ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΩΝ ΑΡΕΤΗ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 37/2025, 6/10/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΩΝ ΑΡΕΤΗ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 37/2025, 6/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 37/2025)

 

6 Οκτωβρίου, 2026

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]

 

 

ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 146/2025.

 

ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΩΝ 1. ΑΡΕΤΗ ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., 2. A.X., 3. Σ.Ε., 4. Μ.Β., 5. Α.Α., 6. Χ.Π., 7. Κ.Τ., 8. Ζ.Μ., 9. Ε.Α., 10. Ν.Π., 11. Α.Α., 12. Α.Π., ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

KAI

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 08/10/2024

.....................

 

Η. Στεφάνου, για Ηλίας Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Π. Ευθυβούλου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσίβλητο.

____________________

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.

 

 

 Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.: Με την παρούσα Έφεση προσβάλλεται ως εσφαλμένη η απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδικη του δικαιοδοσία, (εφεξής «το πρωτόδικο Δικαστήριο»), με την οποία απέρριψε δια κλήσεως αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για ακύρωση του εντάλματος έρευνας ημερ. 8.10.2024 στο δικηγορικό γραφείο της Εφεσείουσας 1 δικηγορικής εταιρείας, στην έκταση που εξουσιοδοτούσε τη λήψη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Οι Εφεσείοντες 2-12 είναι δικηγόροι, συνεργάτες και μέλη του προσωπικού του εν λόγω δικηγορικού γραφείου.

Με το ένταλμα εξουσιοδοτείτο η έρευνα στο δικηγορικό γραφείο της Εφεσείουσας για να παραληφθούν «τεκμήρια, όπως έγγραφα σε ηλεκτρονική μορφή, επαγγελματική ηλεκτρονική αλληλογραφία και δεδομένα σε ηλεκτρονική μορφή τα οποία φυλάττονται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εξωτερικούς δίσκους αποθήκευσης δεδομένων, ή σε οποιαδήποτε άλλη συσκευή αποθήκευσης που χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό», σε σχέση με τα ακόλουθα υπό διερεύνηση αδικήματα:

1.   Συνωμοσία προς καταδολίευση

2.   Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργημάτων

3.   Αδικήματα κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Ν. 188(Ι)/2007

 

4.   Ψευδείς Δηλώσεις

5.   Παράλειψη συμμόρφωσης στους Νόμους και Κανονισμούς κατά παράβαση του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002, Ν.141(Ι)/2002, και

 

6.   Πλαστογράφηση Ταξιδιωτικών Εγγράφων. 

Αυτή ήταν η δεύτερη έρευνα στο δικηγορικό γραφείο. Κατά την πρώτη έρευνα είχαν παραληφθεί φάκελοι σε έντυπη μορφή και αρχεία και αλληλογραφία σε ηλεκτρονική μορφή, ενώ διαπιστώθηκε ότι κάποια από τα ηλεκτρονικά δεδομένα πιθανόν να είχαν αλλοιωθεί δια διαγραφής από τον κεντρικό εξυπηρετητή του δικηγορικού γραφείου. Η αίτηση για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας αποσκοπούσε στην επανάκτηση και λήψη των εν λόγω διαγραφέντων-αλλοιωμένων αρχείων.

Σημειώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει τη μονομερή αίτηση για τη χορήγηση άδειας για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση εντάλματος Certiorari. Η εν λόγω απόφαση ανετράπη κατ’ έφεση (Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ. 37/2024, ημερ. 1.7.2025). Κρίθηκε πως αποκαλύπτετο συζητήσιμη υπόθεση ως προς το ότι το ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε τη λήψη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, το απόρρητο της οποίας προστατεύεται από το Άρθρο 17.1 του Συντάγματος. Έτσι δόθηκε άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως στην έκταση που το ένταλμα εξουσιοδοτούσε τη λήψη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, στη βάση του ότι αυτό εξεδόθη από το κατώτερο Δικαστήριο καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη δια κλήσεως αίτηση με την προσβαλλόμενη απόφαση. Οι Αιτητές εγείρουν τρεις λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο, προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα αρχής με το να απορρίψει τη δια κλήσεως αίτησης. Με τον δεύτερο λόγο, αποδίδεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε πως είχε δικαιοδοσία να επιτρέψει, μέσω του εντάλματος έρευνας, τη λήψη ιδιωτικής επικοινωνίας δυνάμει του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται ότι, κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου, της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως είχε δικαιοδοσία να εξουσιοδοτήσει τη λήψη επικοινωνίας για αδικήματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο Άρθρο 17.2 του Συντάγματος. Λόγω της συνάφειας τους, και οι τρεις λόγοι θα εξεταστούν μαζί.

Το άρθρο 27 του Κεφ. 155 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο, υπό τις εκεί καταγραφόμενες προϋποθέσεις, να εκδώσει ένταλμα έρευνας που να εξουσιοδοτεί την έρευνα συγκεκριμένου τόπου «προς ανεύρεση τέτοιου πράγματος» για το οποίο, μεταξύ άλλων, υπάρχει εύλογη αίτια να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος.

Το Άρθρο 17 του Συντάγματος προβλέπει ως εξής:

«1. Έκαστος έχει το δικαίωμα σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας αυτού, εφ’ όσον η τοιαύτη επικοινωνία διεξάγεται διά μέσων µη απαγορευμένων υπό του νόμου.

2. ∆ε χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος τούτου, εκτός αν η επέμβαση αυτή επιτρέπεται σύμφωνα µε το νόμο, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

……………………………………………………………………………

Β. Κατόπιν δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, και η επέμβαση αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη των ακόλουθων σοβαρών ποινικών αδικημάτων:» 

Ακολουθεί  εξαντλητική αναφορά σε κατηγορίες αδικημάτων στις οποίες δεν εμπίπτουν τα υπό διερεύνηση αδικήματα.

Οι Εφεσείοντες εισηγούνται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε ότι το προσβαλλόμενο ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε τη λήψη πραγμάτων. Και τούτο, καθότι, σύμφωνα με την απόφαση στην Πολ. Έφεση Αρ. 37/2024 (ανωτέρω), αποτελούσε «αναντίλεκτο γεγονός ότι το κατώτερο Δικαστήριο είχε εξουσιοδοτήσει … την Αστυνομία να λάβει επικοινωνία και όχι οποιοδήποτε αντικείμενο, λ.χ. ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή κινητά τηλέφωνα, τα οποία πιθανόν να περιείχαν επικοινωνία». Επομένως, σύμφωνα με τους Εφεσείοντες, στο πλαίσιο της δια κλήσεως αίτησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να είχε περιοριστεί στην εξέταση του κατά πόσο το κατώτερο Δικαστήριο νομιμοποιείτο να εξουσιοδοτήσει τη λήψη επικοινωνίας, με δεδομένο ότι κανένα από τα υπό διερεύνηση αδικήματα δεν ενέπιπταν εντός του Άρθρου 17.2 του Συντάγματος.

        Στην απόφαση του, το Εφετείο δεν προέβη σε τελικό εύρημα ως προς τι επέτρεπε το ένταλμα έρευνας, αλλά περιορίστηκε στο ότι «διαφαίνεται ότι το ένταλμα εξουσιοδοτούσε και την παραλαβή αλληλογραφίας σε ηλεκτρονική μορφή», και συνακόλουθα στη διαπίστωση περί ύπαρξης συζητήσιμης υπόθεσης ώστε να διδόταν άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως «για την ακύρωση του επίδικου εντάλματος έρευνας καθ’  όσον αναφερόταν σε αλληλογραφία σε ηλεκτρονική μορφή». Άλλωστε, είναι γνωστή η νομική αρχή πως στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης για χορήγηση άδειας καταχώρισης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει την υπόθεση σε βάθος. Θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή και συζητήσιμο θέμα - βλ. In re Kakos (1985) 1 C.L.R. 250, Αναφορικά με την Αίτηση του Άνθιμου (1991) 1 Α.Α.Δ. 41 και Base Metal Trading Ltd v. Fastact Developments Ltd κ.ά. (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1535.

        Ως εκ τούτου, η εφετειακή απόφαση δεν περιείχε τελική κατάληξη η οποία δέσμευε το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την εξέταση της δια κλήσεως αίτησης. Αντιθέτως, η άδεια χορηγήθηκε στη βάση του ότι προέκυπτε συζητήσιμο θέμα το οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο καλείτο να εξετάσει. Σχετική είναι η υπόθεση Ανδρέας Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ, Πολ. Αίτ. Αρ. 212/2021, ημερ. 10.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:D93, στην οποία σχολιάστηκε η απόφαση στην υπόθεση Λοϊζίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 455/2019, ημερ. 8.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:A141, ως ακολούθως:

«Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι στην υπόθεση Λοϊζίδης δόθηκε απλώς άδεια για καταχώριση αίτησης certiorari. Άδεια δόθηκε και στην παρούσα υπόθεση. Η άδεια δεν υποδηλώνει παρά την διαπίστωση του δικαστή ότι υπάρχει «εκ πρώτης όψεως υπόθεση και/ή ότι υπάρχει συζητήσιμο ζήτημα», χωρίς αναφορά προς οτιδήποτε θα μπορούσε να αντιταχθεί, και το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αίτησης (In Re Kakos (1985) 1 CLR 250).» 

        Το γεγονός ότι η άδεια δόθηκε με απόφαση του Εφετείου δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα, ούτε προσθέτει άλλη δυναμική στην υπόθεση  των Αιτητών.

        Και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι το άρθρο 27 του Κεφ. 155 επιτρέπει την έρευνα και κατάσχεση «πραγμάτων». Λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, αναμφίβολα ο όρος «πράγματα» περιλαμβάνει αντικείμενα, όπως π.χ. κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και μέσα αποθήκευσης usb, τα οποία έχουν περιεχόμενο σε ηλεκτρονική μορφή.

        Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι το άρθρο 27 δεν επιτρέπει την έρευνα και λήψη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, εφόσον αυτή αφενός δεν αποτελεί «πράγμα» και αφετέρου τυγχάνει προστασίας δυνάμει του Άρθρου 17 του Συντάγματος και ότι η δυνατότητα λήψης αυτής επιτρέπεται μόνο μέσω άλλης ξεχωριστής διαδικασίας και δυνάμει άλλου Νόμου. Αντίθετη θέση εξέφρασε ο Εφεσίβλητος, ήτοι πως το άρθρο 27 επιτρέπει τη λήψη της αλληλογραφίας, ως ένα πράγμα άυλο, κάτι το οποίο από μόνο του δεν παραβιάζει το Άρθρο 17, πλην όμως για να επιτευχθεί η πρόσβαση σε αυτή και να τύχει επεξεργασίας, θα πρέπει να τηρηθούν οι πρόνοιες του σχετικού Νόμου και να εκδοθεί προς τούτο δικαστικό διάταγμα.

        Αξίζει να σημειωθεί πως η εξουσία έκδοσης δικαστικού διατάγματος που να επιτρέπει τη λήψη, πρόσβαση και επιθεώρηση περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας παρέχεται και ρυθμίζεται από τον περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμο του 1996, Ν. 92(Ι)/2996. Το άρθρο 21(1) αυτού προνοεί ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να υποβάλει μονομερή αίτηση για την έκδοση εντάλματος με το οποίο να εξουσιοδοτείται «η πρόσβαση, η επιθεώρηση και η λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από ή εκ μέρους του ιδίου ή του Αρχηγού της Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή». Σύμφωνα με το άρθρο 21(2), η αίτηση δύναται να υποβληθεί αναφορικά με περιεχόμενο επικοινωνίας που βρίσκεται καταγεγραμμένο σε έγγραφα ή σε συσκευές ή σε αντικείμενα που έχουν περιέλθει ή πρόκειται να περιέλθουν στην κατοχή της Αστυνομίας ή οποιουδήποτε ανακριτή, κατόπιν εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος έρευνας, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 27-30 του Κεφ. 155.

        Και οι δύο πλευρές αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ανδρέας Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ (ανωτέρω), στην οποία έγινε παραπομπή στην απόφαση στην Πολ. Έφ. Αρ. 37/24 (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση είχε εκδοθεί δικαστικό ένταλμα έρευνας δικηγορικού γραφείου και τα αναζητούμενα αντικείμενα ήταν «Φάκελοι και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα που φυλάγονται, ηλεκτρονικά δεδομένα που υπάρχουν σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, server, εξωτερικούς δίσκους αποθήκευσης δεδομένων ή σε οποιαδήποτε άλλη συσκευή αποθήκευσης που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό, καθώς και τα κινητά τηλέφωνα του Γ.Δ. και Δ.Δ. αναφορικά με την ηλεκτρονική αλληλογραφία, υπάρχει μηχανή πιστωτικών καρτών Six Payments με αρ. …, καθώς και άλλα τεκμήρια που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και αφορούν επενδυτές/συζύγους και παιδιά καθώς και εταιρείες που καθορίζονται στην ένορκη δήλωση.» Στο ένταλμα αναφερόταν ρητά ότι αυτό δεν εξουσιοδοτούσε την επέμβαση από την Αστυνομία σε δεδομένα προστατευόμενα από τα Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος και όπως διασφαλιστεί το επαγγελματικό ή άλλο απόρρητο κατά την εκτέλεση αυτού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συμφώνησε με τα όσα είχαν λεχθεί στην υπόθεση Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ, Πολ. Αιτ. Αρ. 186/21, ημερ. 1.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:D491, και κατέληξε ότι το ένταλμα έρευνας δεν εξουσιοδοτούσε την πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία αλλά στην κατάσχεση τηλεφώνων ως «πραγμάτων», αναφέροντας τα ακόλουθα:

«… θεωρώ πιο σχετική, ως επιλύουσα το ίδιο ακριβώς ζήτημα, την πρόσφατη απόφαση στην Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ, Πολ. Αιτ. Αρ. 186/21, ημερ. 1.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:D491 (μονομελής σύνθεση), όπου ο αδελφός δικαστής Ν. Σάντης έκρινε επί των ιδίων ακριβώς επιχειρημάτων ως ακολούθως:

«Από όσα τέθηκαν ενώπιον μου, προκύπτει ότι το Ένταλμα Έρευνας δεν επιδιώχθηκε να εκδοθεί για (και ούτε αφορά σε) πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας κατά τις προβλέψεις του Ν92(Ι)/96, ή ακόμη και του Περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου 183(Ι)/07 («ο Ν183(Ι)/07»). 

Αντιθέτως, από το σύνολο των όσων περιέχονται στον όρκο και την ουσία που εκφράζεται εκεί, αλλά και από τη νομική βάση που αποτυπώνεται στον τίτλο του Εντάλματος Έρευνας (με αυτή να μην είναι άλλη από το Κεφ.155) - με την μνεία στο νομοθέτημα να μην παραπέμπει μόνον στον επιλεχθέντα τύπο του εντάλματος αλλά και στον πυρήνα όσων περιστοιχίζουν το αίτημα έκδοσης του (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Κυριάκου, Π.Ε. 45/20, ημ. 1.7.21) - το Ένταλμα Έρευνας εκδόθηκε δυνάμει του Άρθρου 27, Κεφ.155, με βλέψη την ανεύρεση, κατάσχεση και μεταφορά ενώπιον Δικαστηρίου των πραγμάτων εκείνων που αποτελούσαν το αντικείμενο του εν λόγω εντάλματος («τα πράγματα»).  

Το Κατώτερο Δικαστήριο, εκδίδοντας το Ένταλμα Έρευνας, ούτε παραπέμφθηκε, ούτε αναφέρθηκε, μηδέ και άφησε να εκληφθεί αντικειμενικώς (και καθ’ οιονδήποτε τρόπο) πως υπήρχε στη σκέψη του προοπτική διάφορη από εκείνη που αναφυόταν ως ουσία από τον όρκο και το αίτημα της Αστυνομίας για έκδοση του Εντάλματος Έρευνας στη βάση του Άρθρου 27, Κεφ.155, μήτε και ποτέ το αίτημα της Αστυνομίας θα μπορούσε, κατά όμοια λογική, να λεχθεί ότι εδραζόταν είτε στον Ν92(Ι)/96 (είτε στον Ν183(Ι)/07), ώστε να ανακύπτει θέμα προς ανάλυση κατά τις προτάσεις των Αιτητών (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Λοϊζίδη, Π.Ε. 455/19, ημ. 8.4.21, ECLI:CY:AD:2021:A141, Αναφορικά με την Αίτηση του Moran, Π.Ε. 346/14, ημ. 31.3.16, Αναφορικά με την Αίτηση του Κ.Μ., Πολ. Αίτ. 58/21, ημ. 20.4.21, ECLI:CY:AD:2021:D151).» 

Συμφωνώ και υιοθετώ την παραπάνω προσέγγιση. Δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η κατάσχεση των τηλεφώνων ως «πραγμάτων» εν τη εννοία του άρθρου 27 του Κεφ. 155, ισοδυναμεί με πρόσβαση στην ιδιωτική επικοινωνία. Ιδιαίτερα εφόσον τέτοια πρόσβαση ρητά δεν εξουσιοδοτήθηκε από το δικαστήριο. Εάν αυτή προκύψει, ανάλογα με την πορεία των ερευνών, να είναι η ανάγκη και η εξ αυτής πρόθεση της Αστυνομίας, μπορεί να προχωρήσει με τις κατάλληλες διαδικασίες, ώστε να λάβει την απαιτούμενη εξουσιοδότηση, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία που τώρα, πρόωρα, επικαλούνται οι αιτητές.

Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν υπήρχε παραβίαση νόμου, ή του Συντάγματος, ή ιδιωτικής επικοινωνίας, ούτε υπέρβαση δικαιοδοσίας, ως οι λόγοι που προβάλλονται. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην απόρριψη κάθε λόγου και κάθε επιχειρήματος που σχετίζεται με το Άρθρο 17.2.Β του Συντάγματος και με το Νόμο 92(Ι)/96, εφόσον οι πρόνοιες αυτές δεν εύρισκαν, εν προκειμένω, εφαρμογή.»

(Η υπογράμμιση είναι δική μας)

        Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της εξουσιοδότησης λήψης αντικειμένων τα οποία πιθανόν να ή έστω και δεδομένου ότι περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία και της εξουσιοδότησης λήψης της ίδιας της επικοινωνίας. Η πρώτη επιτρέπεται, νοουμένου ότι παρέχεται προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας εφόσον είναι το πράγμα που κατάσχεται (με το περιεχόμενο του). Η δεύτερη απαγορεύεται καθότι επιτρέπεται μόνο με δικαστικό διάταγμα δυνάμει του σχετικού Νόμου και σε συμμόρφωση με το Σύνταγμα. Η εισήγηση του Εφεσίβλητου ότι η πρόσβαση στην ηλεκτρονική αλληλογραφία αποτελεί και αυτή «πράγμα» σε άυλη μορφή, και ως τέτοιο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας, δηλαδή να παραληφθεί, χωρίς να επιτρέπεται η πρόσβαση και επεξεργασία αυτής, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στον Νόμο ούτε και στη νομολογία. Η ρητή εξουσιοδότηση σε ένταλμα έρευνας για λήψη της ίδιας της επικοινωνίας προσκρούει αφ΄ εαυτής στο Άρθρο 17 του Συντάγματος εφόσον τόσο η λήψη, όσο και η πρόσβαση σε αυτή είναι δυνατή μόνο κατόπιν δικαστικού διατάγματος δυνάμει του Ν.92(Ι)/1996.

        Στην προσβαλλόμενη απόφαση το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η αίτηση για την έκδοση του εντάλματος έρευνας και το ίδιο το ένταλμα στηρίζονταν αποκλειστικά στο άρθρο 27 του Κεφ. 155, και όχι στον Ν.92(Ι)/1996. Ανέφερε ότι το κατώτερο Δικαστήριο, εκδίδοντας το ένταλμα, δεν διεφάνη να είχε κατά νου οτιδήποτε διαφορετικό από εκείνο που προέκυπτε από τον όρκο και το αίτημα της Αστυνομίας στη βάση του άρθρου 27. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην περιγραφή στον όρκο που συνόδευε το αίτημα της Αστυνομίας του τρόπου εντοπισμού και παραλαβής των αναζητούμενων τεκμηρίων. Σύμφωνα με τον όρκο, η διαδικασία που θα ακολουθείτο για τη διασφάλιση του επαγγελματικού απορρήτου και την επιθεώρηση μόνο δεδομένων που εξάχθηκαν με τη χρήση κλειδιών σε προγενέστερη έρευνα θα γινόταν μέσω εξαγωγής σε μορφή live image του mail server και του data server και υπολογιστών των προαναφερόμενων προσώπων που περιλαμβάνουν την ηλεκτρονική αλληλογραφία του γραφείου. Τα δικανικά αντίγραφα θα τοποθετούνταν σε εξωτερικούς δίσκους της Αστυνομίας και με το πέρας της διαδικασίας θα σφραγίζονταν, στην παρουσία εκπροσώπων του γραφείου. Αυτά ακολούθως θα μεταφέρονταν σε ασφαλή χώρο στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων της Αστυνομίας για αυτοματοποιημένη δικανική ανάλυση. Αυτή δίδει τη δυνατότητα για αυτοματοποιημένη επαναφορά διαγραμμένων ηλεκτρονικών αρχείων και διαχωρισμό αρχείων ανάλογα με το είδος τους. Ο δικανικός αναλυτής θα προχωρούσε με αυτοματοποιημένη εξαγωγή των ευρημάτων με λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιήθηκαν κατά την πρώτη έρευνα, έτσι δεν θα απαιτείται η εξαγωγή ηλεκτρονικών δεδομένων που δεν σχετίζονται με την υπό διερεύνηση υπόθεση.

        Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε το λεκτικό του εντάλματος σαφές, «χωρίς να εντοπίζεται εξουσιοδότηση για οτιδήποτε που να παραβιάζει το δικαίωμα του απορρήτου της επικοινωνίας των Αιτητών ή οποιουδήποτε συνταγματικού τους δικαιώματος». Διέκρινε τη δυνατότητα εξαγωγής δεδομένων από ηλεκτρονικούς υπολογιστές από την πρόσβαση και επεξεργασία αυτών. Μάλιστα, σημείωσε πως ο Ν.92(Ι)/1996 αναφέρεται σε δυνατότητα πρόσβασης σε έγγραφα ή συσκευές ή αντικείμενα που έχουν ήδη περιέλθει στην κατοχή της Αστυνομίας δυνάμει εκτέλεσης εντάλματος έρευνας, κάτι το οποίο, κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταδεικνύει ότι είναι νομικά επιτρεπτό η επικοινωνία να βρίσκεται ήδη στην κατοχή της Αστυνομίας στο πλαίσιο εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας.

        Θεωρούμε ότι τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το περιεχόμενο του εντάλματος δεν βρίσκουν έρεισμα στο ίδιο το λεκτικό του. Το γεγονός ότι το αίτημα και το ένταλμα στηρίζονταν στο άρθρο 27 του Κεφ. 155 δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι το ένταλμα εκδόθηκε περιοριζόμενο σε ό,τι νόμιμα μπορούσε να αφορά. Επιπλέον, εκείνο που είχε σημασία ήταν το περιεχόμενο του εντάλματος και στην υπό εξέταση περίπτωση, το ίδιο το ένταλμα επέτρεπε ρητώς και συγκεκριμένα τη λήψη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Προφανώς αυτό προέκυπτε από την εξαγωγή του συνόλου των δεδομένων από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του δικηγορικού γραφείου, πλην όμως αυτή η εξαγωγή περιελάμβανε και την ίδια την αλληλογραφία. Η αλληλογραφία δεν ισοδυναμεί με πράγμα ή αντικείμενο για να θεωρηθεί ότι εμπίπτει εντός του εύρους του εντάλματος έρευνας. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής στον οποίο περιέχονται αυτά τα δεδομένα και η αλληλογραφία είναι το πράγμα ή αντικείμενο του οποίου επιτρέπεται η κατάσχεση.

        Θα μπορούσε να λεχθεί ότι από τη στιγμή που επιτρέπεται η κατάσχεση του ίδιου του υπολογιστή με ολόκληρο το περιεχόμενο του και την πιθανότητα να περιέχει και ιδιωτική επικοινωνία, τότε θα πρέπει κατ’ αντιστοιχία να επιτρέπεται η λήψη του περιεχόμενου μέσω της εξαγωγής αυτού χωρίς την κατάσχεση του υπολογιστή, για σκοπούς διευκόλυνσης λειτουργίας του δικηγορικού γραφείου. Αυτό σημείωσε και το πρωτόδικο Δικαστήριο θεωρώντας ότι πλέον η τεχνολογία συνηγορεί υπέρ της πρακτικής εξαγωγής και απόσπασης δεδομένων αντί της κατάσχεσης της συσκευής που τα περιέχει. Εδώ, ακριβώς, έγκειται η διαφορά μεταξύ του πράγματος και της επικοινωνίας. Η κατάσχεση του πράγματος δεν καταργεί την προστασία της ιδιωτικής επικοινωνίας, ενώ η λήψη της ίδιας της επικοινωνίας χωρίς δικαστικό διάταγμα αντιβαίνει στο Σύνταγμα. Εξού και το άρθρο 21 του Ν.92(Ι)/1996 επιτρέπει την έκδοση διατάγματος σε αντικείμενα που βρίσκονται ήδη στην κατοχή της Αστυνομίας, όπως π.χ. υπολογιστές ή κινητά τηλέφωνα, τα οποία κατασχέθηκαν στο πλαίσιο έρευνας δυνάμει του άρθρου 27 του Κεφ. 155.

        Στην προκειμένη περίπτωση, το κατώτερο Δικαστήριο επέτρεψε ρητώς και τη λήψη της επικοινωνίας η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 17. Οι μόνοι περιορισμοί που έθεσε ήταν ο τρόπος επεξεργασίας αυτού του υλικού από την Αστυνομία. Διαφορετική θα ήταν η κατάσταση αν το κατώτερο Δικαστήριο επέτρεπε τη λήψη των ηλεκτρονικών υπολογιστών καθ’  εαυτών ή τη λήψη μόνο του υλικού από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές στον βαθμό που αυτό δεν περιελάμβανε ή προστάτευε την ηλεκτρονική αλληλογραφία.

        Υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε ως προς την κρίση του.

        Ως εκ τούτου η Έφεση επιτυγχάνει. Εκδίδεται προνομιακό ένταλμα Certiorari με το οποίο το ένταλμα έρευνας, στην έκταση που εξουσιοδοτούσε τη λήψη της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και μόνο, ακυρώνεται.

        €3.000 έξοδα Έφεσης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ των Εφεσειόντων και εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

                                                                   Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

                                                                   Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

                                                                   Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο