DEMETRA REAL ESTATE INVESTMENTS LIMITED ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 121/2018, 11/3/2025
print
Τίτλος:
DEMETRA REAL ESTATE INVESTMENTS LIMITED ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 121/2018, 11/3/2025
Ημερομηνία:
11 Μαρτίου 2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Υπόθεση αρ. 121/2018

11 Μαρτίου, 2025

[Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.]

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

DEMETRA REAL ESTATE INVESTMENTS LIMITED

Αιτήτρια,

ΚΑΙ

 

ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Καθ’ ου η αίτηση.

------------

Λ. Φιλοθέου, για Γεωργίαδης και Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.

Α. Παπαμιχαήλ (κα) και Π. Μιτσή (κα), για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον καθ’ ου η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:

 

«Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διοικητική πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση με την οποία αποφάσισαν, κατόπιν εξέτασης σχετικής ένστασης της Αιτήτριας να απορρίψουν την εν λόγω ένσταση και/ή ότι ορθά επιβλήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση στην Αιτήτρια και/ή ότι η Αιτήτρια οφείλει στους Καθ’ ων η Αίτηση, το ποσό των πεντακόσιων τριάντα ευρώ (€530,00) ως επαγγελματικό φόρο και/ή ως τέλος για επαγγελματική άδεια για την άσκηση επιχείρησης και/ή επαγγέλματος στην οδό Γεράσιμου Μαρκορά 3, Άγιοι Ομολογητές στην Λευκωσία για το έτος 2017 και η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια περί την 20/11/2017 διά επιστολής των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 14/11/17 - Παράρτημα 1- είναι άκυρη, παράνομη και στερείται κάθε έννομου αποτελέσματος.

Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διοικητική πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση, η οποία ενσωματώθηκε στην πιο πάνω υπό Α προσβαλλόμενη απόφαση, να επιβληθεί στην Αιτήτρια το ποσό των πεντακοσίων τριάντα ευρώ (€530,00) ως επαγγελματικός φόρος και/ή ως τέλος για επαγγελματική άδεια για την άσκηση επιχείρησης και/ή επαγγέλματος στην οδό Γεράσιμου Μαρκορά 3, Άγιοι Ομολογητές στην Λευκωσία για το έτος 2017 και η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια περί την 30/10/2017 διά τιμολογίου των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 10/10/2017, με αριθμό 1987710-1733489-0 για το εν λόγω ποσό των €530,00 και/ή διά αποστολής από τους Καθ’ ων η αίτηση του εν λόγω τιμολογίου – Παράρτημα 2 -, είναι άκυρη, παράνομη και στερείται κάθε έννομου αποτελέσματος.».

Η αιτήτρια, όπως αναφέρεται στην προσφυγή και δεν αμφισβητείται από τον καθ’ ου η αίτηση, είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, τα γραφεία της οποίας, από όπου διεξάγει τις εργασίες της, καθώς και το εγγεγραμμένο γραφείο της, βρίσκονται στον Δήμο Αγλαντζιάς, στον οποίο η αιτήτρια καταβάλλει ετήσιο δικαίωμα άσκησης επιχειρήσεων, δικαίωμα διατήρησης/χρήσης επαγγελματικού υποστατικού και τέλη αποκομιδής σκυβάλων.  

 

Εντός των δημοτικών ορίων του καθ’ ου η αίτηση, Δήμου Λευκωσίας, η αιτήτρια κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία την οποία εκμισθώνει. Σε σχέση με την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία ο καθ’ ου η αίτηση, με ειδοποίηση ημερομηνίας 10.10.2017, επέβαλε στην αιτήτρια τέλη για άσκηση επιχείρησης για το 2017 ύψους €530.  Αντίγραφο της ειδοποίησης που η αιτήτρια παρέλαβε επισυνάπτεται στην προσφυγή ως Παράρτημα 2.  Συμφώνως δε των πληροφοριών που αναγράφονται, τα επιβληθέντα τέλη ήταν πληρωτέα μέχρι την 30.11.2017, τυχόν δε καθυστέρηση πληρωμής συνεπάγετο προσεπιβάρυνση σύμφωνα με τον νόμο.  Περαιτέρω, στην ειδοποίηση αναγράφετο πως «ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ Η 10η ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017». 

Η αιτήτρια, με επιστολή ημερομηνίας 10.11.2017, υπέβαλε ένσταση για τα επιβληθέντα τέλη επισημαίνοντας, αφενός, ότι τα γραφεία της και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκονται στον Δήμο Αγλαντζιάς, στον οποίο πληρώνει φόρο επαγγελματικής άδειας και, αφετέρου, ότι στον Δήμο Λευκωσίας είναι ιδιοκτήτρια κτιρίου αλλά καμία εργασία δεν διεξάγει σε αυτό, οι δε ενοικιαστές του κτιρίου που διεξάγουν εργασία σε αυτό φορολογούνται και είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν επαγγελματική άδεια στον Δήμο Λευκωσίας.

 

Με επιστολή ημερομηνίας 14.11.2017, ο Δημοτικός Γραμματέας του καθ’ ου η αίτηση απάντησε στην αιτήτρια τα ακόλουθα:

«Αναφέρομαι στην επιστολή σας σχετικά με την ένσταση σας για ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ/ PROFESSIONAL PERMIT στην οδό ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΜΑΡΚΟΡΑ 3 που σας επιβλήθηκαν για το έτος 2017 και σας πληροφορώ ότι τα τέλη αυτά επιβάλλονται σύμφωνα με τον περί Δήμων Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς.

Η ένσταση σας έχει εξετασθεί, και αφού λήφθηκαν υπόψη τα δικαιολογητικά που υποβάλατε, αποφασίσθηκε όπως:

Η ένσταση απορριφθεί.

Παρακαλείστε όπως μέχρι τις 28/12/17 εξοφλήσετε το λογαριασμό σας ως ακολούθως:

ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ […]

Σε αντίθετη περίπτωση, θα σας επιβληθεί επιβάρυνση 10% σύμφωνα με τη Νομοθεσία.

Η πληρωμή μπορεί να γίνει στο Ταμείο του Δήμου Λευκωσίας στην οδό […]».

 

Η αιτήτρια κατέβαλε στις 27.11.2017 τα τέλη, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της και στις 26.01.2018 καταχώρισε την παρούσα προσφυγή, αιτούμενη την ανωτέρω θεραπεία.

 

Διά της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων δικηγόρων της, η αιτήτρια διατείνεται, καταρχάς, πως οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι αποτέλεσμα νομικής και πραγματικής πλάνης λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 103, 103Α, 104 και 105 του περί Δήμων Νόμου (Ν.111/1985), δοθέντος ότι, σύμφωνα με τη θέση της, εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας δεν ασκούσε οποιαδήποτε επικερδή εργασία ή επιχείρηση, ούσα απλώς ιδιοκτήτρια υποστατικού το οποίο ενοικίαζε σε τρίτους, οι οποίοι διεξήγαγαν εκεί εργασία, χωρίς η ίδια να εργοδοτεί οποιονδήποτε υπάλληλο στο εν λόγω υποστατικό.  Ως επισημαίνεται στα πλαίσια του πρώτου λόγου ακύρωσης, η αιτήτρια καταβάλλει επαγγελματικό φόρο στον Δήμο Αγλαντζιάς, στα δημοτικά όρια του οποίου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο αυτής, για τη δε επίδικη εντός του Δήμου Λευκωσίας ιδιοκτησία καταβάλλει τον αναλογούντα φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας.  Παραπέμποντας στα κριθέντα στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Alkis Hadjikyriakos (Frou Frou Biscuits) Public Ltd v Δήμου Λευκωσίας, Υπόθ. αρ. 219/2016, ημερ. 15.06.2018, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της αιτήτριας εισηγούνται πως η ενοικίαση υποστατικών σε τρίτους δεν συνιστά επιχείρηση εντός της εννοίας των άρθρων 104 και 105 του Ν.111/85.

 

Κατά δεύτερον, η αιτήτρια υποβάλλει τη θέση πως οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αποτελούν διπλή φορολογία επί του ίδιου νομικού προσώπου και για τον ίδιο σκοπό και ως εκ τούτου είναι καταστρεπτικής ή απαγορευτικής φύσεως, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 24(4) του Συντάγματος.  Με τον τρίτο και τέταρτο λόγο ακύρωσης η αιτήτριας εισηγείται πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας και έχει ληφθεί χωρίς δέουσα ή επαρκή έρευνα.

 

Οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται από τους ευπαιδεύτους δικηγόρους του καθ’ ου η αίτηση, οι οποίοι εγείρουν προδικαστικώς ζήτημα παραδεκτού της προσφυγής.  Συγκεκριμένα, κατά τη θέση τους, η προσβαλλόμενη με την προσφυγή απόφαση ημερομηνίας 14.11.2017 στερείται εκτελεστότητας καθότι είναι βεβαιωτική της πράξης η οποία εκδόθηκε στις 10.10.2017 και η οποία είναι η μόνη εκτελεστή πράξη.  Ως προς αυτήν, εγείρεται δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα προσφυγή είναι εκπρόθεσμη.  Προς υποστήριξη των προδικαστικών ενστάσεων, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση υποβάλλουν ότι η απόφαση ημερομηνίας 14.11.2017 δεν είναι το αποτέλεσμα νέας έρευνας, εφόσον η αιτήτρια δεν έθεσε οποιοδήποτε νέο και ουσιώδες γεγονός με την ένστασή της, αλλά εκφράζει την απόλυτη εμμονή του καθ’ ου η αίτηση στην προγενέστερη και μόνη εκτελεστή πράξη, ήτοι την απόφαση ημερομηνίας 10.10.2017.  Επισημαίνουν δε πως ο Ν. 111/1985 δεν προβλέπει τη δυνατότητα ένστασης ή ιεραρχικής προσφυγής εναντίον της απόφασης του Δήμου να επιβάλει φορολογία με αποτέλεσμα, κατά την εισήγηση, η υποβολή ένστασης από τον διοικούμενο να μην διακόπτει την προθεσμία για καταχώριση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, προθεσμία η οποία εν προκειμένω ξεκινά από τις 10.10.2017.  

 

Ως προς την ουσία της επίδικης διαφοράς και προς υποστήριξη της νομιμότητας της επιβολής της επίδικης φορολογίας, είναι η θέση του καθ’ ου η αίτηση πως, όπως προκύπτει από το ίδιο το όνομα της αιτήτριας, οι κύριες δραστηριότητές της είναι το real estate investment, από το οποίο συνάγεται ότι η αιτήτρια συστάθηκε με σκοπό την επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία περιλαμβάνει και τη διαχείριση αυτής και η οποία λαμβάνει και τη μορφή ενοικίασης, από την οποία πραγματοποιείται κέρδος.  Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που η αιτήτρια ασκεί την επιχείρησή της, ήτοι ενοικιάζει τα ακίνητα τα οποία της ανήκουν στο πλαίσιο των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων, εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας, τότε καθόλα νόμιμα και ορθά ο καθ’ ου η αίτηση της επέβαλε επαγγελματικά τέλη.  Προς περαιτέρω ενίσχυση της θέσης ότι η επιχείρηση της αιτήτριας επεκτείνεται και στον Δήμο Λευκωσίας, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση εισηγούνται πως το ζητούμενο δεν είναι εάν ασκείται η επαγγελματική δραστηριότητα μέσω προσώπων που βρίσκονται στο κτίριο που είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, αλλά το ότι η αιτήτρια ικανοποιούσε τους σκοπούς για τους οποίους ιδρύθηκε μέσω ακριβώς της αγοράς της ακίνητης ιδιοκτησίας και της αξιοποίησής της με την ενοικίαση, ασκώντας έτσι επιχείρηση.  Είναι δε αδιάφορο, κατά την εισήγηση, το κατά πόσον αυτή είναι η πρωταρχική ή επικουρική δραστηριότητα της αιτήτριας.  Μετά δε την τροποποίηση του άρθρου 104 του περί Δήμων Νόμου με τον Ν.217(Ι)/2012, είναι επίσης αδιάφορο το κατά πόσον η επιχείρηση μίας εταιρείας είναι επικερδής.  

 

Επισημαίνοντας ότι στον Νόμο δεν καθορίζεται η έννοια της επιχείρησης και παραπέμποντας στη σχετική επεξήγηση στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, συμφώνως του οποίου ο όρος αναφέρεται στην «οικονομική δραστηριότητα (παραγωγική ή εμπορική) που βασίζεται σε δεδομένα περιουσιακά στοιχεία και κεφάλαια και ασκείται υπό την ιδιοκτησία και διαχείριση φυσικού ή νομικού προσώπου για την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους», οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση εισηγούνται πως εν προκειμένω, κατ’ εφαρμογή του Νόμου, ορθώς κρίθηκε πως η αιτήτρια διεξάγει επιχείρηση εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.   

 

Απορρίπτοντας τους λοιπούς ισχυρισμούς της αιτήτριας, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση αντιτείνουν πως δεν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης διπλής φορολογίας του ιδίου νομικού προσώπου επί του ιδίου εισοδήματος και για τον ίδιο σκοπό καθότι, ναι μεν επιβάλλεται φορολογία στο ίδιο νομικό πρόσωπο, πλην όμως αυτή αφορά διαφορετικά υποστατικά.  Εν πάση δε περιπτώσει, η διπλή φορολογία δεν συνιστά από μόνη της φορολογία καταστρεπτικής ή απαγορευτικής φύσεως και η αιτήτρια δεν έχει τεκμηριώσει τη θέση της ότι η επίδικη φορολογία είναι όντως επαχθής.  Ως προς την κατ’ ισχυρισμό έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση, επαναλαμβάνοντας ότι η μόνη εκτελεστή εν προκειμένω διοικητική πράξη είναι η απόφαση ημερομηνίας 10.10.2017, υποβάλλουν ότι η φορολογία βάσει του άρθρου 104 του Ν.111/1985 επιβάλλεται κατόπιν δέσμιας αρμοδιότητας.

Στο πλαίσιο της απαντητικής τους αγόρευσης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της αιτήτριας υποβάλλουν πως το γεγονός ότι το όνομα της αιτήτριας ενδεχομένως να συνδέεται έμμεσα και με την επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία, δεν αναιρεί το γεγονός ότι εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας η αιτήτρια ενοικιάζει απλά σε τρίτους την ακίνητη ιδιοκτησία της, χωρίς η εν λόγω ενέργεια να εντάσσεται εντός των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της.  Βάσει δε του καταστατικού και ιδρυτικού της εγγράφου και όχι της ονομασίας της, οι σκοποί της αιτήτριας είναι η διεξαγωγή επενδυτικών επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων ενώ, όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την ιστοσελίδα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ο σκοπός της αιτήτριας είναι το γενικό εμπόριο και άλλα. 

 

Αξιολογώντας κατά προτεραιότητα τις εγερθείσες προδικαστικές ενστάσεις θα πρέπει καταρχάς να επισημάνω ότι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση υποβάλλουν μεν ότι ο Ν. 111/1985 δεν προβλέπει δικαίωμα ένστασης εναντίον απόφασης για την επιβολή τελών συμφώνως του άρθρου 104, πλην όμως παραλείπουν να αναφερθούν στο γεγονός ότι ο ίδιος ο καθ’ ου η αίτηση, με την ειδοποίηση ημερομηνίας 10.10.2017, παραχώρησε στην αιτήτρια δικαίωμα υποβολής ένστασης, εντός μάλιστα συγκεκριμένης προθεσμίας, δικαίωμα το οποίο η αιτήτρια καλόπιστα άσκησε.  Συνακόλουθα, καταχρηστικά και κατά παράβαση των αρχών της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι η μόνη εκτελεστή πράξη, την οποία η αιτήτρια όφειλε να αμφισβητήσει με προσφυγή εντός 75 ημερών, είναι αυτή της 10.10.2017.  Ο καθ’ ου η αίτηση δημιούργησε στην αιτήτρια την εύλογη πεποίθηση πως είχε δικαίωμα ένστασης, το οποίο διακόπτει την προθεσμία για άσκηση προσφυγής και ως εκ τούτου ανεπίτρεπτα, θεωρώ, επιχειρείται η εκ των υστέρων άρση του δικαιώματος που ο ίδιος ο Δήμος παραχώρησε. 

 

Υπενθυμίζεται ότι, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η οποία στην εθνική έννομη τάξη έχει περιβληθεί με νομοθετική ισχύ, η διοίκηση δεν επιτρέπεται να ενεργεί με τρόπο ασυνεπή, αντιφατικό ή κακόπιστο, ώστε να εξαπατά ή να ταλαιπωρεί χωρίς λόγο το διοικούμενο (άρθρο 51(1) του Ν.158(Ι)/99).  Το να πληροφορεί ένα διοικητικό όργανο τον διοικούμενο ότι έχει δικαίωμα υποβολής ένστασης εναντίον μίας δυσμενούς πράξης που τον αφορά και ακολούθως το ίδιο όργανο και για την ίδια πράξη να διατείνεται ότι τέτοιο δικαίωμα δεν προβλέπεται από τον νόμο και ως εκ τούτου ο διοικούμενος έχει απωλέσει το δικαίωμα καταχώρισης προσφυγής, συνιστά κατεξοχήν ασυνεπή, αντιφατική και κακόπιστη συμπεριφορά, η οποία θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να τύχει επιδοκιμασίας με την αποδοχή των προδικαστικών ενστάσεων που εν προκειμένω εγείρονται.  Τούτο δε όχι μόνο για την υπό εξέταση υπόθεση αλλά και για κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας για καταχώριση προσφυγής δεν οφείλεται σε αδράνεια, παράλειψη ή αμέλεια του διοικουμένου αλλά στις παραστάσεις ή πληροφορίες της ίδιας της διοίκησης, οι πράξεις της οποίας δεν θα πρέπει, κατά αυτόν τον τρόπο, να διαφεύγουν του αναθεωρητικού ελέγχου.  

 

Εν πάση δε περιπτώσει, δοθέντος ότι με την επιστολή ημερομηνίας 14.11.2017 μεταβλήθηκε η ημερομηνία μέχρι την οποία τα επίδικα τέλη ήταν πληρωτέα και μετά την πάροδο της οποίας θα επιβάλλετο η προβλεπόμενη επιβάρυνση, καταλήγω ότι η εν λόγω απόφαση με την οποία η ένσταση της αιτήτριας απορρίφθηκε δεν είναι βεβαιωτική της απόφασης επιβολής ημερομηνίας 10.10.2017, λόγω ακριβώς της διάστασης στο διατακτικό τους.  Ως εκ τούτου, οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται.

Ως προς την αρμοδιότητα του καθ’ ου η αίτηση να επιβάλει τα επίδικα τέλη, είναι καταρχάς ορθή η θέση του καθ’ ου η αίτηση πως, μετά την τροποποίηση του άρθρου 104 του περί Δήμων Νόμου με τον Ν.217(Ι)/2012, δεν απαιτείται η επιχείρηση μίας εταιρείας να είναι επικερδής.  Ειδικότερα, τα άρθρα 104 και 105 του Ν.111/1985 διαλαμβάνουν πλέον τα ακόλουθα:

 

«104. Το συμβούλιο επιβάλλει σε νομικά πρόσωπα τα οποία ασκούν οποιαδήποτε επιχείρηση, βιομηχανία, βιοτεχνία, εργασία, εμπόριο, επιτήδευμα ή επάγγελμα, εντός των δημοτικών ορίων, ετήσια δικαιώματα σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα.

 

105.  Σε νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν την έδρα τους σε δημοτικά όρια οποιουδήποτε δήμου και στα οποία επιβάλλονται ετήσια δικαιώματα με βάση το άρθρο 104, δεν επιβάλλονται ετήσια δικαιώματα σε άλλο δήμο, εκτός εάν έχουν μόνιμο τόπο εργασίας ή παραμένουν για σκοπούς άσκησης ή διεξαγωγής της επιχείρησης, της εργασίας, του επιτηδεύματος ή του επαγγέλματός τους, εντός των δημοτικών ορίων οποιουδήποτε άλλου δήμου, για περίοδο που υπερβαίνει τις δεκαπέντε εργάσιμες μέρες, κατά τη διάρκεια του έτους χωρίς οι ημέρες αυτές απαραίτητα να είναι συνεχείς.».

 

Για να είναι, δηλαδή, νομικώς επιτρεπτή η επιβολή ετήσιων δικαιωμάτων και από τον Δήμο Λευκωσίας (εκτός από τον Δήμο Αγλαντζιάς στον οποίο η αιτήτρια παραδεκτώς έχει τα γραφεία της) θα πρέπει να διαφανεί πως η αιτήτρια αξιοποιεί τα επίδικα υποστατικά στον Δήμο Λευκωσίας για τους σκοπούς άσκησης ή διεξαγωγής της επιχείρησής της.  Η δε εκμίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εντάσσεται, άνευ ετέρου, στους σκοπούς μίας εταιρείας και εν προκειμένω της αιτήτριας.

 

Το παρόν Δικαστήριο απασχόλησε και η προσφυγή της ίδιας αιτήτριας εναντίον της επιβολής από τον καθ’ ου η αίτηση τελών για άσκηση επιχείρησης για το έτος 2016.  Υιοθετώ και επαναλαμβάνω τα ακόλουθα από την απόφασή μου στην Demetra Real Estate Investments Ltd v Δήμου Λευκωσίας, Υπόθ. αρ. 1492/2016, ημερ. 15.03.2022:

 

«Θα πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι, βάσει της αρχής της νομιμότητας που διέπει τη δράση της Δημόσιας Διοίκησης, οι πράξεις δέσμιας αρμοδιότητας, ήτοι οι πράξεις που «οφείλουν να εκδοθούν, όταν εκπληρώνονται οι κατά νόμο προϋποθέσεις εκδόσεώς τους»[1] ελέγχονται ως προς τη νομιμότητά τους.  Συγκεκριμένα, αντικείμενο ελέγχου είναι η συμφωνία της διοικητικής ρύθμισης προς τους κανόνες που την προβλέπουν, ήτοι η ορθότητα της διαπίστωσης ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση συντρέχουν οι προβλεπόμενες από τους κανόνες δικαίου πραγματικές ή νομικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

 

Ως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ’ ου η αίτηση αποδέχονται στα πλαίσια της γραπτής τους αγόρευσης, βάσει του άρθρου 104 του Ν.111/1985, ως αυτό ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα προσφυγή χρόνο μετά την τροποποίηση αυτού με τον Ν.217(Ι)/2012, για την επιβολή, κατά δέσμια αρμοδιότητα, τελών επαγγελματικής άδειας σε νομικό πρόσωπο, απαραίτητη είναι η προηγούμενη διαπίστωση ότι το εν λόγω νομικό πρόσωπο ασκεί επιχείρηση εντός των ορίων του Δήμου.  Όπως δε οι ίδιοι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι εισηγούνται, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, το ζητούμενο εν προκειμένω είναι κατά πόσον η αιτήτρια ικανοποιεί τους σκοπούς για τους οποίους ιδρύθηκε μέσω της αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας και ενοικίασης αυτής, ήτοι αξιοποίησής της. 

 

Η εκφρασθείσα κατά τις διευκρινίσεις θέση του καθ’ ου η αίτηση πως η αγορά και η αξιοποίηση ακίνητης ιδιοκτησίας θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να θεωρείται ότι αποσκοπεί στην ικανοποίηση των σκοπών μίας εταιρείας και συνακόλουθα να θεωρείται ως άσκηση επιχείρησης - θέση που προφανώς διαφοροποιείται από τη διατυπωθείσα στη γραπτή αγόρευση του καθ’ ου η αίτηση – δεν με βρίσκει σύμφωνη.  Τούτο δε γιατί η εν λόγω θεώρηση εξισώνει κατ’ ουσίαν τη σύσταση μίας εταιρείας με την άσκηση επιχείρησης, ανεξαρτήτως όμως του σκοπού για τον οποίο η εν λόγω εταιρεία έχει συσταθεί.  Υιοθετώ δε πλήρως το σκεπτικό και την ανάλυση του αδελφού Δικαστή Φ. Κωμοδρόμου στην Alkis Hadjikyriakos (Frou Frou Biscuits) Public Ltd (ανωτέρω), στην οποία η αιτήτρια παραπέμπει και συμφώνως της οποίας από τη συνδυαστική ερμηνεία του λεκτικού των άρθρων 104 και 105 του Νόμου καθίσταται σαφές πως η επιβολή τελών επαγγελματικής άδειας από Δήμο, στα δημοτικά όρια του οποίου ένα νομικό πρόσωπο κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία την οποία ενοικιάζει σε τρίτους, είναι νομικώς επιτρεπτή όταν προκύπτει πως η εν λόγω ενοικίαση συνιστά επιχείρηση εντός της έννοιας των άρθρων 104 και 105.  Συνακόλουθα, συμφωνώ με την κατάληξη στην εν λόγω απόφαση πως, για σκοπούς ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών διατάξεων, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να προσδιορίζεται επαρκώς το περιεχόμενο της έννοιας επιχείρηση και να καθορίζεται κάθε φορά ποια συγκεκριμένα είναι η επιχείρηση την οποία ασκεί το νομικό πρόσωπο εντός των ορίων του επιβάλλοντος τα τέλη επαγγελματικής άδειας Δήμου.

 

Τούτων λεχθέντων θα πρέπει ακολούθως να επισημανθεί πως, ως ορθώς εισηγείται η αιτήτρια, ο σκοπός σύστασης μίας εταιρείας δεν προκύπτει από την ονομασία αλλά από το καταστατικό και ιδρυτικό έγγραφο αυτής.

 

Παρά την περί του αντιθέτου θέση των ευπαιδεύτων δικηγόρων του καθ’ ου η αίτηση, από τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν προκύπτει ότι ο Δήμος διενήργησε, πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, όχι τη δέουσα αλλά οποιαδήποτε έρευνα για να διαπιστώσει ποιος είναι εν προκειμένω ο σκοπός σύστασης της αιτήτριας, ώστε να καταλήξει ότι η ενοικίαση των επίδικων υποστατικών συνιστά επιχείρηση εντός της έννοιας των άρθρων 104 και 105 του Ν.111/85

 

Τα ανωτέρω κριθέντα ισχύουν και εν προκειμένω δοθέντος ότι από τον διοικητικό φάκελο που προσκομίστηκε και για την παρούσα προσφυγή, δεν προκύπτει να προηγήθηκε οποιαδήποτε έρευνα ως προς τον σκοπό σύστασης της αιτήτριας και τις δραστηριότητές της, πριν ο καθ’ ου η αίτηση καταλήξει ότι η ενοικίαση των επίδικων υποστατικών συνιστά επιχείρηση εντός της εννοίας των άρθρων 104 και 105 του Ν.111/85.  Στη δε απουσία οποιασδήποτε έρευνας ως προς τη συνδρομή των απαιτούμενων εκ του νόμου πραγματικών και νομικών προϋποθέσεων για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ενδεχόμενο πλάνης ως προς τη συνδρομή αυτών δεν μπορεί να αποκλεισθεί.    

 

Συνακόλουθα, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, με την εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος έχει τεθεί να παρέλκει. 

 

Υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ’ ου η αίτηση επιδικάζονται €1.700, πλέον Φ.Π.Α.

 

 

Α. ΖΕΡΒΟΥ, Δ.Δ.Δ.

 



[1] Π.Δ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Έβδομη Αναθεωρημένη Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2014, παρ.565-566.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο