ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2017)
2 Νοεμβρίου, 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
ΕΥΤΥΧΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ,
Εφεσείουσα/Εναγόμενη,
ν.
ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΡΙΑΚΗ
ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ,
Εφεσίβλητων/Εναγόντων.
______________________________________________________
Αλ. Χρ. Αλεξάνδρου, για την Εφεσείουσα.
Α. Πολυδώρου, για τους Εφεσίβλητους.
______________________________________________________
Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.
______________________________________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας Έφεσης είναι το μέρος της Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (εφεξής πρωτόδικο Δικαστήριο) στην Αγωγή υπ’ αρ. 57/2011 με την οποία απέρριψε την Ανταπαίτηση της Εφεσείουσας με την οποία αξίωνε παραδειγματικές και/η τιμωρητικές αποζημιώσεις για κατ’ ισχυρισμό βίαιο, απαράδεκτο και παράνομο τρόπο ανάκτησης κατοχής της περιουσίας των Εφεσιβλήτων.
Προτού γίνει αναφορά στους Λόγους Έφεσης και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται, κρίνεται σκόπιμη η καταγραφή των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, τόσο των μη αμφισβητούμενων όσων και εκείνων που προέκυψαν κατόπιν αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας.
Οι Εφεσίβλητοι, ιδιοκτήτες περιπτέρου/καφετέριας η οποία βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης της Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφύτου στο χωριό Τάλα της Πάφου, δυνάμει Συμφωνίας ημερ. 1/1/2001, παραχώρησαν άδεια χρήσης του περιπτέρου/καφετέριας μαζί με τον εξοπλισμό του αρχικά στο σύζυγο της Εφεσείουσας για περίοδο δύο ετών από 1/1/2001 μέχρι 31/12/2002, ενώ στη συνέχεια η άδεια χρήσης του, δυνάμει νέων Συμφωνιών, παραχωρείτο στην Εφεσείουσα.
Συγκεκριμένα, δυνάμει Συμφωνιών ημερ. 1/1/2003, 1/1/2006, 1/1/2008 και 1/1/2010 η χρήση του εν λόγω περιπτέρου/καφετέριας παραχωρείτο έναντι μηνιαίου τιμήματος στην Εφεσείουσα για τις περιόδους από 1/1/2003 μέχρι 31/12/2005, από 1/1/2006 μέχρι 31/12/2007, από 1/1/2008 μέχρι 31/12/2009 και από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 αντίστοιχα.
Οι Εφεσίβλητοι με επιστολή τους ημερ. 15/9/2010 προς την Εφεσείουσα, την πληροφόρησαν ότι η τελευταία άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού τερματίζετο με τη λήξη της και πως θα έπρεπε να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, σε συνεννόηση με τους Εφεσίβλητους, για καταγραφή του εξοπλισμού του, πληροφορώντας την επίσης, ότι θα προχωρήσουν σε ζήτηση προσφορών δια την παραχώρηση της άδειας χρήσης του.
Η Εφεσείουσα αντέδρασε στην πιο πάνω επιστολή των Εφεσιβλήτων, απαντώντας με επιστολή του δικηγόρου της, απορρίπτοντας το περιεχόμενο της. Της πιο πάνω επικοινωνίας, ακολούθησε σειρά επιστολών μεταξύ Εφεσιβλήτων και Εφεσείουσας, δια των οποίων οι Εφεσίβλητοι επανέλαβαν την επιθυμία τους να μην προχωρήσουν σε ανανέωση της άδειας χρήσης και την καλούσαν σε συμμόρφωση. Επίσης, οι Εφεσίβλητοι, με την επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 28/12/2010, την πληροφόρησαν μεταξύ άλλων, ότι την 30/12/2010 αντιπροσωπεία των Εφεσιβλήτων θα μετέβαινε στο χώρο του περιπτέρου/καφετέριας για την καταγραφή του εξοπλισμού της. Επίσης, την πληροφορούσαν ότι είχαν προχωρήσει σε ανοικτές προσφορές στον τύπο και είχαν κατακυρώσει σε άλλο πρόσωπο τη χρήση του και την καλούσαν όπως κατά την 31/12/2010 τους παραδώσει τα κλειδιά του υποστατικού.
Στην πιο πάνω επιστολή των Εφεσιβλήτων, η Εφεσείουσα απάντησε με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 30/12/2010, με την οποία μεταξύ άλλων, τους πληροφορούσε ότι δεν θα επιτρέψει σε αντιπροσωπεία τους να προβούν στην καταγραφή του εξοπλισμού και πως τέτοια πράξη τους θα συνιστούσε παράνομη επέμβαση.
Στις 30/12/2010, αντιπροσωπεία των Εφεσιβλήτων, μετέβη στο χώρο του περιπτέρου/καφετέριας για καταγραφή του εξοπλισμού του, αλλά η Εφεσείουσα αρνήθηκε να συμμορφωθεί και τους απαγόρευσε να προχωρήσουν στην καταγραφή του.
Έχοντας η Εφεσείουσα καταστήσει εμφανή την πρόθεση της να μην παραδώσει την κατοχή του επίδικου υποστατικού και εφόσον δεν το είχε πράξει μέχρι την 31/12/2010 που έληγε η τελευταία άδεια χρήσης του, οι Εφεσίβλητοι απέκοψαν την 1/1/2011 την υδροδότηση και το ηλεκτρικό ρεύμα που τροφοδοτείτο το επίδικο υποστατικό. Επίσης πήραν τα τραπέζια που ήταν έξω από το υποστατικό και τα μετέφεραν σε χώρο της Μονής.
Μετά το πιο πάνω περιστατικό, η Εφεσείουσα, για να καταφέρει να χρησιμοποιήσει το υποστατικό τοποθέτησε ηλεκτρογεννήτρια την οποία, όμως, λειτούργησε μόνο για λίγες ώρες.
Ακολούθησε στις 5/1/2011 η καταχώριση από μέρους των Εφεσιβλήτων της ως άνω Αγωγής εναντίον της Εφεσείουσας, με την οποία αξίωναν την έκδοση Δηλωτικής Απόφασης ότι η Εφεσείουσα δεν είχε δικαίωμα κατοχής και δεν δικαιούτο να επεμβαίνει στο επίδικο περίπτερο/καφετερία και την ίδια ημέρα, με μονομερή αίτηση τους εξασφάλισαν προσωρινό Διάταγμα με το απαγορευόταν στην Εφεσείουσα να επεμβαίνει και/ή να διαχειρίζεται το επίδικο υποστατικό.
Το ως άνω προσωρινό Διάταγμα, κατόπιν ακρόασης ακυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 21/2/2011. Η Εφεσείουσα καθ’ ον χρόνο το Διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ δεν είχε εγκαταλείψει το υποστατικό και εξακολουθούσε να το κατέχει.
Το απόγευμα της 28/2/2017 και περί ώρα 17:15, οι Εφεσίβλητοι εισήλθαν στο επίδικο υποστατικό και μετέφεραν διάφορα αντικείμενα και αναλώσιμα είδη της Εφεσείουσας σε χώρο της Μονής. Για να εισέλθουν στο επίδικο υποστατικό είχαν χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες κλειδαρά, ο οποίος, αφού άνοιξε τις κλειδαριές του, τοποθέτησε καινούριες.
Τα αντικείμενα και αναλώσιμα είδη της Εφεσείουσας που παραλήφθηκαν από το υποστατικό καταγράφηκαν στην παρουσία κοινοτάρχη και κοινοτικού συμβούλου και εκπροσώπων της Μονής.
Η Εφεσείουσα ενημερώθηκε για τα πιο πάνω με επιστολή των Εφεσιβλήτων ημερ. 2/3/2017, με την οποία, μεταξύ άλλων, την καλούσαν να προσέλθει και να παραλάβει τα αντικείμενα της. Δεν ανταποκρίθηκε και δεν τα παρέλαβε.
Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω γεγονότα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού απέρριψε τη θέση της Εφεσείουσας ότι είχε το δικαίωμα, δυνάμει προφορικής συμφωνίας και διαβεβαιώσεων των Εφεσιβλήτων, για συνεχή ανανέωση της Συμφωνίας και της άδειας χρήσης του επίδικου υποστατικού, κατέληξε πως οι Εφεσίβλητοι, έχοντας καταστήσει σε αυτή σαφές ότι η Συμφωνία για άδεια χρήσης του υποστατικού τερματίζετο με τη λήξη της στις 31/12/2010, την ημερομηνία αυτή η άδεια χρήσης είχε λήξει και η συνέχιση της κατοχής του επίδικου υποστατικού από την Εφεσείουσα ισοδυναμούσε με παράνομη επέμβαση. Στη βάση αυτής της κατάληξης εξέδωσε τις Δηλωτικές Αποφάσεις που οι Εφεσίβλητοι αξίωναν.
Με δεδομένη την αξίωση της Εφεσείουσας μέσω της Ανταπαίτησης της για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων λόγω κατ’ ισχυρισμό παράνομης ανάκτησης της κατοχής του επίδικου υποστατικού, το επόμενο ζήτημα που το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ήταν το εάν οι Εφεσίβλητοι όφειλαν να είχαν ζητήσει τη βοήθεια του Δικαστηρίου και να αποταθούν σε αυτό για την ανάκτηση της κατοχής του υποστατικού ή αν είχαν το δικαίωμα να ανακτήσουν από μόνοι τους την κατοχή.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από σχετική νομολογία και αφού έλαβε υπόψιν του τον τρόπο με τον οποίο έγινε η ανάληψη κατοχής του υποστατικού, κατέληξε ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για επιδίκαση τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων και απέρριψε την Ανταπαίτηση.
Η πιο πάνω κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσβάλλεται με τρεις Λόγους Έφεσης συνυφασμένους και αλληλένδετους μεταξύ τους.
Με τον 1ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η Εφεσείουσα δεν δικαιούτο παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας και τον τρόπο με τον οποίο οι Εφεσίβλητοι είχαν ανακτήσει την κατοχή του επίδικου υποστατικού. Με το 2ο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι λανθασμένα κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία έντονης αλαζονείας από πλευράς των Εφεσίβλητων σε σχέση με τον τρόπο ανάκτησης του επίδικου υποστατικού. Μέσω του 3ου Λόγου Έφεσης η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε λανθασμένα τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Στην υπό συζήτηση περίπτωση υπήρξε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού είχε τερματιστεί με τη λήξη της στις 31/12/2010, με συνεπακόλουθο η συνέχιση της κατοχής του από την Εφεσείουσα να συνιστά παράνομη επέμβαση. Υπήρξε, επίσης, εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι Εφεσίβλητοι είχαν προχωρήσει στην ανάληψη του υποστατικού με τον τρόπο που περιεγράφηκε ανωτέρω. Ό,τι επομένως εγείρετο ήταν κατά πόσο οι Εφεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα να ανακτήσουν οι ίδιοι την κατοχή του επίδικου υποστατικού χωρίς τη βοήθεια του Δικαστηρίου ή κατά πόσον όφειλαν να αποταθούν στο Δικαστήριο και να εξασφαλίσουν διάταγμα για την ανάκτηση της κατοχής του.
Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 400, ο νόμος αναγνωρίζει κατάλοιπα δικαιώματος στον κάτοχο ώστε να επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωση του. Στην εν λόγω υπόθεση, η αρχική κατοχή ήταν με βάση θέσμια ενοικίαση, την οποία είχε η μητέρα του ενάγοντα. Η μητέρα του ενάγοντα αποχώρησε οικειοθελώς αλλά ο γιος της (ενάγων) παρόλο ότι έχασε κάθε δικαίωμα κατοχής του διαμερίσματος επέμενε να μένει σ' αυτό. Οι εφεσείοντες που εβιάζοντο να πάρουν κενή κατοχή του διαμερίσματος για να προχωρήσουν στην κατεδάφιση και επανοικοδόμηση του όλου συμπλέγματος, κατεδάφισαν μέρος της σκάλας και της στέγης με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά σε κινητή περιουσία του εφεσίβλητου-ενάγοντα. Αναφορικά με το κατά πόσον ένας αρχικά νόμιμος κάτοχος που μετατρέπεται σε παράνομο μπορεί να εκδιωχθεί δια της βίας και όχι μέσω του Δικαστηρίου, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 404 της εν λόγω υπόθεσης, όπου ο κ. Πικής, Δ. (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα εξής:
«Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσίβλητος μετά την αποχώρηση της μητέρας του απώλεσε το δικαίωμα παραμονής στο διαμέρισμα. Όμως η απώλεια του δικαιώματος αυτού δε νομιμοποιούσε τον ιδιοκτήτη να προβεί στη βίαιη έξωση του, όπως ορθά διαπίστωσε το δικαστήριο. Υπέρβαση του δικαιώματος κατοχής ακινήτου, δεν παρέχει δικαίωμα στον ιδιοκτήτη ν' ανακτήσει με τη βία την κατοχή του. Ο νόμος αναγνωρίζει κατάλοιπα δικαιώματος στον κάτοχο τέτοια που να επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωση του (βλ. μεταξύ άλλων Bristol Corporation v. Ross and Another [1973] 3 All E.R. 393 και R. V. Wandsworth [1975] 3 All E.R. 390).»
Παρόμοια με την υπόθεση Kennedy Hotels Ltd (ανωτέρω), είναι και η υπόθεση Thanos Hotels Ltd κ.ά. v. Ιωακείμ (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1167, όπου ο Εφεσίβλητος, ο οποίος ήταν εκπαιδευτής καταδύσεων, δυνάμει συμφωνίας ενοικίασε και/ή του παραχωρήθηκε από την Εφεσείουσα 1 έναντι μηνιαίου ενοικίου υποστατικό στην παραλία ξενοδοχείου που η Εφεσείουσα 1 ήταν ιδιοκτήτης, το οποίο ο Εφεσίβλητος χρησιμοποιούσε για επαγγελματικούς σκοπούς. Σύμφωνα με εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η σχέση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ Εφεσείουσας 1 και του Εφεσίβλητου ήταν κατοχή των ενοικιασθέντων υποστατικών με βάση άδεια χρήσης (license) και όχι με ενοικίαση (tenancy), η οποία άδεια χρήσης είχε εκπνεύσει και ο Εφεσίβλητος είχε απωλέσει το δικαίωμα του για παραμονή στο υποστατικό. Ως εκ τούτου, η συνέχιση της κατοχής του υποστατικού από τον Εφεσίβλητο συνιστούσε επέμβαση στο ακίνητο της Εφεσείουσας 1 που θεμελίωνε αγώγιμο δικαίωμα της Εφεσείουσας 1, η οποία όμως, αντί να διεκδικήσει το δικαίωμα της δικαστικώς, επέλεξε όπως, με τη συνδρομή της Εφεσείουσας 2 - εταιρείας που ασχολείτο με την προσφορά υπηρεσιών επ' αμοιβή σε θέματα ασφάλειας - πάρουν το νόμο στα χέρια τους και εκδιώξουν τον Εφεσίβλητο από το υποστατικό. Επιβάλλετο, εν προκειμένω, η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωση του Εφεσίβλητου.
Κρίνουμε ότι τα πιο πάνω ισχύουν και στην υπό κρίση περίπτωση. Θα έπρεπε, συνεπώς, οι Εφεσίβλητοι να διεκδικήσουν την έξωση δικαστικά.
Των πιο πάνω λεχθέντων, ό,τι εγείρεται εν προκειμένω είναι κατά πόσον ο τρόπος που ενήργησαν οι Εφεσίβλητοι για να ανακτήσουν την κατοχή του επίδικου υποστατικού δικαιολογούσε την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων σε βάρος τους.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα των υποθέσεων Kennedy Hotels Ltd και Thanos Hotels Ltd (ανωτέρω), κατέληξε ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείτο από την υπόθεση Kennedy Hotels Ltd και ότι έφερε στοιχεία ομοιότητας με την υπόθεση Thanos Hotels Ltd.
Στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd, στην οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με βάση την οποία είχαν επιδικαστεί παραδειγματικές αποζημιώσεις, συνεργείο των Εφεσειόντων προέβη στην κατεδάφιση της σκάλας που οδηγούσε στο διαμέρισμα του Εφεσίβλητου και μέρος της στέγης, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά σε κινητή περιουσία του. Όπως δε τονίσθηκε στην εν λόγω απόφαση:
«Όπως συνάγεται από την πρωτόδικη απόφαση, κίνητρο για τη συμπεριφορά των εφεσειόντων αποτέλεσε η αδημονία τους να αναπτύξουν το ακίνητο το συντομότερο και να προλάβουν πιθανούς περιορισμούς που εφημολογούντο. Με μια λέξη το κέρδος ώθησε τους εφεσείοντες να πάρουν το νόμο στα χέρια τους και να παραβιάσουν όχι μόνο τα δικαιώματα του εφεσιβλήτου, αλλά και την έννομη τάξη που καθιστά τη δικαστική εξουσία τη μόνη αρχή να επιβάλει το νόμο.»
Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd, με βάση τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα οποία δεν είχαν αμφισβητηθεί, οι Εφεσείοντες, αφού εισήλθαν στο ενοικιαζόμενο υποστατικό, μετακίνησαν τα αντικείμενα που υπήρχαν εκεί και ανήκαν στον Εφεσίβλητο και τα μετέφεραν με προσοχή σε άλλο χώρο του ξενοδοχείου (αποθήκη), χωρίς να προκληθεί ζημιά. Παραμερίζοντας το Εφετείο την πρωτόδικη Απόφαση, έκρινε ότι στα περιστατικά της υπόθεσης και, χωρίς να ενθαρρύνεται η διαδικασία ανάκτησης κατοχής ενός ακινήτου έξω από τα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας, η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχοντας κατά νου τα γεγονότα της υπόθεσης και βασιζόμενο στις δύο πιο πάνω υποθέσεις κατέληξε πως στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν εντοπίζοντο στοιχεία έντονης αλαζονείας και θρασύτητας, όπως αυτά που περιγράφονταν στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd. Αφού έλαβε υπόψη τον τρόπο που έγινε η ανάκτηση κατοχής σε συνάρτηση και με την «εμμονή και επιμονή της εναγόμενης να παραμείνει σε αυτό παράνομα μετά τον τερματισμό και τη λήξη της άδειας χρήσης για τους δικούς της λόγους», απέρριψε την Ανταπαίτηση κρίνοντας μη κατάλληλη την περίπτωση για επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων.
Στο πλαίσιο προώθησης και των τριών Λόγων Έφεσης οι οποίοι, ως ήδη πιο πάνω επισημάνθηκε είναι αλληλένδετοι και αλληλοκαλυπτόμενοι, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας επικαλούμενος λανθασμένη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιδικάσει παραδειγματικές αποζημιώσεις, τόνισε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ενώ εκκρεμούσε διαδικασία την οποία οι ίδιοι οι Εφεσίβλητοι είχαν καταχωρίσει ενώπιον του Δικαστηρίου με την οποία επεδίωξαν την έξωση της Εφεσείουσας, αντί να αναμένουν την εκδίκαση της, αντίθετα, περιφρονώντας τη δικαστική διαδικασία πήραν το νόμο στα χέρια τους.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ουδόλως αγνόησε την πιο πάνω παράμετρο. Αντίθετα αναφερόμενο στις υποθέσεις Kennedy Hotels Ltd και Thanos Hotels Ltd υπογράμμισε ότι το στοιχείο που διαφοροποιούσε την υπό κρίση περίπτωση με τις εν λόγω υποθέσεις ήταν ότι οι Εφεσίβλητοι, ενώ είχαν ζητήσει τη βοήθεια του Δικαστηρίου καταχωρώντας την Αγωγή υπ’ αρ. 57/2011 και την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, στη συνέχεια και μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος στις 28/2/2011, είχαν προχωρήσει στην ανάληψη της κατοχής του επίδικου υποστατικού με τον τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω.
Δεν παρέλειψε, επίσης, να λάβει υπόψιν και το γεγονός ότι η Εφεσείουσα συνέχισε να κατέχει το επίδικο υποστατικό δηλώνοντας την πρόθεση της να μην το εγκαταλείψει ακόμη και κατά το χρονικό στάδιο που ευρίσκετο σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα. Το ουσιαστικότερο, ωστόσο, δεδομένο που λήφθηκε υπόψιν ήταν ο τρόπος ανάκτησης της κατοχής από μέρους των Εφεσίβλητων, όπου ορθά επισημάνθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η μετακίνηση των αντικειμένων της Εφεσείουσας είχε γίνει με προσεκτικό τρόπο ώστε να μην καταστραφεί οτιδήποτε ενώ στη συνέχεια αυτά είχαν τοποθετηθεί σε χώρο της Μονής για σκοπούς φύλαξης και η Εφεσείουσα είχε ειδοποιηθεί να τα παραλάβει. Υπό αυτά τα δεδομένα ορθώς, τελικά, κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν εντοπίζονταν στοιχεία έντονης αλαζονείας και θρασύτητας όπως στην περίπτωση της Kennedy Hotels Ltd, η οποία αφορούσε σε βίαιη έξωση, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων.
Με βάση τη νομολογία από την οποία ορθώς καθοδηγήθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος (Andrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1836). Τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται για να δείξει το Δικαστήριο τον αποτροπιασμό του για τη συμπεριφορά του εναγόμενου έχοντας στόχο τόσο την τιμωρία όσο και τον παραδειγματισμό (Stassinos Investment and Finance Limited v. Γενικός Εισαγγελέας κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2013, ημερ. 3/3/2020).
Στη βάση των πιο πάνω η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιδικάσει παραδειγματικές αποζημιώσεις δεν αποτελεί παρέκκλιση από τη συνήθη πρακτική.
Ως εκ των ανωτέρω, οι Λόγοι Έφεσης, στο σύνολό τους, δεν μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται. Συνακόλουθα η Έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.
Επιδικάζονται υπέρ των Εφεσιβλήτων και εναντίον της Εφεσείουσας έξοδα, ύψους €3900, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο