ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Αίτηση Αρ.35/2026
5 Οκτωβρίου, 2026
[Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/ΣΤΗΣ]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ THN ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΟΥ 2018) Η/ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΩΣ «Ο ΒΑΣΙΚΟΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ»
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΊΤΗΣΗ ΤΟΥ Κ. A. B., ΚΑΤΟΧΟΣ ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ [ ] ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ HABEAS CORPUS AD SUBJICIENDUM
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟ ΑΡ. 97/1970 ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ, (ΚΥΡΩΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΑΡ. 95/1970
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 6, 7, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 17, 18, 19, 22, 28, 30 ΚΑΙ 35 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. ΤΑ ΑΡΘΡΑ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14 ΚΑΙ 17 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 20 ΚΑΙ 21 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ (Ν.97/70)
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΟΥ ΜΕ ΑΡ. 6/25 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 24.2.2026 ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥ κ. A. B., ΚΑΤΟΧΟΣ ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ [ ] ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΥΠΡΟΥ
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ:
1. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ
2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ κ. A. B., ΚΑΤΟΧΟΣ ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΟΥ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ [ ] ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΥΠΡΟΥ
--------------------------
Γ. Κούμας, με Γ. Βλαδιμήρου (κα) για Γεώργιος Θ. Κούμας ΔΕΠΕ, για τον Αιτητή
Στ. Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον για τον Καθ’ ου η Αίτηση.
------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Στις 25.02.2026, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (κατώτερο Δικαστήριο), έκρινε ότι πληρούντο οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας για την έκδοση του Αιτητή στη Ρωσική Ομοσπονδία, προκειμένου να δικαστεί για αδικήματα σχετικά με Πειρατεία με τη χρήση βίας και όπλων ή αντικειμένων που χρησιμοποιούνται ως όπλα από οργανωμένη ομάδα, κατά παράβαση του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 24.07.2009 και 17.8.2009. Ταυτόχρονα, διέταξε την προφυλάκιση του μέχρι την ως άνω έκδοση του.
Με την καταχώρηση και προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, ο Αιτητής επιζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus Ad Subjiciendum, με το οποίο να κηρύσσεται η ως άνω κράτηση ή/και φυλάκιση ή/και περιορισμός του με σκοπό την έκδοση του, παράνομη και κατά παράβαση του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Οι λόγοι στους οποίους εστιάζει για την προώθηση του αιτήματος του, εντοπίζονται στην Έκθεση που συνοδεύει την αίτηση. Επικεντρώνονται:
1) Στην εισήγηση περί μη ταυτοποίησης του Αιτητή, ως του προσώπου του οποίου την έκδοση επιζητούσε με τη σχετική αίτηση της η Ρωσική Ομοσπονδία,
2) Στη θέση περί μη ενασχόλησης του κατώτερου Δικαστηρίου με «οτιδήποτε σε ότι αφορά την προϋπόθεση για παρουσίαση στο Δικαστήριο αντιγράφου των εφαρμοζόμενων στα γεγονότα επί την βάση των οποίων ζητείται η έκδοση νομοθετικών διατάξεων με βάση το Ρωσικό Ποινικό Δίκαιο» εξηγώντας επί τούτου, ότι προκύπτουν και παραμένουν ερωτήματα σε ότι αφορά την απόδειξη γεγονότων, αφού δεν μπορεί κανένας να επιβεβαιώσει ότι στοιχεία από το 2009 δεν έχουν χαθεί, μάρτυρες δεν έχουν μεταναστεύσει ή πεθάνει ή δεν εντοπίζονται, ως επίσης, ότι δεν έχουν καταστραφεί στοιχεία που σχετίζονται με τα αδικήματα ή έχουν κατάλληλα διατηρηθεί.
3) Στο γεγονός ότι έχουν παρέλθει 16 και πλέον χρόνια από την κατ’ επίκληση διάπραξη των αδικημάτων και την συνακόλουθη παραγραφή τους, με βάση το δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και
4) Στην επίκληση του άρθρου 10 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου, Ν.97/1970, υποστηρίζοντας ότι η έκδοση του Αιτητή, αποτελεί άδικο και καταπιεστικό μέτρο.
Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, στο πλαίσιο της οποίας επαναλαμβάνονται, σε κάποιο βαθμό, οι προβαλλόμενοι λόγοι.
Ο Γενικός Εισαγγελέας τη Δημοκρατίας καταχώρησε ένσταση στο αίτημα. Η απόφαση έκδοσης του Αιτητή στη Ρωσική Ομοσπονδία, προκρίνει, ήταν απόλυτα ορθή και αιτιολογημένη. Υποστηρίζοντας ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι νομότυπη, αφού δεν γίνεται από πρόσωπο που νομοθετικά και νομολογιακά επιβάλλεται προς τούτο, αποτελεί θέση του ότι αυτή θα πρέπει να αγνοηθεί και, ως εκ τούτου, η αίτηση να απορριφθεί. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται περαιτέρω, η πλευρά του Αιτητή δεν έχει αποσείσει το βάρος να καταδείξει ότι η κράτηση του είναι παράνομη ή χωρίς εύλογη αιτία. Όσα δε επικαλείται στην υπο συζήτηση αίτηση, στην απουσία σχετικής μαρτυρίας και στοιχείων από την πλευρά του τελευταίου, εξετάστηκαν από το κατώτερο Δικαστήριο και απορρίφθηκαν. Αντίθετα, η μαρτυρία και τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου από την πλευρά της αιτούσας χώρας, ήταν επαρκή και δικαιολογούσαν την έκδοση του στη Ρωσική Ομοσπονδία. Επί τούτου, υποδεικνύεται ότι υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου τέθηκαν το επίσημο ένταλμα σύλληψης του Αιτητή, η έκθεση επιλήψιμων πράξεων που καταλογίζονταν στον τελευταίο με λεπτομέρειες όσον αφορά τον τόπο και τον χρόνο και με αναφορά στις νομοθετικές διατάξεις που είχαν εφαρμογή. Υποδεικνύοντας τέλος ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει τα ευρήματα του κατώτερου Δικαστηρίου που επιλήφθηκε του αιτήματος της έκδοσης και αποφάσισε επί τούτου, ούτε να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ζήτησε την απόρριψη του αιτήματος.
Η διαδικασία έκδοσης εντάλματος Habeas Corpus, αποτελεί προνομιακή διαδικασία που στοχεύει στη διασφάλιση της ελευθερίας του πολίτη. Παρέχει αποτελεσματικό μέσο άμεσης απελευθέρωσης από παράνομη ή αδικαιολόγητη κράτηση (βλ. Δημητράκης Χατζησάββα (1993) 1 Α.Α.Δ. 102). Κατ’ επανάληψη έχει επισημανθεί ότι αιτήματα για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, σκοπό έχουν να ελέγξουν τη νομιμότητα της κράτησης ενός προσώπου. Η όλη διαδικασία λογίζεται ως πολιτικής φύσης (βλ. Ρωσική Ομοσπονδία (Αρ. 1) (2012) 1 Α.Α.Δ 20), ενώ εντάλματα του είδους εκδίδονται ex debito justitiae, όποτε δηλαδή διαπιστωθεί το παράνομο της κράτησης, χωρίς να τίθεται θέμα έκδοσης τους, ως αποτέλεσμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Εν πάση περιπτώσει, παρά το γεγονός ότι μέσω τους ελέγχεται το κατ’ ισχυρισμόν παράνομο της κράτησης ή φυλάκισης, το Δικαστήριο δεν επενεργεί ως Εφετείο. Αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Habeas Corpus, στην περίπτωση κράτησης μετά την έγκριση αιτήματος έκδοσης, διέπεται από τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 10 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμοι του 1970 – 2013, Ν.97/1970. Ως ειδικότερα προβλέπεται στο εδάφιο (3) του ως άνω άρθρου:
«Το Ανώτατον Δικαστήριov, επιλαμβαvόμεvov της τοιαύτης αιτήσεως, δύναται, μη επηρεαζoμέvης oιασδήπoτε ετέρας δικαιoδoσίας αυτού, να διατάξη την απoφυλάκισιv του υπό έκδoσιv προσώπου, εφ' όσov ήθελε κρίνει ότι-
(α) λόγω της ασημάντου φύσεως του αδικήματος, δι' o διώκεται ή κατεδικάσθη· ή
(β) λόγω της παρόδου μακρού χρόvoυ, αφ' ου εγέvετo η διάπραξις του αδικήματος, ή, αναλόγως της περιπτώσεως, αφ' ου καταζητείται προς έκτισιν πoιvής μετά καταδίκην αυτού· ή
(γ) λόγω του ότι η κατ' αυτού κατηγορία δεν εγέvετo καλή τη πίστει ή εν τω συμφέρovτι της δικαιoσύvης,
η απόδοσις αυτού θα αποτελεί, λαμβαvoμέvωv υπ' όψιν απασών των περιστάσεων, άδικov ή καταπιεστικόν μέτρov.»
Στις περιπτώσεις που εξετάζεται αίτημα για Habeas Corpus στο πλαίσιο του Ν.97/1970, το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να αναθεωρήσει τα ευρήματα του δικαστηρίου που αποφάσισε την έκδοση, ούτε να ελέγξει την ορθότητα της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εφόσον αυτή κινήθηκε στα νόμιμα όρια της. Ουσιαστικά, ελέγχει εάν το κατώτερο Δικαστήριο είχε ενώπιον του ικανοποιητική μαρτυρία που δικαιολογούσε την έκδοση του σχετικού διατάγματος έκδοσης (βλ. Katcho κ.α. (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 793, Μελάς (Αρ. 3) (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1199, Hachem ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών (1992) 1 Α.Α.Δ. 191).
Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που προβάλλονται από την πλευρά του Αιτητή, δυνάμενα να απασχολήσουν στην παρούσα, θα πρέπει εξ’ αρχής να σημειωθεί ότι η εισήγηση εκ μέρους του καθ’ ου η αίτηση, περί αδυναμίας να ληφθεί υπόψιν η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, λόγω ακαταλληλότητας του προσώπου που επάγει τον όρκο, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Ως κατ’ επανάληψη έχει σημειωθεί, το γεγονός ότι αποτελεί ανεπιθύμητη πρακτική να υποστηρίζει με την επαγωγή όρκου κάποιο αίτημα δικηγόρος, δεν απολήγει πάντα καταλυτικό για την προώθηση τέτοιας αίτησης. Εξαρτάται πάντα από τα περιστατικά μιας υπόθεσης. Τούτο μπορεί να συμβεί, ως τονίστηκε για παράδειγμα στην Rypolovlev κ.α. v. Rybolovleva (2010) 1 Α.Α.Δ. 82, στην περίπτωση που μετά την επαγωγή όρκου από τον δικηγόρο, ο ίδιος, στη συνέχεια της διαδικασίας καλείται να καταστεί μάρτυρας γεγονότων. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η ομνύουσα δικηγόρος, εξήγησε ότι η γνώση της σε σχέση με όσα αναφέρει στη δήλωση της είναι αποτέλεσμα ενημέρωσης της από το φάκελο της υπόθεσης που διατηρείται στο γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, αλλά και από τον ίδιο τον Αιτητή, ο οποίος και την εξουσιοδότησε να προβεί στην σχετική δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Παρεμβάλλεται ότι ο Αιτητής, ως προκύπτει από την εξέλιξη της διαδικασίας, βρισκόταν υπό κράτηση κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης. Σημειώνεται, ταυτόχρονα, ότι μέσω της ένορκης δήλωσης, η ομνύουσα, ουσιαστικά επικεντρώνεται στον σχολιασμό και νομική ερμηνεία γεγονότων που είχαν ήδη τεθεί υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, πραγματικότητα που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να την καταστήσει «ακατάλληλη» για να υποστηρίξει το αίτημα. Υπό τις περιστάσεις, η εξήγηση για το γεγονός ότι την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση δεν υπέγραψε ο ίδιος ο Αιτητής αλλά δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο που τον εκπροσωπεί, κρίνεται επαρκής.
Στρέφοντας την προσοχή στον πρώτο λόγο επί του οποίου εδράζεται το αίτημα, ο οποίος παραπέμπει στο εύρημα του κατώτερου Δικαστηρίου περί ταυτοποίησης του Αιτητή με το πρόσωπο που αφορούσε το συγκεκριμένο αίτημα έκδοσης από τη Ρωσική Ομοσπονδία, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Ουσιαστικά πρόκειται για αμφισβήτηση ευρήματος του αρμόδιου Δικαστηρίου, ζήτημα δηλαδή που κατ’ επανάληψη έχει διακηρυχθεί ότι εκφεύγει της δυνατότητας ελέγχου και αναθεώρησης στο πλαίσιο διαδικασίας ως η υπό συζήτηση. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται ότι το κατώτερο Δικαστήριο, πραγματευόμενο το ζήτημα, παρέπεμψε σε σχετική μαρτυρία και στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του, τα οποία και ανάλογα προσμέτρησε (όπως για παράδειγμα διαβατήρια που διατηρούσε ο Αιτητής αλλά και σχετικές βεβαιώσεις επί του ζητήματος (τεκμήριο 12)), τα οποία δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης της ορθότητας της κατάληξης του ότι ο Αιτητής είναι το πρόσωπο το οποίο ζητείτο από τη Ρωσική Ομοσπονδία και ότι η επιχειρηματολογία που επιχείρησε να προβάλει ο τελευταίος επί του ζητήματος, εδραζόμενη πρωτίστως σε υποθέσεις εκ μέρους του, σκοπό είχε να «θολώσει τα νερά».
Το κατώτερο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα της παραγραφής δεν απασχόλησε κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του, εντάσσοντας τούτο στα ζητήματα που μπορούν να προβληθούν σε διαδικασίες του είδους, προχώρησε στην εξέταση του. Παρέπεμψε, επί τούτου, στο σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του (όπως στα έγγραφα που περιλαμβάνονταν στο τεκμήριο 11 στην ενώπιον του διαδικασία), τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν, ως και στις πρόνοιες της Ρωσικής νομοθεσίας οι οποίες προβλέπουν, μεταξύ άλλων, όχι μόνο το χρόνο παραγραφής συγκεκριμένων αδικημάτων αλλά και τους λόγους αναστολής της. Παραπέμποντας δε στην εν γένει συμπεριφορά του Αιτητή και στην εξέλιξη των γεγονότων, ως αδιαμφισβήτητα τέθηκαν και παρέμειναν ενώπιον του, κατέληξε ότι δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα παραγραφής στην υπό συζήτηση περίπτωση. Κατάληξη καθ’ όλα ορθή, αφού τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ικανό να καταδείξει λανθασμένη προσέγγιση του κατώτερου Δικαστηρίου επί του ζητήματος, βάση της οποίας αποτέλεσαν το σύνολο της τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας, ως έγινε αποδεκτή, και τα έγραφα που τέθηκαν υπόψη του, χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση του περιεχομένου τους.
Δυσνόητος ομολογουμένως παρέμεινε ο δεύτερος λόγος επί του οποίου εδράζει το αίτημα του Αιτητής. Πέραν των γενικών και αόριστων αναφορών για πιθανή απώλεια ή καταστροφή μαρτυρίας και στοιχείων που σχετίζονται με τα αναφερόμενα αδικήματα, δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να ανατρέψει την κατάληξη του κατώτερου Δικαστηρίου, η οποία στηρίχτηκε στο σύνολο των στοιχείων που διαβιβάστηκαν από την Ρωσική Ομοσπονδία και τέθηκαν υπόψη του. Οι προβαλλόμενες επί του ζητήματος ανησυχίες της πλευράς του Αιτητή, εδραζόμενες σε υποθέσεις και εικασίες, απογυμνωμένες από οτιδήποτε σχετικό, όπως για παράδειγμα το ενδεχόμενο να μετανάστευσαν ή να πέθαναν μάρτυρες, ή να μην έχουν φυλαχθεί και διατηρηθεί κατάλληλα στοιχεία που πιθανόν να σχετίζονται με τα κατ’ ισχυρισμό αδικήματα που αποδίδονται στον Αιτητή, δεν μπορούν σοβαρά να απασχολήσουν και να δικαιολογήσουν την αιτούμενη παρέμβαση. Κατά τον ίδιο τρόπο, η προσπάθεια εκ μέρους του ευπαίδευτου δικηγόρου του Αιτητή, κατά το στάδιο της αγόρευσης του προς προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, διασύνδεσης του ως άνω λόγου με το ενδεχόμενο ο τελευταίος να τύχει δυσμενούς μεταχείρισης, παρέμεινε μετέωρη, γενική και αόριστη χωρίς καν παραπομπή σε οποιαδήποτε, συγκεκριμένα στοιχεία, δυνάμενα να ληφθούν υπόψη.
Είναι καλά γνωστό πως όπου χρειάζεται να καταδειχθεί υπόβαθρο γεγονότων για να ενεργήσει το Δικαστήριο, ο προσφεύγων έχει κατά κανόνα την υποχρέωση να τα παρουσιάσει. Στην Essa (2007) (1B) A.A.Δ. 1127 υιοθετείται απόσπασμα από την αγγλική απόφαση Fernandez v. Government of Singapore [1971] 2 All E.R. 691 όπου εξηγήθηκε ότι:
«Το βάρος απόδειξης για τα πιο πάνω θέματα βρίσκεται στους ώμους του καθ'ου η αίτηση και δεν είναι αυτό της ποινικής δίκης δηλ. έξω από κάθε λογική αμφιβολία ούτε της αστικής υπόθεσης δηλ. με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Είναι κατώτερο απ' αυτά, δοθέντος της σοβαρότητας των συνεπειών επιστροφής ενός προσώπου. Είναι αρκετό εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα (reasonable chance), ουσιώδεις λόγοι να πιστεύει (substantial grounds for thinking) ή σοβαρή πιθανότητα (serious possibility) να υφίστανται αυτές οι επιπτώσεις. Σε τέτοια περίπτωση ο φυγόδικος δεν θα εκδοθεί."
Το γεγονός ότι οι εγγυήσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του Αιτητή, μεσολαβούσης της αποχώρησης της τελευταίας από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, για λόγους που κατ’ επανάληψη έχουν εξηγηθεί (βλ. μεταξύ άλλων D.A.A. v. Κυπριακής Δημοκρατίας Πολ. Έφ. Αρ.214/2021, ημερ. 8/7/72022, B.S. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ.3/2023 ημερ. 22/12/2023, ECLI:CY:AD:2023:D33,) δεν μπορούν πλέον να κριθούν ικανοποιητικές, δεν εξαντλούν το ζήτημα. Ως υποδείχθηκε στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Alexey Korotenko, Πολ. Έφ. Αρ.1/2026, ημερ. 6/5/2026, με ανάλογη παραπομπή σε σχετική νομολογία:
«….. όπως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο επεσήμανε με ειδικότερη παραπομπή στην υπόθεση B.S. (ανωτέρω) είναι ο εκζητούμενος που σε διαδικασία αυτής της μορφής, δηλ. έκδοσης, έχει το βάρος να αποδείξει ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να πιστεύετε ότι, σε περίπτωση έκδοσης του, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Τέτοιος κίνδυνος πρέπει να καταδεικνύεται με μαρτυρία από την οποία να προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία, στη βάση των οποίων να μπορεί εύλογα να καταλήξει κάποιος ότι ο κίνδυνος είναι ορατός και πραγματικός και όχι απλώς μία δυνατότητα, η έλευση της οποίας δεν μπορεί να προεξοφληθεί».
Απαιτείται πάντα μια «εξειδικευμένη και κατά περίπτωση πραγμάτευση του ζητήματος» (Korotenko (ανωτέρω)), στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών και παραμέτρων που μπορούν και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχει ήδη επισημανθεί, τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ικανό να δικαιολογήσει την ως άνω εισήγηση, οδηγώντας στην υιοθέτησή της.
Στρέφοντας την προσοχή στον τέταρτο και τελευταίο λόγο που η πλευρά το Αιτητή προωθεί, υποστηρίζοντας ότι δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου Προνομιακού Εντάλματος, έχοντας ήδη σημειωθεί η αναγκαιότητα να τεθούν συγκεκριμένα στοιχεία και μαρτυρία από την πλευρά του, ικανά να πείσουν για την προβαλλόμενη θέση του, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Πέραν του γεγονότος ότι ο Αιτητής, δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που του αναλογεί, έστω και αν αυτό περιορίζεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, έχοντας κατά νου τη στάση και συμπεριφορά του, ως αυτή έχει καταδειχθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή από το τελευταίο, περιλαμβανόμενης της «εξαφάνισης» του επί σειρά ετών, σε συνδυασμό θεωρούμενης με τις προσπάθειες των αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας για εντοπισμό και προσαγωγή του ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, δεν δικαιολογούν την γενική και αόριστη εισήγηση από μέρους του ότι η έκδοση του θα αποτελούσε άδικο ή καταπιεστικό μέτρο η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο του Ν.97/1970.
Καταληκτικά, με δεδομένο ότι το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, αντικειμενικά θεωρούμενο, δικαιολογεί τα ευρήματα του ως ορθά, όπως ορθά κρίνεται ότι το τελευταίο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια προχωρώντας στην έκδοση του Αιτητή, διατάσσοντας παράλληλα την κράτηση του για τον πιο πάνω σκοπό, η αιτούμενη παρέμβαση του Δικαστηρίου προς έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Habeas Corpus, δεν δικαιολογείται.
Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται.
Ο Αιτητής, να παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την έκδοση του.
Ουδεμία διαταγή για έξοδα.
Τα έξοδα των μεταφραστών θα καλύψει η Δημοκρατία.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ
/γκ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο