ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 47/2017)
14 Οκτωβρίου, 2026
[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
ΠΑΝΙΚΟΣ ΚΑΘΗΤΖΙΩΤΗΣ,
Εφεσείων/Εναγόμενος,
ΚΑΙ
ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΘΗΤΖΙΩΤΗΣ,
Εφεσίβλητος/Ενάγων.
____________________
Μιχ. Β. Ιωάννου τόσο προσωπικά, όσο και για Ε. Ιωάννου (κα) και
Α. Ιωάννου (κα), για τον Εφεσείοντα.
Α. Χαριλάου (κα) για Απόστολο Γεωργίου, για τον Εφεσίβλητο.
____________________
Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου
θα δοθεί από τη Σταματίου, Π.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.: Η παρούσα Έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία ο Εφεσείων διατάχθηκε να πληρώσει στον Εφεσίβλητο το ποσό των €128.500, ως νόμιμη μοίρα που δικαιούται επί της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας του.
Τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ως έγιναν αποδεκτά και καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση, καταδεικνύουν ότι αμφότεροι οι διάδικοι είναι υιοί της Αθηνάς Παναγιώτου Θεοδώρου, η οποία απεβίωσε στις 6.4.2009 στη Λεμεσό (στο εξής η «αποβιώσασα») και περί τις 28.6.1986 είχε συντάξει διαθήκη που κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Οι κληρονόμοι της αποβιωσάσης είναι ο Εφεσείων και ο Εφεσίβλητος, καθώς επίσης και ο επιζών, κατά το χρόνο της αγωγής, σύζυγος της. Μετά το θάνατο της αποβιωσάσης και λόγω του ότι ο εκτελεστής της διαθήκης είχε αποβιώσει, κατόπιν συγκαταθέσεως όλων των πιο πάνω αναφερόμενων κληρονόμων, είχε οριστεί ως εκτελεστής της διαθήκης ο Εφεσείων. Επιπλέον, καταχωρίστηκε η υπ’ αρ. 333/2009 αίτηση διαχειρίσεως, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, για λήψη εγγράφων διαχειρίσεως από τον Εφεσείοντα, ο οποίος κατέθεσε ένα έγγραφο που ήταν η τελευταία αληθής διαθήκη της αποβιωσάσης, ημερ. 28.6.1986.
Η δικογραφημένη θέση του Εφεσίβλητου ήταν ότι ο Εφεσείων, ως εκτελεστής της διαθήκης της αποβιωσάσης, παρέλειψε να πράξει ό,τι ορίζει ο περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος, Κεφ. 195, σχετικά με τη διανομή της περιουσίας της αποβιωσάσης, αποκλείοντας τον από τη νόμιμο μοίρα ή το ποσοστό επί της περιουσίας που του αναλογούσε. Με την αγωγή του αξίωνε, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις και σειρά δηλωτικών διαταγμάτων ότι η ρηθείσα διαθήκη δεν εκτελέσθηκε σύμφωνα με το Κεφ. 195 και ο Εφεσείων, ως εκτελεστής της διαθήκης, ζήμιωσε τον Εφεσίβλητο, δεν προέβη στα απαραίτητα διαβήματα για να του παραχωρηθεί η νόμιμη μοίρα και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή θέματα που αφορούσαν τον Εφεσίβλητο ως κληρονόμο και/ή το κλείσιμο της διαχείρισης υπ’ αρ. 333/2009.
Ο Εφεσείων, με την υπεράσπιση του, υποστήριξε ότι η αποβιώσασα, πριν από το θάνατο της, είχε ακίνητη περιουσία που αποτελείτο από 16 οικόπεδα, τα οποία προήλθαν από διαχωρισμό ακινήτου και έδωσε 5 στον ίδιο, 5 στον Εφεσίβλητο, 2 οικόπεδα στις θυγατέρες των διαδίκων και 2 οικόπεδα (με αρ. εγγραφής 56100 και 56101/ τεμ. 339 και 340) στο σύζυγο της. Ο τελευταίος ήταν επίσης ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου στη Λεμεσό, στο οποίο ανήγειρε πολυκατοικία και στις 13.12.1986 μεταβίβασε το ½ ακίνητο της πολυκατοικίας στον Εφεσίβλητο. Περαιτέρω, ο Εφεσείων υποστήριξε ότι καταρτίστηκε συμφωνία, ημερ. 15.5.1972, σύμφωνα με την οποία παραχωρήθηκε στους γονείς τους επικαρπία και, κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας, ο Εφεσείων εισέπραττε ενοίκια από σταθμό πετρελαιοειδών που υπήρχε σε ένα από τα οικόπεδα που δωρίσθηκαν στον Εφεσίβλητο και παρέλειπε να τα καταβάλλει στους γονείς τους από το 1983.
Επιπλέον, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα, μετά τον θάνατο της μητέρας τους, προέβησαν μεταξύ τους και με τον πατέρα τους σε μία οικογενειακή συμφωνία, η οποία ωστόσο δεν έγινε ποτέ γραπτώς. Σύμφωνα με αυτή, ο πατέρας τους θα μεταβίβαζε το υπόλοιπο ½ της πολυκατοικίας επ’ ονόματι του Εφεσίβλητου και θα του παραχωρείτο, επίσης, το ποσό των €45.000 προθεσμιακής κατάθεσης. Τα δύο οικόπεδα υπ’ αρ. εγγραφής 56100 και 56101, που ανήκαν στη μητέρα τους κατά το χρόνο του θανάτου της, θα μεταβιβάζονταν και θα εγγράφοντο επ’ ονόματι του πατέρα τους και όποιου άλλου ήθελε υποδείξει αυτός, ενώ ο Εφεσείων, καθώς και ο πατέρας τους, δεν θα είχαν καμία αξίωση για τα ενοίκια που εισέπραττε ο Εφεσίβλητος. Εν τέλει, ο πατέρας των διαδίκων στις 14.5.2009 μεταβίβασε και ενέγραψε επ’ ονόματι του Εφεσίβλητου και το υπόλοιπο ½ μερίδιο της πολυκατοικίας, δυνάμει δωρεάς. Σε σχέση με τα δύο οικόπεδα, ο πατέρας τους ζήτησε από τον Εφεσείοντα, όπως ισχυρίσθηκε, να εγγράψει το οικόπεδο υπ’ αρ. 56100 επ’ ονόματι του, γιατί θεωρούσε ότι τον είχε αδικήσει και ο ίδιος αποδέχτηκε, καθώς επίσης, το οικόπεδο υπ’ αρ. 56101 μεταβιβάστηκε επ’ ονόματι του πατέρα τους.
Υπό το φως των ανωτέρω, ήταν η δικογραφημένη θέση του Εφεσείοντα ότι ο Εφεσίβλητος είχε καταχωρήσει την επίδικη αγωγή, κατά παράβαση της πιο πάνω οικογενειακής συμφωνίας και υποστήριξε ότι έπρεπε να υπάρξει συνεισφορά στην κατανομή της περιουσίας της αποβιωσάσης, με τρόπο που να μην προκαλείται αδικία στον ίδιο, καθότι έλαβε από τη μητέρα του, όταν εβρίσκετο εν ζωή, μικρότερης αξίας περιουσία από τον Εφεσίβλητο.
Προς υποστήριξη της υπόθεσης, για τον Εφεσίβλητο, κατέθεσε ο ίδιος και η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, υπεύθυνη στον κλάδο διαχειρίσεων (Μ.Ε.1) και για τον Εφεσείοντα, κατέθεσε ο ίδιος και ο Περικλής Μάρκαρης (Μ.Υ.2), εκτιμητής ακινήτων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας και έκρινε τον Εφεσίβλητο αξιόπιστο, ενώ, τον Εφεσείοντα αναξιόπιστο. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 δεν αμφισβητήθηκε και έγινε αποδεκτή. Σε σχέση δε με την μαρτυρία του Μ.Υ.2 σημειώνεται ότι, μετά από συμφωνία των συνηγόρων των διαδίκων, ανέλαβε να εκτιμήσει την αγοραία αξία των ακινήτων κατά το χρόνο θανάτου της αποβιωσάσης και, κατ’ επέκταση, η εν λόγω εκτίμηση συμφωνήθηκε να είναι δεσμευτική για τα δύο μέρη, ώστε να εξακριβωθεί η νόμιμη μοίρα του Εφεσίβλητου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αποβιώσασα διέθεσε με την επίδικη Διαθήκη ακίνητη περιουσία, χωρίς να συμπεριλάβει το νομοθετικά προβλεπόμενο μη διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς στους μεριδούχους κατιόντες και, ως εκ τούτου, παραβιάστηκαν οι διατάξεις της νόμιμης μοίρας και η Διαθήκη ήταν άκυρη, στο βαθμό που πλήττετο η νόμιμη μοίρα των μεριδούχων. Προχώρησε στη συνέχεια και εξέτασε το ζήτημα της συνεισφοράς, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 51 του Κεφ. 195 και, αφού κατέληξε στη συνεισφορά του Εφεσίβλητου, την αφαίρεσε από τη νόμιμη μοίρα που δικαιούτο και εξέδωσε απόφαση για το υπόλοιπο ποσό των €128.500.
Με δέκα (10) λόγους έφεσης αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Ο Εφεσείων προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε την έννοια της «συνεισφοράς» που προβλέπει το άρθρο 51 του Κεφ. 195 και εξέδωσε την απόφαση του υπό το κράτος πλάνης περί το νόμο (πρώτος λόγος έφεσης), ότι εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα περί μη διαθέσιμου μέρους της κληρονομιάς και νόμιμης μοίρας (δεύτερος λόγος έφεσης), ότι η πρωτόδικη απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του Εφεσίβλητου για το ποσό των €128.500, πλέον έξοδα, είναι εσφαλμένη (τρίτος λόγος έφεσης), ότι η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 9.6.2011, που απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό της αγωγής και του κλητηρίου εντάλματος, καθώς και η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 12.6.2012, που απέρριψε την αίτηση για άδεια να εμφανισθεί ο πατέρας των διαδίκων και να δώσει προπαρασκευαστική μαρτυρία (preparatory evidence), είναι εσφαλμένες (τέταρτος και πέμπτος λόγος έφεσης), ότι το εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε συμφωνία μετά το θάνατο της μητέρας των διαδίκων για διάθεση των ακινήτων με διαφορετικό τρόπο από τη Διαθήκη είναι εσφαλμένο (έκτος λόγος έφεσης), ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου περί αξιοπιστίας του Εφεσίβλητου και αναξιοπιστίας του Εφεσείοντος είναι εσφαλμένο (έβδομος και όγδοος λόγος έφεσης), ότι η απόφαση και η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν είναι αιτιολογημένες (ένατος λόγος έφεσης) και, τέλος, ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, σε σχέση με τα έξοδα, ασκήθηκε λανθασμένα (δέκατος λόγος έφεσης).
Έχουμε διεξέλθει το περιεχόμενο των λόγων έφεσης, ως επίσης, και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν, ως θέσεις και επιχειρήματα τους, μέσα από τα περιγράμματα αγόρευσης, καθώς και στο στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων.
5ος, 6ος, 7ος και 8ος λόγος έφεσης
Οι λόγοι έφεσης 5, 6, 7 και 8 εξετάζονται από κοινού, λόγω της συνάφειας τους.
Αποτελεί πάγια νομολογία ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει, κατ΄ εξοχήν, στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Εφετείο δεν υποκαθιστά την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εκτός εάν τα συμπεράσματα του είναι εμφανώς ανυπόστατα, στερούνται λογικού ερείσματος ή έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την αδιαμφισβήτητη έγγραφη μαρτυρία ή τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(A) AAΔ.300).
Αποτελεί θέση του Εφεσείοντα ότι το, κατά την εισήγηση του, εσφαλμένο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί μη ύπαρξης συμφωνίας μετά τον θάνατο της μητέρας των διαδίκων για διάθεση των ακινήτων κατά τρόπο αποκλίνοντα της διαθήκης, εδράζεται σε παράλειψη ουσιώδους αξιολόγησης της μαρτυρίας του Εφεσείοντα και του Εφεσίβλητου. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η ενδιάμεση αίτηση, ημερ. 12.6.2012, για άδεια λήψης προπαρασκευαστικής μαρτυρίας (preparatory evidence) του πατέρα των διαδίκων εσφαλμένα απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στερώντας κατ’ ουσίαν από τη διαδικασία κρίσιμο αποδεικτικό υλικό.
Ο Εφεσείων κατέθεσε ότι, μετά το θάνατο της μητέρας τους, έγιναν διάφορες συμφωνίες και διευθετήσεις μεταξύ του ιδίου, του Εφεσίβλητου και του πατέρα τους, για διαμοιρασμό της ακινήτου περιουσίας την οποία οι γονείς τους είχαν εγγεγραμμένη επ’ ονόματι τους, κατά τρόπο ώστε να μην «διαπληκτίζονται» μεταξύ τους. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι συμφωνήθηκε η μεταβίβαση του υπολοίπου ½ μεριδίου του τεμ. 333, εγγεγραμμένου στο όνομα του πατέρα τους, στον Εφεσίβλητο, υπό τον όρο ότι ο τελευταίος δεν θα προέβαλλε αξιώσεις επί των τεμ. 339 και 340. Το εν λόγω μερίδιο πράγματι μεταβιβάστηκε στον Εφεσίβλητο στις 14.5.2009, ένα μήνα, δηλαδή, μετά το θάνατο της μητέρας του. Σε σχέση με τα τεμ. 339 και 340 συμφωνήθηκε, κατά τα προβλεπόμενα στη διαθήκη, η μεταβίβασή τους επ’ ονόματι του πατέρα τους ή άλλου προσώπου κατ’ υπόδειξή του. Ο Εφεσείων ισχυρίσθηκε ότι, καθ’ οδόν προς το Κτηματολόγιο, ο πατέρας του, θεωρώντας ότι τον αδίκησε, επέμεινε και, τελικώς, προέβη στη μεταβίβαση του ενός οικοπέδου επ’ ονόματί του.
Από την άλλη πλευρά, ο Εφεσίβλητος δέχθηκε ότι του είχε μεταβιβαστεί το τεμ. 333, αρνήθηκε όμως ότι είχε συμφωνήσει οτιδήποτε με τον αδελφό του και τον πατέρα του. Εξήγησε ότι ήταν περιουσία του πατέρα του, την οποία διαμοίρασε όπως επιθυμούσε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας αμφότερων των διαδίκων, καταλήγοντας ότι η εκδοχή του Εφεσείοντα ήταν κατασκευασμένη, παράδοξη και αντίθετη με την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία. Ειδικότερα, έκρινε ότι, εάν πράγματι υφίστατο η επικαλούμενη συμφωνία, δεν θα ήταν εύλογο ο Εφεσείων να αναμένει, καθ’ οδόν προς το Κτηματολόγιο, να πληροφορηθεί από τον πατέρα του ότι τον θεωρεί αδικημένο και, συνέπεια τούτου, να προβεί σε μεταβίβαση του ενός οικοπέδου επ’ ονόματι του. Περαιτέρω, απέρριψε ως αβάσιμη τη θέση ότι η διαθήκη παρείχε στον πατέρα εξουσία να υποδείξει την εγγραφή των οικοπέδων στο όνομα τρίτου προσώπου. Τέλος, η μη εξασφάλιση της συγκατάθεσης του Εφεσίβλητου, κατά την υποβολή των τελικών λογαριασμών προς έγκριση στο Δικαστήριο, ενισχύει το συμπέρασμα ότι τέτοια συγκατάθεση δεν υπήρχε.
Το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε την εμφάνιση και λήψη προπαρασκευαστικής μαρτυρίας (preparatory evidence) του πατέρα των διαδίκων, δυνάμει των προνοιών της Δ.36, θ.5, ως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν δύναται να θεωρηθεί ως λόγος που οδήγησε σε εσφαλμένο εύρημα περί μη ύπαρξης συμφωνίας μετά τον θάνατο της μητέρας των διαδίκων.
Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, το Δικαστήριο διαθέτει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει τη λήψη τέτοιας μαρτυρίας, μόνο εφόσον, υπό το πρίσμα των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, αυτή κρίνεται απολύτως αναγκαία να δοθεί πριν από την ακρόαση (βλ. Cyprus Import Corporation v. Kaisis (1974) 12 JSC, σελ. 1236, Polykarpou v. Sioukiouroglou (1983) 1 CLR, p. 559).
Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν επεξηγήθηκε επαρκώς κατά πόσο και με ποιον τρόπο η εν λόγω μαρτυρία θα ήταν ουσιωδώς βοηθητική για τη διάγνωση των επίδικων ζητημάτων. Ειδικότερα, έκρινε ότι ο Εφεσείων ήταν ο ίδιος γνώστης της ισχυριζόμενης συμφωνίας, ότι σημαντικά στοιχεία θα μπορούσαν να αποδειχθούν μέσω έγγραφης μαρτυρίας και ότι, υπό κανονικές συνθήκες, τα σχετικά έγγραφα θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στον φάκελο της διαχείρισης της αποβιώσασας.
Παρά το ότι αναγνωρίστηκε η προχωρημένη ηλικία του μάρτυρα, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς συνεκτίμησε τον κίνδυνο διατάραξης της κανονικής αποδεικτικής διαδικασίας, ο οποίος θα αναφύετο εάν παρεχόταν άδεια, σε κάθε περίπτωση όπου οι μάρτυρες είναι προχωρημένης ηλικίας.
Υπό το φως των πιο πάνω, δεν διαπιστώνουμε σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τόσο αναφορικά με την ενδιάμεση απόφαση του στην αίτηση ημερ. 12.6.2012, όσον και ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας των διαδίκων. Συνεπώς, το εύρημα του περί μη ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, μετά τον θάνατο της μητέρας τους, είναι επαρκώς αιτιολογημένο και νομίμως θεμελιωμένο.
Ως εκ των ανωτέρω, ο 5ος , 6ος, 7ος και 8ος λόγος έφεσης απορρίπτονται.
1ος 2ος και 3ος λόγος έφεσης
Αποτέλεσε κύρια διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι παραβιάστηκε η νόμιμη μοίρα των μεριδούχων.
Αποτελεί θέση του Εφεσείοντα ότι ο Εφεσίβλητος έλαβε ακίνητα μεγαλύτερης αξίας κατά €530.500 και επομένως, το Δικαστήριο θα έπρεπε να τον αποκλείσει από το κληρονομικό μερίδιο, το οποίο θα εδικαιούτο κανονικά, στη βάση της αρχής της συνεισφοράς. Επίσης, προβάλλεται ότι η νόμιμη μοίρα του πατέρα των διαδίκων δεν λήφθηκε υπόψη.
Το δικαίωμα ενός προσώπου να διαθέτει την περιουσία του με διαθήκη δεν είναι απόλυτο, αλλά περιορίζεται στη διαθέσιμη μοίρα της κληρονομιάς.
Το άρθρο 41(1)(α) του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 (στο εξής το «Κεφ. 195»), σε όση έκταση εδώ ενδιαφέρει, προνοεί:
«Εκτός όπως πρovoείται στο άρθρο 42, όταν πρόσωπο αποβιώσει αφήvovτας-
(α) σύζυγο και τέκvo ή σύζυγο και κατιόντα τέκvoυ ή όχι σύζυγο αλλά τέκvo ή κατιόντα τέκvoυ, το διαθέσιμο μέρος της κληρovoμιάς δεν θα υπερβαίνει το έvα τέταρτο της καθαρής αξίας της κληρovoμιάς..»
Το υπόλοιπο μέρος της κληρονομιάς, ήτοι η νόμιμη μοίρα, περιέρχεται υποχρεωτικώς στους νόμιμους κληρονόμους, εν προκειμένω, στους κατιόντες και στον επιζώντα, κατά το χρόνο της αγωγής, σύζυγο. Ο σύζυγος, σύμφωνα με το άρθρο 44(α) του Κεφ. 195[1], δικαιούται μερίδιο, τόσο επί του μη διαθέσιμου μέρους, όσο και επί οποιουδήποτε αδιάθετου μέρους της κληρονομιάς, ίσο με τη μερίδα εκάστου τέκνου. Τα δε τέκνα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 49 του Κεφ. 195[2], κληρονομούν σε ίσες μερίδες.
Αν η διαθέσιμη μοίρα ξεπερνά το επιτρεπόμενο εκ του νόμου ποσοστό, δεν ακυρώνεται η διαθήκη, αλλά το μερίδιο των τρίτων προσώπων μειώνεται αναλογικά (Papavasiliou ν. Papafedia (1975) 1 JSC 96).
Το άρθρο 51 του Κεφ. 195[3] προβλέπει ότι σε περίπτωση που ένα τέκνο ή κατιών τέκνου δικαιούται σε μερίδιο στη νόμιμη ή αδιάθετη μοίρα της κληρονομιάς, τότε, για να υπολογιστεί η κληρονομική μερίδα στην οποία δικαιούται, θα πρέπει πρώτα να υπολογιστεί όλη η κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που το εν λόγω πρόσωπο είχε λάβει από τον κληρονομούμενο καθ΄ οιονδήποτε χρόνο: «(α) με παρoχή εv ζωή ή (β) δυvάμει γαμικής σύμβασης ή (γ) ως πρoίκα ή (δ) με δωρεά λόγω θαvάτoυ». Το τυχόν επιπρόσθετο μερίδιο που έλαβε θα αφαιρεθεί κατά τρόπο ώστε να υπάρξει δίκαιη ανακατανομή της περιουσίας του αποβιώσαντος.
Επισημαίνεται ότι τέτοια συνεισφορά γίνεται μόνο μεταξύ κατιόντων και όχι μεταξύ κατιόντων και άλλων κληρονόμων ή άλλων κληρονόμων μεταξύ τους, καθώς επίσης δεν υπάρχει συνεισφορά σε σχέση με το κληρονομικό μερίδιο του επιζώντος συζύγου. Οι δε κατιόντες, που διαδέχονται κατά ρίζες τέκνο του αποβιώσαντος, έχουν υποχρέωση συνεισφοράς, ανάλογα με το μερίδιο που υπεισέρχονται στη διαδοχή, για παροχές που έλαβε το τέκνο του αποβιώσαντα, δηλαδή ο γονιός τους (Ismail ν. Veit (1959) 24 CLR 8). Θα πρέπει να τονιστεί ότι η αρχή της συνεισφοράς δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν τα τέκνα ή οι κατιόντες του αποβιώσαντος καλούνται στην κληρονομική διαδοχή, δυνάμει διαθήκης, εκτός αν ανακύπτει ζήτημα προστασίας της νόμιμης μοίρας, οπότε και ενεργοποιείται. Περαιτέρω, η συνεισφορά αφορά αποκλειστικά συγκεκριμένες παροχές κινητής ή ακίνητης περιουσίας, οι οποίες απαριθμούνται περιοριστικά στο Κεφ. 195 και όχι το σύνολο των παροχών του κληρονομούμενου. Σ’ αυτές εντάσσονται, μεταξύ άλλων, παροχές που έγιναν εν ζωή προς το τέκνο ή άλλο κατιόντα κατά τρόπο μόνιμο, ήτοι για τη δημιουργία ή διατήρηση της οικονομικής ή οικογενειακής του αυτοτέλειας, καθώς και για την έναρξη ή συνέχιση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και όχι για την ικανοποίηση παροδικών αναγκών (Hardy v. Shaw (1976) Ch 82). Ο υπολογισμός κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας που έχει ληφθεί εν ζωή δύναται να αποκλειστεί με ειδική διάταξη στη διαθήκη του κληρονομούμενου.
Ο τρόπος υπολογισμού της συνεισφοράς και των κληρονομικών μεριδίων γίνεται στη βάση μαθηματικής φόρμουλας, χωρίς να υπάρχει περιθώριο για διορθωτικές παρεμβάσεις από πλευράς του δικαστηρίου, ενώ ο κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της αξίας της παροχής που συνεισφέρεται είναι ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου (Κυριακίδης κ.ά. ν. Δικηγοροπούλου κ.ά. (2012) 1 ΑΑΔ 1164).
Σύμφωνα με την επίδικη διαθήκη, η αποβιώσασα δεν διέθεσε οποιαδήποτε ιδιοκτησία στα δύο τέκνα της και, συνεπώς, παραβιάστηκαν οι διατάξεις που αφορούν τη νόμιμη μοίρα, οι οποίες αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο και δεν χωρεί παρέκκλιση.
Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Υ.2, εκτιμητή, ο οποίος, μετά από συμφωνία των δικηγόρων των διαδίκων, ανέλαβε να εκτιμήσει την αγοραία αξία των ακινήτων κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης, ο Εφεσείων έλαβε εν ζωή της μητέρας του συνολικά ακίνητα αξίας €3.477.500 και ο Εφεσίβλητος, ακίνητα αξίας €4.008.000.
Η εν λόγω εκτίμηση συμφωνήθηκε να είναι δεσμευτική για τα δύο μέρη, ώστε να εξακριβωθεί η νόμιμη μοίρα του Εφεσίβλητου και τα ακίνητα έκαστου δηλώθηκαν από κοινού ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 17.3.2014. Επισημαίνεται ότι, στη βάση της εν λόγω κοινής δήλωσης, το τεμ. 340 (Αρ. εγγραφής 56101) συμπεριλήφθηκε στον Εφεσείοντα. Περαιτέρω, το τεμ. 333 ([ ]), που σύμφωνα με την μαρτυρία άνηκε στο πατέρα των διαδίκων, δηλώθηκε από τον δικηγόρο του Εφεσίβλητου στις 17.3.2014, όπως αναλογιστεί στο μερίδιο του και, επομένως, τον δεσμεύει (βλ. Χρίστου ν. Khoreva (2001) 1 ΑΑΔ 1874).
Το διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ¼ της καθαρής αξίας της κληρονομιάς (άρθρο 41(α) του Κεφ. 195). Αφού δε η διαθέτης άφησε δύο τέκνα, τότε η νόμιμη μοίρα ανέρχεται στα 3/4 της καθαρής αξίας της κληρονομιάς κατά το χρονικό σημείο του θανάτου. Το μερίδιο του συζύγου ανέρχεται στο 1/3 του μη διαθέσιμου μέρους της κληρονομιάς (άρθρο 44(α) του Κεφ. 195).
Το μερίδιο του συζύγου αφαιρείται από το μη διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς, δηλαδή από τα 3/4. Αφού αφαιρεθεί το 1/3 του επιζώντα συζύγου, το εναπομείναν μη διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς κατανέμεται στα δύο τέκνα, όπως ορίζει το άρθρο 46 του Κεφ. 195, σε συνδυασμό με τον πίνακα του Πρώτου Παραρτήματος. Δηλαδή, τα δύο τέκνα της αποβιώσασας δικαιούνται το υπόλοιπο σε ίσες μερίδες. Άρα, δικαιούται έκαστος ως νόμιμη μοίρα ανά 1/3 του μη διαθέσιμου μέρους της κληρονομιάς.
Ως εκ των ανωτέρω και στη βάση του κειμένου της διαθήκης, η συνολική αξία των επίδικων ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των €756.000, από το οποίο το μη διαθέσιμο μέρος/ νόμιμη μοίρα (3/4) ανέρχεται στο ποσό των €567.000 και το διαθέσιμο μέρος (1/4) στο ποσό των €189.000.
Το μερίδιο που αναλογεί στο σύζυγο είναι το ποσό της διαθέσιμης μοίρας, ήτοι €189.000 και 1/3 της νόμιμης μοίρας, ήτοι €189.000. Συνεπώς, ο σύζυγος δικαιούται συνολικά το ποσό των €378.000. Οι κατιόντες δικαιούνται το υπόλοιπο της νόμιμης μοίρας (€378.000), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €189.000 για έκαστο.
Ως εκ των ανωτέρω, η αποβιώσασα διέθεσε με τη διαθήκη της μεγαλύτερο μέρος από το διαθέσιμο της κληρονομιάς και στη βάση του άρθρου 41(2) του Κεφ. 195, η διαθήκη δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον βαθμό που πλήττεται η νόμιμη μοίρα των μεριδούχων.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των δωρεών που έγιναν από την αποβιώσασα εν ζωή στα δύο παιδιά της, στη βάση του άρθρου 51 του Κεφ. 195 και, υπό το φως της κοινής δήλωσης ημερ. 17.3.2014, καθίσταται σαφές ότι αυτές απέβλεπαν στην αποκατάσταση και/ή ουσιαστική στήριξη τους στη ζωή και, συνεπώς, όπως ορθώς κατέληξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπίπτουν στην έννοια του όρου «παροχή εν ζωή» (άρθρο 51(1)(α) του Κεφ. 195), δυνάμενες να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της κληρονομικής τους μερίδας.
Οι συνολικές συνεισφορές των τέκνων ανέρχονται στο ποσό των €7.485.500, το οποίο διαιρεμένο δια δύο, ισούται με €3.742.750 και αντιστοιχεί στην πλασματική μερίδα έκαστου των τέκνων. Η διαφορά μεταξύ της πλασματικής μερίδας του Εφεσίβλητου και των παροχών που συνεισφέρονται, ήτοι το ποσό των €265.250, συνιστά τη συνεισφορά του Εφεσίβλητου. Το ποσό αυτό αφαιρείται από τη νόμιμη μοίρα που δικαιούται (€189.000), με αποτέλεσμα να προκύπτει υπόλοιπο ύψους €76.250, το οποίο αποτελεί το επιπλέον ποσό που έχει λάβει.
Συνεπώς, ο 1ος και 2ος λόγος έφεσης, κρίνονται βάσιμοι και καθοριστικοί για την έκβαση της έφεσης, καθιστώντας αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης.
Η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και αντικαθίσταται με απόρριψη της αγωγής.
Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.
Περαιτέρω, επιδικάζονται υπέρ του Εφεσείοντα και εναντίον του Εφεσίβλητου έξοδα έφεσης €3.000, πλέον ΦΠΑ, εάν υπάρχει.
ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
ΔΑΥΙΔ, Δ.
/ΧΤΘ
[1] «[…] Av αυτός που απεβίωσε ή αυτή που απεβίωσε, εκτός από το σύζυγο ή από τη σύζυγο-
(α) άφησε οποιοδήποτε τέκvo είτε εν ζωή είτε εκπρoσωπoύμεvo από κατιόντες, η μερίδα του είναι ίση με τη μερίδα του καθενός από τα τέκνα…»
[2] «Όταν πρovoείται στο Νόμο αυτό, ότι τάξη πρoσώπωv καθίσταται δικαιoύχoς κατά ρίζες (per stirpes) στο βάσει του vόμoυ μη διαθέσιμο μέρος της κληρovoμιάς και το αδιάθετο μέρος της κληρovoμιάς, αυτό σημαίνει ότι το τέκvo οποιουδήποτε προσώπου της oριζόμεvης τάξης, το οποίο απεβίωσε κατά τη διάρκεια της ζωής του απoβιώσαvτoς και το οποίο αν επιζούσε του απoβιώσαvτoς, θα καθίστατο δικαιoύχo μετά το θάvατo του απoβιώσαvτoς σε μερίδα στο βάσει του vόμoυ μη διαθέσιμο μέρος της κληρovoμιάς και στο τυχόν αδιάθετο μέρος της κληρovoμιάς, καθίσταται δικαιoύχo μόvo στη μερίδα την όποια θα ελάμβανε o γovέας αν αυτός επιζούσε του απoβιώσαvτoς.»
[3] «Οποιοδήποτε τέκvo ή άλλος κατιών του απoβιώσαvτoς o oπoίoς καθίσταται δικαιoύχoς για διαδοχή στο βάσει του vόμoυ μη διαθέσιμο μέρος της κληρovoμιάς και στο τυχόν αδιάθετο μέρος της κληρovoμιάς, λογαριάζει κατά τον υπoλoγισμό της μερίδας του, οποιαδήποτε κινητή ιδιοκτησία και ακίνητη ιδιοκτησία που λήφθηκε από αυτόν από τον απoβιώσαvτα σε οποιοδήποτε χρόvo-
(α) με παροχή eν ζωή ή
(β) δυνάμει γαμικής σύμβασης ή
(γ) ως προίκα ή
(δ) με δωρεά λόγω θαvάτoυ:
Νοείται ότι καμιά τέτοια κινητή ιδιοκτησία ή ακίνητη ιδιοκτησία δεν λογαριάζεται αν o αποβιώσας άφησε διαθήκη που περιέχει ειδική διάταξη για μη υπoλoγισμό τέτοιας κινητής ιδιοκτησίας ή ακίνητης ιδιοκτησίας.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο