη την εφεσείουσα.  Διά της τροποποιημένης ειδοποίησης έφεσης που καταχώρισε, την αμφισβητεί με εννέα (9) λόγους έφεσης.  Πέραν των λόγων έφεσης 4 και 5 που εγκαταλειφθήκαν από την πλευρά της κατά την ακρόαση της έφεσης,  με τον 1ο λόγο έφεσης εγείρει ζήτημα παρανομίας της επίδικης συμφωνίας, ενώ μέσω του 6ου λόγου έφεσης διατείνεται ότι εσφαλμένα αυτή θεωρήθηκε διαιρετή, προβάλλοντας, παράλληλα, πως ακόμη και υπό την εκδοχή αυτή, το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε, διότι δεν απένειμε αποζημιώσεις για το νόμιμο μέρος της. Με τον 9ο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι παραγνωρίστηκαν οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί περί κωλύματος του εφεσίβλητου να επικαλείται κόστος ανέγερσης ή αξία του έργου πέραν των £500.000. Οι λόγοι 2, 3, 7 και 8 άπτονται της αξιολόγησης της  προσαχθείσας μαρτυρίας και των συναφών πρωτόδικων ευρημάτων.

 

Στρέφοντας την προσοχή στους λόγους έφεσης 2, 3, 7 και 8, οι οποίοι βάλλουν κατά της πρωτόδικης αξιολόγησης της μαρτυρίας και, ειδικότερα, κατά αυτής των μαρτύρων του εφεσίβλητου (2ος και 3ος λόγοι έφεσης) και της μη αποδοχής της μαρτυρίας των μαρτύρων της εφεσείουσας (7ος και 8ος λόγοι έφεσης), εξ αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάτ’ εφαρμογή των αρχών που διέπουν την εξουσία επέμβασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στην πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας και στα συναφή ευρήματα αξιοπιστίας, το Εφετείο δεν επεμβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός εάν αυτά, εξ αντικειμένου κρινόμενα, φαίνονται ανυπόστατα ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν βρίσκουν έρεισμα ή βρίσκονται σε αντίθεση με την προσαχθείσα μαρτυρία ή μέρη αυτής ή είναι καταφανώς εσφαλμένα. Εκεί όπου με βάση το σύνολο της μαρτυρίας, ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των μαρτύρων μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να καταλήξει στις υπό αμφισβήτηση σχετικά με την αξιοπιστία διαπιστώσεις, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Φραντζής κ.ά. ν. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 254, Χατζήγαβριηλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 668 και Μιχαηλίδης ν. Οικονομίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 94/2013, ημερ. 30/6/2022), ECLI:CY:AD:2022:D288. Άλλωστε, η ευχέρεια του Δικαστηρίου για μερική αποδοχή μαρτυρίας, με αυτονόητη προϋπόθεση την επάρκεια της αντίστοιχης αιτιολόγησης, είναι δεδομένη (βλ. Kades v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R. 212, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1(A) Α.Α.Δ. 1199 και Χριστοφή ν. Γρηγορίου (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2154).

 

Οι ίδιες αρχές διέπουν και την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων. Η μαρτυρία τους δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του, παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Αλέξη Αλεξάνδρου ν. Γεώργιος Αλεξάνδρου (Καλαμούδιας) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 301/2015, ημερ. 1/12/2025 και Novichkova v. Βλάμη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1111).

 

Έχουμε επί του προκειμένου εξετάσει τις προβαλλόμενες θέσεις, σε συνάρτηση με το σύνολο της μαρτυρίας και την αξιολόγηση στην οποία προέβη το πρωτόδικο Δικαστήριο. Δεν θεωρούμε αναγκαίο να πραγματευτούμε αυτοτελώς κάθε επιμέρους σημείο που προβάλλεται. Προέχει να παρατηρήσουμε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν μπορεί να απομονωθεί από τα ευρήματα που ακολουθούν. Από την ανάγνωση της απόφασης στο σύνολό της, προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επανήλθε στη μαρτυρία των μαρτύρων κατά την εξέταση των επίδικων ζητημάτων και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους αποδέχθηκε ή απέρριψε τις εκατέρωθεν θέσεις.

 

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τον εφεσίβλητο (ΜΕ1), ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη διάσταση μεταξύ της θέσης του ότι η αξία του έργου ανερχόταν σε £4.500.000.- και της αναγραφής ποσού £500.000.- στα Τεκμήρια 5 και 10. Κατά την εφεσείουσα, η διάσταση αυτή έπληττε καίρια την αξιοπιστία του και καθιστούσε ανεπίτρεπτη την αποδοχή της μαρτυρίας του, τουλάχιστον ως προς το ζήτημα της αξίας του έργου.

 

Η πιο πάνω θέση δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Η αναγραφή του ποσού των £500.000.- δεν διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αντιθέτως, αντιμετωπίστηκε ρητώς κατά τη διατύπωση των ευρημάτων του και κρίθηκε, υπό το σύνολο των περιστάσεων, ως ενδεικτική και όχι δεσμευτική.  Σημειώνεται ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου είχε τεθεί, μεταξύ άλλων, και η εξήγηση του εφεσίβλητου ότι το συγκεκριμένο ποσό αναγράφηκε κατόπιν επιθυμίας της εφεσείουσας να μην εμφανιστεί μεγαλύτερη αξία στην αίτηση, εκδοχή την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε στο πλαίσιο της συνολικής αποδοχής της μαρτυρίας του.

 

Πέραν τούτου, το εύρημα ως προς την αξία του έργου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στη μαρτυρία του εφεσίβλητου, αλλά και σε αυτήν του ΜΕ3, ο οποίος, ως εμπειρογνώμονας, κλήθηκε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με την εξειδικευμένη γνώση και τα αναγκαία κριτήρια για τη διαμόρφωση της κρίσης του επί του επίδικου ζητήματος της αξίας.  Ο τελευταίος με πειστικό τρόπο προσδιόρισε αυτή στο ποσό των £4.549.857.  Ιδιαίτερη σημασία ενέχει, συναφώς, το γεγονός πως έναντι της αποδεκτής ως αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΕ3, δεν αντιπαρατέθηκε αντίστοιχη ειδική μαρτυρία, παρά μόνο η προσωπική εκτίμηση/εκδοχή της εφεσείουσας, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, θεωρώντας εξωπραγματική την αποτίμηση μιας οικίας με το μέγεθος (4.496 τ.μ. εμβαδόν), τα χαρακτηριστικά και τις πολυτελείς προδιαγραφές που προέκυπταν από τα ενώπιόν του σχέδια, σε £500.000.- ακόμη και £1.000.000.-με αποτέλεσμα η εκτίμηση του ΜΕ3 να παραμείνει ουσιαστικά αναντίλεκτη.

 

Ως προς τον ΜΕ3, η εφεσείουσα εστιάζει, μεταξύ άλλων, στη διαφορά μεταξύ του εμβαδού των 4.496 τ.μ. του επίδικου έργου και εκείνου των 3.469 τ.μ. που φαίνεται να λήφθηκε υπόψη από τον εν λόγω μάρτυρα κατά την εκτίμησή του. Ακόμη, όμως, και με αυτό ως δεδομένο, δεν διακρίνουμε με ποιο τρόπο αυτό συνηγορεί υπέρ της θέσης της ότι το πρωτόδικο εύρημα ως προς την αξία του έργου ήταν εσφαλμένο. Αντίθετα, το γεγονός ότι ο ΜΕ3 κατέληξε σε αξία £4.549.857.- έχοντας, κατά την ίδια την εκδοχή της εφεσείουσας, ως βάση υπολογισμού εμβαδόν μικρότερο των 4.496 τ.μ., κάθε άλλο παρά ενισχύει τη δική της θέση περί ουσιωδώς χαμηλότερης αξίας του έργου.

 

Σε κάθε περίπτωση, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία, τόσο του εφεσίβλητου όσο και του εμπειρογνώμονα (ΜΕ3), η οποία συνέκλινε ουσιαστικά ως προς την αξία του έργου και την οποία το Δικαστήριο τελικά υιοθέτησε, αφού συνεκτίμησε και τα αντικειμενικά δεδομένα του έργου, ιδίως το εμβαδόν, το μέγεθος και τις ιδιαίτερα πολύπλοκες και πολυτελείς προδιαγραφές της σχεδιαζόμενης οικοδομής. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε μεμπτό στην προσέγγισή του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του ζητήματος.

 

Ούτε οι αιτιάσεις που αφορούν τη μη αποδοχή της μαρτυρίας της εφεσείουσας (ΜΥ1) και μέρους της μαρτυρίας του ΜΥ2 οδηγούν σε διαφορετική κατάληξη. Ως προς την πρώτη, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έκρινε τη μαρτυρία της, σε ουσιώδη σημεία, αναξιόπιστη και, κατά τη διατύπωση των ευρημάτων του, αιτιολόγησε περαιτέρω την απόρριψη των θέσεών της όπου αυτές συγκρούονταν με τη μαρτυρία του εφεσίβλητου. Ανάλογη είναι η εικόνα και ως προς τον ΜΥ2. Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα δεν συνεπαγόταν και την αποδοχή του συνόλου των γνωμοδοτικών του απόψεων. Το Δικαστήριο, άλλωστε, δεν απέρριψε συλλήβδην τη μαρτυρία του, αλλά, κατά τη διατύπωση των ευρημάτων του, προσδιόρισε τα σημεία στα οποία την αποδέχθηκε και εκείνα στα οποία δεν την υιοθέτησε, αιτιολογώντας τη σχετική κρίση του.

 

 Στη βάση όλων των ανωτέρω, δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε στοιχείο που να καθιστά τα σχετικά ευρήματα παράλογα, αυθαίρετα ή ασύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να δικαιολογείται η επέμβασή μας.

 

Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης 2, 3, 7 και 8, αποτυγχάνουν και απορρίπτονται.

 

Στο πλαίσιο του 1ου λόγου έφεσης, η εφεσείουσα εγείρει ζήτημα παρανομίας της επίδικης σύμβασης, βασιζόμενη στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος, ενώ υποστήριξε ότι το πραγματικό κόστος του έργου ανερχόταν σε £4.500.000.-, παραδέχθηκε ότι στα έγγραφα που υπέβαλε προς την αρμόδια αρχή ανέγραψε ως υπολογιζόμενο κόστος το ποσό των £500.000.  Διατείνεται ότι η εν λόγω καταχώριση συνιστούσε ψευδή ή ανακριβή δήλωση, κατά παράβαση του άρθρου 20(2)(α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, και ότι η παρανομία αυτή, ως έκδηλη, όφειλε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το πρωτόδικο Δικαστήριο, με συνακόλουθη απόρριψη της αξίωσης του εφεσίβλητου.

Προέχει η επισήμανση ότι η παρανομία της επίδικης σύμβασης, δεν δικογραφήθηκε από την πλευρά της εφεσείουσας. Είναι ορθό ότι στην παράγραφο 9(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης, έγινε αναφορά στις καταχωρίσεις των £500.000.- στα Τεκμήρια 5 και 10, πλην όμως τα γεγονότα αυτά προβλήθηκαν προς θεμελίωση κωλύματος του εφεσίβλητου να ισχυριστεί ότι το κόστος του έργου υπερέβαινε τις £500.000.- και όχι προς θεμελίωση υπεράσπισης περί παρανομίας της σύμβασης.

 

Όπως έχει αποφασιστεί, η παρανομία πρέπει, κατά τη Δ.19, θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που κατά τον ουσιώδη χρόνο ίσχυαν, να εγείρεται ρητά, ενώ όπως υποδεικνύεται και στο Bullen & Leake & Jacob's: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 1106, η ορθή δικογράφηση επιβάλλει όπως τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρανομία να καταγράφονται ρητώς και να αναδεικνύονται τα δεδομένα εκείνα που καθιστούν το σκοπό παράνομο (βλ. Αρκαδίου ν. Porto Lara Estates Ltd (2010) 1 Α.Α.Δ. 2035). Η απλή παρουσία στη δικογραφία ορισμένων πραγματικών περιστατικών δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι έχει δικογραφηθεί κάθε νομική συνέπεια που θα μπορούσε εκ των υστέρων να επιχειρηθεί να συναχθεί από αυτά.

 

Βεβαίως, όπως ορθά επισημαίνει η εφεσείουσα, όταν η παρανομία προκύπτει έκδηλα από την ίδια τη σύμβαση ή από τα γεγονότα που την περιβάλλουν, το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να εξετάσει το ζήτημα αυτεπαγγέλτως, ώστε να μην καταστεί αρωγός στην παρανομία. Πρόκειται, όμως, για εξαίρεση με σαφή όρια. Όπως τονίστηκε στη Νικολάου ν. Eka Rock Designs Ltd (2016) 1 Α.Α.Δ. 2016, με αναφορά στην Αρκαδίου (ανωτέρω), πρέπει να υπάρχει «στέρεο υπόβαθρο γεγονότων που να δείχνουν παρανομία εν τη γενέσει της σύμβασης ή τέτοια αναντίλεκτα δεδομένα που δεν θα ενέπλεκαν το πρωτόδικο Δικαστήριο, πόσο μάλλον το Εφετείο, στην αναζήτηση ερμηνειών, ιδιαιτέρως όπου το υπόστρωμα κάθε άλλο παρά σαφές είναι».

 

Δεν διαπιστώνεται τέτοια περίπτωση ενώπιόν μας. Είναι μεν δεδομένο ότι στα Τεκμήρια 5 και 10 αναγράφηκε το ποσό των £500.000.- και ότι ο εφεσίβλητος το αποδέχθηκε κατά τη μαρτυρία του. Ο τελευταίος, εξήγησε ότι επρόκειτο για ποσό μικρότερο από το πραγματικά υπολογιζόμενο κόστος, το οποίο αναγράφηκε επειδή η εφεσείουσα, «για δικούς της λόγους», δεν επιθυμούσε να αναγραφεί το πραγματικό κόστος. Η εφεσείουσα, από την άλλη, αρνήθηκε ότι είχε δώσει τέτοια οδηγία.

 

Από τα ως άνω δεδομένα όμως, όπως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν αναδύεται δίχως άλλο έκδηλη παρανομία. Για να συναχθεί ότι η συγκεκριμένη καταχώριση εμπίπτει στην απαγόρευση του νόμου, δεν αρκεί η απλή αντιπαραβολή των £500.000.- προς τα £4.500.000. Θα έπρεπε να διερευνηθούν, μεταξύ άλλων, η ακριβής φύση και λειτουργία της συγκεκριμένης καταχώρισης, οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε και τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης παράβασης. Πολύ περισσότερο, δεν υπήρξε εύρημα ότι η καταχώριση αποσκοπούσε στην καταστρατήγηση του Νόμου ή στην επίτευξη οποιουδήποτε παράνομου αποτελέσματος. Η αναφορά του εφεσίβλητου ότι αυτό έγινε «για δικούς της λόγους», δεν μπορεί, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση, να υποκαταστήσει τέτοιο εύρημα. Η διαπίστωση της προβαλλόμενης παρανομίας θα απαιτούσε την περαιτέρω διερεύνηση και αναζήτηση ερμηνειών, που η πιο πάνω νομολογία αποκλείει στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης εξέτασης μη δικογραφημένης παρανομίας.

 

Εν πάση περιπτώσει, πέραν από το πιο πάνω δικονομικό κώλυμα, η επιχειρηματολογία της εφεσείουσας, φαίνεται να συγχέει στο σημείο αυτό, τη νομιμότητα συγκεκριμένης πράξης που τελέστηκε κατά την πορεία της συμβατικής σχέσης με τη νομιμότητα της ίδιας της σύμβασης. Η επίδικη συμφωνία είχε ως αντικείμενο την παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, καθοριζόμενης ως ποσοστό επί της αξίας του έργου. Δεν έχει υποδειχθεί οτιδήποτε που να καθιστούσε τον σκοπό ή την αντιπαροχή της συμφωνίας παράνομα κατά τον χρόνο της συνομολόγησής της, ούτε υφίσταται εύρημα ότι η αναγραφή ποσού χαμηλότερου από το πραγματικά υπολογιζόμενο κόστος, αποτελούσε μέρος του σκοπού ή της αντιπαροχής της συμφωνίας. Δεν τίθεται, συνεπώς, ζήτημα παρανομίας εν τη γενέσει της σύμβασης κατά την έννοια του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149.

 

Η επίμαχη καταχώριση εμφανίζεται μεταγενέστερα, κατά την εκτέλεση της ήδη συναφθείσας συμφωνίας. Τυχόν δε παρανομία κατά την εκτέλεση μιας κατά τα λοιπά νόμιμης σύμβασης, δεν καθιστά αυτομάτως παράνομη την ίδια τη σύμβαση ούτε αποστερεί τον συμβαλλόμενο από το δικαίωμα δικαστικής επιδίωξης των απορρεουσών από αυτήν αξιώσεών του (βλ. Αγαθοκλέους κ.ά. ν. Λάππα (1998) 1 Α.Α.Δ. 2202).

 

Τούτο, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι τυχόν παράνομη συμπεριφορά κατά τη συμπλήρωση ή υποβολή εγγράφου προς δημόσια αρχή στερείται των κατά νόμο συνεπειών της. Εάν η εφεσείουσα θεωρούσε ότι η συγκεκριμένη ενέργεια του εφεσίβλητου στοιχειοθετούσε ποινικό, πειθαρχικό ή άλλο αδίκημα, είχε στη διάθεσή της όλες τις σχετικές διαδικασίες ενώπιον των αρμόδιων αρχών. Η ενδεχόμενη, όμως, ύπαρξη τέτοιας αυτοτελούς ευθύνης αποτελεί διαφορετικό ζήτημα και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, έρεισμα για να χαρακτηριστεί η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παράνομη και μη εκτελεστή.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, ο 1ος λόγος έφεσης αποτυγχάνει και απορρίπτεται. 

 

Άρρηκτα συνδεδεμένος με τα ως άνω είναι και ο 9ος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εφεσείουσα προβάλλει ότι ο εφεσίβλητος κωλύεται, λόγω των δηλώσεών του στα Τεκμήρια 5 και 10, να ισχυρίζεται ότι η αξία του έργου υπερέβαινε τις £500.000.- και, κατ’ επέκταση, να αξιώνει αμοιβή υπολογιζόμενη επί αξίας £4.500.000. Επικαλείται προς τούτο την αρχή του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα (estoppel by deed).

 

Ούτε ο λόγος αυτός ευσταθεί. Όπως ήδη διαπιστώθηκε, η αναγραφή των £500.000.- δεν αγνοήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το γεγονός τούτο αξιολογήθηκε στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του και κρίθηκε, ρητά, ως ενδεικτική.  Η αξία δε του έργου καθορίστηκε σε £4.500.000.-, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας του εφεσίβλητου και του ΜΕ3, η οποία, ουσιαστικά, παρέμεινε αναντίλεκτη.

 

Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η επίμαχη αναγραφή είχε οποιαδήποτε έννομη συνέπεια ως προς τον καθορισμό της αξίας του έργου ή ότι επηρέασε δικαιώματα ή υποχρεώσεις οποιουδήποτε μέρους. Αντιθέτως, κατά τη θέση του εφεσίβλητου, η οποία στηρίχθηκε και στη μαρτυρία του ΜΕ2, τα δικαιώματα της αρμόδιας αρχής υπολογίζονταν βάσει του εμβαδού της οικοδομής και όχι του αναγραφόμενου κόστους.

 

Συνεπώς, η αναγραφή των £500.000.- δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως δεσμευτική παραδοχή της πραγματικής αξίας του έργου ούτε να αποκλείσει την απόδειξη της τελευταίας με άλλη αποδεκτή μαρτυρία.

 

Ο 9ος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Απομένει προς εξέταση ο 6ος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εφεσείουσα αμφισβητεί την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία ήταν διαιρετή. Διατείνεται ότι, παρά τον διαχωρισμό της αμοιβής σε ποσοστό 6% για την αρχιτεκτονική μελέτη και 1% για την επίβλεψη, αμφότερα υπολογίζονταν επί του κόστους του έργου, το οποίο, κατά τη θέση της, δεν μπορούσε να καθοριστεί πριν από την ολοκλήρωσή του. Εναλλακτικά, προβάλλει πως ακόμη και αν η συμφωνία θεωρηθεί διαιρετή, ο εφεσίβλητος δικαιούτο μόνο τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα επιμέρους στάδια πληρωμής που καθορίζονταν στο Τεκμήριο 1, ήτοι £10.000.- με την υπογραφή της συμφωνίας, £10.000.- με την παράδοση των σχεδίων, £10.000.- με την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και £20.000.- με την έκδοση της άδειας οικοδομής, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα εξοφλείτο με πληρωμές που θα καθορίζονταν από τον αρχιτέκτονα. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε έρεισμα για επιδίκαση του συνόλου της αμοιβής του 6% για την αρχιτεκτονική μελέτη.

 

Δεν συμπλέουμε με τις πιο πάνω θέσεις. Στις ενιαίες συμβάσεις (entire contracts), αποτελεί υποχρέωση των συμβαλλομένων να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν, στο σύνολο τους. Η βασική αρχή σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι ότι η σύμβαση είναι ενιαία και δεν μπορεί να υπάρξει μερική εκπλήρωση. Τούτο, δεν ισχύει στην περίπτωση που η σύμβαση χαρακτηρίζεται ως διαιρετή (divisible  contract), όταν δηλαδή δεν είναι ενιαία αλλά χωρίζεται σε διάφορα μέρη. Στις περιπτώσεις αυτές η εκπλήρωση μιας εκ των διακριτών υποχρεώσεων, ανεξάρτητα από τις άλλες, μπορεί να δικαιολογείται, γεννώντας από μόνη της ανάλογα δικαιώματα ή  υποχρεώσεις. (Coli Maritime Agencies Company Ltd v. The Ship “El Sexto” (1989) 1 CLR 76 και «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο», Π. Πολυβίου σελ. 639 κ. επ ). Το κατά πόσο μια σύμβαση είναι διαιρετή αποτελεί ζήτημα που κρίνεται πρωτίστως με αναφορά στους όρους της.

 

Εν προκειμένω, ο διαχωρισμός των συμβατικών υποχρεώσεων και της αντίστοιχης αμοιβής για αυτές, είναι σαφής: ποσοστό 6% αφορούσε την αρχιτεκτονική μελέτη και 1% την επίβλεψη. Το γεγονός ότι αμφότερα τα ποσοστά υπολογίζονταν με αναφορά στην αξία του έργου δεν μεταβάλλει τον αυτοτελή χαρακτήρα των δύο παροχών. Η εφεσείουσα συγχέει, ουσιαστικά, τη γένεση του δικαιώματος σε αμοιβή με τον προσδιορισμό του ύψους της. Ο εφεσίβλητος εκπλήρωσε το διακριτό μέρος της σύμβασης, για το οποίο διεκδικούσε τα συγκεκριμένα ποσά. Η ολοκλήρωση του έργου δεν αποτελούσε, βάσει των όρων της συμφωνίας, προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος του εφεσίβλητου στην αμοιβή που αντιστοιχούσε στην ήδη ολοκληρωθείσα αρχιτεκτονική μελέτη.

 

Ούτε ευσταθεί η εναλλακτική εισήγηση ότι η αμοιβή έπρεπε να περιοριστεί στα ποσά που καθορίζονταν για τα επιμέρους στάδια πληρωμής. Οι σχετικές πρόνοιες ρύθμιζαν τον τρόπο και τον χρόνο καταβολής της αμοιβής και όχι το συνολικό ύψος της, το οποίο συναρτάτο με την αξία του έργου, έχοντας συμφωνηθεί σε 6% για την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης. Εφόσον κατέστη εύρημα ότι η μελέτη είχε ολοκληρωθεί, ορθώς κρίθηκε ότι ο εφεσίβλητος δικαιούτο την αντίστοιχη συμφωνηθείσα αμοιβή, αφαιρουμένων των ποσών που είχαν ήδη καταβληθεί.

 

Συνακόλουθα, ούτε ο 6ος λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η έφεση αποτυγχάνει στο σύνολό της και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον της εφεσείουσας έξοδα ύψους €3.500 πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.  

                          Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

                                                      

                                                  Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

   Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.   


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο