Α. Α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑ-ΞΕΩΣ, Υπόθεση Αρ. 487/2021, 31/1/2025
print
Τίτλος:
Α. Α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑ-ΞΕΩΣ, Υπόθεση Αρ. 487/2021, 31/1/2025
Ημερομηνία:
31 Ιανουαρίου 2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(Υπόθεση Αρ. 487/2021)

 

31 Ιανουαρίου 2025

 

[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]

 

Α. Α.

Αιτητής

ν.

         

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ

1.   ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ

2.   ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

Καθ’ ων η Αίτηση

………………………….

Στέλλα Αγγελίδου (κα) για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

 

Θάσος Χατζηλούκα για Γενικό Εισαγγελέα, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Παναγιώτα Ζαχαρία (κα) για Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε., για το ενδιαφερόμενο μέρος Μ. Α.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής ζητά την ακύρωση της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση της οποίας έλαβε γνώση κατόπιν ανακοίνωσης προς το προσωπικό ημερομηνίας 12.3.2021 να προαγάγει στη θέση ανώτερου αστυνόμου τα ενδιαφερόμενα μέρη Κ. Κ. και Μ. Α. αντί του ιδίου.

 

Οι κενές επίδικες θέσεις προαγωγής ήταν πέντε. Για σκοπούς αξιολόγησης, διορίστηκε τριμελής επιτροπή αξιολόγησης η οποία κατέληξε ότι οι υποψήφιοι είναι δεκαεννέα. Η επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τις γραπτές απόψεις των αρμόδιων Βοηθών Αρχηγών, Αστυνομικών Διευθυντών και Διοικητών και αφού τις έλαβε, προχώρησε στην αξιολόγηση των υποψηφίων αξιολογώντας σε αξία και προσόντα ως εξαίρετους τον αιτητή και το ενδιαφερόμενο μέρος Α. και το ενδιαφερόμενο μέρος Κ. ως εξαίρετο στην αξία και πάρα πολύ καλό στα προσόντα. Σε αρχαιότητα, ο αιτητής είναι δέκατος, το ενδιαφερόμενο μέρος Κ. δεύτερος και το ενδιαφερόμενο μέρος Α. δέκατος πέμπτος. Ο καθ’ ου η αίτηση 1 με έκθεσή του προς τον καθ’ ου η αίτηση 2 σύστησε ως καταλληλότερους για προαγωγή, μεταξύ άλλων, τα ενδιαφερόμενα μέρη.  Ακολούθως, ο καθ’ ου η αίτηση 2 αποφάσισε την προαγωγή πέντε προσώπων μεταξύ των οποίων και τα ενδιαφερόμενα μέρη.

 

Οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλει ο αιτητής συνοψίζονται σε αντίθεση της έκθεσης της επιτροπής αξιολόγησης και της σύστασης του καθ’ ου η αίτηση 1 με τα στοιχεία των φακέλων και αοριστία της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση 2.

 

Εισηγείται ο αιτητής ότι υπερέχει σε προσόντα του ενδιαφερόμενου μέρους Κ. επειδή κατέχει πτυχίο και μεταπτυχιακό ενώ το εν λόγω ενδιαφερόμενο μέρος απολυτήριο και του ενδιαφερόμενου μέρους Α. επειδή παρακολούθησε περισσότερα σεμινάρια. Σε σχέση με την αρχαιότητα, ο αιτητής εισηγείται ότι υπερέχει του ενδιαφερόμενου μέρους Α. κατά δύο χρόνια και ότι ενώ δεν υπερέχει του ενδιαφερόμενου μέρους Κ. η διαφορά στα προσόντα που κατέχουν δεν λήφθηκε υπόψη.

 

Αρχίζοντας από την αρχαιότητα, ο αιτητής προάχθηκε στην τελευταία θέση στις 8.9.2019 ως επίσης και το ενδιαφερόμενο μέρος Α. ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος Κ. στις 25.1.2015. Δηλαδή, η υπεροχή του ενδιαφερόμενου μέρους Κ. σε αρχαιότητα είναι τέσσερα έτη και επτά μήνες περίπου. Στην περίπτωση του αιτητή και του ενδιαφερόμενου μέρους Α., η επιτροπή αξιολόγησης αποφάσισε – ως καταγράφεται στην έκθεσή της – ότι σε περίπτωση υποψηφίων με την ίδια ημερομηνία προαγωγής, θα λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία προαγωγής στον προηγούμενο βαθμό.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση της επιτροπής αξιολόγησης για έκαστο υποψήφιο, ο αιτητής υπερέχει σε αρχαιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους Α. κατά σχεδόν δύο έτη τρεις προαγωγές πριν. Δηλαδή, ο αιτητής προάχθηκε στη θέση ανώτερο υπαστυνόμου στις 18.12.2009 ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος Α. στις 5.12.2011.

 

Τα προσόντα, ως καταγράφει στην έκθεσή της η επιτροπή αξιολόγησης, αξιολογούνται ως εξής:

 

«Όσον αφορά στα προσόντα, επειδή στον Κανονισμό 22(3), δεν καθορίζεται ο τρόπος αξιολόγησης τους, η Επιτροπή Αξιολόγησης αποφάσισε όπως οι υποψήφιοι κατατάσσονται στις κατηγορίες: «εξαίρετος», «πάρα πολύ καλός», «πολύ καλός» και «καλός», αφού ληφθούν υπόψη:

·          τα Ακαδημαϊκά Προσόντα (Δίπλωμα, Πτυχίο, Μεταπτυχιακό, Διδακτορικό σε αναγνωρισμένους Κλάδους Σπουδών από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ, τα οποία έχουν συνάφεια με Αστυνομικά καθήκοντα),

·          η Ευρύτητα Εμπειριών (Τμήματα, Διευθύνσεις, Μονάδες και Υπηρεσίες που έχει ευδόκιμα υπηρετήσει),

·          οι Διακρίσεις (π.χ. Επαμειβόμενο Κύπελλο, Πρωτεύσας Αστυνομικός, Ηθικές και Υλικές Αμοιβές κ.λπ.),

·          η Πολύ Καλή Γνώση Ξένης Γλώσσας ή Γλωσσών (με βάση τα αποδεκτά τεκμήρια που καθορίζονται από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας).

·          οι Εκπαιδεύσεις στην Κύπρο και στο εξωτερικό,

·          οι Εξειδικευμένες Γνώσεις (π.χ. γραφολογία, βαλλιστική, φωτογραφία, σχεδιαγράφηση σκηνών εγκλημάτων/δυστυχημάτων, πυροτεχνουργός κ.λπ.) και

·          άλλα Διπλώματα / Πιστοποιητικά (π.χ. ναυαγοσωστική, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, Εκπαιδευτές Α' Βοηθειών ή Αστυνομικών Θεμάτων κ.λπ.).»

 

Στη βάση των πιο πάνω παραμέτρων προκύπτουν τα ακόλουθα δεδομένα για τους τρεις υποψήφιους:

 

Αιτητής

- Απολυτήριο λυκείου

- Πτυχίο

- Μεταπτυχιακό

- Υπηρεσία από το 1990 σε διάφορα τμήματα

- Μία ηθική αμοιβή, δύο μετάλλια αξίας και τιμής Β και Γ τάξης, μετάλλιο αστυνομικής αξίας Β τάξης

- Τριάντα οκτώ σεμινάρια στην Κύπρο και δεκαπέντε στο εξωτερικό

- Πολύ καλή γνώση Αγγλικών

- Άλλα πιστοποιητικά όπως ηλεκτρονικών υπολογιστών και ναυαγοσωστικής.

 

Ενδιαφερόμενο μέρος Α.

-      Απολυτήριο λυκείου

-      Πτυχίο

-      Μεταπτυχιακό

-      Υπηρεσία από το 1994 του σε διάφορα τμήματα

-      Μία ηθική αμοιβή, ένα μετάλλιο πρωτεύσαντα δόκιμου αστυνομικού, μετάλλιο αξίας και τιμής Β τάξης και μετάλλιο αστυνομικής αξίας Β τάξης

-      Είκοσι τέσσερα σεμινάρια στην Κύπρο και έξι στο εξωτερικό

-      Πολύ καλή γνώση Αγγλικών

-      Πιστοποιητικό ναυαγοσωστικής.

 

Ενδιαφερόμενο μέρος Κ.

-      Απολυτήριο λυκείου

-      Υπηρεσία από το 1981 σε διάφορα τμήματα

-      Δύο ηθικές αμοιβές, ένα μετάλλιο αξίας και τιμής Β τάξης, μετάλλιο αστυνομικής αξίας Β τάξης

-      Τριάντα οκτώ σεμινάρια στην Κύπρο και δεκαοκτώ στο εξωτερικό

-      Πολύ καλή γνώση Αγγλικών

-      Άλλα πιστοποιητικά όπως ηλεκτρονικών υπολογιστών και ναυαγοσωστικής.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το ενδιαφερόμενο μέρος Κ. κατέχει μόνο απολυτήριο λυκείου σε αντίθεση με τον αιτητή και το ενδιαφερόμενο μέρος Α. που κατέχουν και πτυχίο και μεταπτυχιακό αλλά παρακολούθησε ελαφρώς περισσότερα σεμινάρια από τον αιτητή. Το ενδιαφερόμενο μέρος Α. παρακολούθησε λιγότερα σεμινάρια και από τους δύο και κατέχει λιγότερα άλλα πιστοποιητικά.

 

Τα δεδομένα των υποψηφίων όπως καταγράφηκαν από την επιτροπή αξιολόγησης στην έκθεσή της δεν είναι ασύμφωνα με τα στοιχεία των φακέλων ως εισηγείται ο αιτητής. Αυτό που παρατηρεί κάποιος είναι ότι παρά τις διαφορές μεταξύ των τριών υποψηφίων, η επιτροπή αξιολόγησης αξιολόγησε στα προσόντα το ενδιαφερόμενο μέρος Α. ως εξαίρετο όμοια, δηλαδή, με τον αιτητή και το ενδιαφερόμενο μέρος Κ. ως πάρα πολύ καλό. Από την αξιολόγηση αυτή προκύπτει, αφενός, ότι η κατοχή πτυχίου και μεταπτυχιακού από τον αιτητή και το ενδιαφερόμενο μέρος Α. σε αντίθεση με την κατοχή μόνο απολυτηρίου από το ενδιαφερόμενο μέρος Κ., δεν ήταν αρκετή για να προκύψει μεγαλύτερη διαφορά στη μεταξύ τους αξιολόγηση προφανώς λαμβάνοντας υπόψη και τα άλλα προσόντα του ενδιαφερόμενου μέρους Κ.. Αφετέρου, αυτά τα άλλα προσόντα στα οποία,  όπως αναφέρεται πιο πάνω, υπερτερεί ο αιτητής έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους Α. δεν αρκούσαν για να αξιολογηθεί ο αιτητής καλύτερα από το ενδιαφερόμενο μέρος Α..

 

Εντούτοις, η επιτροπή αξιολόγησης αιτιολόγησε την κρίση της όταν αξιολόγησε το ενδιαφερόμενο μέρος Α. ως εξαίρετο στα προσόντα ως ακολούθως:

 

«Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τα κριτήρια που αναφέρονται στο Πρακτικό της 4ης Συνεδρίας της, ημερομηνίας 22/01/2021 (Παράρτημα Ι’) και ειδικότερα:

(α)     το Πτυχίο Νομικής (αναγνωρισμένο από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.) και το Μεταπτυχιακό «Criminology and Criminal Justice» (αναγνωρισμένο από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.)

(β)     την ευρύτητα εμπειριών που διαθέτει (Διευθυντής Γραφείου Αρχηγού),

(γ)     τις διακρίσεις του (Μία Ηθική Αμοιβή και το Μετάλλιο Πρωτεύσαντα Δόκιμου Αστυνομικού),

(δ)     τις εκπαιδεύσεις που παρακολούθησε τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό (Εκπαίδευση στην Εθνική Ακαδημία του F.B.I.),

(ε)      τα γενικά μορφωτικά του προσόντα, τις ικανότητες και δεξιότητές του, την κατάρτιση και ειδίκευσή του,

καταλήγει στη διαπίστωση ότι, ο Αστυνόμος Α’ Μ. Α. είναι εξαίρετος στα προσόντα.»

 

Η πιο πάνω αιτιολογία κρίνω ότι εκφράστηκε στα εύλογα πλαίσια της άσκησης διακριτικής ευχέρειας του οργάνου το οποίο δεν αρκεί να ασκεί μόνο μηχανιστική σύγκριση των υποψηφίων αλλά εφόσον αιτιολογεί την κρίση του και η κρίση του δεν εκφεύγει των ορίων, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει.

 

To ίδιο εύλογη κρίνω ότι είναι και η σύσταση του καθ’ ου η αίτηση 1 η οποία είναι η πιο κάτω:

 

«Εκτιμώντας το εύρος των αστυνομικών καθηκόντων και την προέκταση αυτών στους τομείς δράσης του οργανισμού και παρόλο που όλοι οι προαναφερόμενοι τίτλοι που κατέχουν οι υποψήφιοι αποτελούν αναγνωρισμένους τίτλους σπουδών, εντούτοις δεν μπορώ να παραγνωρίσω την υπεροχή κάποιων από αυτών έναντι άλλων, ως προς το γνωστικό τους αντικείμενο, με κριτήριο τη συνάφεια αυτών με τα αστυνομικά καθήκοντα και τη σημαντικότητα τους στη διεκπεραίωση του έργου και της αποστολής της Αστυνομίας. Τίτλοι σπουδών όπως αυτός της Νομικής, της Εγκληματολογίας, της Εγκληματολογικής Δικαιοσύνης, της Δημόσιας Διοίκησης, του Police Management και του Οικονομικού Δικαίου, υπερέχουν έναντι των υπολοίπων, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, και κατά την κρίση μου συγκεντρώνουν τις ιδιότητες εκείνες που τους καθιστούν πλήρως συναφή με τα καθήκοντα, το έργο και την αποστολή της Αστυνομίας, αλλά και αποτελούν εχέγγυο για να συμβάλλουν στην επιτυχία του κατέχοντα αυτών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της θέσης του Ανώτερου Αστυνόμου.

Λαμβάνοντας δε υπόψη την υπεροχή που αποδίδει η νομολογία στο πτυχίο νομικής και τον χαρακτηρισμό που του δίδει ως απόλυτα σχετικό και άρρηκτα συνδεδεμένο με τα αστυνομικά καθήκοντα, κρίνω ότι ο Μ. Α. και ο […] με το πτυχίο νομικής που κατέχον υπερισχύουν των υπολοίπων. Παρόλα αυτά ο Μ. Α. υπερισχύει του […] καθότι είναι κάτοχος και μεταπτυχιακού στον τομέα της Εγκληματολογίας και της Εγκληματολογικής Δικαιοσύνης. Από την άλλη, ο […], ο […], ο Α. Α., ο […] είναι ίσοι, καθότι κατέχουν τίτλους σπουδών σχετικούς με τα αστυνομικά καθήκοντα, και υπερισχύουν των υπολοίπων υποψηφίων, πλην του Μ. Α. και του […].

[…]

Η θέση προαγωγής στον βαθμό του Ανώτερου Αστυνόμου, η τέταρτη σε σειρά θέση στην ιεραρχία, βρίσκεται κάτω από τον Αρχηγό και Υπαρχηγό και τον Βοηθό Αρχηγό. Αποτελεί την πρώτη σε σειρά ιεραρχική θέση στην Ανώτερη Ηγεσία και αποτελεί θέση νευραλγικής και υψίστης σημασίας, για να καταστεί η αποστολή της Αστυνομίας επιτυχημένη και αποτελεσματική. Ως εκ τούτου τα μέλη που τις καταλαμβάνουν πρέπει να κατέχουν θεωρητική / επαγγελματική κατάρτιση, καθώς και πρακτική εξάσκηση και επιχειρησιακή δράση σε πολύ υψηλό επίπεδο. Παράλληλα, πρέπει να περιβάλλονται με ηγετικές / διοικητικές ικανότητες, αλλά και με ικανότητα άσκησης αποτελεσματικής διεύθυνσης, οργάνωσης, συντονισμού, ελέγχου και επινόησης τρόπων και επίλυσης προβλημάτων σε υψηλό επίπεδο.

[…]

Ο Κ. Κ. είναι δεύτερος σε αρχαιότητα στον προηγούμενο βαθμό. Εκτελεί καθήκοντα Διοικητή της Μηχανοκίνητης Μονάδας Αμέσου Δράσεως (Μ.Μ.Α.Δ). Έχει παρακολουθήσει αριθμό εκπαιδεύσεων στην Κύπρο και στο εξωτερικό με κυριότερες στα θέματα προστασίας προσωπικοτήτων, αστυνόμευσης ποδοσφαιρικών αγώνων, αντιμετώπισης καταστάσεων κρίσεως, καταστολής οχλαγωγιών/διαδηλώσεων και τρομοκρατιών επεισοδίων. Έχει λάβει δύο Ηθικές Αμοιβές. Πρόκειται για εξαίρετο αξιωματικό με ανεπτυγμένο το αίσθημα της πειθαρχίας. Παρόλο που δεν είναι κάτοχος πτυχίου ή/και μεταπτυχιακού, η μακρόχρονη υπηρεσία του στη Μ.Μ.Α.Δ., οι εμπειρίες που αποκόμισε σε συνδυασμό με τις εξειδικευμένες εκπαιδεύσεις που έτυχε, τον καθιστούν ικανό να διαχειρίζεται εξίσου καλά επιχειρησιακά και διοικητικά θέματα. Κρίνω δε ότι μπορεί να ανταπεξέλθει πλήρως στις υψηλές προσδοκίες της θέσης του Ανώτερου Αστυνόμου.»

 

Με αυτά τα δεδομένα και εφόσον η υπεροχή του αιτητή σε αρχαιότητα ανάγεται στις τρεις προηγούμενες προαγωγές και μπορεί, συνεπώς, να χαρακτηριστεί ως απομακρυσμένη και εφόσον δεν αποδεικνύεται έκδηλη υπεροχή του αιτητή, η επιλογή του εν λόγω ενδιαφερόμενου μέρους κρίνεται εύλογη. Από την άλλη, ενώ εντοπίστηκε ότι το ενδιαφερόμενο μέρος Κ. υστερεί στο μέρος των προσόντων που αφορά πανεπιστημιακά προσόντα (υπενθυμίζεται ότι  κατηγορία προσόντα περιλαμβάνει και πολλές άλλες παραμέτρους), η υπεροχή του σε αρχαιότητα ορθά δεν παραγνωρίστηκε και αιτιολογήθηκε δεόντως.

Αναφορικά με την εισήγηση του αιτητή για αοριστία της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση 2, σύμφωνα με το Άρθρο 16(3) του περί Αστυνομίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2004:

 

«Ο Υπουργός προβαίνει στην προαγωγή των υποψηφίων που συστήνονται από τον Αρχηγό με αιτιολογημένη απόφαση του.»

 

          Ως συνημμένο 2 επισυνάπτεται στη γραπτή αγόρευση των καθ’ ων η αίτηση η αιτιολογημένη απόφαση του καθ’ ου η αίτηση 2. Στις σελίδες 21 μέχρι 27 της έκθεσης παρατίθεται η αιτιολογία της απόφασης την οποία δεν χαρακτηρίζει αοριστία ως η εισήγηση του αιτητή.

 

          Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1700 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο