
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 843/2024 (i-Justice))
27 Ιανουαρίου 2025
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
A. D.
ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ ΣΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ
Αιτητής
ΚΑΙ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΕΠ’ ΑΔΕΙΑ
Καθ’ ων η Αίτηση
Α. Κληρίδης, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Φ. Χριστοφίδης, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Η υπό εξέταση προσφυγή στρέφεται κατά της νομιμότητας και εγκυρότητας της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση, Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία («το Συμβούλιο»), ημερομηνίας 4.4.2024, με την οποία ομόφωνα απορρίφθηκε το αίτημα του αιτητή για την αποφυλάκισή του επ’ αδεία.
Ο αιτητής είναι Ρώσος υπήκοος, γεννηθείς κατά το έτος 1969, ο οποίος από το έτος 1999 διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κατά το έτος 2005, εντός του πρώτου γάμου του, απέκτησε έναν γιό και κατά το έτος 2017, εντός δεύτερου γάμου του, απέκτησε μια θυγατέρα. Όπως αναφέρεται στην έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ο αιτητής, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, διατηρεί τακτική επικοινωνία με τα τέκνα του, καθώς και με την πρώην και την νυν σύζυγό του.
Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού, με απόφασή του ημερομηνίας 25.6.2021, έκρινε τον αιτητή ένοχο, κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας, σε έξι κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν στα αδικήματα της ανθρωποκτονίας, της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος καθ’ ον χρόνο η ποσότητα αλκοόλης στο αίμα τον υπερέβαινε το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο, της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα δυναμένη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή και της παράλειψης συμμόρφωσης σε φωτεινό σηματοδότη για την τροχαία κίνηση. Ο αιτητής καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης διάρκειας 9 ετών για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας. Όσον αφορά στα υπόλοιπα αδικήματα, δεν επιβλήθηκε ποινή στον αιτητή. H δε εννεαετής ποινή φυλάκισης ξεκίνησε να εκτίεται στις 6.12.2019. Κατά της πιο πάνω απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε Ποινική Έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 18.4.2024. Με την εν λόγω απόφαση, κρίθηκε ορθό «το τελικό συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου ως προς την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας με βάση το Άρθρο 205 του Π.Κ. και ορθά δεν εξετάστηκε για τους λόγους που επεξήγησε η διαζευκτική 2η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Π.Κ.». Ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής, το Εφετείο είπε τα εξής:
«Με δεδομένο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά ακούσια ανθρωποκτονία και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το σύνολο των μετριαστικών παραγόντων που αφορούν το πρόσωπο του Εφεσείοντος αντικειμενικά κρινόμενα αυτά δεν αντανακλούν στην επιβληθείσα ποινή. Ως εκ των ανωτέρω, η ποινή των 9 ετών κρίνεται ως έκδηλα υπερβολική και αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 7 ετών.».
Ο αιτητής υπέβαλε, στις 23.8.2022, αίτηση για να αποφυλακιστεί επ’ άδεια, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 14Α(1) του περί Φυλακών Νόμου (Ν. 62(Ι)1996), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο («ο Νόμος»).
Στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης, λήφθηκαν οι σχετικές εκθέσεις του του Τμήματος Φυλακών, ημερομηνίας 6.12.2022, του Αρχηγού Αστυνομίας Κύπρου, ημερομηνίας 7.4.2023, των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, ημερομηνίας 2.5.2023 και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ημερομηνίας 13.10.2023.
Το Συμβούλιο, στη συνεδρία του ημερομηνίας 13.2.2024, δέχθηκε τον αιτητή σε συνέντευξη, παρουσία του δικηγόρου του. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ακούστηκαν και οι δυο μάρτυρες του αιτητή (η σύζυγος και ο γιος του). Στις 18.2.2024, εστάλη στο Συμβούλιο η γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή.
Τελικά, στις 4.4.2024, εκδόθηκε η επίδικη απόφαση του Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία ομόφωνα απορρίφθηκε η αίτηση του αιτητή, καθότι, ως αναφέρεται και με βάση τα όσα εκτίθενται στην απόφαση, ο εγκλεισμός του αιτητή συνεχίζει να είναι απαραίτητος.
Κατά της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στις 13.6.2024.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις 27.6.2024 καταχωρήθηκε από τον αιτητή αίτηση για σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης και στις 5.7.2024 το παρόν Δικαστήριο, κατόπιν και σχετικής εισήγησης των δυο πλευρών, ενόψει της επικείμενης αποφυλάκισης του αιτητής κατά τον Μάρτιο του 2025, όρισε χρονοδιαγράμματα για ταχεία διεκπεραίωση της υπόθεσης, δίδοντας συγκεκριμένες οδηγίες για καταχώρηση ένστασης και γραπτών αγορεύσεων και όρισε την υπόθεση για προγραμματισμό στις 23.10.2024. Ειδικότερα, στην πλευρά του αιτητή δόθηκε χρόνος τεσσάρων βδομάδων για καταχώρηση της αγόρευσής της. Ωστόσο, η πλευρά του αιτητή δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα, αναπόφευκτα, να καθυστερήσει η εκδίκαση της προσφυγής. Ειδικότερα, στη δικάσιμο της 23.10.2024, η πλευρά του αιτητή ζήτησε πρόσθετο χρόνο δυο βδομάδων για τη γραπτή της αγόρευση. Το αίτημα εγκρίθηκε και, αφού δόθηκαν οδηγίες και για τη γραπτή αγόρευση των καθ’ ων η αίτηση, η προσφυγή ορίστηκε εκ νέου στις 17.12.2024. Τελικά, η αίτηση για σύντομη εκδίκαση αποσύρθηκε στις 18.11.2024 και απορρίφθηκε και, αφού συμπληρώθηκαν οι γραπτές αγορεύσεις στις 10.1.2025 δια της καταχώρησης της απαντητικής αγόρευσης του αιτητή, οι διευκρινίσεις της υπόθεσης έγιναν στις 21.1.2025, οπότε και επιφυλάχθηκε απόφαση.
Βασικό άξονα της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων του αιτητή αποτελεί ο ισχυρισμός περί κακής ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Συμβουλίου. Κατά τη σχετική εισήγηση, από κανένα σημείο της επίδικης απόφασης δεν φαίνεται το Συμβούλιο να μπήκε στη διαδικασία εξέτασης της περίπτωσης του αιτητή «σαν να είχε διακριτική ευχέρεια ως προς το αποτέλεσμα». Αντίθετα, αποφάσισε να μην προβεί σε κανένα περαιτέρω έλεγχο και αποφάσισε να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του Νόμου, επειδή ο αιτητής δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Συνεπώς, υποβάλλει ο κ. Κληρίδης, το καθ’ ου η αίτηση αποποιήθηκε της υποχρέωσης που του επιβάλλει ο Νόμος να εξετάσει την αίτηση του αιτητή κατ’ ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Σε κάθε δε περίπτωση, υπήρξε κακή ενάσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας και έγιναν λανθασμένοι χειρισμοί εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση, καθότι εσφαλμένα και/ή παράνομα δεν προχώρησαν στην εξέταση της επικινδυνότητας του αιτητή και των υπολοίπων κριτηρίων που προβλέπει ο Νόμος. Συναφώς, πουθενά στο Νόμο δεν αναφέρεται ότι, στην απουσία παραδοχής, δεν μπορούν να εξεταστούν τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα κριτήρια.
Έτερος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας εκ μέρους του καθ’ ου η αίτηση, καθότι δεν λήφθηκαν υπόψη και/ή δεν αξιολογήθηκαν δεόντως οι διενεργηθείσες εκθέσεις που υπήρχαν στον διοικητικό φάκελο, παράγοντες που έπρεπε να ληφθούν υπόψη αναφορικά με τη συμπεριφορά του αιτητή, το βιοτικό και το μορφωτικό του επίπεδο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και τασσόταν υπέρ της απόλυσης του αιτητή. Κατά τον κ. Κληρίδη, η αξιολόγηση και έρευνα της περίπτωσης του αιτητή υπήρξε «στατική», εφόσον δεν λήφθηκαν υπόψη και/ή δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή στις πιο πάνω παραμέτρους. Προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή παραπέμπει και στην Παναγιώτης Αγαπίου Παναγή, άλλως Καυκαρής ν. Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων επ’ Αδεία, Υποθ. Αρ. 1407/2014, ημερ. 25.2.2015.
Τέλος, προωθείται και ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, το δε Συμβούλιο, «με παρερμηνεία και/ή παραγνώριση του όλου συστήματος» αποφάσισε λανθασμένα, εφόσον ο αιτητής πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις του Νόμου και των οικείων νομικών αρχών προκειμένου το Συμβούλιο να είχε εξασκήσει την εξουσία του υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως υποβάλλει ο κ. Κληρίδης, ο αιτητής «τιμωρείται για την πίστη του στην αθωότητά του στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας».
Από την πλευρά του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, λήφθηκε δε ορθά και νόμιμα, στη βάση των διατάξεων του Νόμου και μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, στη βάση όλων των στοιχείων και εγγράφων που είχε ενώπιον του το Συμβούλιο και ουδείς από τους υπό του αιτητή εγειρόμενους λόγους ακύρωσης ευσταθεί. Τονίζει, μεταξύ άλλων, ο κ. Χριστοφίδης, την υποχρέωση που είχε το καθ’ ου η αίτηση να σεβαστεί και να συμμορφωθεί με την απόφαση του Κακουργιοδικείου.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της επίδικης απόφασης.
Όπως αναφέρεται στην επίδικη απόφαση, για τη διαμόρφωση της τελικής του κρίσης, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο του φακέλου της διαδικασίας, το περιεχόμενο των τεσσάρων προαναφερθεισών εκθέσεων των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, τις διαπιστώσεις και την κρίση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου, καθώς και τα όσα διαμείφθηκαν και εξελίχθηκαν στο πλαίσιο της συνέντευξης του αιτητή και των μαρτύρων του και τα όσα εισηγήθηκε ο δικηγόρος του αιτητή δια της γραπτής αγόρευσής του. Όλα τα πιο πάνω, όπως αναφέρεται στην επίδικη απόφασή του, το Συμβούλιο υπήγαγε στις πρόνοιες του άρθρου 14Η του Νόμου.
Πράγματι, θεμελιώδους σημασίας για την εξέταση αιτημάτων για επ’ αδεία αποφυλάκιση, είναι το άρθρο 14Η του Νόμου. Όπως δε προκύπτει και από την επίδικη απόφαση, είναι στη βάση των διατάξεων του εν λόγω άρθρου που το Συμβούλιο εξέτασε και την αίτηση του αιτητή. Κρίνεται σκόπιμη η αυτολεξεί παράθεση των προνοιών του συγκεκριμένου άρθρου (η υπογράμμιση έχει προστεθεί):
«14Η(1) Για τη λήψη απόφασης σε αίτημα κρατουμένου για την υπό όρους αποφυλάκισή του επ’ αδεία και για τους όρους και περιορισμούς που είναι σκόπιμο να τεθούν, το Συμβούλιο Αποφυλάκισης εξετάζει, λαμβάνει δεόντως υπόψη, και συνεκτιμά σε κάθε περίπτωση τους ακόλουθους παράγοντες:
(α) Το βαθμό επικινδυνότητας του κρατουμένου και τις πιθανότητες υποτροπής του·
(β) τη διασφάλιση της προστασίας της κοινωνίας διά της πρόληψης αδικημάτων όπως εκείνα για τα οποία ο κρατούμενος εκτίει την ποινή ή ανάλογα με την περίπτωση, τις συντρέχουσες ή διαδοχικές ποινές των οποίων το εναπομένον μέρος επιζητεί με το αίτημα τον να εκτίσει εκτός των Φυλακών·
(γ) τυχόν προσωπικές οικογενειακές ή και άλλες συνθήκες που δυνατόν να συνηγορούν σε υπό όρους αποφυλάκιση του κρατουμένου επ’ αδεία, χωρίς αυτό να αντιστρατεύεται την προστασία της κοινωνίας:
Νοείται ότι ο παράγοντας της διασφάλισης της προστασίας της κοινωνίας διά της πρόληψης αδικημάτων, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα αναφορικά με αιτήματα κρατουμένων που εκτίουν ποινή ή ποινές ισόβιας φυλάκισης ή πολυετείς ποινές φυλάκισης για τη διάπραξη αδικημάτων με την άσκηση βίας.
(2) Προκειμένου να συνεκτιμήσει τους παράγοντες που αναφέρονται στο εδάφιο (1), το Συμβούλιο Αποφυλάκισης εξετάζει σε κάθε περίπτωση κρατουμένου, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
(α) Το είδος του αδικήματος για το οποίο ο κρατούμενος εκτίει την ποινή φυλάκισης της οποίας το εναπομένον μέρος επιζητεί με το αίτημά του να εκτίσει εκτός των Φυλακών·
(β) την ποινή της οποίας το εναπομένον μέρος ο κρατούμενος επιζητεί με το αίτημά του να εκτίσει εκτός των Φυλακών·
(γ) σε περίπτωση που το αίτημα του κρατουμένου αφορά έκτιση εκτός των Φυλακών του εναπομένοντος μέρους ποινών οι οποίες συντρέχουν ή τρέχουν διαδοχικά, εξετάζεται επίσης το είδος όλων των αδικημάτων για τα οποία επιβλήθηκαν οι συντρέχουσες ή διαδοχικές ποινές όπως και όλες οι ποινές που επιβλήθηκαν για τα εν λόγω αδικήματα·
(δ) τα γραπτά σχόλια του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής ή των ποινών που αναφέρονται στη παραγράφους (β) και (γ)·
(ε) το ποινικό μητρώο του κρατουμένου·
(στ) τις προηγούμενες ευκαιρίες που τυχόν δόθηκαν στον κρατούμενο από Δικαστήριο και ή τη διεύθυνση των Φυλακών για αποτροπή υποτροπής του·
(ζ) τις προθέσεις και τα σχέδια του κρατουμένου για επιτυχή και νομοταγή ένταξή του στη κοινωνία·
(η) κατά πόσο ο κρατούμενος έχει καταβάλει θετικές και πετυχημένες προσπάθειες για λύση του προβλήματος ή των προβλημάτων που τον οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος ή αδικημάτων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (γ)·
(θ) τη συμπεριφορά του κρατουμένου προς το προσωπικό των Φυλακών και την αντιμετώπισή του στο θέμα τήρησης των πειθαρχικών κανόνων των Φυλακών·
(ι) κατά πόσο κρίνεται επί τον παρόντος αναγκαία η κράτηση του κρατουμένου στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας των Φυλακών·
(ια) κατά πόσο ο κρατούμενος έχει έμπρακτα μετανοήσει για την εγκληματική του συμπεριφορά και κατά πόσο έχει συνειδητοποιήσει τις συνέπειες της εγκληματικής του συμπεριφοράς για το θύμα ή τα θύματα και τους συγγενείς τους·
(ιβ) κατά πόσο ο κρατούμενος έχει επίγνωση των δικών του προβλημάτων ή και αντιλήψεων που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος ή αδικημάτων που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (γ) και κατά πόσο έχει έμπρακτα συμβάλει στη σημαντική μείωση του κινδύνου επανάληψής τους·
(ιγ) την έκθεση του δικανικού ψυχίατρου των Φυλακών, ιδίως όπου υπάρχει ιστορικό σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων·
(ιδ) τη συμπεριφορά του κρατουμένου όταν τυχόν τοποθετήθηκε από τη διεύθυνση των Φυλακών σε θέση εμπιστοσύνης·
(ιε) τις τυχόν βάσιμες πληροφορίες από τη διεύθυνση των Φυλακών ή την Αστυνομία που δημιουργούν εύλογη υπόνοια ότι με την επ' αδεία αποφυλάκισή του ο κρατούμενος σχεδιάζει κακόβουλες πράξεις εναντίον του θύματος ή της οικογένειας ή φίλων του θύματος·
(ιστ) την όλη συμπεριφορά του κρατουμένου κατά την περίοδο που προηγουμένως είχε εκτίσει μέρος της ποινής ή των ποινών του ή μέρος άλλης ποινής ή ποινών εκτός των Φυλακών δυνάμει απόφασης του Συμβουλίου Αποφυλάκισης για επ' αδεία αποφυλάκισή του·
(ιζ) το δείκτη επικινδυνότητας του κρατουμένου.».
Προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ότι είναι στη βάση των πιο πάνω διατάξεων που εξετάστηκε η αίτηση του αιτητή, ενώ καθοριστικής σημασίας για την κατάληξη του Συμβουλίου, υπήρξε η άρνηση του αιτητή ως προς την εκ μέρους του διάπραξη του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας: ειδικότερα, ενώ ο αιτητής κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ.154), τιμωρείται με μέγιστη ποινή την δια βίου φυλάκιση, ο ίδιος προέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου τη θέση ότι η αξιόποινη πράξη, την οποίαν διέπραξε και η οποία είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο συνανθρώπου του, στοιχειοθετεί το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου ένεκα αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 210 του Κεφ.154, τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης την ποινή φυλάκισης διάρκειας τεσσάρων (4) ετών. Αυτή η άρνηση του αιτητή να αναγνωρίσει την δικαστική κρίση ως προς το είδος και/ή τη φύση του υπ’ αυτού διαπραχθέντος αδικήματος, ως ορθώς επισημάνθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφαίρεσε από το Συμβούλιο τη δυνατότητα να αξιολογήσει θεμελιώδεις παράγοντες και παραμέτρους που ο ίδιος ο Νόμος ορίζει και δη την γνήσια και έμπρακτη μεταμέλειά του για το κακούργημα που αυτός σύννομα καταδικάστηκε, την εκ μέρους του συνειδητοποίηση των συνεπειών του κακουργήματος που διέπραξε και την εκ μέρους του επίγνωση και αντιμετώπιση των συμπεριφορών του που ευθύνονται γι’ αυτό, καθώς και τον βαθμό επικινδυνότητάς του και τις πιθανότητες υποτροπής. Αυτά βεβαίως, σε άμεση συνάρτηση με την εκ του Νόμου απορρέουσα υποχρέωση του Συμβουλίου να λάβει υπόψη του και τον παράγοντα της διασφάλισης της προστασίας της κοινωνίας διά της πρόληψης αδικημάτων, ο οποίος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα αναφορικά με αιτήματα κρατουμένων που εκτίουν πολυετείς ποινές φυλάκισης.
Όπως εξίσου ορθώς αναφέρεται στην επίδικη απόφαση, το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να λειτουργεί με απόλυτο σεβασμό προς τις δικαστικές αποφάσεις και, εντός αυτού του πλαισίου, όφειλε το καθ’ ου η αίτηση να εξετάσει την αίτηση του αιτητή βασιζόμενο στην περιγραφή των γεγονότων, όπως αυτά εκτέθηκαν και διαπιστώθηκαν στην προαναφερθείσα απόφαση του Κακουργιοδικείου, ημερομηνίας 25.6.2021, καθώς και στις εκεί περιεχόμενες καταλήξεις του Δικαστηρίου. Αυτό ρητά ορίζεται στο προεκτεθέν άρθρο 14Η(2)(δ) του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο, προκειμένου να συνεκτιμήσει τους παράγοντες που αναφέρονται στο εδάφιο (1), εξετάζει «(δ) τα γραπτά σχόλια του Δικαστηρίου και την επιβολή της ποινής ή των ποινών που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ)». Συνεπώς, ορθώς λέχθηκε στην απόφαση του καθ’ ου η αίτηση ότι, για το Συμβούλιο «[.] τόσον οι διαπιστώσεις του Κακουργιοδικείου για τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε η αξιόποινη συμπεριφορά του Κρατούμενου [σημ.: του αιτητή] όσον και οι διαπιστώσεις του για την ενοχή του για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας είναι δεδομένες και αδιαμφισβήτητες». Απόκλιση δε από αυτές τις αρχές, θα αποτελούσε ασέβεια προς την απόφαση του Κακουργιοδικείου και καταστρατήγηση των σχετικών υπό του Νόμου προβλεπόμενων παραγόντων και παραμέτρων. Μεταξύ των οποίων είναι το είδος του αδικήματος και η ποινή, ένεκα των οποίων ο κρατούμενος είναι έγκλειστος, αλλά και το κατά πόσον ο κρατούμενος έχει έμπρακτα μετανοήσει για το αδίκημα που διέπραξε και έχει συνειδητοποιήσει τις συνέπειες της εγκληματικής του συμπεριφοράς. Αυτά ρητά προβλέπονται στις παραγράφους (α), (β) και (ια) του εδαφίου (2) του άρθρου 14Η του Νόμου.
Συνεπώς, δεδομένου ότι καθ’ όλη τη διάρκεια εξέτασης της αίτησής του μέχρι και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αιτητής επέμενε στην αθωότητά του όσον αφορά στη διάπραξη του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας, η υπό του Συμβουλίου αξιολόγηση και υπαγωγή των δεδομένων της περίπτωσης στις προαναφερθείσες σχετικές παραμέτρους και στους παράγοντες που προβλέπονται στο άρθρο 14Η του Νόμου, ήταν αδύνατη και τα όσα προβλέπονται στις εν λόγω διατάξεις καθίσταντο ανεφάρμοστα. Η δικαστική διαπίστωση περί διάπραξης του αδικήματος της ανθρωποκτονίας ήταν η βάση, προκειμένου το Συμβούλιο να εξετάσει την αίτηση του αιτητή κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου. Η άρνηση όμως του αιτητή και/ή η μη αναγνώριση της κρίσης του Δικαστηρίου περί της υπ’ αυτού διάπραξης του αδικήματος της ανθρωποκτονίας, αναπόφευκτα συνιστούσε άρνηση της ίδιας της βάσης εξέτασης της αίτησής του, με αποτέλεσμα οι διατάξεις του Νόμου να καθίστανται κενές περιεχομένου στην περίπτωσή του και εν τέλει ανεφάρμοστες.
Συναφώς, είναι ορθή και η θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι τυχόν διαφορετική προσέγγιση εκ μέρους του Συμβουλίου, θα απέληγε σε σύγκρουση με την ίδια την δικαστική απόφαση και την υποχρέωση της Διοίκησης να σέβεται τις αποφάσεις των Δικαστηρίων (Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού ν. ΑΤΗΚ κ.α. (2017) 3 Α.Α.Δ., 174). Όφειλε λοιπόν το καθ’ ου η αίτηση, όπερ και έπραξε, να λάβει υπόψη του την απόφαση του Κακουργιοδικείου, το οποίο έκρινε ένοχο τον αιτητή για ανθρωποκτονία και όφειλε να λάβει εξίσου υπόψη το γεγονός ότι ο αιτητής αμφισβήτησε ενώπιον του Συμβουλίου την απόφαση του Δικαστηρίου και δη την κρίση του περί διάπραξης του αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Τονίζεται δε εκ νέου, και χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι η απόφαση του Εφετείου εκφεύγει του ουσιώδους χρόνου λήψης της επίδικης απόφασης, ότι η εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, ως προς τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας με βάση το άρθρο 205 του Κεφ. 154, επικυρώθηκε από το Εφετείο, το οποίο επεσήμανε ότι «ορθά δεν εξετάστηκε για τους λόγους που επεξήγησε η διαζευκτική 2η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του Άρθρου 210 του Π.Κ.».
Τέλος, προς ολοκλήρωση προφανώς του σκεπτικού του, ορθώς το καθ’ ου η αίτηση αναφέρθηκε και στη συμπεριφορά και στις προσωπικές συνθήκες του αιτητή, στα προβλήματα υγείας των οικείων του και στην επιθυμία του να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο, τονίζοντας όμως ότι τα γεγονότα αυτά ελάχιστη σημασία έχουν ενόψει της πρωταρχικής ανάγκης για προστασία της κοινωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 14Η(1)(γ) του Νόμου.
Ως εκ των πιο πάνω, η επίδικη απόφαση κρίνεται ορθή, επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, ενώ ούτε κενό έρευνας διαπιστώνεται. Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνυπολογίστηκαν όλοι οι παράγοντες που το προαναφερθέν άρθρο 14Η του περί Νόμου καθορίζει, με την αναγκαία υπαγωγή των δεδομένων της περίπτωσης στις διατάξεις του Νόμου. Έχει ήδη εκτεθεί ανωτέρω το σύνολο των στοιχείων και/ή παραγόντων που λήφθηκαν υπόψη από το καθ’ ου η αίτηση, καταγράφονται εξάλλου αυτά και στην ίδια την επίδικη απόφαση. Υπό το φως της σχετικής νομολογίας και δη των κατευθυντήριων της απόφασης στην Καυκαρής, ανωτέρω, διαπιστώνω ότι λήφθηκαν επαρκώς υπόψη και αξιολογήθηκαν κατά τρόπο εξισορροπητικό και ουδόλως στατικό, τόσο οι προαναφερθείσες εκθέσεις και οι μαρτυρίες που είχε ενώπιον του το Συμβούλιο, όσο και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του καθ’ ου η αίτηση και έχρηζαν εξέτασης και δόθηκε σε αυτά η ανάλογη βαρύτητα, με αποτέλεσμα η τελική, απορριπτική απόφασή του να κρίνεται σύννομη και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας.
Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι το κριτήριο για την επάρκεια και πληρότητα της έρευνας εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν προβαίνει το Δικαστήριο σε πρωτογενή αξιολόγηση και ούτε επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017). Επαρκής θεωρείται η έρευνα που επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού γεγονότος (Motorways Ltd ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, 450), η δε έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία επί της έρευνας που θα ακολουθηθεί είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023). Εν προκειμένω, δεν χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου δεδομένου, ως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, ότι οι καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας και η απόφασή τους υπήρξε ορθή και σύννομη.
Τέλος, ενόψει των πιο πάνω, δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε με τον ισχυρισμό περί παραβίασης της αρχής της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση. Δεδομένης και της ύπαρξης συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, δυνάμει του οποίου ενήργησαν οι καθ’ ων η αίτηση στην υπό εξέταση υπόθεση (διατάξεις του Νόμου και δη του άρθρου 14Η αυτού), είναι αρκετό να υπομνησθεί εν προκειμένω ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει, ωστόσο, και δεν μπορεί να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191) και έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα, όπου υφίσταται σχετική πρόνοια δικαίου, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α., Α.Ε.19/11, ημερ. 22.12.2016). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση O LYKOS SERVICES AND SECURITY SYSTEMS-PRIVATE INVESTIGATORS LTD κ.α. ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 1/16, ημερ. 20.7.2021, επισημάνθηκε ότι «οι έννοιες της ίσης μεταχείρισης και της καλής πίστης, ως γενικές από τη φύση τους αρχές, δεν μπορούν να αποτελούν εύκολο όπλο χρήσης τους, όπως τονίστηκε στην Κώστας Παναγή ν. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α. Υποθ. Αρ. 1250/12, ημερ. 19/12/2013, στην οποία λέχθηκε περαιτέρω ότι θα πρέπει «να υπάρχουν συγκεκριμένα δεδομένα και γεγονότα αντιφατικής συμπεριφοράς της διοίκησης με τη δημιουργία καταστάσεων πλάνης, απάτης ή απειλής. Πρέπει να υπάρχουν αποδεδειγμένες διοικητικές παραλείψεις που επηρεάζουν το διοικούμενο και τον ωθούν προς μια ορισμένη διοικητική συμπεριφορά την οποία εκ των υστέρων η διοίκηση ανατρέπει ή αρνείται προς ζημιά του πολίτη» (βλ. και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις CYPRUS SUBSEA CONSULTING AND SERVICES CSCS LTD ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1063/2020, ημερ. 12.6.2024, S.E. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 490/2024 (i-Justice), ημερ. 17.5.2024, Δ.Ν. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1626/2021, ημερ. 19.4.2024 και HERMES AIRPORTS LTD ν. Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, Υποθ. Αρ. 1123/2015, ημερ. 14.10.2021).
Ως εκ των πιο πάνω, η επίδικη απόφαση κρίνεται ορθή και σύννομη και, σε κάθε περίπτωση, υπήρξε αυτή εύλογα επιτρεπτή και δεν εντοπίζεται λόγος επέμβασης του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, η δε προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1500 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Φ.ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο