ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ A.A. ΜΕ Δ.Ε.Α.[ ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 191 /2026, 5/11/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ A.A. ΜΕ Δ.Ε.Α.[ ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Αρ. Αίτησης 191 /2026, 5/11/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

i-justice

Αρ. Αίτησης 191 /2026

 

  5 Νοεμβρίου 2026

 

[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ A.A. ΜΕ Δ.Ε.Α.[   ], ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9ΗΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2026, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤ.2463 Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 155, ΑΡΘΡΑ 17, 18 ΚΑΙ 44

 

____________________

 

Δ. Τσολακίδης, για Τσολακίδης & Κορέλλης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.

 

Π. Βαρνάβας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ’ ης η Αίτηση.

 

 

___________________

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Δοθείσα Αυθημερόν)

  

    ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Ο Αιτητής ζητά την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για ακύρωση του εντάλματος σύλληψης του ημερ.9.9.2026, που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, το κατώτερο Δικαστήριο στη βάση ότι το ένταλμα εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας εφόσον δεν στοιχειοθετείτο η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας ότι ο ίδιος διέπραξε αδίκημα.

 

    Η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση, ωστόσο, κατά την ακρόαση της Αίτησης, ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν θα επιμένει στην ένσταση της και αυτός είναι και ο λόγος γιατί δεν καταχωρίστηκε γραπτή αγόρευση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, ως οι οδηγίες που είχαν δοθεί από το Δικαστήριο.

 

    Τα ουσιώδη γεγονότα είναι τα ακόλουθα.  Στις 18.7.2026 και ώρα 03:44 ρίχθηκε αριθμός πυροβολισμών κατά της εισόδου κτιρίου στο οποίο στεγάζονται γραφεία εταιρειών στη Λεμεσό.  Η Αστυνομία έλαβε πληροφορία ότι στην υπόθεση ενεχόταν ο Αιτητής και ακόμη ένα πρόσωπο (ο 1ος ύποπτος). 

 

    Οι δύο δράστες, οι έκνομες ενέργειες των οποίων καταγράφηκαν από κλειστό κύκλωμα βίντεο-παρακολούθησης, ΚΚΒΠ, είχαν αφιχθεί και διαφύγει από τη σκηνή με κλεμμένο αυτοκίνητο με πλαστές πινακίδες κυκλοφορίας.  Οι πυροβολισμοί είχαν ριχθεί από τον συνοδηγό.  Άλλο ΚΚΒΠ είχε νωρίτερα, η ώρα 02:57 της ιδίας ημέρας, καταγράψει την έξοδο του συγκεκριμένου αυτοκινήτου από τη Λευκωσία με κατεύθυνση τη Λεμεσό.  

 

    Μία εβδομάδα αργότερα, στις 25.7.2026, το αυτοκίνητο αυτό βρέθηκε εγκαταλειμμένο σε ανοικτό οικόπεδο στο Καϊμακλί στη  Λευκωσία Το σημείο που βρέθηκε το αυτοκίνητο βρίσκεται σε απόσταση περίπου 500 μέτρων σε ευθεία γραμμή από την κατοικία του Αιτητή και 650 μέτρα σε ευθεία γραμμή από την κατοικία του 1ου ύποπτου.  Διαπιστώθηκε από ΚΚΒΠ ότι το αυτοκίνητο προσέγγισε το ανοικτό οικόπεδο στις 18.7.2026 και ώρα 04:52, δηλαδή μια περίπου ώρα μετά τη ρίψη των πυροβολισμών.  Το σημείο που ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο δεν καλυπτόταν οπτικά από τις κάμερες.  Από εκεί ένα πρόσωπο κινήθηκε πεζό και εισήλθε στην οδό όπου βρίσκεται η κατοικία του 1ου υπόπτου. Η τελευταία κάμερα δείχνει το πρόσωπο αυτό 60 μέτρα από την κατοικία.

 

    Ο 1ος ύποπτος φέρεται να διασυνδέθηκε με γενετικό υλικό που ανευρέθηκε στο αυτοκίνητο και η εύλογη υπόνοια για τη δική του εμπλοκή σημειώνεται εφόσον φέρεται να είναι γνωστός του Αιτητή, αφού μαζί έχουν απασχολήσει την Αστυνομία σε άλλες περιπτώσεις.

 

    Ένα επιπλέον στοιχείο μαρτυρίας ήταν ότι, προτού το αυτοκίνητο αναχωρήσει από Λευκωσία προς Λεμεσό πριν την διάπραξη της εγκληματικής ενέργειας, είχε σταματήσει για περίπου 10 λεπτά σε πολύ κοντινή απόσταση από την πολυκατοικία όπου διαμένει ο Αιτητής.

 

    Από τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, θα μπορούσε να δημιουργηθεί εύλογη υπόνοια ότι ο 1ος ύποπτος μαζί με ακόμη ένα πρόσωπο ενέχονταν στα υπό διερεύνηση αδικήματα.  Ότι τα δύο αυτά πρόσωπα μαζί, με αυτοκίνητο, κινήθηκαν από τη Λευκωσία στη Λεμεσό, διέπραξαν τα αδικήματα και επέστρεψαν στην Λευκωσία.  Ο 2ος δράστης ήταν πρόσωπο που πιθανόν να επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο πριν το ταξίδι προς Λεμεσό, ίσως από το σημείο όπου το αυτοκίνητο που χρησιμοποιήθηκε είχε σταματήσει για περίπου 10 πριν το ταξίδι προς Λεμεσό, που είναι και η ίδια περιοχή όπου εγκαταλείφθηκε μετά την εγκληματική δράση.  Σε αυτή την περιοχή διαμένει ο Αιτητής σε πολυκατοικία.  Η μαρτυρία που διακρίνει τον Αιτητή από το σύνολο των κατοίκων της περιοχής (δεν περιγράφεται πόσο πυκνοκατοικημένη είναι) είναι ότι γνωρίζεται με τον 1ον ύποπτο.  Και είναι εύλογο ότι ο 1ος ύποπτος θα είχε ως συνεργό κάποιο γνωστό του.

 

    Ήταν αυτά τα στοιχεία μαρτυρίας αντικειμενικά ικανά να δημιουργήσουν εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι ο Αιτητής είχε διαπράξει τα υπό διερεύνηση αδικήματα;  Αυτό είναι ένα δεύτερο ερώτημα που θα έπρεπε να απαντηθεί, στην περίπτωση που ο Δικαστής που εξέδωσε το ένταλμα σύλληψης είχε στη βάση αυτών των στοιχείων ικανοποιηθεί.  Όμως, δεν είναι αυτό που συνέβη εν προκειμένω.

 

    Το κατώτερο Δικαστήριο μετά την αναφορά του επί του εντάλματος ότι είχε ικανοποιηθεί λογικά ότι ο Αιτητής «συνδέεται με εύλογες υποψίες με τα υπό διερεύνηση αδικήματα» και ότι η έκδοση του εντάλματος σύλληψης του ήταν αναγκαία κατέγραψε ιδιοχείρως κατέγραψε ότι:

 

«Η σύνδεση του εν λόγω υπόπτου στηρίζεται ελαφρώς στο γεγονός ότι το κλοπιμαίο όχημα φαίνεται να σταθμεύει, βάσει του ΚΚΠ, για λίγα λεπτά πριν μεταβεί στη Λεμεσό, πλησίον της οικίας του προσώπου αυτού ενώ καταλήγει έπειτα και πάλι σε σημείο που φαίνεται να είναι κοντά στην οικία και των δύο υπόπτων, οι οποίοι είναι και φίλοι και φέρονται να ενήργησαν μαζί στο παρελθόν.  Κυρίως, όμως, στηρίζεται στο περιεχόμενο της πληροφορίας που δόθηκε στην αστυνομία, η οποία δεν ήταν γενική και αόριστη αλλά κρίνεται αρκούντως συγκεκριμένη και φαίνεται να επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό από άλλα ανεξάρτητα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί (όπως οι εργαστηριακές εξετάσεις σε σχέση με τον 1ο ύποπτο.)»

 

 

 

   Ανεξάρτητα από το πώς θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί από τις ανακριτικές αρχές, η πληροφορία που δόθηκε στην Αστυνομία, ουδεμία σημασία μπορούσε να έχει κατά την εξέταση της αίτησης για την έκδοση του εντάλματος, εφόσον μεταφέρθηκε ως πληροφορία στον αστυνομικό όρκο, χωρίς καμιά αναφορά στα πρωτογενή γεγονότα που την στοιχειοθετούσαν, αν τέτοια υπήρχαν και ήταν διαθέσιμα.  «Συγκεκριμένη», όπως κατέγραψε το κατώτερο Δικαστήριο, ήταν, πλην όμως, απογυμνωμένη από τα όποια πρωτογενή γεγονότα μπορεί να την συνέθεταν, δεν είχε καμιά σημασία, ούτε και το γεγονός ότι φερόταν να επιβεβαιώθηκε, σε σχέση με τον 1ο ύποπτο.

 

    Η κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής διασυνδεόταν με τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, στηριζόταν «ελαφρώς» στα στοιχεία της μαρτυρίας, «Κυρίως, όμως» σε πληροφορία που δεν μπορούσε να έχει καμιά σπουδαιότητα και μάλιστα σε συμπέρασμα περί της αξιοπιστίας της.

 

    Το κατώτερο Δικαστήριο δεν είχε εξουσία και δεν νομιμοποιείτο να εκδώσει το υπό έλεγχο ένταλμα στη βάση των «στοιχείων» που έλαβε υπόψη.  Είναι η νομιμότητα της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου που ελέγχεται και όχι κατά πόσο στα δεδομένα της υπόθεσης ένας άλλος Δικαστής ή το Ανώτατο Δικαστήριο θα εξέδιδε το ένταλμα.

 

    Εκδίδεται συνεπώς προνοµιακό ένταλμα certiorari με το οποίο ακυρώνεται το ένταλμα σύλληψης του Αιτητή, το οποίο εκδόθηκε στις 9.9.2026 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.

 

    Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως και τα έξοδα της αίτησης για την άδεια, όπως έχουν συμφωνηθεί στα €1.000 πλέον Φ.Π.Α., επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση.

  

                            

                                                                   Χ. Μαλαχτός, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο