ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(i-justice)
(Πολιτική Έφεση Αρ.41/2026)
3 Νοεμβρίου 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.153/2026
ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤA ΑΡΘΡA 3 ΚΑΙ 9 ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023
ΚΑΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ERB CYPRIALIFE LTD ΗΜΕΡ.10.07.2026 ΓΙΑ ΤΗΝ EΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI
KAI
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΙ/Ή ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 26.06.2026 ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ 1015/21 ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Δ.33.
____________________
Θ. Ιωαννίδης με Δ. Καρταλά για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
____________________
Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από
τον Μαλαχτό, Δ.
____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Με τρεις λόγους έφεσης η Εφεσείουσα προσβάλλει την απόφαση Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρωτόδικη του δικαιοδοσία, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της για άδεια για να καταχωρίσει αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για την ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ.26.6.2026 στο πλαίσιο αγωγής, με την οποία κρίθηκε ότι η Εφεσείουσα, εναγόμενη στην αγωγή, θα παρουσιάσει πρώτη τους μάρτυρες της κατά την ακρόαση.
Η αγωγή βρισκόταν στο στάδιο των οδηγιών[1] και το ζήτημα του ποιος διάδικος έπρεπε να παρουσιάσει πρώτος την υπόθεση του φαίνεται να είχε απασχολήσει από προηγούμενη εμφάνιση. Η απόφαση εκδόθηκε μετά από αδικαιολόγητη μακρά συζήτηση μεταξύ του κατώτερου Δικαστηρίου και του δικηγόρου που εκπροσωπούσε στο στάδιο εκείνο την Εφεσείουσα, από την οποία αναδύεται η προσπάθεια του κατώτερου Δικαστηρίου να πείσει τον δικηγόρο για την ορθότητα της θέσης του, όπως τελικά εκφράστηκε με την υπό έλεγχο απόφαση του. Δεν είναι όμως αυτό το αντικείμενο της έφεσης, αφού η αίτηση για άδεια περιοριζόταν στο περιεχόμενο της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν εγειρόταν ζήτημα νομιμότητας της απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου, όπως ήθελε να παρουσιάσει την περίπτωση η Εφεσείουσα, παρά μόνο ζήτημα ορθότητας της, που δεν ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του στο πλαίσιο της προνομιακής του εξουσίας για να εξετάσει, κατάληξη που προσβάλλεται ως εσφαλμένη με το λόγο έφεσης 1.
Κατά τη συζήτηση της έφεσης, ο δικηγόρος της Εφεσείουσας επεσήμανε ότι ο καθορισμός της σειράς με την οποία παρουσιάζεται η μαρτυρία κατά τη δίκη δεν είναι ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Αυτό είναι ορθό. Η σειρά προβλέπεται στην Δ.33, Θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και εφαρμόζεται επιτακτικά. Στις περισσότερες αγωγές είναι πρόδηλο ότι ο ενάγοντας έχει το βάρος απόδειξης και οφείλει να παρουσιάσει πρώτος την υπόθεση του και ζήτημα σειράς ούτε καν συζητείται. Όπου δεν είναι τόσο πρόδηλο, το Δικαστήριο έχει εξουσία και υποχρέωση να καθορίσει τη σειρά και να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες. Εν προκειμένω, κρίθηκε ότι στις περιστάσεις της αγωγής εγειρόταν ζήτημα και το κατώτερο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η Εφεσείουσα έπρεπε να παρουσιάσει πρώτη τους μάρτυρες της. Σε γενικές γραμμές, η αγωγή αφορούσε αξίωση του διαχειριστή της περιουσίας αποβιώσαντα στη βάση ασφαλιστηρίου ζωής του τελευταίου την οποία η Εφεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αρνείτο ότι όφειλε να καλύψει.
Το κατώτερο Δικαστήριο όφειλε καθηκόντως να αποφασίσει ποιος έπρεπε να παρουσιάσει πρώτος την υπόθεση του. Η θέση της Εφεσείουσας ότι εγείρεται ζήτημα νομιμότητας της απόφασης του, εδράζεται στη θέση, που εκλαμβάνει και ως δεδομένη, ότι η απόφαση ήταν εσφαλμένη και ότι έπρεπε ο διαχειριστής ενάγοντας να παρουσιάσει πρώτος την υπόθεση του. Και αναγάγει το, κατά τη θέση της, σφάλμα σε υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά παράβαση της Δ.33, Θ.7 των Θεσμών. Προβάλλει δε με το λόγο έφεσης 3 ότι υπήρξε και παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης από το κατώτερο Δικαστήριο, στη βάση ότι θα βρεθεί στη δυσμενή θέση να αρχίσει πρώτη την υπόθεση της κατά τη δίκη, θέση που το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει.
Η δικονομική αυτή δυσμένεια, ακόμη και αν η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη, δεν τεκμηριώνει παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
Η Εφεσείουσα υποστήριξε ότι το κατώτερο Δικαστήριο είχε πλανηθεί ως προς την αρχή του βάρους απόδειξης σε αστικές υποθέσεις, αλλά και ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης.
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Προνομιακά Εντάλματα», Π. Αρτέμης, 2004, παρ.4.27, σελ.127-8, είναι πάγια νομολογιακή θέση ότι το ένταλμα certiorari δεν στοχεύει στη διόρθωση λανθασμένης απόφασης και πως το ενδεδειγμένο ένδικο μέσο για το σκοπό αυτό είναι η έφεση, είτε σε σχέση με το πραγματικό ή το νομικό της βάθρο, εκτός βεβαίως στην περίπτωση που το νομικό λάθος παρουσιάζεται κατά τρόπο κατάδηλο στο ίδιο το σώμα της απόφασης ή έχουν παραβιαστεί οι κανόνες φυσικής ή συνταγματικής δικαιοσύνης, κάτι που δεν διαπιστώνεται ότι ίσχυε στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
Στην Πατσαλίδης (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1350, 1355-6 αναφέρθηκε ότι: «Όταν το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει ένα θέμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερέβη ή έκανε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του, απλά και μόνο γιατί παρεμπιπτόντως ερμήνευσε λανθασμένα νομοθέτημα».
Στην Ανδρέου (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 472, 475, εξηγήθηκε ότι:
«Είναι ορθό ότι ένταλμα της φύσης Certiorari μπορεί να εκδοθεί σε περίπτωση όπου έχει εμφιλοχωρήσει νομική πλάνη που είναι εμφανής από τη δικογραφία, αυτό όμως δεν περιλαμβάνει τις νομικά εσφαλμένες αποφάσεις. Αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει φανερά εσφαλμένη ερμηνεία νόμου ή εσφαλμένη εφαρμογή του σε δεδομένη περίπτωση. Δεν είναι αρκετό να υπήρξε σοβαρή πλάνη ή πλάνη σε σχέση ακόμα και με καθιερωμένη νομική αρχή. Πρέπει να υπάρχει πλάνη που μπορεί αμέσως να διακριβωθεί από το δικαστήριο και όχι κατόπιν έρευνας όλων των στοιχείων ή της μαρτυρίας (βλέπε σχετικά Γενικός Eισαγγελέας (Aρ. 2) (1995) 1 A.A.Δ. 126 και Γρηγορίου Aνδρέας (Aρ. 2) (1995) 1 A.A.Δ. 396).»
Ο δικηγόρος της Εφεσείουσας μας παρέπεμψε στην In re Louis Tourist Agency (1988) 1 C.L.R. 405, όπου δόθηκε άδεια για καταχώριση αίτησης certiorari σε σχέση με την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο είχε αποφανθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Ν.24/1967, το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους των εργοδοτών να αποδείξουν ότι ο τερματισμός της εργοδότησης του εργοδοτούμενου τους ήταν νόμιμος. Το Δικαστήριο είχε εστιάσει στην ερμηνεία του τι συνιστά εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε να χορηγηθεί άδεια, χωρίς να έχει εξεταστεί κατά πόσο αυτό που πραγματικά εγειρόταν ήταν ζήτημα ορθότητας και όχι νομιμότητας της απόφασης. Στην αίτηση με κλίση που καταχωρίστηκε στη συνέχεια, αποφασίστηκε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ήταν τελικά ορθή και η αίτηση απορρίφθηκε (In re Louis Tourist Agency (1988) 1 C.L.R. 763, 767). Στην κατάληξη δηλαδή των πραγμάτων ό,τι ουσιαστικά έκρινε την υπόθεση ήταν κατά πόσο η απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου ήταν ορθή ή εσφαλμένη.
Ακόμη όμως και αν μια εσφαλμένη προσέγγιση στον τρόπο εφαρμογής της Δ.33, Θ.7 των Θεσμών θα μπορούσε να αναχθεί σε ζήτημα νομιμότητας της σχετικής απόφασης, εν προκειμένω, κατά πόσο η προσέγγιση του κατώτερου Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί, αφού δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου η έκθεση απαίτησης και η υπεράσπιση στην αγωγή και οι όποιες παραδοχές εφόσον είχαν γίνει. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου είχε παρουσιαστεί ως τεκμήριο μόνο το πρακτικό της 26.6.2026 από το οποίο δεν μπορούσε να εξαχθεί, ούτε το ακριβές περιεχόμενο των δικογράφων, ούτε τι ακριβώς προνοείτο στο σχετικό ασφαλιστήριο έγγραφο.
Η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου μπορούσε να εφεσιβληθεί ήταν ορθή. Ο λόγος έφεσης 2, ότι αυτή η κρίση ήταν εσφαλμένη, ουσιαστικά δεν υποστηρίχτηκε, αφού η επιχειρηματολογία περιορίστηκε στο ότι υφίσταντο εξαιρετικές περιστάσεις, ζήτημα που εξετάζεται με δεδομένο ότι υπάρχει διαθέσιμο εναλλακτικό ένδικο μέσο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του αιτητή. Και βέβαια κατά πόσο υπάρχει διαθέσιμο εναλλακτικό ένδικο μέσο χρειάζεται να εξεταστεί μόνο εφόσον διαπιστώνεται έλλειψη νομιμότητας της υπό έλεγχο απόφασης, που δεν ήταν εδώ η περίπτωση.
Η έφεση απορρίπτεται.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
Ι. Ιωαννίδης, Δ.
Ε. Εφραίμ, Δ.
[1] Καταχωρίστηκε το 2021 και εφαρμογή εξακολουθούν να έχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Καν. 60.1(2) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο