ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΑΒΡΑΑΜ v. ΜΑΡΙΟΥ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΣΚΟΠΟ ΗΜΕΡ. 27/01/26, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΤΖΙΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2017, 2/10/2026
print
Τίτλος:
ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΑΒΡΑΑΜ v. ΜΑΡΙΟΥ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΣΚΟΠΟ ΗΜΕΡ. 27/01/26, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΤΖΙΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2017, 2/10/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2017)

 

 

 2 Οκτωβρίου, 2026

 

 

[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]

 

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΑΒΡΑΑΜ,

 

Εφεσείων/Εναγόμενος 1,

 

ν.

 

                          1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΤΖΙΗ,

2. ΝΙΚΟΛΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΧΗΡΑΤΟΥ,

                             3. ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΥΚΑ ΑΒΡΑΑΜ,

 

                                                                 Εφεσίβλητων/Εναγόντων.

 

ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 15/7/2026

 

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΑΒΡΑΑΜ,

 

Εφεσείων/Εναγόμενος 1,

 

ν.

 

1. ΜΑΡΙΟΥ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ

                  ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΣΚΟΠΟ ΗΜΕΡ.

                  27/01/26, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

                  ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΤΖΙΗ,

              2. ΝΙΚΟΛΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΗΡΑΤΟΥ,

              3. ΜΑΡΙΟΥ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ

                  ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΣΚΟΠΟ ΗΜΕΡ.

                  28/05/26, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

                  ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΥΚΑ ΑΒΡΑΑΜ

 

 

Εφεσίβλητων/Εναγόντων.

________________________________________________

 

    Λ. Γερολέμου για Γερολέμου, Αγαθοκλέους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα.

 

 Π. Κωνσταντινίδου (κα) για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους.

________________________________________________

 

Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη

Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

________________________________________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εκκρεμούσε Αγωγή με την οποία οι Ενάγοντες/Εφεσίβλητοι, υπό την ιδιότητα των συγγενών και εκ των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντος Αντώνη Αβραάμ Δημήτρη επεδίωκαν, μεταξύ άλλων, την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται η επικύρωση της φερόμενης ως Διαθήκης του ως άνω αποβιώσαντα ημερ. 17/4/2007 και/ή της αποδοχής της Αίτησης Διαχείρισης με αρ. 81/2011 με την οποία ζητείτο ο διορισμός του Εναγόμενου 2 ως εκτελεστή της ως άνω διαθήκης (αιτητικό 13Α της Έκθεσης Απαίτησης), καθώς και Δηλωτικής Απόφασης ότι η φερόμενη ως άνω Διαθήκη, σε σχέση με την οποία ο Εναγόμενος 2, ισχυριζόμενος και/ή προτιθέμενος εκτελεστής της είχε καταχωρίσει την ως άνω Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για επικύρωση της, δεν είχε εκτελεστεί και διατυπωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 (αιτητικό 13Β της Έκθεσης Απαίτησης).

 

Με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, ο Εναγόμενος 1/Εφεσείων ήταν ο μοναδικός κληροδόχος ολόκληρης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος δυνάμει της ως άνω Διαθήκης, ημερ. 17/4/2007, η γνησιότητα της οποίας αμφισβητείτο από τους Ενάγοντες/Εφεσίβλητους. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, αυτός αναφέρετο ως ο «ισχυριζόμενος» εκτελεστής της «φερόμενης» Διαθήκης δυνάμει σχετικής Αίτησης υπ’ αρ. 81/2011, η οποία είχε καταχωριστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας - Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών.

 

Καταλογίζετο δε στους Εναγόμενους 1 και 2 ότι η υπογραφή του αποβιώσαντα στην εν λόγω Διαθήκη είχε αποσπαστεί ως αποτέλεσμα απάτης και/ή δόλου και/ή συνομωσίας μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 με σκοπό την απόκτηση της περιουσίας του αποβιώσαντα.

 

Στην Αγωγή είχε καταχωρηθεί Υπεράσπιση από τον Εφεσείοντα/Εναγόμενο 1 και τον Εναγόμενο 2 με την οποία απορρίπτονταν οι ισχυρισμοί των Εφεσιβλήτων. Προβάλλετο δε ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες/Εφεσίβλητοι ήταν παιδιά των αδελφών του αποβιώσαντος, ήτοι συγγενείς Δεύτερης Τάξης και Τρίτης Τάξης και Βαθμού και όχι Πρώτου Βαθμού συγγενείς του αποβιώσαντος και ως τέτοιοι δεν νομιμοποιούνταν στην καταχώριση της Αγωγής και στην αμφισβήτηση του κύρους και της εγκυρότητας της Διαθήκης του αποβιώσαντος. Αξιώνετο δε, μέσω Ανταπαίτησης, Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να επικυρώνεται η Διαθήκη του αποβιώσαντα Αντώνη Αβραάμ Δημήτρη, ημερ. 17/4/2007, ως νόμιμα γενομένης και έγκυρης σύμφωνα με τον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο, Κεφ. 195, καθώς και Δηλωτικής Απόφασης με την οποία να διατάσσεται ο διορισμός του Εναγόμενου 2 ως εκτελεστή της ως άνω Διαθήκης.

 

Στις 29/11/2016 που η Αγωγή ήτο ορισμένη για ακρόαση οι συνήγοροι των διαδίκων εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ο δικηγόρος του Εναγόμενου 1/Εφεσείοντα και του Εναγόμενου 2 ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προτίθενται να αποσύρουν τη Διαθήκη και γι’ αυτό ζητούσαν από κοινού αναβολή 10 ημερών προκειμένου να συντάξουν τα σχετικά έγγραφα.

 

Όπως εξήγησε, επί τούτου ο δικηγόρος της άλλης πλευράς, ουσιαστικά θα αποδέχονταν την έκδοση απόφασης ως προς τα Α, Β και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης και δεν θα επέμεναν στους ισχυρισμούς περί δόλου και απάτης. Μάλιστα, όπως ανέφερε ο ίδιος, δεν θα έφερε ένσταση, με επιφύλαξη για το θέμα των εξόδων τους.

 

Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για αναβολή. Τόνισε ότι η υπόθεση θα έπρεπε να ολοκληρωθεί κατά την ίδια ημέρα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και κάλεσε το δικηγόρο των Εναγομένων να προχωρήσει και να παρουσιάσει τους μάρτυρές του.

 

Ο δικηγόρος ζήτησε ολιγόλεπτη διακοπή και, μετά τη διακοπή, ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση των Εναγομένων, αναφέροντας ότι οι Εναγόμενοι δεν ακολουθούσαν τις οδηγίες του. Το Δικαστήριο έδωσε τη σχετική άδεια και ο δικηγόρος αποσύρθηκε.

 

Ακολούθως, ο Εναγόμενος 2 ζήτησε χρόνο για να διορίσει νέο δικηγόρο. Το Δικαστήριο τον ενημέρωσε ότι δεν θα παραχωρούσε χρόνο για διορισμό νέου δικηγόρου και ότι οι Εναγόμενοι θα έπρεπε να αποφασίσουν πώς θα προχωρούσαν κατά την ίδια ημέρα. Το Δικαστήριο επισήμανε, ειδικότερα προς τον Εναγόμενο 2, ότι ο ίδιος ήταν δικηγόρος και μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο.

 

Ο Εναγόμενος 2 ζήτησε στη συνέχεια χρονικό διάστημα μισής ώρας, προκειμένου να συνεννοηθεί με τον Εφεσείοντα/Εναγόμενο 1 και να αποφασίσουν πώς θα προχωρούσαν. Το Δικαστήριο παραχώρησε τελικά διάστημα δέκα λεπτών.

 

Μετά τη διακοπή, ο δικηγόρος των Εναγόντων/Εφεσιβλήτων, στην παρούσα των Εναγομένων 1 και 2/Εφεσειόντων, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως, εκ συμφώνου, εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων/Εφεσιβλήτων και εναντίον των Εναγομένων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένα, ως προς τα Α, Β και Ζ του Κλητηρίου Εντάλματος, με τη σημείωση ότι τα έξοδα θα υπολογίζονταν και θα εγκρίνονταν στην κλίμακα €2.000–€10.000, πλέον Φ.Π.Α.

 

Πράγματι το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως προς τα αιτητικά Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα υπέρ των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €2.000 – €10.000 και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α.

 

Η ως άνω εκ συμφώνου Απόφαση είναι το αντικείμενο της υπό κρίση Έφεσης την οποία καταχώρισε ο Εναγόμενος 1/Εφεσείων.

 

Με τρεις Λόγους Έφεσης προσβάλλεται η ορθότητα της εκ συμφώνου πρωτόδικης απόφασης. Με τον 1ο Λόγο Έφεσης ο Εφεσείων προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την έκδοση απόφασης σε βάρος του Εναγόμενου 1/Εφεσείοντα, θεωρώντας ότι αυτός εκπροσωπείται από τον Εναγόμενο 2 ο οποίος είναι δικηγόρος και εσφαλμένα δεν έδωσε στον Εναγόμενο 1/Εφεσείοντα τη δυνατότητα να προχωρήσει με διορισμό άλλου δικηγόρου μετά την παραίτηση του δικηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2. Με το 2ο Λόγο Έφεσης ο Εφεσείων θεωρεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν του έδωσε χρόνο να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο της επιλογής του στις 29/11/2016, όταν  ο δικηγόρος των Εναγόμενων 1 και 2 αποσύρθηκε μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Με τον 3ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εξέδωσε οποιοδήποτε Διάταγμα ως προς την τύχη της Ανταπαίτησης και/ή δεν εξέτασε τον ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι οι Ενάγοντες/Εφεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνταν να εγείρουν την Αγωγή στην οποία εκδόθηκε Απόφαση.

 

Εν πρώτοις, θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η παρούσα Έφεση αποτελεί το κατάλληλο ένδικο μέσο για την αμφισβήτηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Και τούτο δεδομένου του γεγονότος ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε ως απόφαση εκ συμφώνου.

 

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, μια εκ συμφώνου απόφαση ακυρώνεται μόνο με την καταχώριση νέας αγωγής. Στην υπόθεση Nicos Stavrou and another v. Fereos Christopoullos (1982) 1 C.L.R. 845, τονίστηκαν συναφώς τα ακόλουθα:

 

“It is well settled that a judgment given by consent may be set aside in a fresh action brought for the purpose on any ground which would invalidate a compromise not contained in a judgment. It is pertinent to quote, in this respect, the following passage from Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 26, pp. 286, 287, para. 562:

"562. Setting aside consent judgment or order. A judgment given or an order made by consent may be set aside in a fresh action brought for the purpose, on any ground which would invalidate a compromise not contained in a judgment or order. Compromises have been set aside on the ground that the agreement was illegal as against public policy, or was obtained by fraud or misrepresentation, or non-disclosure of a material fact which there was an obligation to disclose, or by duress, or was concluded under a mutual mistake of fact, ignorance of a material fact, or without authority. A compromise in ratification of a contract which is incapable of being ratified is not enforceable; and a compromise which is conditional on some term being carried out, or on the assent of the court or other persons being given to the arrangement, is not enforceable if the term is not carried out or the assent is given effectually.

The court may refuse to set aside a compromise when the party seeking to set it aside is guilty of delay in questioning it.”

 

Μεταγενέστερα στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co Ltd (2001) 1 Α.Α.Δ. 152, αφού επαναβεβαιώθηκε η βασική αρχή ότι μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό, δόθηκαν παραδείγματα εκ συμφώνου αποφάσεων που ακυρώθηκαν ως λ.χ. γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint (1890), 45 Ch.D. 351, C.A.), ή γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D. 70, 210) ή γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson [1897]             2 Ch. 534) ή και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson [1919] 1 KB 474). Επισημαίνεται ότι στην ως άνω υπόθεση κρίθηκε πως η επιδιωκόμενη θεραπεία της ακύρωσης της πρωτόδικης απόφασης, γιατί είχε εξασκηθεί μεγάλη πίεση πάνω στον εφεσείοντα από το Δικαστή που την εκδίκασε, δεν μπορούσε να επιτευχθεί με τη διαδικασία της έφεσης.

 

Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα Παπαγεωργίου άλλως Παπαγιώργη v. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 488/2012, ημερ. 18/3/2019, ECLI:CY:AD:2019:A92, όπου επαναλήφθηκε ότι:

 

«Απόφαση δε που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου, μπορεί να ακυρωθεί μόνο με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρίζεται για το σκοπό αυτό και μόνο για συγκεκριμένους λόγους: η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας, λήφθηκε κατόπιν απάτης, ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους ή δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση.  Ακόμα ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να επιτευχθεί με καταχώριση έφεσης: Ανώτερα Δικαστήρια δεν μπορούν να ακυρώνουν δικαστικές αποφάσεις από κατώτερα Δικαστήρια. Η ακύρωση θα πρέπει να επιδιωχθεί με την καταχώριση νέας ανεξάρτητης αγωγής όταν ο διάδικος που επικαλείται το ζήτημα θα έχει την ευχέρεια να καλέσει μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του (Παναγιώτης Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co Ltd (2001) 1(Γ) A.A.Δ. 1521).»

 

Η πιο πάνω αρχή δεν αποτελεί απλώς ζήτημα επιλογής διαφορετικής δικονομικής οδού, αλλά απορρέει από τη διαφορετική φύση και λειτουργία της δικαιοδοσίας του Εφετείου. Η έφεση προϋποθέτει την ύπαρξη δικαστικής κρίσης επί επίδικων ζητημάτων, την ορθότητα της οποίας καλείται το Εφετείο να ελέγξει. Στην περίπτωση, όμως, εκ συμφώνου απόφασης, δεν υπάρχει δικαστική κρίση επί της ουσίας της διαφοράς προς επανεξέταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εκδίδει την απόφαση στη βάση της συμφωνίας και της συναίνεσης των διαδίκων.

 

Συνεπώς, όταν αμφισβητείται η εγκυρότητα της συναίνεσης ή της εξουσιοδότησης που οδήγησε στην έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης, το ζήτημα δεν ανάγεται σε εσφαλμένη δικαστική κρίση που μπορεί να διορθωθεί κατ’ έφεση, αλλά στην ίδια τη βάση της απόφασης και πρέπει να εγερθεί με την προσήκουσα διαδικασία παραμερισμού. Η πιο πάνω θέση δεν διαφοροποιείται όταν ο διάδικος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συναίνεσε στην έκδοση της απόφασης ή ότι το πρόσωπο που συναίνεσε εκ μέρους του δεν είχε εξουσιοδότηση να το πράξει. Τέτοιος ισχυρισμός αφορά στην εγκυρότητα της συμφωνίας και της συναίνεσης που αποτέλεσαν τη βάση της εκ συμφώνου απόφασης. Εφόσον δε η αμφισβήτηση αυτή προϋποθέτει διερεύνηση πραγματικών περιστατικών και προσαγωγή μαρτυρίας, το ζήτημα δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατ’ έφεση επανεξέτασης.

 

Ό,τι ουσιαστικά προβάλλει ο Εφεσείων, ως τούτο προκύπτει από τους Λόγους Έφεσης και ειδικότερα τον 1ο Λόγο Έφεσης και το 2ο Λόγο Έφεσης, είναι πως δεν υπήρξε στην προκείμενη περίπτωση ρητή συγκατάθεση και/ή συναίνεση για την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης καταλογίζοντας την ευθύνη, για τούτο, στο γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ζήτησε τέτοια συγκατάθεση. Ειδικότερα ο Εφεσείων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι δεν εκπροσωπείτο από τον Εναγόμενο 2 μετά την αποχώρηση του κοινού δικηγόρου, ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε εξουσία να τον δεσμεύσει και ότι, συνεπώς, η συναίνεση του Εναγόμενου 2 στην έκδοση της απόφασης δεν μπορούσε να αποτελέσει συναίνεση του Εφεσείοντα. Με άλλα λόγια, το παράπονο του Εφεσείοντα δεν συνίσταται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας ενώπιον του δύο αντίθετες θέσεις, έκρινε εσφαλμένα υπέρ της μιας. Αμφισβητείται, αντιθέτως, η ίδια η βάση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκ συμφώνου, ήτοι η ύπαρξη έγκυρης και δεσμευτικής συναίνεσης εκ μέρους του Εφεσείοντα.

 

Η προβαλλόμενη έλλειψη εξουσιοδότησης του Εναγόμενου 2 και η συνακόλουθη έλλειψη συναίνεσης του Εφεσείοντα συνιστούν, επομένως, ζητήματα που αφορούν στην εγκυρότητα της εκ συμφώνου απόφασης και όχι λόγους για κατ’ έφεση αναθεώρηση της ορθότητας μιας πρωτόδικης δικαστικής κρίσης.

 

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των Λόγων Έφεσης προκύπτει ότι η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της συναίνεσης δεν περιορίζεται σε ζήτημα το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί από το πρακτικό ημερ. 29/11/2016. Ο Εφεσείων επικαλείται σειρά γεγονότων και περιστατικών που ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην έκταση της εξουσιοδότησης του Εναγόμενου 2, στις οδηγίες που είχε ή δεν είχε λάβει, στην πραγματική βούληση των εμπλεκομένων κατά το χρόνο της αποχώρησης του κοινού δικηγόρου και στην έκταση της συναίνεσης που δόθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να απαντηθούν αποκλειστικά από τα πρακτικά, τα οποία καταγράφουν τις δηλώσεις και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Απαιτούν, αντιθέτως, διερεύνηση πραγματικών περιστατικών και προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας.

 

Η ανάγκη διερεύνησης των πιο πάνω ζητημάτων καταδεικνύει τη διαφορετική φύση της διαδικασίας που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Εφόσον ο Εφεσείων αμφισβητεί την ίδια τη βάση της απόφασης εκ συμφώνου και επικαλείται γεγονότα τα οποία, για να διαπιστωθούν, προϋποθέτουν προσαγωγή μαρτυρίας, το αντικείμενο της διαδικασίας είναι ο παραμερισμός της εκ συμφώνου απόφασης, ημερ. 29/11/2016, μέσω της καταχώρισης νέας ανεξάρτητης αγωγής και όχι η κατ’ έφεση αναθεώρησή της. Η διαδικασία αυτή παρέχει το αναγκαίο δικονομικό πλαίσιο για την προβολή των σχετικών ισχυρισμών, την προσαγωγή μαρτυρίας και την αξιολόγηση των πραγματικών ζητημάτων που εγείρονται. Όπως συναφώς τονίσθηκε στην υπόθεση Τούλλα Τρύφωνος το γένος Κυρ. Μαρκίδη ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2011, ημερ. 27/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:A132, στις περιπτώσεις που ο διάδικος επικαλείται δόλο ή πλάνη ή εξαναγκασμό κτλ «είναι λογικό να απαιτείται διερεύνηση των περιστάσεων στο φυσιολογικό πλαίσιο μιας πλήρους αντιπαράθεσης που είναι το πλαίσιο της ακρόασης μιας αγωγής».

 

Ομοίως, ως προς τον 3ο Λόγο Έφεσης, στο βαθμό που με αυτόν επιχειρείται η επαναφορά προς εξέταση ζητημάτων τα οποία, κατά τον Εφεσείοντα, παρέμειναν εκκρεμή, όπως η Ανταπαίτηση, η νομιμοποίηση των Εναγόντων/Εφεσιβλήτων και η εγκυρότητα της Διαθήκης, αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο κανονικής δικαστικής κρίσης εάν η υπόθεση είχε προχωρήσει σε ακρόαση επί της ουσίας. Δεν μπορούν, όμως, να μετατραπούν εκ των υστέρων σε αντικείμενο κατ’ έφεση επανεξέτασης μιας απόφασης η οποία καταχωρίστηκε και εκδόθηκε ως εκ συμφώνου.

 

Υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν καταγραφεί, η παρούσα Έφεση δεν συνιστά το κατάλληλο μέσο για τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της υπό κρίση πρωτόδικης εκ συμφώνου Απόφασης.

 

Η πιο πάνω διαπίστωση οδηγεί, αναπόδραστα, στην απόρριψη της Έφεσης.

 

Επιδικάζονται υπέρ των Εφεσιβλήτων και σε βάρος του Εφεσείοντα έξοδα ύψους €2400 πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει.

 

 

 

                                      Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

                                      Α. ΔΑΥΙΔ. Δ.

 

 

                                      ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο