ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ.30/2026
2 Νοεμβρίου, 2026
[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Α. ΔΑΥΙΔ, ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.16/2026, ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ 1. Κ. Π. ΚΑΙ 2. Π. Π., ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20.5.2026 ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ [ ]
………………………
Ηλίας Στεφάνου με Γ. Νεάρχου, για Ηλίας Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ, για εφεσείοντες
Π. Ευθυβούλου (κα), Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μαζί με Β. Μπίσσα, Δικηγόρο της Δημοκρατίας Α΄ και Ελ. Κωνσταντίνου (κα), Δημόσια Κατήγορο για Γενικό Εισαγγελέα, για εφεσίβλητο
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα δοθεί από το Δαυίδ, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Στις 20.05.2025, Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (κατώτερο Δικαστήριο), εξέδωσε ένταλμα έρευνας της οικίας των εφεσειόντων με την αιτιολογία ότι υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε αυτήν αποκρύπτονται αντικείμενα, όπως επιθετικά όπλα, ξύλινα ρόπαλα, κράνη, κουκούλες ή οποιαδήποτε άλλα τεκμήρια που σχετίζονταν με υπό διερεύνηση υπόθεση, όπως ρουχισμός, υποδήματα, γάντια και τα οποία υπάρχει εύλογη υποψία να πιστεύεται ότι θα παράσχουν μαρτυρία για απόδειξη αδικημάτων τα οποία επισυνέβηκαν στις 18.05.2025 και περί ώρα 22.30 στη Λεωφόρου Μακαρίου στη Λακατάμεια. Ως προσδιοριζόταν στο ως άνω ένταλμα, επρόκειτο για τα αδικήματα:
1. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, Κεφ.154 άρθρο 371,
2. Παράνομη είσοδος, Κεφ. 154, άρθρο 280
3. Οχλαγωγία, Κεφ. 154, άρθρο 75
4. Κακόβουλη ζημιά, Κεφ. 154, άρθρο 324
5. Κατοχή επιθετικών οργάνων, Κεφ. 159, άρθρο 3
6. Πρόσωπο που καταλαμβάνεται οπλισμένο με σκοπό διάπραξης κακουργήματος, Κεφ. 154, άρθρο 296(ε)
7. Οπλοφορία προς διέγερση τρόμου, Κεφ. 154, άρθρο 80
8. Ανησυχία, Κεφ. 154, άρθρο 95
9. Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, Κεφ.154, άρθρο 243,
Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονταν στην ένορκη δήλωση που συνόδευε το σχετικό αίτημα, στις 18.5.2025 και περί ώρα 22:30, 50 (πενήντα) περίπου άτομα τα οποία επέβαιναν σε μοτοποδήλατα και αυτοκίνητα, έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπα τους και φορώντας ρούχα με διακριτικά της ομάδας του ΑΠΟΕΛ, εισήλθαν εντός του σωματείου ΑΕΛ, στη Λεωφόρο Μακαρίου, στη Λακατάμεια. Έχοντας στην κατοχή τους διάφορα επιθετικά όργανα, όπως ρόπαλα και πέτρες, προκάλεσαν ζημιές σε γυαλιά όπως και στον εξοπλισμό του Σωματείου και επιτέθηκαν σε θαμώνες τραυματίζοντας τους σε διάφορα μέρη του σώματος τους. Στη συνέχεια αποχώρησαν από το μέρος. Οι τραυματισθέντες μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο όπου έτυχαν ανάλογης περίθαλψης. Δύο εξ’ αυτών απολύθηκαν, ενώ τρίτος μεταφέρθηκε στο χειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου. Από σχετικές εξετάσεις και έλεγχο κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης της περιοχής που ακολούθησαν, εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον δύο προσώπων, εναντίον των οποίων, αφού συνελήφθησαν, εκδόθηκαν δικαστικά διατάγματα προσωποκράτησης τους για οκτώ μέρες. Στις 20.5.2025 διαβιβάστηκε πληροφορία στο ΤΑΕ Λευκωσίας ότι στις 18.5.2025, πριν την έναρξη του ποδοσφαιρικού αγώνα Ομόνοια Λευκωσίας – ΑΠΟΕΛ, οπαδοί του ΑΠΟΕΛ προκάλεσαν κακόβουλη ζημιά σε όχημα οπαδού της Ομόνοιας. Μεταξύ των οπαδών αυτών ήταν και τρίτο πρόσωπο, ύποπτο επίσης για το περιστατικό που επεσυνέβη στο Σωματείο της ΑΕΛ, ενώ γυναίκα που τον συνόδευε συνελήφθη για άλλα, αυτόφωρα αδικήματα. Σύμφωνα με δεύτερη πληροφορία που λήφθηκε την ίδια μέρα, οι εφεσείοντες, αδέλφια, ενέχονται επίσης στα επεισόδια που επισυνέβησαν στις 18.5.2025 στο Σωματείο της ΑΕΛ στη Λακατάμεια, αφού θεάθηκαν να επιβαίνουν σε μοτοσυκλέτα, της οποίας είχαν αφαιρέσει τους αριθμούς εγγραφής και μαζί με άλλα άτομα, με καλυμμένα πρόσωπα εισήλθαν στο Σωματείο, προκάλεσαν ζημιές και επιτέθηκαν στους θαμώνες. Οι πληροφοριοδότες, σημειώθηκε, είναι αξιόπιστα πρόσωπα καθότι συνεργάστηκαν και στο παρελθόν με την Αστυνομία με θετικά αποτελέσματα.
Παρεμβάλλεται ότι στη βάση των γεγονότων που καταγράφονταν στον όρκο που υποστύλωνε το ως άνω αίτημα, την ίδια ημερομηνία, εκδόθηκαν ταυτόχρονα και εντάλματα σύλληψης σε βάρος των εφεσειόντων σε σχέση με τα πιο πάνω, υπό διερεύνηση αδικήματα. Για τα τελευταία, ως δήλωσε ο ευπαίδευτος συνήγορός τους, δεν λήφθηκε από την πλευρά τους οποιοδήποτε διάβημα ακύρωσης.
Οι εφεσείοντες, εξασφαλίζοντας σχετική άδεια προς τούτο, αποτέλεσμα σχετικής έφεσης που καταχώρησαν, προχώρησαν στην καταχώριση δια κλήσεως αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari, αναφορικά με το ένταλμα έρευνας της οικίας τους, ημερ. 20.5.2025 (Πολιτική Αίτηση Αρ.16/2026). Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην πρωτοβάθμια του Δικαιοδοσία (εφεξής το πρωτόδικο Δικαστήριο), με απόφαση του, ημερ. 21.04.2026, απέρριψε το σχετικό αίτημα. Έκρινε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρχε μαρτυρία, ικανή, όχι μόνο να προσδιορίσει τα αναζητούμενα αντικείμενα που σχετίζονταν με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και τα οποία υπάρχει εύλογη υποψία ότι θα παράσχουν μαρτυρία για απόδειξή τους, αλλά και ότι αυτά, εύλογα αναμένεται να βρίσκονται στην οικία των εφεσειόντων.
Η ως άνω κατάληξη, οδήγησε στην καταχώρηση της υπό συζήτηση έφεσης, μέσω της οποίας οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα τους για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari προς ακύρωση του εκκαλούμενου εντάλματος έρευνας. Προβάλουν προς τούτο, δύο λόγους έφεσης. Μέσω του πρώτου, υποστηρίζουν πως ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου δεν τέθηκε μαρτυρία που δικαιολογούσε την έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος. Ειδικότερα, ως υποδεικνύουν, αφενός δεν υπήρχε μαρτυρία ότι οι εφεσείοντες μετέφεραν και χρησιμοποίησαν τα αναφερόμενα επιθετικά όπλα και, αφετέρου, τα αναζητούμενα αντικείμενα περιγράφονταν κατά τρόπο αόριστο και γενικό, ως ρούχα, υποδήματα, γάντια και κουκούλες, χωρίς συγκεκριμένη περιγραφή και χωρίς να συνδέονται με τους εφεσείοντες και την κατοικία των τελευταίων. Σχετικός δε με την τελευταία παράμετρο, είναι και ο δεύτερος λόγος έφεσης, μέσω του οποίου υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε πως υπήρχε επαρκής μαρτυρία για διασύνδεση της οικίας των εφεσειόντων με τα υπό διερεύνηση σε βάρος τους αδικήματα και τα αναζητούμενα αντικείμενα.
Στον αντίποδα των πιο πάνω, η πλευρά του εφεσίβλητου υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία και νομολογία. Με αναφορά στο περιεχόμενο του όρκου που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου προς υποστύλωση του σχετικού αιτήματος, αποτελεί θέση του πως υπόψη του Δικαστηρίου τέθηκαν όλα εκείνα τα στοιχεία που δημιουργούσαν εύλογη υποψία ότι στην οικία των εφεσειόντων φυλάσσονταν τα αναζητούμενα αντικείμενα, τα οποία και θα παρείχαν μαρτυρία προς απόδειξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Επιμένοντας ότι με βάση τον όρκο υπάρχει πλήρης διασύνδεση της δράσης, συμπεριφοράς και εμπλοκής των εφεσειόντων με το επίδικο επεισόδιο της εισόδου στο οίκημα του συγκεκριμένου σωματείου και της επίθεσης στους θαμώνες του, αποτέλεσε θέση του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας συνολικά τα όσα τέθηκαν υπόψη του, καθόλα ορθά έκρινε ότι ήταν αρκούντως ικανοποιητικά για να δημιουργήσουν στην κρίση του κατώτερου Δικαστηρίου, εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι τα αντικείμενα που περιγράφονται στο εκκαλούμενο ένταλμα, θα βρίσκονται στην οικία για την οποία ζητήθηκε το σχετικό ένταλμα. Σημειώνοντας παράλληλα ότι η δυνατότητα παρέμβασης του εφετείου σε περιπτώσεις του είδους είναι δυνατή μόνο κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υποστήριξε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε εντός των νόμιμων πλαισίων της και χωρίς να εντοπίζεται πλάνη ως προς τα γεγονότα που λήφθηκαν υπόψη, κατά τρόπο που το Ανώτατο Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να υπεισέλθει στον τρόπο άσκησης της.
Παρά τη Συνταγματική κατοχύρωση και διασφάλιση του απαραβίαστου της κατοικίας (Άρθρο 16(1) του Συντάγματος), γεγονός παραμένει ότι στο επόμενο εδάφιο του ίδιου Άρθρου του Συντάγματος, διακηρύσσεται πως, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, κατόπιν Δικαστικού εντάλματος δεόντως αιτιολογημένου, είναι δυνατή η είσοδος και η έρευνα εντός της κατοικίας κάποιου (βλ. Σιακαλλής (Αρ.1) (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 282 και Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ κ.α., (2017) 1(Β) Α.Α.Δ. 1387.
Σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:
«Όταν δικαστής ικανοποιείται με ένορκη έγγραφη δήλωση ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει-
(α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε ή
(β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή
(γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος,
ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως “ένταλμα έρευνας”), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό -
(ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος και να κατάσχει και µεταφέρει αυτό ενώπιον του ∆ικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλµα έρευνας ή ενώπιον άλλου ∆ικαστηρίου για να τύχει αυτό µεταχείρισης σύµφωνα µε το νόµο· και
…………..............................................................».
Για την έκδοση εντάλματος έρευνας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψιν του, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτημα του είδους, υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε ένα συγκεκριμένο τόπο υπάρχει οτιδήποτε το οποίο περιγράφεται στα εδάφια (α), (β) και (γ) του ως άνω άρθρου του Κεφ.155. Όπως υπεδείχθη στην CPS Freight Services Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, (2016) 1(A) A.A.Δ. 652, η έκδοση εντάλματος έρευνας δικαιολογείται στην περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για την ύπαρξη εύλογης υποψίας, με την έννοια ότι η υποψία πρέπει να είναι εύλογη υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι για την εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση κάθε συστατικού στοιχείου του διερευνώμενου αδικήματος. Η ανάγκη παρουσίασης κάποιου είδους μαρτυρίας για στοιχειοθέτηση της εύλογης αιτίας, ως ο όρος περιλαμβάνεται στο άρθρο 27, αποτελεί ασφαλώς προϋπόθεση για την έκδοση εντάλματος έρευνας, χωρίς ωστόσο τούτο να εξυπακούει καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο. Ως έχει υποδειχθεί για το ζήτημα από τον Γ.Μ. Πική, στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η Αναθεωρημένη Έκδοση, σελ. 69, «Ό,τι επιζητείται να ικανοποιηθεί είναι η ύπαρξη εύλογης αιτίας υπό το φως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση συστατικών στοιχείων ενός υπό διερεύνηση αδικήματος». Περί εύλογων υπονοιών και υποψίας ο λόγος, ζήτημα που εξαρτάται από τα περιστατικά και τη φύση της κάθε υπόθεσης (Παναγιώτου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1094 και Αντωνίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 656). Εν πάση περιπτώσει, είναι εξόχως σημαντικό να σημειωθεί ότι το άρθρο 27 του Κεφ.155, συνδέει τα αντικείμενα που εύλογα πιστεύεται ότι συνδέονται με ποινικό αδίκημα, με τον τόπο για τον οποίο ζητείται το ένταλμα και όχι με το πρόσωπο του υπόπτου. (βλ. Σύνδεσμος για την Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014, Ανδρέου v. Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 103/2020, ημερ. 21.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:A164 και Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Ο.Π.Α.Π. Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 133/2018 ημερ. 17.12.2018).
Η δυνατότητα παρέμβασης του Εφετείου, σε περιπτώσεις εφέσεων που αφορούν την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων, είναι όντως οριοθετημένη. (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Aristo Developers Ltd, Αλκιβιάδη Γαβριηλίδου και της Λυδίας Μελίσσα Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 104/2022, ημερ. 6/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:B220). Στην Στυλιανού (2015) 1(Β) Α.Α.Δ. 1382, με παραπομπή σε παλαιότερες επί του ζητήματος αποφάσεις, έγινε ειδικότερη αναφορά στις περιπτώσεις που δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου, σε εφέσεις για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται στις περιπτώσεις:
«(α) Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες.
(β) Όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1992) 1 A.A.Δ. 710).
(γ) Όπου υπάρχει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου, εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, λήψη υπόψη άσχετων στοιχείων, μη λήψη υπόψη σχετικών στοιχείων (Νεάρχου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd ν. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939] 3 All E.R. 892). »
Ως έχει σημειωθεί, η πλευρά των εφεσειόντων μέσω του 1ου λόγου έφεσης αμφισβητεί την ύπαρξη μαρτυρίας ότι οι ίδιοι μετέφεραν και χρησιμοποίησαν «επιθετικά» όπλα και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, ότι τα αναζητούμενα αντικείμενα, στο σύνολο τους, περιγράφονταν κατά τρόπο γενικό και αόριστο χωρίς συγκεκριμένη περιγραφή και χωρίς να συνδέονται με τους εφεσείοντες και την οικία τους.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η μεταγενέστερη πληροφορία, ημερομηνίας 20.5.2025, η οποία αφορούσε ειδικά τους εφεσείοντες και την εμπλοκή τους στο επεισόδιο που απασχολεί στην παρούσα, δεν μπορεί να προσλαμβάνεται αποσυναρτημένα από τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη του αρμόδιου Δικαστηρίου ότι έλαβαν χώρα την 18.5.2025, και πώς αυτά εξελίχθηκαν κατά την εν λόγω ημερομηνία. Η μεταγενέστερη αυτή πληροφορία, δεν διαφοροποίησε τον τρόπο δράσης και τη συμπεριφορά των φερόμενων ως εμπλεκόμενων στο επεισόδιο (μεταξύ των οποίων και οι εφεσείοντες σύμφωνα με την μεταγενέστερη πληροφορία). Ως περιγράφεται ήδη στον Όρκο σε σχέση με την εξέλιξη του επεισοδίου της 18.5.2025, στο οποίο μέσω της μεταγενέστερης πληροφορίας φέρονται και οι εφεσείοντες να έλαβαν μέρος, πενήντα περίπου άτομα που επέβαιναν σε μοτοποδήλατα και αυτοκίνητα «…. έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπα τους και φορώντας ρούχα με διακριτικά της ομάδας του ΑΠΟΕΛ εισήλθαν εντός του σωματείου …. …. στην κατοχή τους τα πιο πάνω πρόσωπα είχαν διάφορα επιθετικά όργανα όπως ρόπαλα και πέτρες.… ….». Οι τεθείσες δηλαδή λεπτομέρειες για τον τρόπο δράσης των φερόμενων ως εμπλεκόμενων κατά την εξέλιξη του επεισοδίου, ως τέθηκαν ήδη στον όρκο, ήταν αρκετές για να διασυνδέσουν και τους συμμετέχοντες σε αυτό εφεσείοντες, με τα αντικείμενα που περιγράφονται στο εκκαλούμενο ένταλμα, όπως τα επιθετικά όπλα, ξύλινα ρόπαλα, ρουχισμό, κλπ, τα οποία παρουσιάζονται να χρησιμοποιήθηκαν κατά την εξέλιξη του επεισοδίου.
Είναι γεγονός ότι στον σχετικό Όρκο δεν γίνεται ρητή αναφορά σε χρήση κουκούλας και κράνους κατά την εξέλιξη του επεισοδίου. Ωστόσο, η συμπερίληψή τους ως αναζητούμενων αντικειμένων στο ένταλμα, υπό το σύνολο όλων όσων είχαν τεθεί μέσω του Όρκου υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, ειδικότερα ότι οι φερόμενοι δράστες «επέβαιναν σε μοτοποδήλατα …. …. έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπα τους», δεν καθιστούσαν τον προσδιορισμό και την συμπερίληψη των ως άνω αντικειμένων στο εκκαλούμενο ένταλμα, αδικαιολόγητο. Πρόκειται για αντικείμενα που στη βάση όσων τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, θα μπορούσαν εύλογα να σχετίζονται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, κατά τον τρόπο που περιγράφεται στο άρθρο 27 του Κεφ. 155. Άλλωστε, ανάλογα με το υπό διερεύνηση αδίκημα και το σύνολο των στοιχείων που τίθενται υπόψη το Δικαστηρίου, παρέχεται πάντα η δυνατότητα «προσδιορισμού» και περιγραφής αναζητούμενων αντικειμένων που σχετίζονται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα (Χρυσάνθου κ.α (Αρ.2) (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1175).
Αντίθετα, η ως άνω προσέγγιση που δικαιολογεί επαρκώς την συμπερίληψη των κουκούλων και κρανών στο εκκαλούμενο ένταλμα, δεν φαίνεται να δικαιολογεί και την συμπερίληψη γαντιών στο τελευταίο. Τούτο, με δεδομένο ότι στον σχετικό Όρκο, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι κατά την εξέλιξη του επεισοδίου έγινε χρήση γαντιών ή έστω, ότι οι φερόμενοι ως δράστες είχαν τα χέρια τους καλυμμένα.
Ζήτημα φαίνεται επίσης να προκύπτει από την συμπερίληψη στο εκκαλούμενο ένταλμα, κατά τρόπο γενικό, ρουχισμού και υποδημάτων, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση ή προσδιορισμό τους. Είναι γεγονός ότι αντικείμενα όπως ο ρουχισμός και υποδήματα, αποτελούν αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Ως εκ της φύσεως τους και μόνο, ως ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμποντας σε σχετική νομολογία (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Α.Γ., Πολ. Έφ. Αρ.15/2024, ημερ. 17.10.2024), εύλογα αναμένεται ότι θα μπορούσαν να εντοπιστούν στην οικία των εφεσειόντων. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση το ζήτημα δεν εξαντλείται εδώ. Παρά την αναφορά στον Όρκο που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου ότι τα ρούχα τα οποία έφεραν οι εμπλεκόμενοι στο επεισόδιο, ήταν ρούχα που έφεραν διακριτικά της ομάδας του ΑΠΟΕΛ, τελικά, μέσω του εκκαλούμενου εντάλματος εξουσιοδοτείτο κατά τρόπο γενικό και αόριστο η αναζήτηση ρουχισμού και υποδημάτων. Η εξουσιοδότηση αναζήτησης ρουχισμού και υποδημάτων, κατά τον αδικαιολόγητα ευρύ τρόπο που αυτή παραχωρείται στο εκκαλούμενο ένταλμα, χωρίς συγκεκριμενοποίηση οποιασδήποτε μορφής, ουσιαστικά παρέχει στο πρόσωπο που εξουσιοδοτείται για την διεξαγωγή της συγκεκριμένης έρευνας «ανεπίτρεπτα ευρεία διακριτική εξουσία ως προς το τι αυτός θα μπορούσε να αναζητήσει και να παραλάβει.» (Era Cyprus Ltd κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 1051).
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος έφεσης, στην έκταση που προβάλλει ότι δεν τέθηκε μαρτυρία που δικαιολογούσε τη διασύνδεση των εφεσειόντων με τα αναφερόμενα στο ένταλμα και αναζητούμενα επιθετικά όπλα, ξύλινα ρόπαλα, κράνη, και κουκούλες, δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη.
Το ζήτημα της διασύνδεσης της οικίας των εφεσειόντων με τα περιγραφόμενα στο ένταλμα αντικείμενα, ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος έρευνας, προβάλλεται επίσης από την πλευρά των εφεσειόντων. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υποστηρίζουν, κανένα στοιχείο δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, δυνάμενο να συνδέσει τα πιο πάνω με την οικία των εφεσειόντων ή έστω, εύλογα να πιστεύεται ότι τα αντικείμενα που αναζητούνται και περιγράφονται στο εκκαλούμενο ένταλμα θα βρίσκονταν σε αυτήν.
Έχουμε ήδη σημειώσει την καλά εδραιωμένη στις περιπτώσεις του είδους αρχή, πως η ύπαρξη μαρτυρίας ότι συγκεκριμένο πρόσωπο εμπλέκεται στη διάπραξη ενός υπό διερεύνηση αδικήματος, από μόνη της, δεν αποτελεί επαρκή σύνδεση, κατά τρόπο που να δικαιολογεί αφ’ εαυτής και χωρίς άλλο, την έκδοση εντάλματος έρευνας χώρων που του ανήκουν, κατέχει ή ελέγχει, προς ανεύρεση αντικειμένων/τεκμηρίων που αναζητούνται. Ως θέμα αρχής, το άρθρο 27 του Κεφ. 155, επιτακτικά συνδέει τα αντικείμενα που εύλογα πιστεύεται ότι συνδέονται με ποινικό αδίκημα με τον τόπο για τον οποίο ζητείται το ένταλμα και όχι γενικά με το πρόσωπο του υπόπτου. Γενική και αόριστη υπόθεση ότι ένα αντικείμενο βρίσκεται στην οικία ενός τέτοιου προσώπου, δεν αποτελεί επαρκή σύνδεση κατά τρόπο που να δικαιολογεί την έκδοση σχετικού εντάλματος έρευνας (βλ. Αντρέου (ανωτέρω), Σιακαλλής (ανωτέρω) και Αναφορικά με την Αίτηση του Χ.Μ., Πολ. Εφ. Αρ. 17/2024 ημερ. 13.3.2025). Σε κάθε περίπτωση, η θεμελίωση ή μη της αναγκαίας διασύνδεσης με το συγκεκριμένο χώρο για τον οποίο επιζητείται το ένταλμα έρευνας κρίνεται κατά περίπτωση και στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών που την περιβάλλουν (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Μ.Π. Πολ. Εφ. Αρ. 4/2024 ημερ. 18.10.2024). Είναι γι’ αυτό το λόγο που, υπό το φως συγκεκριμένης μαρτυρίας ή στοιχείων, η διασύνδεση συγκεκριμένου προσώπου με τη διάπραξη ενός αδικήματος, είναι δυνατόν, να δικαιολογεί την έρευνα συγκεκριμένου χώρου.
Το υπόβαθρο γεγονότων που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστύλωνε το σχετικό αίτημα, πέραν από την διασύνδεση των εφεσειόντων με το επεισόδιο της 18.5.2025, κατά τον τρόπο που τούτο εξελίχτηκε και επεξηγείτο, είναι γεγονός ότι δεν αποκάλυπτε οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία, δυνάμενα από μόνα τους να δικαιολογήσουν την διασύνδεση περιγραφόμενων και αναζητούμενων στο εκκαλούμενο ένταλμα αντικειμένων, όπως τα επιθετικά όπλα, ξύλινα ρόπαλα, κράνη και κουκούλες, με την οικία των εφεσειόντων, κατά τρόπο που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη εύλογης αιτίας να πιστεύεται ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα θα βρίσκονταν στην οικία των εφεσειόντων. Τούτο, απογυμνωμένο από οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία, παρέμεινε μια γενική και αόριστη υπόθεση, μη δυνάμενη να ικανοποιήσει το χαμηλό έστω ύψος του πήχη που πρέπει να υπερπηδηθεί για τη δημιουργία σχετικής και εύλογης υπόνοιας και υποψίας. Η εισήγηση ότι τα πιο πάνω αντικείμενα, εύλογα κατηγοριοποιούνται ως «εργαλεία επίτευξης παράνομων σκοπών», δεν διαφοροποιεί την αναγκαιότητα διασύνδεσης τους με την οικία των εφεσειόντων, κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 27 του Κεφ.155.
Ούτε η παραπομπή από μέρους της ευπαίδευτης εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα, στο λόγο της αγγλικής απόφασης Chic Fashions (West Wales) Ltd v. Jones [1967] EWCA Civ. 4, φαίνεται να ενισχύει την εισήγηση της, επί του συζητούμενου. Στην εν λόγω υπόθεση, κρίθηκε σύννομη η κατάσχεση αντικειμένων, άλλων από αυτά που περιγράφονταν σε ένταλμα έρευνας, τα οποία εντοπίστηκαν στο χώρο που ερευνάτο δυνάμει εντάλματος έρευνας. Επρόκειτο για αντικείμενα τα οποία οι αρμόδιες αρχές είχαν εύλογη υποψία ότι ήταν προϊόν άλλης, παράνομης πράξης. Περίπτωση, προφανώς, που στην Κυπριακή έννομη τάξη καλύπτουν οι πρόνοιες των άρθρων 25 και 32 του Κεφ. 155, στη βάση των οποίων παρέχεται η δυνατότητα στην αρμόδια αρχή, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, να κατάσχει και να κατακρατήσει οποιοδήποτε αντικείμενο αποτελεί προϊόν παράνομης πράξης, έστω και αν αυτό δεν περιγράφεται στο ένταλμα έρευνας το οποίο εκτελεί. Τέτοια, όμως, δεν είναι η υπό συζήτηση περίπτωση, όπου είχε προηγηθεί η έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος έρευνας.
Με δεδομένη την επισήμανση ότι η συμπερίληψη στο εκκαλούμενο ένταλμα αντικειμένων όπως ο ρουχισμός και υποδήματα που εκ της φύσεως τους και μόνο, ως αντικείμενα καθημερινής χρήσης, εύλογα θα μπορούσε να πιστεύεται ότι θα ήταν δυνατόν να βρίσκονται στην οικία των εφεσειόντων, έγινε χωρίς οποιασδήποτε συγκεκριμενοποίηση και προσδιορισμό, απολήγοντας να αποδίδεται ανεπίτρεπτα ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς το τί θα μπορούσε να αναζητηθεί και να παραληφθεί δυνάμει του εκκαλούμενου εντάλματος, καταλήγουμε ότι η αιτούμενη παρέμβαση του Δικαστηρίου είναι αρκούντος δικαιολογημένη.
Για τους λόγους που πιο πάνω έχουμε καταγράψει και στην έκταση που έχουμε εξηγήσει, η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται.
Εκδίδεται προνομιακό ένταλμα certiorari με το οποίο το εκκαλούμενο ένταλμα έρευνας, ημερομηνίας 20.5.2025, ακυρώνεται.
Τόσο τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας όσο και της έφεσης, επιδικάζονται προς όφελος των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου, ως θα υπολογιστούν από Πρωτοκολλητή.
Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο