ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση αρ. 34/2026)
3 Νοεμβρίου 2026
[ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ- ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/στές]
Έφεση κατά της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρωτόδικη Προνομιακή του Δικαιοδοσία στην Πολ. Αίτ. 27/2026
Υπό τον τίτλο:
Αναφορικά με το άρθρο 155.4 του Συντάγματος και τα άρθρα 3 και 9 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 (ως τροποποιήθηκε)
και
Αναφορικά με τον περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018
και
Αναφορικά με την Αίτηση για έκδοση Εντάλματος Certiorari,
και
Αναφορικά με το διάταγμα Κατακράτησης Τεκμηρίων ημερομηνίας 3/7/2025, εκδοθέν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Αστυνομίας αρ. 102/2025
Μεταξύ:
Ιωάννη Γεωργίου, Μοναχού Νεκταρίου τέως Ηγούμενου Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ
Εφεσείοντα - αιτητή
-και-
Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ως εκπροσώπου της
Αστυνομίας/Υ.Δ.Ο.Ε. και του Κράτος)
Εφεσίβλητου - Καθ' ου η αίτηση
Κ. Ευσταθίου με Μ. Κέστορος (κα), για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ, για τον εφεσείοντα,
Β. Μπίσσας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας με Χ. Αλεξάνδρου (κα), ασκούμενη δικηγόρο για Εφεσίβλητο.
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα απαγγελθεί από τον Δικαστή Παναγιώτου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.: Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (το πρωτόδικο Δικαστήριο), στο πλαίσιο της πρωτόδικής του δικαιοδοσίας, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του εφεσείοντα για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Certiorari. Σημειώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει αρχικά τη μονομερή αίτηση για τη χορήγηση άδειας για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως προς τον σκοπό εκδόσεως εντάλματος Certiorari (βλ. ).
Η αίτηση αφορούσε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το οποίο διατασσόταν η κατακράτηση τεκμηρίων. Πρόκειται για τρεις ηλεκτρονικές συσκευές που περιέχουν οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από τη Μονή Οσίου Αββακούμ. Αυτές παραδόθηκαν οικειοθελώς στην Αστυνομία από τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα που ήταν μέλος της αδελφότητας της Μονής και είχε πρόσβαση στις εν λόγω συσκευές, κατόπιν καταγγελίας του Μητροπολίτη Ταμασσού εναντίον του αιτητή για διάπραξη αδικημάτων στην Μονή οικονομικής φύσης.
Ακολούθησε καταγγελία του αιτητή και άλλων μοναχών της Μονής εναντίον του Μητροπολίτη Ταμασσού για διάφορα ποινικά αδικήματα σε σχέση με την χρήση των εν λόγω συσκευών κατά παράβαση του .
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ενώπιον του οποίου τέθηκε η αίτηση κατακράτησης των εν λόγω τεκμηρίων, κατέγραψε πως, αφού ανέγνωσε την αίτηση και την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αυτής, έκρινε το αίτημα δικαιολογημένο και διέταξε την κράτηση των τεκμηρίων, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας σε σχέση με αυτά, η οποία αφορά διερευνόμενα ποινικά αδικήματα.
Η διερεύνηση ήταν αποτέλεσμα σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Αστυνομίας που υποστήριζε την αίτηση κατακράτησης, της καταγγελίας εκ μέρους του αιτητή και άλλων μοναχών της Μονής εναντίον του Μητροπολίτη Ταμασσού για αδικήματα που αφορούν τον .
Όπως προαναφέρθηκε, το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του, απέρριψε το αίτημα του αιτητή για παροχή άδειας καταχώρισης αίτησης προνομιακού εντάλματος Certiorari εναντίον του πιο πάνω διατάγματος κατακράτησης (βλ. ανωτέρω).
Η εν λόγω απόφαση ανετράπη κατ' έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. . Κρίθηκε στην πιο πάνω απόφαση πως αποκαλυπτόταν συζητήσιμη υπόθεση. Ως εκ τούτου, χορηγήθηκε άδεια για την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως ως οι λόγοι 1, 3 και 4 στην έκθεση γεγονότων που συνόδευε τη μονομερή αίτηση. Αυτοί αφορούσαν ζητήματα παραβίασης του νομοθετικού πλαισίου που ρυθμίζει την κατάσχεση και κατακράτηση τεκμηρίων, δυνάμει των σχετικών διατάξεων του και, κατ' επέκταση, πιθανής παραβίασης συνταγματικών και άλλως πως, κατοχυρωμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων του εφεσείοντα.
Ως αποτέλεσμα την πιο πάνω απόφασης στην , ακολούθησε η εκδίκαση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα.
Στην εν λόγω διαδικασία ο αιτητής υποστήριξε κυρίως ότι:
Το διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί νόμιμη κατάσχεση βάσει των ,
· δεν εφαρμόστηκαν οι κανόνες προστασίας προσωπικών και ευαίσθητων δεδομένων,
· η κατακράτηση και ενδεχόμενη επεξεργασία του υλικού παραβίαζαν δικαιώματα ιδιωτικής ζωής, προστασίας δεδομένων και θρησκευτικής ελευθερίας.
Η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα αντέτεινε ότι τα τεκμήρια είχαν παραδοθεί οικειοθελώς στην Αστυνομία από τρίτο πρόσωπο και, συνεπώς, δεν χρειαζόταν ένταλμα έρευνας ούτε και διάταγμα κατακράτησης, του οποίου η έκδοση ζητήθηκε και δόθηκε εκ του περισσού.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει ότι το , εφαρμόζεται σε αντικείμενα που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο νόμιμης έρευνας, είτε χωρίς ένταλμα κατά το , είτε βάσει εντάλματος κατά το . Στην προκειμένη περίπτωση, τα τεκμήρια δεν κατασχέθηκαν κατόπιν έρευνας, αλλά παραδόθηκαν οικειοθελώς. Επομένως, το δεν εφαρμοζόταν και η έκδοση διατάγματος κατακράτησης δεν ήταν αναγκαία.
Ωστόσο, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι το μεταγενέστερο και περιττό διάταγμα δεν επηρέαζε τη νομιμότητα της ήδη υφιστάμενης κατοχής των τεκμηρίων από την Αστυνομία. Τα ζητήματα ενδεχόμενης παραβίασης προσωπικών δεδομένων ή άλλων δικαιωμάτων αφορούσαν διαφορετικές πράξεις της Αστυνομίας και μπορούσαν να αντιμετωπιστούν, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, με άλλα ένδικα μέσα.
Στην βάση του πιο πάνω σκεπτικού, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για προνομιακό ένταλμα Certiorari με έξοδα εναντίον του αιτητή.
Ο εφεσείων, αμφισβητεί την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση με τους πιο κάτω τέσσερις λόγους έφεσης:
1ος λόγος έφεσης
Υποστηρίζεται ότι υπάρχει στην πρωτόδικη απόφαση νομική αντίφαση και υπέρβαση δικαιοδοσίας. Αναφέρεται ειδικά ότι αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν εφαρμοζόταν, όφειλε να ακυρώσει το διάταγμα ως εκδοθέν χωρίς νόμιμη εξουσία.
2ος λόγος έφεσης
Ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένο νομικό κριτήριο, εξετάζοντας αν η Αστυνομία μπορούσε γενικά να κατέχει τα τεκμήρια, αντί να κρίνει τη νομιμότητα του συγκεκριμένου δικαστικού διατάγματος. Υποστηρίχθηκε ότι το αντικείμενο της διαδικασίας ήταν η νομιμότητα του διατάγματος κατακράτησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο όμως, αντί να εξετάσει αν το διάταγμα εκδόθηκε εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, μετέφερε την ανάλυσή του στο κατά πόσο η Αστυνομία μπορούσε, ανεξαρτήτως του διατάγματος, να κατέχει τα τεκμήρια για μόνο το λόγο ή επειδή αυτά της παραδόθηκαν οικειοθελώς.
3ος λόγος έφεσης
Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι το λάθος ως προς την εφαρμογή του , δεν είχε έννομες συνέπειες επειδή το διάταγμα θεωρήθηκε ότι δεν ήταν «αναγκαίο» ως εκδοθέν «εκ του περισσού». Ισχυρίζεται επί του προκειμένου ότι η δυνατότητα της Αστυνομίας να κατέχει τα τεκμήρια χωρίς διάταγμα δεν θεραπεύει την έλλειψη νομοθετικής βάσης για την έκδοση του διατάγματος κατακράτησης.
4ος λόγος έφεσης
Ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει ουσιαστικά τα ζητήματα που εγείρονταν δυνάμει των και των αντίστοιχων διατάξεων του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι δεν εξετάστηκαν ουσιαστικά η νομιμότητα, η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα της κατακράτησης και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων υπό το πρίσμα των .
Κεντρική θέση της έφεσης και της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου για τον εφεσείοντα, όπως προκύπτει από την αγόρευση του, είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ αναγνώρισε πως το διάταγμα δεν στηριζόταν , παρέλειψε να το ακυρώσει και υποκατέστησε τον έλεγχο της νομιμότητάς του με μια διαφορετική εξέταση της εξουσίας της Αστυνομίας να κατέχει τα τεκμήρια.
Εξετάσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των δύο πλευρών όπως εμφαίνονται στα δικόγραφα αλλά και στις θέσεις των συνηγόρων όπως παρατίθενται στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους.
Είναι σημαντικό στο στάδιο αυτό να αναφερθούμε στην ένορκη δήλωση της Αστυνομίας, που υποστήριξε το αίτημα για κατακράτηση των επίδικων τεκμηρίων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στην οποία καταγράφονται τα γεγονότα που προηγήθηκαν του διατάγματος και οι λόγοι για τους οποίους η Αστυνομία θεώρησε αναγκαίο να ζητήσει από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την κατακράτηση των εν λόγω τεκμηρίων.
Σύμφωνα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση υπήρξαν εκατέρωθεν καταγγελίες μεταξύ των διαδίκων. Ο Μητροπολίτης Ταμασσού προέβη σε καταγγελία για τη διάπραξη αδικημάτων οικονομικής φύσης από τον εφεσείοντα που ήταν ο ηγούμενος στη Μονή Οσίου Αββακούμ. Όπως ο καταγγέλλων ανέφερε, τα γεγονότα περιήλθαν εις γνώση του κατόπιν πληροφόρησης από τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα που είναι μέλος της αδελφότητας της Μονής, ο οποίος είχε πρόσβαση στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που εγκαταστάθηκε στη Μονή, εν γνώση των Μοναχών, μεταξύ των οποίων και του εφεσείοντα. Στο πλαίσιο αυτό, παραλήφθηκε από τον Μητροπολίτη Ταμασσού κινητή περιουσία που υπήρχε στη Μονή, μεταξύ άλλων και οι επίδικες τρεις ηλεκτρονικές συσκευές που περιέχουν οπτικοακουστικό υλικό το οποίο κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Οι εν λόγω συσκευές μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Ταμασσού.
Ακολούθησε καταγγελία κάποιων Μοναχών της Μονής, συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα, εναντίον του Μητροπολίτη Ταμασσού, του Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα και άλλων προσώπων, για διάφορα ποινικά αδικήματα, τα οποία κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν εις βάρος τους στην Μονή καθώς και στην Μητρόπολη Ταμασσού. Μεταξύ των αδικημάτων που κατήγγειλαν συμπεριλαμβάνονταν και αδικήματα κατά παράβαση του .
Για τη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων, συγκροτήθηκε ειδική ομάδα από την Αστυνομία και στο πλαίσιο εξέτασης τους, ο Αρχιμανδρίτης Βαρνάβας παρέδωσε οικειοθελώς σε μέλη της ανακριτικής ομάδας τις επίδικες ηλεκτρονικές συσκευές, οι οποίες περιείχαν δεδομένα και βίντεο με οπτικοακουστικό υλικό, που κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής.
Αφού κάποια βίντεο διέρρευσαν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, η Επίτροπος Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων προχώρησε στη διενέργεια αυτεπάγγελτου ελέγχου και εντόπισε ποινικές ευθύνες, τόσο εναντίον του εφεσείοντα, όσον και εναντίον του Μητροπολίτη Ταμασσού και του Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα για την εγκατάσταση, λειτουργία και επεξεργασία των εκεί καταγραμμένων δεδομένων. Έτσι σχηματίστηκε ποινικός φάκελος και με τη συμπλήρωση των ανακρίσεων, αυτός διαβιβάστηκε στη Νομική Υπηρεσία και δόθηκαν οδηγίες για την ποινική δίωξη του Μητροπολίτη Ταμασσού, του Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα και του εφεσείοντα για αδικήματα κατά παράβαση του . Για αυτό ζητήθηκε η κατακράτηση των τεκμηρίων για την ολοκλήρωση των εξετάσεων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.
Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Αστυνομίας για κατακράτηση των επίδικων τεκμηρίων οι ανακριτικές αρχές θεωρούν ότι και τα τρία πιο πάνω πρόσωπα ενέχονται σε αδικήματα παραβίασης προσωπικών δεδομένων κατά παράβαση του αφού συμμετείχαν στην εγκατάσταση και λειτουργία του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης της Μονής. Και αυτό, ανεξαρτήτως αν ο εφεσείων, είναι το πρόσωπο που κατήγγειλε τον Μητροπολίτη για παραβίαση των προσωπικών του δεδομένων, μέσω του πιο πάνω κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης.
Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διέταξε την κατακράτηση των εν λόγω τεκμήριων για σκοπούς που αφορούσαν την έρευνα και την τυχόν καταχώρηση ποινικών αδικημάτων κατά παράβαση του , μεταξύ άλλων και μετά από την καταγγελία του εφεσείοντα εναντίον του Μητροπολίτη για παραβίαση προσωπικών δεδομένων κατά παράβαση του πιο πάνω Νόμου.
Παρουσιάζεται δηλαδή το παράδοξο, ο εφεσείων να παραπονείται για την κατακράτηση τεκμηρίων που παρελήφθησαν μετά από διερεύνηση και δικής του καταγγελίας και τα οποία κατά την Αστυνομία είναι απαραίτητα, προκειμένου να αποδειχθούν τα αδικήματα που ο εφεσείων προσάπτει στον Μητροπολίτη Ταμασσού για παράβαση προσωπικών του δεδομένων σύμφωνα με τον .
Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται εδώ ότι δυνάμει του του πιο πάνω , πέραν της Αστυνομίας, παρέχεται και στον Επίτροπο Προσωπικών Δεδομένων εξουσία, κατά την άσκηση των εξουσιών έρευνας που έχει, να προβαίνει σε κατάσχεση εγγράφων ή ηλεκτρονικού εξοπλισμού δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, σύμφωνα με τις διατάξεις του .
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, θεωρούμε ότι είναι ορθή επί του προκειμένου η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η κατακράτηση τεκμηρίων δυνάμει του , εφαρμόζεται σε αντικείμενα που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο νόμιμης έρευνας, είτε χωρίς ένταλμα κατά το , είτε δυνάμει εντάλματος κατά το . Όπως ορθή είναι και η πρωτόδικη κατάληξη ότι στην υπό κρίση περίπτωση, το δεν εφαρμοζόταν και το επίδικο διάταγμα κατακράτησης δεν ήταν αναγκαίο αφού τα υπό κρίση τεκμήρια δεν κατασχέθηκαν κατόπιν έρευνας, αλλά παραδόθηκαν οικειοθελώς στην Αστυνομία.
Συμφωνούμε επίσης με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το μεταγενέστερο και περιττό κατά τα άλλα διάταγμα κατακράτησης δεν επηρέαζε τη δυνατότητα της ήδη υφιστάμενης κατοχής των τεκμηρίων από την Αστυνομία, τα οποία της παραδόθηκαν οικειοθελώς από τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα, εναντίον του οποίου αλλά και άλλων προσώπων, η Αστυνομία διερευνούσε αδικήματα παραβίασης προσωπικών δεδομένων κατά παράβαση του 125(Ι)/2018.
Όμως με όλο τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνούμε με την πρωτόδικη κατάληξη ότι η μη εφαρμογή του δεν οδηγεί στην ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων.
Σημειώνουμε ότι, τόσον η αίτηση, όσον και το εκδοθέν διάταγμα κατακράτησης, στηρίχθηκαν αποκλειστικά στις πρόνοιες τουπου αφορά κατακράτηση τεκμηρίων που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας. Το γεγονός ότι, όπως ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως, δεν εφαρμοζόταν στην παρούσα περίπτωση το
, λόγω του ότι τα επίδικα τεκμήρια δεν κατασχέθηκαν στο πλαίσιο εντάλματος έρευνας, θα έπρεπε να οδηγήσει χωρίς άλλο στην ακύρωση του υπό κρίση διατάγματος κατακράτησης. Είναι σαφές κατά την κρίση μας ότι το διάταγμα κατακράτησης εκδόθηκε χωρίς νομική εξουσιοδότηση και καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι η πιο πάνω κατάληξη μας δεν επηρεάζει το δικαίωμα κατοχής από την Aστυνομία των επίδικων τεκμηρίων. Θεωρούμε ορθή την πρωτόδικη κρίση ότι η Αστυνομία είχε νόμιμο δικαίωμα κατοχής των επίδικων αντικειμένων που της παραδόθηκαν οικειοθελώς, ανεξαρτήτως του ότι αυτά δεν κατασχέθηκαν δυνάμει των . Όμως δεν δικαιολογείτο υπό τας περιστάσεις, και επιπλέον διάταγμα κατακράτησής τους, δυνάμει του
,το οποίο δεν εφαρμοζόταν στην περίπτωση, όπως πολύ ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Επιπλέον, όπως επίσης πολύ σωστά υποδεικνύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το κατά πόσον τα εν λόγω τεκμήρια θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία σε μια ενδεχόμενη ποινική διαδικασία, είναι βέβαια άλλο ζήτημα, που δεν μπορεί να κριθεί στο πλαίσιο αίτησης για προνομιακό ένταλμα Certiorari. Να σημειώσουμε εδώ, ότι, σύμφωνα με την νομολογία, η εξουσιοδότηση λήψης και κατακράτησης αντικειμένων από την Αστυνομία, τα οποία πιθανόν να περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία, διαφοροποιείται από την εξουσιοδότηση λήψης της ίδιας της επικοινωνίας. Σχετική είναι η απόφαση , στη οποία με παραπομπή στην , λέχθηκαν τα εξής:
«Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της εξουσιοδότησης λήψης αντικειμένων τα οποία πιθανόν να ή έστω και δεδομένου ότι περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία και της εξουσιοδότησης λήψης της ίδιας της επικοινωνίας. Η πρώτη επιτρέπεται, νοουμένου ότι παρέχεται προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας εφόσον είναι το πράγμα που κατάσχεται (με το περιεχόμενο του). Η δεύτερη απαγορεύεται καθότι επιτρέπεται μόνο με δικαστικό διάταγμα δυνάμει του σχετικού Νόμου και σε συμμόρφωση με το Σύνταγμα. Η εισήγηση του Εφεσίβλητου ότι η πρόσβαση στην ηλεκτρονική αλληλογραφία αποτελεί και αυτή «πράγμα» σε άυλη μορφή, και ως τέτοιο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας, δηλαδή να παραληφθεί, χωρίς να επιτρέπεται η πρόσβαση και επεξεργασία αυτής, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στον Νόμο ούτε και στη νομολογία. Η ρητή εξουσιοδότηση σε ένταλμα έρευνας για λήψη της ίδιας της επικοινωνίας προσκρούει αφ’ εαυτής στο Άρθρο 17 του Συντάγματος εφόσον τόσο η λήψη, όσο και η πρόσβαση σε αυτή είναι δυνατή μόνο κατόπιν δικαστικού διατάγματος δυνάμει του Ν.92(Ι)/1996.»
Ομοίως, στην υπό κρίση περίπτωση δεν τίθεται θέμα ούτε μπορεί να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η κατοχή των επιδίκων τεκμηρίων ως αντικειμένων από την Αστυνομία, τα οποία της παραδόθηκαν οικειοθελώς και τα οποία αφορούν την διερεύνηση ποινικών αδικημάτων δυνάμει του 125(Ι)/2018, ισοδυναμεί με πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία του εφεσείοντα ή δίδει δικαίωμα στην Αστυνομία να έχει τέτοιου είδους πρόσβαση.
Ορθή είναι ως εκ των πιο πάνω και η πρωτόδικη κατάληξη ότι στην παρούσα περίπτωση, τα ζητήματα ενδεχόμενης παραβίασης προσωπικών δεδομένων ή άλλων δικαιωμάτων του εφεσείοντα, πιθανόν να αφορούν διαφορετικές πράξεις και όχι το δικαίωμα κατοχής των τεκμηρίων από την Αστυνομία και θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με άλλα ένδικα μέσα.
Όμως, από την άλλη, και ανεξαρτήτως του δικαιώματος κατοχής των επίδικων τεκμηρίων από την Αστυνομία, τα οποία της παραδόθηκαν οικειοθελώς, γεγονός παραμένει ότι το υπό κρίση διάταγμα κατακράτησης, όχι μόνο ήταν εκ του περισσού αλλά ταυτόχρονα δεν δικαιολογείτο υπό τας περιστάσεις, αφού εκδόθηκε στην βάση του
το οποίο δεν εφαρμοζόταν στην υπό κρίση περίπτωση.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 3 που αφορούν τις έννομες συνέπειες, της μη εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση, γίνονται αποδεκτοί.
Η πρωτόδικη κρίση ότι η μη εφαρμογή του, δεν έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης, κρίνεται ως εσφαλμένη. Αντιθέτως, αποφαινόμαστε ότι η δυνατότητα της Αστυνομίας να κατέχει νομίμως τα τεκμήρια που της παραδόθηκαν οικειοθελώς δεν θεραπεύει την έλλειψη νομοθετικής βάσης για την «εκ του περισσού» έκδοση του επίδικου διατάγματος κατακράτησης.
Συνεπακόλουθα είναι η κατάληξη μας ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε το επίδικο διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων δυνάμει του καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας και χωρίς νομική εξουσιοδότηση.
Αντιθέτως, ο λόγος έφεσης 4 που αφορά την νομιμότητα, και την αναλογικότητα της κατακράτησης και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, υπό το πρίσμα των ,κρίνεται ως αβάσιμος και απορρίπτεται. Όπως προαναφέρθηκε, στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η κατοχή των επιδίκων τεκμηρίων ισοδυναμεί με πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία του εφεσείοντα ή δίδει δικαίωμα στην Αστυνομία να έχει τέτοιου είδους πρόσβαση.
Για όλους του πιο πάνω λόγους, οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 3 γίνονται αποδεκτοί ενώ ο λόγος έφεσης 4 απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται μαζί με την πρωτόδικη διαταγή για τα έξοδα.
Εκδίδεται ενόψει των πιο πάνω προνομιακό ένταλμα Certiorari με το οποίο ακυρώνεται το εκδοθέν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, δυνάμει του διάταγμα κατακράτησης των επίδικων τεκμηρίων.
Επιδικάζονται τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας καθώς και τα έξοδα της παρούσας έφεσης, εναντίον του εφεσίβλητου και υπέρ του εφεσείοντα, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή.
Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Δ
Α. Δαυίδ, Δ
Αλ. Παναγιώτου, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο