ECLI:CY:DD:2023:490
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 1528/2023)
(i-Justice)
14 Νοεμβρίου 2023
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
Α. Π.
Αιτητής,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
1.Υπουργείο Εσωτερικών
2.Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ’ ων η αίτηση
Αίτηση από τους καθ΄ων η αίτηση ημερομηνίας 1/11/23 για αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης
Γ. Χατζηχάννα (κα) Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με Κ. Χατζηδημητρίου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄ εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους αιτητές στην αίτηση/καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χ. Αλεξάνδρου για ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ & ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι για τον καθ΄ου η αίτηση στην αίτηση/αιτητή.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Στις 31.10.23 το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε ακυρωτική απόφαση στην ως άνω προσφυγή καθότι και για τους λόγους που αναλύθηκαν στην δικαστική απόφαση κρίθηκε ότι τα προσβαλλόμενα διατάγματα απέλασης και κράτησης του αιτητή, δεν εκδόθηκαν σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις της σχετικής νομοθεσίας, αφού οι καθ΄ων η αίτηση απέτυχαν να ενεργήσουν, ως η υποχρέωση τους, με βάση τα όσα ρητά προνοούνται στα άρθρα 29 και 30 του Ν. 7 (Ι)/2007.
Κατά της εν λόγω απόφασης, ασκήθηκε η Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου με αρ. 28/23. Την 1.11.23, οι αιτητές στην αίτηση/καθ’ ων η αίτηση στην Προσφυγή καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, δια της οποίας αιτούνται τα ακόλουθα:
«Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ.31/10/2023, η οποία εκδόθηκε στη με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή και έχει εφεσιβληθεί με Έφεση, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης και/ή μέχρι την εκδίκαση της ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου Έφεσης.
(Β) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις.»
Η αίτηση στηρίζεται στο Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στους Κανονισμούς 9(6), 10(2), 18 και 19, στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο του 2015 (Ν. 131 (Ι)/2015), στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί, στο Μέρος 41 σημείο 41.7, στο Μέρος 23, στο Μέρος 25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, και/ή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.35. Θ.Θ. 18 και Δ.19, Δ.48 Θ.Θ. 1-9, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60 ως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) ως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και γενικά, επί των συμφυών εξουσιών, τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, του Διοικητικού Δικαστηρίου, τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την ανάγκη προστασίας των εθνικών συμφερόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τα γεγονότα, επί των οποίων η αίτηση βασίζεται, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας χχχχχ Πολυδώρου Λειτουργού Μετανάστευσης στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, η οποία αναφέρει ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση που επιτάσσουν την έγκριση του αιτήματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου, που υποβάλλεται, μέχρι την τελική εκδίκαση της Έφεσης. Αναφορικά με την καταχωρηθείσα Έφεση υπάρχουν, ως δηλώνει, αρκετές πιθανότητες επιτυχίας της και θα ζητηθεί από το Σεβαστό Εφετείο, η σύντομη εκδίκασης της Έφεσης.
Ειδικότερα υποβάλει η ενόρκως δηλούσα ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και επιτύχει η Έφεση τότε είναι εξαιρετικά πιθανόν να προκύψουν εξαιρετικές δυσχέρειες αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων και συνεπώς της επιτυχούς εκτέλεσης του διατάγματος απέλασης και/ή κράτησης. Τούτο διότι ο αιτητής στην Προσφυγή/καθ΄ου η αίτηση στην παρούσα αίτηση, ως Ευρωπαίος Πολίτης, δεν υποχρεούται στη βάση της κείμενης νομοθεσίας να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τον τόπο διαμονής του αλλά και για οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων του και συναφώς θα καταστεί αδύνατο να ανευρεθεί σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, με αποτέλεσμα να είναι καθόλα ορατός ο κίνδυνος πλήρους αποδυνάμωσης τυχόν επιτυχούς αποτελέσματος της Έφεσης.
Υποστηρίχθηκε περαιτέρω στην ένορκη δήλωση, ότι σε περίπτωση μη αναστολής της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, ο καθ΄ου η αίτηση θα έχει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στη Δημοκρατία, ενώ έχει ήδη κριθεί τόσο από την ΥΑΜ όσο και από τους αιτητές ότι αποτελεί πραγματική, ενεστώσα, και επαρκώς σοβαρή απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας και λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας επιβάλλουν την απέλασή του από τη Δημοκρατία. Το δε Δικαστήριο, ως υποβάλλει η κα Πολυδώρου ακύρωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις για λόγους αιτιολογίας και ουδέποτε έκρινε ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν συνιστά ενεστώσα, πραγματική και σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια της Δημοκρατίας.
Διατείνεται δε η ενόρκως δηλούσα ότι «σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, σε σχέση με την απέλαση Ευρωπαίων πολιτών για ποινικά αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, ως αυτά για τα οποία καταδικάστηκε ο αιτητής, αποτελούν σοβαρή προσβολή θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας και ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προχωρούν στην έκδοση αποφάσεων απέλασης ακόμη και στις περιπτώσεις πολιτών στους οποίους εφαρμόζεται αυξημένη προστασία από την απέλαση σε τέτοιες περιπτώσεις. Και σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με τη νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του ΔΕΕ, η Δημοκρατία είναι ελεύθερη να καθορίζει τις απαιτήσεις της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και να κρίνει κατά πόσον άτομο είναι επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, και το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει να ελέγξει την κρίση αυτών των αρμοδίων αρχών».
Πέραν του ότι με την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος των αιτητών για άσκηση Έφεσης καθώς και η διασφάλιση της αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, υποστηρίζεται από την ομνύουσα ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Εν πάση περιπτώσει, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά ήθελε προκύψει αυτή μπορεί να αποκατασταθεί με χρηματική αποζημίωση.
Καταλήγει η κα Πολυδώρου ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και για τους λογούς που επεξηγήθηκαν ανωτέρω οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, η δε Έφεση θα καταστεί ατελέσφορη και άνευ αντικειμένου.
Δια της καταχωρηθείσας ενστάσεως του ο καθ’ ου η αίτηση, προέβαλλε ότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις και οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι οι οποίοι να καθιστούν αναγκαία την αναστολή της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. Προβάλλεται δε ως λόγος ένστασης ότι δεν αποδεικνύεται η οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή οι καταστρεπτικές συνέπειες που θα επέλθουν σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, η δε τυχόν βλάβη που θα υποστούν οι αιτητές σε περίπτωση μη αναστολής της ακυρωτικής απόφασης είναι κατά πολύ μικρότερη της βλάβης που έχει υποστεί και θα εξακολουθήσει να υφίσταται σε τέτοια αντίθετη περίπτωση ο καθ' ου η αίτηση. Πρόσθετα υποβάλλεται ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης είναι απομακρυσμένες και αυτές πιθανολογούνται γενικά και/ή αόριστα στην αίτηση. Ως επιπρόσθετος λόγος ένστασης εγείρεται ότι οι αιτητές δεν σεβάστηκαν την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου καθότι δεν έχουν συμμορφωθεί ενεργά με την ακυρωτική απόφαση ως όφειλαν στη βάση του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος και συνεπώς δεν προσέρχονται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια καθώς και ότι δεν σεβαστήκαν τα συνταγματικά δικαιώματα του καθ΄ου η αίτηση. Έτερος λόγος ένστασης στηρίζεται στο γεγονός ότι οι αιτητές δεν καταχώρησαν έφεση στη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στα πλαίσια της προσφυγής υπ’ αριθμό 155/2019 και η οποία αφορούσε ακριβώς το ίδιο επίδικο ζήτημα, στηριζόμενη στα ίδια γεγονότα.
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. xxxxx Φωτίου ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον καθ’ ου η αίτηση όπου και εις απάντηση των όσων αναφέρονται από τους αιτητές για το ενδεχόμενο μη εντοπισμού του καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι ο καθ΄ου η αίτηση έχει ισχυρούς δεσμούς με τη Κύπρο, είναι παντρεμένος με παιδί και με καρδιακά προβλήματα και συνεπώς καθίσταται εύκολος ο εντοπισμός του. Αν όμως ο Καθ’ ου η Αίτηση, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, ήθελε εγκαταλείψει τη Δημοκρατία θα είναι αυτό που και οι αιτητές επιδίωκαν και επιδιώκουν. Αναφορικά με το ότι ο καθ΄ου η αίτηση έχει ήδη κριθεί από την ΥΑΜ και τους αιτητές ότι αποτελεί πραγματική ενεστώτα και επαρκώς σοβαρή απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, αντιτείνει ο ενόρκως δηλών ότι ήδη και με βάση το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου η συγκεκριμένη θέση των καθ’ ων η Αίτηση κρίθηκε ότι δεν ευσταθεί και δεν μπορούν οι αιτητές να επιζητούν από το δικαστήριο να καταστεί εφετείο του εαυτού του. Συναφώς υποβάλλεται ότι από τους ισχυρισμούς των αιτητών απουσιάζει το πραγματικό υπόβαθρο που να τους υποστηρίζει, καθότι πέραν από τη καταδίκη του καθ’ ου η Αίτηση, δεν υπάρχει κάτι άλλο στο διοικητικό φάκελο το οποίο να καταμαρτυρεί τον ορατό, ενεστό κίνδυνο αναφορικά με τον καθ΄ου η αίτηση, από τον οποίο, ως δηλώνει, δεν κινδυνεύει ουδείς.
Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τα όσα αναφέρονται περί αναγκαιότητας διασφάλισης του δικαιώματος των αιτητών για άσκηση έφεσης και διασφάλισης της αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης καθότι, ως ισχυρίζεται, τα δικαιώματα των αιτητών δεν είναι υπεράνω των δικαιωμάτων του καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί την ελευθερία του. Σε σχέση δε με το αίτημα για σύντομη εκδίκασης της Έφεσης υποβάλλει ότι οι αιτητές δεν έχουν εξασφαλίσει την άδεια του Εφετείου.
Πρόσθετα και σε αντίλογο των όσων τίθενται στην ένορκη δήλωση της κα Πολυδώρου περί μη ανεπανόρθωτης ζημιάς του καθ΄ ου η αίτηση, ο ενόρκως δηλών τονίζει ότι παρά την ακυρωτική απόφαση ο καθ’ ου η αίτηση συνεχίζει να κρατείται στις φυλακές, όπου αντιμετωπίζει καρδιακά προβλήματα και είναι ορατός ο κίνδυνος να αποβιώσει στη φυλακή μακριά από την οικογένεια και το παιδί του και πως η ζημιά του καθ’ ου η αίτηση σε αυτή τη περίπτωση δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Κάθε ημέρα δε που περνά, σημειώνει, είναι σε βάρος του καθ’ ου η αίτηση και είναι μια ημέρα που δεν θα αναπληρωθεί ποτέ καθότι ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω.
Δόθηκαν σύντομες προθεσμίες από το Δικαστήριο, για την εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων, με τις όποιες οι δυο πλευρές ανέπτυξαν τις θέσεις τους. Η παρούσα αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 9.11.23 και αφού αγόρευσαν και προφορικά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών, η απόφαση επιφυλάχθηκε. Κατά την ακρόαση της αίτησης, η πλευρά των αιτητών δήλωσε πως έχει καταχωρήσει αίτημα για σύντομη εκδίκαση της Έφεσης, το οποίο ως δηλώθηκε δεν είχε λάβει, μέχρι τότε, ημερομηνία ορισμού.
Οι νομολογιακές αρχές που διέπουν την εξέταση τέτοιων αιτημάτων είναι καλά εμπεδωμένες και διαχρονικά δοσμένες.
Κατά πάγια νομολογία, η αναστολή πρωτόδικης απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, όλως ιδιαιτέρως, στο πεδίο της διοικητικής δικαιοδοσίας (Christoudias v. Republic (1985) 3 C.L.R.1615), Αυγουστή κ.α v Δημοκρατίας (Συνεκδικαζόμενες Προσφυγές αρ 898/13, ημερομηνίας 24/4/19) Θαλασσινός ν Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 3517 ) και Fairseas Explorer Shipping Ltd ν. Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων (Προσφυγή. αρ. 862/01, ημερομηνίας 14/3/03).
Στην Ε.Τ.Ε.Κ. ν Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 623, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης, ως η παρούσα, έθεσε το ζήτημα ως ακολούθως:
«Η διασφάλιση της λειτουργίας της πολιτείας μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας καθιστά την αναστολή πραγματικά εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου ότι μετά την ακύρωση, ο παραμερισμός της ακυρωθείσας απόφασης συνιστά μορφή εκτροπής από τη νομιμότητα που αποδυναμώνει την αρχή του κράτους δικαίου στην οποία θεμελιώνεται η κυπριακή πολιτεία (Μαυρομμάτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 1479). Το Δικαστήριο είναι φειδωλό στην παροχή αναστολής εκτέλεσης (Δήμος Έγκωμης ν. Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ. 593). Ουσιαστικά αντενδείκνυται, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις».
Στην Ορφανίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1992) 3 Α.Α.Δ. 44, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι οι ακυρωτικές αποφάσεις είναι δεσμευτικές έναντι πάντων, όπως εξυπακούεται από τη φύση τους και όπως επιβάλλει η αρχή του κράτους δικαίου. Εφόσον ασκηθεί έφεση, η ακυρωτική απόφαση είναι δυνατόν να ανασταλεί στα πλαίσια της Δ.35 Θ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, μια τέτοια δε αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και παρέχεται μόνον εφόσον συντρέχουν προς τούτο, εξαιρετικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν.
Το τι συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις, σύμφωνα με την πάγια νομολογία είναι δύσκολο να προκαθοριστεί καθώς μπορεί να αναδύεται από το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, αλλά αναμφίβολα συσχετίζεται με τις συνέπειες εφαρμογής της πρωτόδικης απόφασης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το δε εξαιρετικό των περιστάσεων, ως λέχθηκε και στην Ιερωνυμίδης ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 2321 πρέπει να προκύπτει από το συσχετισμό, αφενός, των συνεπειών της άμεσης εφαρμογής της ακυρωτικής απόφασης και των δυσχερειών, αφετέρου, αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης.
Σε κάθε περίπτωση, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, θα πρέπει να διατηρείται ισοζύγιο μεταξύ των δικαιωμάτων του επιτυχούς διάδικου και των δικαιωμάτων του. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147,)Katarina Shipping v. Ship "Poly" (1978) 1 C.L.R. 355), Christoudias v. Republic (1985) 3 C.L.R. 1615). Ως εκ τούτου το εξαιρετικό αυτό μέτρο μπορεί να διαταχθεί στην περίπτωση που τυχόν απόρριψη της αίτησης για αναστολή θα επιφέρει την πλήρη αποδυνάμωση του αποτελέσματος της έφεσης,αν η τελευταία τελικά επιτύχει(Christophorou and Others (No.2) v. Republic (1985)3 C.L.R. 676) και Ραδιοτηλεοπτικές Υπηρεσίες Αντεννα Ρ.Τ. Λτδ και τώρα Αντεννα TV Λτδ v. Υπουργικού Συμβουλίου (1995) 4 Α.Α.Δ. 478). Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση (Δημητρούδης Μιχάλης ν. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη, (2011) 1 Α.Α.Δ. 687).
Οι πιο πάνω νομολογιακές κατευθυντήριες αρχές, συνοψίστηκαν και επαναλήφθηκαν από την Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου, κατά την εξέταση όμοιου αιτήματος, στην υπόθεση Χατζηπαναγιώτη κ.ά. ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, (Υπόθεση αρ. 6182/2013, ημερομηνίας 24.4.2019).
Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές καθώς και τους διαδικαστικούς κανονισμούς που διέπουν τέτοια αιτήματα και αποτελούν και τη νομική βάση της παρούσας αίτησης και αφού εξέτασα με προσοχή τους ισχυρισμούς των δυο πλευρών, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την αναστολή της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης.
Οι αιτητές διατείνονται ότι θα υπάρξουν εξαιρετικές δυσχέρειες αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης «και συνεπώς της επιτυχούς εκτέλεσης των διαταγμάτων απέλασης και/ή κράτησης» διότι σύμφωνα πάντοτε με τα όσα αναγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αιτήση, ο καθ΄ου η αίτηση ως ευρωπαίος πολίτης δεν θα υποχρεούται να ενημερώσει τις αρχές για τη διαμονή του και ως εκ τούτου θα καταστεί αδύνατο να ανευρεθεί με αποτέλεσμα να καθίσταται ορατός ο κίνδυνος αποδυνάμωσης τυχόν επιτυχούς αποτελέσματος της έφεσης. Δεν θα συμφωνήσω. Επί τούτου, παρατηρώ ότι οι συγκεκριμένες θέσεις των αιτητών στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στο υποθετικό και αβέβαιο ενδεχόμενο μη εντοπισμού του καθ΄ου η αίτηση, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν είναι τέτοιες ώστε να δυσχεραίνουν εξαιρετικά, ως η εισήγηση τους, την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης και αποδυναμώνουν το αποτέλεσμά της έφεσης εάν αυτή τελικά επιτύχει (HERMES AIRPORTS LTD και Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας (Υπόθεση αρ. 921/14, ημερομηνίας 12/5/21) Εμμανουήλ Βασιλείου v Αρχής Λιμένων Κύπρου (1994) 4Β Α.Α.Δ 1177). Πέραν των όσων προβάλλει ο καθ΄ου η αιτήση αναφορικά με τους ισχυρούς δεσμούς που ενέχει με τον τόπο, ήτοι παντρεμένος με κύπρια πολίτη, πατέρας κυπρίων τέκνων και με σοβαρά προβλήματα υγείας που χρήζουν τακτικής παρακολούθησης- δεδομένα τα οποία συνιστούν από μόνα τους ισχυρό αντίλογο και μειώνουν σοβαρά εν προκειμένω τον ισχυρισμό περί υποτιθέμενου κινδύνου μη εντοπισμού του- οι πιο πάνω εισηγήσεις των αιτητών παραβλέπουν, εν πάση περιπτώσει, την ύπαρξη κρατικών και διεθνών μηχανισμών που θα μπορούσαν να συντελέσουν, ως αρμόδιοι φορείς, στον εντοπισμό του καθ΄ου η αίτηση και στην επιτυχή εκτέλεση διαταγμάτων κράτησης και απέλασης.
Ούτε όμως μπορώ να δεχθώ τη θέση των αιτητών ότι το εξαιρετικό των περιστάσεων προκύπτει από το γεγονός ότι ο καθ΄ου η αίτηση σε περίπτωση μη έκδοσης της αιτουμένης αναστολής θα έχει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στη Δημοκρατία ενώ κρίθηκε από την ΥΑΜ και τους καθ΄ων η αίτηση ότι συνιστά ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, κρίση η οποία κατά τη θέση τους ουδόλως ανατράπηκε από το παρόν Δικαστήριο.
Εν πρώτοις παρατηρώ ότι τα όσα προβάλλονται τέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και εξεταστήκαν κατά την εκδίκαση της Προσφυγής και ουδεμία αρμοδιότητα έχει το παρόν Δικαστήριο να επανακρίνει τα ίδια ζητήματα καθώς και τα συνακόλουθα ευρήματα του για σκοπούς της παρούσας αίτησης, αρμοδιότητα η οποία ανήκει αποκλειστικά στο αρμόδιο Εφετείο.
Αρκούμαι όμως να τονίσω ότι τα όσα προβάλλουν οι αιτητές ως επιχείρημα, προς υποστήριξη του αιτήματος τους, δεν συνάδουν με τα ευρήματα της ακυρωτικής απόφασης(JEHOVAH'S WITNESSES CONGREGATION (CYPRUS) LIMITED v Υπουργός Εσωτερικών (1992 4Δ ΑΑΔ2545). Συγκεκριμένα το παρόν Δικαστήριο, στη βάση της κείμενης νομοθεσίας, αποφάνθηκε ότι οι καθ’ ων η αίτηση στην Προσφυγή επανέλαβαν με την προσβαλλόμενη απόφαση τους τις ίδιες νομικές πλημμέλειες που εντόπισε στην απόφαση του το Διοικητικό Δικαστήριο στην υπόθεση Αντρέα Παπαδόπουλου v. Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ. 155/19, ημερομηνίας 6/10/22) αντικείμενο της οποίας ήταν και πάλι διάταγμα απέλασης του αιτητή, με επακριβώς όμοια αιτιολόγηση απόφασης με αυτήν που κρίθηκε ως πάσχουσα από το παρόν Δικαστήριο. Το διαπιστωθέν σφάλμα έγκειτο στο ότι η μοναδική αιτιολογία που καταγράφετο στο σώμα της πράξης προς υποστήριξη της κρίσης των καθ΄ων η αίτηση ότι η προσωπική συμπεριφορά του αιτητή συνιστά πραγματική ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την ποινική καταδίκη του εκεί αιτητή για αδικήματα που διέπραξε, κατά παράβαση του άρθρου 29 (3) (β) του Ν. 7 (Ι)/2007, σύμφωνα με το οποίο η ποινική καταδίκη δεν μπορεί «αφ΄εαυτης» να στοιχειοθετήσει τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης. Περαιτέρω το παρόν Δικαστήριο καθοδηγούμενο από τη δεσμευτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κ. Α. Preston και Υπουργείο Εσωτερικών (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 189/19, ημερομηνίας 10/12/2020) έκρινε ότι εν τη απουσία οποιασδήποτε ρητής αναφοράς στην αιτιολόγηση της ίδιας της απόφασης επί των καθοριζόμενων νομοθετικά παραμέτρων του άρθρου 30 του Νόμου, η απαιτούμενη εκ του Νόμου αξιολόγηση των κριτηρίων αυτών και η συνακόλουθη απαιτούμενη αιτιολόγηση δεν μπορούσε να αναπληρωθεί αλλά ούτε και το Δικαστήριο μπορούσε να προβεί σε πρωτογενή μελέτη και αξιολόγηση των στοιχείων της υπόθεσης.
Συναφώς ούτε και η παραπομπή, η οποία επαναλαμβάνεται και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Ρ.Ι κατά Oberbürgermeisterin der Stadt Remscheid (C 348/2009, ημερομηνίας 22/5/12) μπορεί να υποστηρίξει το παρόν αίτημα των αιτητών και να τεκμηριώσει αφ΄ ευατής τη θέση ότι ο καθ΄ου η αίτηση αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη, αφού και η ίδια η απόφαση, την οποία οι αιτητές αποσπασματικά επικαλούνται, αναφέρει ότι «προτού λάβει απόφαση περί απελάσεως, το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη διάρκεια παραμονής του οικείου προσώπου στην επικράτειά του, την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του, την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, την κοινωνική και πολιτιστική ενσωμάτωσή του στο κράτος μέλος υποδοχής και το εύρος των δεσμών του με τη χώρα καταγωγής», παράμετροι που προβλέπονται ρητώς και στο άρθρο 30 του Νόμου.
Τούτων λεχθέντων και στα πλαίσια του νομολογιακού παράγοντα που οφείλω να λάβω υπόψη περί εξισορρόπησης του ισοζυγίου των δικαιωμάτων των αιτητών και του καθ΄ου η αίτηση, ήτοι αφενός της άμεσης κατά κανόνα απόλαυσης των καρπών της επιτυχίας του καθ΄ου η αίτηση και αφετέρου της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην μείνει κενή περιεχομένου, δεν μπορώ να δεχτώ τον ισχυρισμό των αιτητών ότι είναι αυτοί που υφίστανται ανεπανόρθωτη ζημία και όχι ο καθ΄ου η αίτηση, του οποίου ως εισηγούνται η ζημιά, είναι εν παση περιπτώσει αποτιμητή σε χρήμα.
Εν προκειμένω, παραχώρηση της αιτουμένης αναστολής δεν θα σημαίνει τίποτα άλλο από το ότι η διοίκηση θα ενεργεί ωσάν να μην έχει εκδοθεί η ακυρωτική απόφαση. Συνεπώς αναστολή της εκδοθείσας απόφασης θα ισοδυναμούσε με εξουδετέρωση του αποτελέσματος της πρωτόδικης απόφασης και αναβίωση των διαταγμάτων απέλασης και/ή κράτησης (Θαλασσινός ν Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 3517 ). Παρατηρώ ότι δεν έχει προβληθεί οτιδήποτε, που θα μπορούσε να αντισταθμίσει το δικαίωμα του καθ΄ου η αίτηση να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του και να παραμείνει ελεύθερος χωρίς να απελαθεί. Η δε στέρηση ενός τέτοιου δικαιώματος για τους λόγους που ισχυριστήκαν οι αιτητές θα συνιστούσε ανοχή της συνέχισης της παρανομίας που διαπιστώθηκε με την ακυρωτική απόφαση, ως λέχθηκε και στην Christoudias v. Republic (ανωτέρω).
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νίκη Πίτσιακκου v Δημοκρατίας (Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις αρ. 2445/2006 κ.α, ημεομηνίας 9/7/2009) λέχθηκαν τα εξής σχετικά ως προς το υπό εξέταση ζήτημα (η έμφαση προστέθηκε):
«Έχω καταλήξει και μάλιστα χωρίς δυσκολία, ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για αναστολή. Αν δοθεί η αναστολή, αυτή θα επιφέρει περισσότερα προβλήματα παρά η άρνηση παραχώρησης αναστολής. Η παραχώρηση αναστολής, όπως την αντιλαμβάνονται οι καθών η αίτηση (αιτητές στην παρούσα) είναι να επανέλθει η κατάσταση που ακυρώθηκε με την απόφαση της 15/4/09 και να ενεργεί η διοίκηση ωσάν να μην είχε εκδοθεί ποτέ η απόφαση. Αυτή δε θα είναι απλώς αναστολή, αλλά αναβίωση της ακυρωθείσας απόφασης[…].Κρίνω ότι η άρνηση παραχώρησης της αναστολής δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την καταχωρηθείσα έφεση, ούτε την καθιστά άνευ σημασίας. Καμία ζημιά και μάλιστα, ανεπανόρθωτης φύσης, δεν βλέπω να προκαλείται στους αιτητές (καθών η αίτηση στις προσφυγές). »
Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, σημειώνω ότι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στην υπόθεση Μ.Ι και Δημοκρατίας (Προσφυγή αρ. 947/20, ημερομηνίας 25/9/23) στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά των αιτητών κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, διαφοροποιείται ουσιωδώς από τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης αφού αφορά αίτημα αναστολής εκτέλεσης ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγραφών και όχι ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, ως η παρούσα.
Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό των αιτητών ότι υπάρχουν αρκετές πιθανότητες επιτυχίας της εκκρεμούσας Έφεσης, επισημαίνω ότι κατά πάγια νομολογία, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις καθότι μόνο όπου μπορεί να υπάρξει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147). Δοθέντος των ανωτέρω, περιορίζομαι στη διαπίστωση ότι το αποτέλεσμα της εκκρεμούσας Έφεσης δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα και συνεπώς ο παράγοντας αυτός δεν αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας.
Ούτε όμως ευσταθεί ο ισχυρισμός των αιτητών, που αναπτύσσεται στη γραπτή τους αγόρευση, ότι σε περίπτωση μη παραχώρησης του αιτουμένου διατάγματος, η καταχωρηθείσα Έφεση θα καταστεί άνευ αντικείμενου καθότι οι αιτητές θα πρέπει να συμμορφωθούν με το ακυρωτικό αποτέλεσμα και να επανεξετάσουν. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε την Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Χατζηπαναγιώτη κ.α (ανωτέρω), όπου με παραπομπή στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις Αρ. 2/2016 & 7/2016, Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου κ.α., ημερομηνίας 3.3.2017, έκρινε τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης:
«[…]η συμμόρφωση με την προηγηθείσα ακυρωτική απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου και η εφαρμογή αυτής από το Πανεπιστήμιο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι το τελευταίο παρεμποδίζεται ταυτόχρονα να αμφισβητεί δια εφέσεως την πρωτόδικη απόφαση. Αυτή ήταν η προσέγγιση που ακολουθήθηκε και από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρόσφατη απόφασή της (πλειοψηφίας) στις Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις Αρ. 2/2016 & 7/2016, Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου κ.α., ημερ. 3.3.2017, όπου τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
«Η Διοίκηση είχε υποχρέωση συμμόρφωσης με την πρωτόδικη απόφαση μέχρι την τυχόν ανατροπή της. Τέτοια συμμόρφωση δεν δημιουργεί κώλυμα, στη Διοίκηση, να αμφισβητήσει την ορθότητα της απόφασης ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές από τα ενώπιον μας στοιχεία, ότι η συμμόρφωση έγινε όχι επειδή η Διοίκηση συμφωνούσε με την ορθότητα της απόφασης, αλλά για λόγους σεβασμού προς τις αποφάσεις των Δικαστηρίων».
Σημειώνεται ότι τα λεχθέντα στην απόφαση της Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (ανωτέρω) επαναβεβαιώθηκαν στην μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημοκρατία ν. Ποταμίτου (Συνεκδικαζόμενες Εφέσεις Αρ. 59/2020 & 104/2020 κ.α., ημερομηνίας 7.6.2021).
Συναφώς, επισημαίνω, ότι ούτε η θέση του καθ’ ου η αίτηση ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι δεν συμμορφώθηκαν με την ακυρωτική απόφαση, μπορεί να γίνει δεκτή. Ως λέχθηκε και στη Χατζηπαναγιώτη (ανωτέρω), όπου εγέρθηκε ο ίδιος λόγος ένστασης, σε αίτημα όμοιο με το υπό εξεταση «δεν συνιστά προϋπόθεση του παραδεκτού της παρούσας αίτησης η προηγούμενη συμμόρφωση με το ακυρωτικό αποτέλεσμα».
Συνεπώς και στη βάση των ανωτέρω καταλήγω ότι δεν έχει εξειδικευθεί οτιδήποτε που να ξεχωρίζει ως εξαιρετικό ούτε ως προς τις δυσχέρειες αποκατάστασης της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης αλλά ούτε και ως προς το ότι η τυχόν απόρριψη της αιτούμενης αναστολής θα επέφερε την πλήρη αποδυνάμωση του αποτελέσματος της Έφεσης, αν η τελευταία τελικά επιτύχει.
Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που η νομολογία επιτάσσει, για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Κατά συνέπεια η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα €600 πλέον Φ.Π.Α υπέρ του καθ΄ου η αιτηση στην αίτηση/αιτητή και εναντίον των αιτητών στην αίτηση/καθ΄ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.