ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ S.M. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ/Η PROHIBITION, Πολιτική Έφεση Αρ.42/2026, 4/11/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ S.M. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ/Η PROHIBITION, Πολιτική Έφεση Αρ.42/2026, 4/11/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Πολιτική Έφεση Αρ.42/2026)

 

 

4 Νοεμβρίου, 2026

 

 

[Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Α. ΔΑΥΙΔ, ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.148/2026, ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ:

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 ΕΩΣ (ΑΡ.3) ΤΟΥ 2022

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 2018 ΚΑΙ 2023

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ S.M. ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI ΚΑΙ/Η PROHIBITION

KAI

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ  HMEΡ. 9/6/2026, ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 8(1) ΚΑΙ 8(2) ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ Ν.97/1970.

 

 

 

------------------------

 

Δ. Λοχίας για Δημήτρης Μ. Λοχίας ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι

    ομόφωνη και θα δοθεί από τον Δαυίδ, Δ.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

        ΔΑΥΙΔ, Δ.:  Στις 09/06/2026, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (εφεξής «το κατώτερο Δικαστήριο»), εξέδωσε εναντίον του εφεσείοντα ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό έκδοσης του τελευταίου στης Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (Η.Π.Α.). 

 

        Το αίτημα για την ως άνω σύλληψη του εφεσείοντα, προωθήθηκε κατ’ επίκληση της Συμφωνίας για Έκδοση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, η οποία υπογράφτηκε στις 25 Ιουνίου 2003, αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για Έκδοση Φυγοδίκων, η οποία υπογράφτηκε στις 17 Ιουνίου 1996, (Κυρωτικός) Νόμος του 2008 (Ν.8(ΙΙΙ)/2008)  και του περί Έκδοσης Φυγοδίκων Νόμου, Ν.97/1970 ως τροποποιήθηκε, άρθρο 8(1)(β) και (2), για να δικαστεί ο τελευταίος σε σχέση με αδικήματα που αφορούν παράβαση νομοθεσίας της εν λόγω χώρας. 

 

        Αντιδρώντας στην ως άνω εξέλιξη, ο εφεσείων προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, στην πρωτοβάθμια του δικαιοδοσία (εφεξής «το πρωτόδικο Δικαστήριο»), επιζητώντας την εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων. Αφενός, τύπου certiorari, για ακύρωση του ως άνω εντάλματος σύλληψης και αφετέρου, τύπου prohibition, με το οποίο να απαγορεύεται στο κατώτερο Δικαστήριο να προχωρήσει με την εκδίκαση της αίτησης έκδοσης φυγοδίκου, που δρομολογήθηκε σε σχέση με τον ίδιο.

 

        Αδελφή δικαστής που επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης για παροχή άδειας, κρίνοντας ότι ουδείς από τους προωθούμενους τελικά από την πλευρά του εφεσείοντα λόγους ήγειρε συζητήσιμο ζήτημα για χορήγηση της αιτούμενης άδειας, με απόφαση της, ημερομηνίας 21/7/2026, απέρριψε το σχετικό αίτημα.

 

        Με την υπό συζήτηση έφεση, η πλευρά του εφεσείοντα προσβάλλει την ορθότητα της ως άνω κατάληξης. Μέσω των δύο λόγων έφεσης που προωθεί, τους οποίους διασυνδέει με τον 1ο και 2ο λόγους που πρόβαλλε στην αίτηση του για εξασφάλιση σχετικής άδειας, υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν του χορήγησε την αιτούμενη άδεια, αφού το κατώτερο Δικαστήριο, υπό τις  ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το εκκαλούμενο ένταλμα σύλληψης σε βάρος του (1ος λόγος έφεσης). Παράλληλα, υποδεικνύει ότι το κατώτερο Δικαστήριο δεν κατέγραψε, ως όφειλε, την ικανοποίηση του ότι ο εφεσείοντας βρισκόταν εντός της δικαιοδοσίας του συγκεκριμένου δικαστηρίου (2ος λόγος έφεσης).

 

          Για σκοπούς πληρέστερης κατανόησης των ζητημάτων που απασχολούν στην παρούσα, ως έχουν οριοθετηθεί από την πλευρά του εφεσείοντα, κρίνεται χρήσιμη η παράθεση, αδρομερώς και στην έκταση που ενδιαφέρουν για σκοπούς της παρούσας, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, ως τέθηκαν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αποτυπώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Σύμφωνα με αυτά, στις 9.6.2026, η ώρα 22:33, τέθηκε ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου σχετικό αίτημα για έκδοση εντάλματος σύλληψης του εφεσείοντα προς το σκοπό έκδοσης του στης Η.Π.Α. για να δικαστεί στη συγκεκριμένη χώρα, για το αδίκημα της συνωμοσίας προς νομιμοποίηση χρηματικών μέσων. Κατηγορία που περιλαμβάνει συμμετοχή σε χρηματικές συναλλαγές που αφορούν περιουσία προερχόμενη από συγκεκριμένη παράνομη δραστηριότητα, κατά παράβαση νομοθεσίας των Η.Π.Α. Ως τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, στις 28.4.2026, μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπεβλήθη αίτημα προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Η.Π.Α., για την έκδοση του εφεσείοντα στις Η.Π.Α. για να δικαστεί βάσει κατηγορητηρίου που αφορά την πιο πάνω κατηγορία. Με παραπομπή δε στα έγγραφα που αφορούσαν την επιζητούμενη έκδοση, γινόταν περιγραφή  του τρόπου δράσης οργανωμένης ομάδας για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην οποία συμμετείχε και ο εφεσείων, στο ρόλο και στον τρόπο δράσης του τελευταίου στο όλο σχέδιο. Πέραν δε από την παράθεση των αδικημάτων στα οποία εμπίπτουν οι υπό αναφορά εγκληματικές δραστηριότητες στη βάση της Κυπριακής νομοθεσίας, στο σχετικό Όρκο καταγραφόταν επίσης ότι οι αρχές των Η.Π.Α. ενημέρωσαν τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι ο εφεσείων,  Ρωσικής καταγωγής, εντοπίζεται στην Κύπρο με τελευταία γνωστή διεύθυνση διαμονής (η οποία και καταγράφεται) στη Λεμεσό. Σύμφωνα δε με τα στοιχεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Υ.Α.Μ.), η συγκεκριμένη διεύθυνση είναι καταχωρημένη ως η διεύθυνση διαμονής του εφεσείοντα κατά τον χρόνο εγγραφής του στη Δημοκρατία, ως αλλοδαπός. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, ως καταγράφεται στον Όρκο, στις 21/5/2026, έδωσε εξουσιοδότηση για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του εφεσείοντα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Σύμφωνα δε με τον Όρκο που υποστύλωνε το αίτημα, στις 9/6/2026 και ώρα 17:40, o εφεσείων, τα στοιχεία του οποίου εντοπίστηκαν στη βάση δεδομένων ως αναζητούμενο πρόσωπο, εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, με σκοπό να ταξιδέψει στη Γεωργία, δηλώνοντας ότι διαμένει στη Λεμεσό, σε άλλη διεύθυνση από αυτή που ήταν καταχωρημένη ότι διέμενε.

 

        Ως έχει ήδη καταγραφεί, με τον 1ο λόγο έφεσης, αμφισβητείται η δικαιοδοσία του κατώτερου Δικαστηρίου να προχωρήσει στην έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα, δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η διεύθυνση κατοικίας ενός προσώπου, μπορεί να αποτελέσει τη βάση, προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει πως εύλογα πιστεύεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας που κατοικεί. Ωστόσο, προκρίνει, στην υπό συζήτηση περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε όταν έκρινε πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, είχε δικαιοδοσία έκδοσης του προσβαλλόμενου εντάλματος σύλληψης. Επί τούτου, παραπέμποντας στο περιεχόμενο του Όρκου που τέθηκε υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, υποδεικνύει ότι ο εφεσείων, καθ’ ον χρόνο υποβαλλόταν το αίτημα σύλληψης του και  εκδίδετο τούτο, ήταν δεδομένο ότι δεν βρισκόταν εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που εξέδωσε το ένταλμα σύλληψης του. Το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός, σημειώνει, τέθηκε μάλιστα υπόψη του τελευταίου, μέσω του Όρκου που υποστύλωνε το σχετικό αίτημα.  Ούτε η Υπουργική εξουσιοδότηση, συμπληρώνει, υποκαθιστά  ή δύναται να παρακάμψει την ρητή προϋπόθεση του άρθρου 8(1)(α) του Ν.97/1970, την αναγκαιότητα δηλαδή το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται το σχετικό ένταλμα, να ευρίσκεται ή να πιστεύεται ότι ευρίσκεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που καλείται να εκδώσει το ένταλμα.

 

Η δυνατότητα παρέμβασης του Εφετείου, σε περιπτώσεις εφέσεων που αφορούν την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων, είναι όντως οριοθετημένη. (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Aristo Developers Ltd, Αλκιβιάδη Γαβριηλίδου και της Λυδίας Μελίσσα Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 104/2022, ημερ. 6/7/2022, ECLI:CY:AD:2022:B220). Στην Στυλιανού (2015) 1(Β) Α.Α.Δ. 1382, με παραπομπή σε παλαιότερες επί του ζητήματος αποφάσεις, έγινε ειδικότερη αναφορά στις περιπτώσεις που δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου, σε εφέσεις για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται στις περιπτώσεις:

 «(α) Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το Νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες.

 

(β) Όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988, 989, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1992) 1 A.A.Δ. 710).

 

(γ) Όπου υπάρχει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου, εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, λήψη υπόψη άσχετων στοιχείων, μη λήψη υπόψη σχετικών στοιχείων (Νεάρχου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 954, Donald Campbell & Co. Ltd ν. Pollak [1927] A.C. 732, Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473, Young v. Thomas [1892] 2 Ch. 234 και Egerton v. Jones [1939] 3 All E.R. 892). »

 

 

        Στο άρθρο 7 του Ν 97/1970, που τιτλοφορείται «Εξουσιοδότησις προς έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως», ειδικότερα στο εδάφιο (3), προνοείται ότι:

«Επί τη λήψει της αιτήσεως εκδόσεως ο Υπουργός δύναται να χωρήση εις την έκδοσιν εξουσιοδοτήσεως προς έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως, εκτός εφ’ όσον ήθελε κρίνει ότι δεν δύναται κατά νόµον να εκδοθή διάταγµα εκδόσεως του ενδιαφεροµένου προσώπου ή ότι δεν θα ηδύνατο εν τη πραγµατικότητι να εκδοθή διάταγµα εκδόσεως αυτού συµφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόµου.»

 

        Στο αμέσως επόμενο άρθρο του ως άνω νόμου, προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης εντάλματος συλλήψεως προσώπου το οποίο διώκεται για αδίκημα για το οποίο μπορεί να χωρέσει έκδοση, ως και προσωρινού τέτοιου εντάλματος. Ειδικότερα στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 8 του Ν. 97/1970, προβλέπεται ότι:

«(1) ∆ύναται να εκδοθή ένταλµα συλλήψεως προσώπου διωκοµένου δι’ αδίκηµα, δι’ ο δύναται να χωρήση έκδοσις, ή προσώπου καταζητουµένου προς έκτισιν ποινής επιβληθείσης αυτώ µετά καταδίκην αυτού διά τοιούτον αδίκηµα—

 

(α) άµα τη λήψει εξουσιοδοτήσεως διά την έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως, υπό δικαστού του Επαρχιακού ∆ικαστηρίου, εν τη δικαιοδοσία του οποίου ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται το ως άνω πρόσωπον.

 

( β) άνευ τοιαύτης εξουσιοδοτήσεως, υπό του Προέδρου τοιούτου Επαρχιακού ∆ικαστηρίου, άµα ως ήθελε ληφθή καταγγελία ότι το ως είρηται πρόσωπον ευρίσκεται εν τη ∆ηµοκρατία ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται εν τη ∆ηµοκρατία ή καθ’ οδόν προς την ∆ηµοκρατίαν,

 

ένταλµα δε εκδοθέν δυνάµει της παραγράφου (β) ανωτέρω, εν τω παρόντι Νόµω αναφέρεται ως προσωρινόν ένταλµα.

 

(2) ∆ύναται να εκδοθή ένταλµα συλλήψεως δυνάµει του παρόντος άρθρου επί τη προσκοµίσει τοιούτων αποδεικτικών στοιχείων, ως κατά την κρίσιν του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού ∆ικαστηρίου, θα εδικαιολόγουν την έκδοσιν εντάλµατος συλλήψεως προσώπου διωκοµένου διά την διάπραξιν αναλόγου αδικήµατος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, προσώπου καταζητουµένου δι’ έκτισιν ποινής, µετά καταδίκην αυτού δι’ αδίκηµα τι, εντός της δικαιοδοσίας του δικαστού ή του Προέδρου του Επαρχιακού ∆ικαστηρίου.»

 

        Ως προκύπτει από τις ως άνω πρόνοιες του Ν.79/1970, η εξασφάλιση της υπουργικής εξουσιοδότησης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της προβλεπόμενης στο σχετικό Νόμο διαδικασίας έκδοσης. Ωστόσο, η αναγκαία εξουσιοδότηση του αρμόδιου υπουργού πριν από την έκδοση σχετικού εντάλματος σύλληψης στη βάση του άρθρου 8(1)(α) του Ν.97/1970, δεν φαίνεται από μόνη της, να καθιερώνει, ούτε να θεμελιώνει κατά τόπο αρμοδιότητα και δικαιοδοσία σε ένα Επαρχιακό Δικαστήριο για την έκδοση εντάλματος ως το υπό συζήτηση. Η σχετική εξουσιοδότηση, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη δρομολόγηση σχετικής διαδικασίας έκδοσης ενός προσώπου, δεν καθορίζει, άνευ άλλου τινός, την κατά τόπο δικαιοδοσία του δικαστηρίου προς τούτο. Το ζήτημα της κατά τόπο αρμοδιότητας ενός Επαρχιακού Δικαστηρίου για την έκδοση σχετικού εντάλματος σύλληψης, παραμένει αμιγώς νομικό, που αντιμετωπίζεται και ρυθμίζεται στη βάση της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών.

 

        Στο άρθρο 8(1)(α) του Ν.97/1970, καθορίζεται ότι αρμόδιος για την έκδοση εντάλματος σύλληψης στο πλαίσιο της προβλεπόμενης διαδικασίας έκδοσης ενός προσώπου, είναι Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη δικαιοδοσία του οποίου «ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται το ως άνω πρόσωπον.».  Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως είχε τεθεί υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, κατά τον χρόνο που η αρμόδια αρχή απευθύνθηκε για την έκδοση του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης, ο εφεσείων βρισκόταν ήδη στο αεροδρόμιο Λάρνακας, ήτοι, εκτός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, φαίνεται να διακρίνεται από τις περιπτώσεις όπου το πρόσωπο σε βάρος του οποίου εκδίδεται ένταλμα σύλληψης του είδους, διατηρεί την κατοικία του σε συγκεκριμένη επαρχία και, ως εκ τούτου, εύλογα πιστεύεται ότι θα μπορούσε να ευρίσκεται εντός της συγκεκριμένης επαρχίας, κατά τρόπο που να αναλαμβάνει αρμοδιότητα και δικαιοδοσία το δικαστήριο της κατοικίας του, για σκοπούς έκδοσης του προβλεπόμενου στο άρθρο 8(1)(α) εντάλματος σύλληψης.  Ούτε φαίνεται να εντάσσεται στις περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή, γνωρίζοντας τον τόπο κατοικίας ενός τέτοιου προσώπου, απευθύνθηκε ήδη στο Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται η κατοικία του εκδίδοντας το σχετικό ένταλμα σύλληψης, πλην όμως, μεσολάβησε στη συνέχεια η μετακίνηση του τελευταίου εκτός επαρχίας. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη του κατώτερου Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να επέτρεπαν την κατάληξη ότι ο εφεσείων, ευρισκόταν ή εύλογα πιστεύετο ότι ευρισκόταν εντός της επαρχίας του κατώτερου Δικαστηρίου (λόγω της κατοικίας του), αφού, πριν καν απευθυνθεί η αρμόδια αρχή στο Δικαστήριο για έκδοση του σχετικού εντάλματος σύλληψης, ήταν σε γνώση της ότι ο εκζητούμενος, τόσο κατά το χρόνο της υποβολής του αιτήματος, όσο και της έκδοσης του σχετικού εντάλματος σύλληψης, παρά το γεγονός ότι σε προγενέστερο χρόνο παρουσιαζόταν να κατοικεί στη Λεμεσό, εντοπίστηκε και βρισκόταν εκτός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ειδικότερα στην επαρχία Λάρνακας, γεγονός που γνωστοποιήθηκε στο κατώτερο Δικαστήριο.

 

        Στρέφοντας την προσοχή στον 2ο λόγο έφεσης, μέσω του οποίου προβάλλεται ότι το κατώτερο Δικαστήριο λειτούργησε πέραν και ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Κανονισμού 3 της Κ.Δ.Π. 49/1972, με ταυτόχρονη παραπομπή στον έντυπο Τύπος 2, ως προς το τι θα πρέπει να καλύπτει και να περιλαμβάνεται  σε ένταλμα του είδους, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τελευταίος, εκ των πραγμάτων διασυνδέεται με τον πρώτο λόγο έφεσης. Με δεδομένο ότι προϋπόθεση για την έκδοση σχετικού εντάλματος σύλληψης είναι το αναζητούμενο πρόσωπο να βρίσκεται ή να πιστεύεται ότι ευρίσκεται στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου που εκδίδει το σχετικό ένταλμα, η πλευρά του εφεσείοντα υποστηρίζει ότι εγείρεται ζήτημα απόκλισης από το προβλεπόμενο κριτήριο για την διαπίστωση της κατά τόπο αρμοδιότητας, ως αυτό τίθεται με το άρθρο άρθρο 8(1)(α), και όχι απλή απόκλιση από τις πρόνοιες κάποιου εντύπου.

 

        Θεώρηση του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης, επιβεβαιώνει την καταληκτική τοποθέτηση του κατώτερου Δικαστηρίου πως επειδή κατά τη γνώμη του υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου εντάλματος σύλληψης του εφεσείοντα και, επειδή ο τελευταίος βρίσκεται στη Δημοκρατία, διατάσσεται η σύλληψη και προσαγωγή του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Η καταγραφή στο σχετικό ένταλμα, κατά τρόπο γενικό, ότι ο εφεσείοντας κατά τον χρόνο έκδοσης του εκκαλούμενου εντάλματος σύλληψης ευρισκόταν εντός της Δημοκρατίας, προκαλεί τουλάχιστο προβληματισμό, κατά πόσο ικανοποιεί το κριτήριο που προβλέπεται στον σχετικό Κανονισμό, σε συνάρτηση πάντα με το άρθρο 8(1)(α) του Ν.97/1970, όπου γίνεται λόγος για ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι το εκζητούμενο πρόσωπο ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που εκδίδει το ένταλμα.  Τούτων λεχθέντων, η εισήγηση της πλευράς του εφεσείοντα, το ενδεχόμενο δηλαδή η πιο πάνω διαφοροποίηση να ισοδυναμεί τελικά με αντικατάσταση του κριτηρίου που προβλέπεται στο άρθρο 8(1)(α) του Ν.97/1970, όπου γίνεται λόγος για ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι το εκζητούμενο πρόσωπο ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που εκδίδει το ένταλμα, να μην μπορεί εκ των προτέρων να αποκλειστεί.

 

        Είναι καλά εδραιωμένη η αρχή πως στο στάδιο της μονομερούς αίτησης για εξασφάλιση άδειας, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, ούτε εξετάζει την υπόθεση σε βάθος (Base Metal Trading Ltd v. Fastack Development Ltd κ.α. (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1535). Χαμηλό είναι το ύψος του πήχη που πρέπει να υπερπηδηθεί για την κατάδειξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Έχοντας πάντα κατά νου ότι στις περιπτώσεις που δίδεται άδεια, στο πλαίσιο της ακρόασης της αίτησης δια κλήσεως που ακολουθεί, μπορεί να διαλυθούν οι πρώτες εντυπώσεις και αποφεύγοντας συνειδητά την περαιτέρω συζήτηση των πιο πάνω εγειρόμενων  ζητημάτων, προς αποφυγή του κινδύνου να προκαταληφθεί η περαιτέρω πορεία της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη μας ότι, εκ πρώτης όψεως πάντα, φαίνεται να δικαιολογείτο η συζήτηση των πιο πάνω ζητημάτων.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, η Έφεση επιτυγχάνει.

Παρέχεται άδεια στον Εφεσείοντα να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως για την έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari σε σχέση με το ένταλμα σύλληψης του, ημερομηνίας 09/06/2026, ως οι λόγοι 1 και 2 στην Έκθεση που συνοδεύει την αίτηση του ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση να καταχωριστεί εντός δώδεκα (12) ημερών και να επιδοθεί στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

 

Εφόσον η αίτηση καταχωριστεί ως ανωτέρω, ο Πρωτοκολλητής να την ορίσει για οδηγίες σε συνεννόηση με την αδελφή Δικαστή ενώπιον της οποίας θα τεθεί.

 

Τα έξοδα της Έφεσης επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α αν υπάρχει. Θα είναι δε ανακτήσιμα, μόνο σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης με κλήση.

 

 

Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

 

Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

 

ΑΛ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο