WEEZZO LTD ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.α., Υπόθεση Αρ. 975/2020, 29/12/2025
print
Τίτλος:
WEEZZO LTD ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.α., Υπόθεση Αρ. 975/2020, 29/12/2025

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                              

Υπόθεση Αρ. 975/2020

      

     29 Δεκεμβρίου, 2025

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με τα Άρθρα 146, 25, 26, 28, 29, 33, 35 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

             

WEEZZO LTD

Αιτήτρια

                          Και

 

1.   Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου

2.   Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργού Οικονομικών και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

                                                      

Καθ' ων η Αίτηση

 

......... 

 

Μαρίνα Φιλίππου για Α. Γ. Παφίτης & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτήτρια

Αργυρώ Σάββα για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.:  Η Αιτήτρια (πρώην OKPAY CY Ltd) (στο εξής η «Αιτήτρια») στις 20.10.2015 εξασφάλισε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (στο εξής οι «Καθ’ ων η αίτηση»[1]), άδεια λειτουργίας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος με βάση τον περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμο του 2012 (Ν. 81(Ι)/2012) όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο (εφεξής ο «Βασικός Νόμος»).

 

Το 2018 εκδόθηκε ο περί Ηλεκτρονικού Χρήματος (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018 (Ν. 30(I)/2018), με τον οποίο τροποποιήθηκε ο βασικός Νόμος για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366[2]. Εφεξής, η Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 θα αναφέρεται ως η «Οδηγία», ο Ν. 30(I)/2018  θα αναφέρεται ως ο «Τροποποιητικός Νόμος» και ο Βασικός Νόμος, ως τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο και ισχύει μέχρι σήμερα, θα αναφέρεται ως ο «Νόμος».

 

Σύμφωνα με τα εδάφια (8) και (9) του άρθρου 46, τα οποία προσετέθησαν στον Βασικό Νόμο με τον Τροποποιητικό Νόμο, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που είχαν ξεκινήσει πριν την 13η Ιανουάριου 2018 δραστηριότητες στη Δημοκρατία, θα έπρεπε να υποβάλουν όλες τις συναφείς πληροφορίες στους Καθ’  ων η αίτηση προκειμένου οι τελευταίοι να μπορέσουν να εκτιμήσουν, έως 13.07.2018, κατά πόσο τα εν λόγω ιδρύματα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των εναρμονιστικών διατάξεων και, σε αντίθετη περίπτωση, να καθορίσουν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή τους ή κατά πόσο πρέπει να ανακληθεί η άδεια λειτουργίας.

 

Με επιστολή ημερ. 13.12.2017 (Κ.1 σε διοικητικό φάκελο-Τεκμήριο 1 σε διαδικασία), με αναφορά στο άρθρο 109(1) της Οδηγίας [το οποίο τελικώς ενσωματώθηκε στον Νόμο με τα εδάφια (7) - (9) του άρθρου 46], οι Καθ’ ων η αίτηση πληροφόρησαν την Αιτήτρια για την υποχρέωσή της να προβεί στις απαραίτητες διευθετήσεις ώστε να είναι έτοιμη να υποβάλει τα επιπρόσθετα έγγραφα που απαιτούνται με βάση το νέο νομικό πλαίσιο ώστε να μπορέσουν οι Καθ΄ ων η αίτηση να εκτιμήσουν έγκαιρα τη συμμόρφωση της με τις απαιτήσεις του τίτλου ΙΙ της Οδηγίας και σε αντίθετη περίπτωση ποια μέτρα να ληφθούν προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση ή αν θα ανακληθεί η άδεια λειτουργίας.

 

Με επιστολή ημερ. 09.01.2018 (Κ.4 σε Τεκμήριο 1) η Αιτήτρια απάντησε στους Καθ’ ων η αίτηση υποβάλλοντας έγγραφα. Την ιδία, με επιστολή ημερ. 09.01.2018 οι Καθ’ ων η αίτηση ζήτησαν όπως υποβληθούν διάφορα έγγραφα (Κ.3 σε Τεκμήριο 1) και η Αιτήτρια απάντησε στις 28.03.2018 (Κ.5 σε Τεκμήριο 1). Η αλληλογραφία συνεχίστηκε και τον Ιούλιο 2018 η Αιτήτρια αιτήθηκε την επανέκδοση της άδειάς της βάσει του Νόμου (ως είχε στο μεταξύ τροποποιηθεί με τον Τροποποιητικό Νόμο), στην οποία οι Καθ’ ων η αίτηση απάντησαν ζητώντας πληροφορίες ως προς τα ζητήματα που η Αιτήτρια αντιμετωπίζει με τους τραπεζικούς της λογαριασμούς καθώς και να τους προτείνει λύσεις (Κ.13 σε Τεκμήριο 1).  

 

Η αλληλογραφία συνεχίστηκε με την παροχή πληροφοριών εκ μέρους της Αιτήτριας και την αξίωση πληροφοριών/εγγράφων από τους Καθ’ ων η αίτηση λόγω και των εξελίξεων που εκάστοτε μεσολαβούσαν. Ενδεικτικά στις 26.08.2019 (Κ. 32 στον διοικητικό φάκελο-Τεκμήριο 2 στη διαδικασία) οι Καθ΄ ων η αίτηση ζήτησαν επικαιροποίηση των πληροφοριών της Αιτήτριας καθώς και πληροφόρηση ως προς την τύχη της άδειας λειτουργίας άλλης εταιρείας στο Ηνωμένο Βασίλειο, που φαινόταν να συνδέεται με τη Αιτήτρια λόγω ενός μετόχου της, για την οποία είχαν ενημέρωση ότι είχε ακυρωθεί.

 

Τελικώς η διαδικασία υποβολής των συμπληρωτικών στοιχείων από την Αιτήτρια και από άλλες οντότητες αναφορικά με την Αιτήτρια ολοκληρώθηκε στις 03.03.2020 (Κ. 40 σε Τεκμήριο 2).

 

Στις 15.04.2020 οι Καθ’ ων η αίτηση απέστειλαν επιστολή στην Αιτήτρια με την οποία την πληροφορούσαν μεταξύ άλλων ότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι δεν συμμορφώνεται με τις εναρμονιστικές διατάξεις του εδαφίου (10) του άρθρου 46 του προαναφερθέντος Νόμου, ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 12 του Νόμου αναφορικά με τα ίδια κεφάλαια δεν φαίνεται να πληρούνται, ότι παρέλειψαν να ενημερώσουν τους Καθ’ων η αίτηση σχετικά με σημαντικές εξελίξεις ως προς τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, ότι πρόκειται για εταιρεία υψηλού κινδύνου και κάλεσαν την Αιτήτρια να υποβάλει τα σχόλια και τις απόψεις της, εάν επιθυμούσε, γραπτώς μέχρι τις 30.04.2020.

 

Με επιστολή της ημερομηνίας 27.04.2020 η Αιτήτρια υπέβαλε στους Καθ’ ων η αίτηση τα σχόλια και απόψεις της σε σχέση με τα πιο πάνω  εκ πρώτης όψεως συμπεράσματά τους. Σε ότι αφορά την διαπίστωση των Καθ’ων η αίτηση για μη συμμόρφωση της Αιτήτριας με τις απαιτήσεις του άρθρου 12 του Νόμου 81(Ι)/2012 σε σχέση με τα απαιτούμενα κεφάλαια, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατάθεσης επιπλέον κεφαλαίων ώστε η κεφαλαιακή επάρκεια της Αιτήτριας να είναι στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα που αναφέρθηκαν στην επιστολή των καθ’ ων η αίτηση η Αιτήτρια υπέβαλε σχόλια και παρατηρήσεις.

 

Με επιστολή ημερ. 12.06.2020 η Αιτήτρια πληροφόρησε τους Καθ’ ων η αίτηση, μεταξύ άλλων, ότι «ο ιδιοκτήτης της εταιρείας και η διοίκηση αποφάσισαν όπως προχωρήσουν σε απόσυρση της εν λόγω αίτησης, πάντα με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων μας, λόγω αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους της ΚΤΚ. Προς τούτο, παρακαλούμε όπως έχουμε το σύμφωνο σας για να προβούμε σε διάλυση της εταιρείας».

 

Με νέα επιστολή της προς τους Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 30.06.2020, η Αιτήτρια διαμαρτυρήθηκε για τη μη ανταπόκριση στην επιστολή της ημερ. 12.06.2020.

 

Στις 05.08.2020 οι Καθ’ ων η αίτηση απέστειλαν στην Αιτήτρια την Απόφαση τους. Με την Ενότητα Α (παράγραφοι 1-5) αυτής, ανακάλεσαν την άδεια λειτουργίας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος της Αιτήτριας για τον λόγο ότι η Αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με τις εναρμονιστικές διατάξεις που προνοούνται ρητά στο εδάφιο (10) του άρθρου 46 του προαναφερθέντος Νόμου 81(Ι)/2012, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και συγκεκριμένα με το άρθρο 12 του ίδιου Νόμου. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι με βάση τις πιο πρόσφατες μηνιαίες εποπτικές αναφορές που υποβλήθηκαν για τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2020 από την Αιτήτρια, τα ίδια κεφάλαια της ανήλθαν σε €165.991 και €150.432 αντίστοιχα αντί 350.000 που προνοείται στο εδάφιο (1) του άρθρου 12 του πιο πάνω Νόμου και αυτός ήταν ο λόγος που αποφασίσθηκε η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της. Σε ότι αφορά την επιστολή ημερομηνίας 12.06.2020 οι Καθ’ων η αίτηση απέρριψαν το περιεχόμενο της λόγω ότι είχαν ήδη προχωρήσει σε εκ πρώτης όψεως πορίσματα και ο ισχυρισμός για καθυστέρηση απορρίφθηκε. Με την Ενότητα Β (παράγραφοι 1-4), οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρθηκαν στις απαντήσεις που είχε δώσει η Αιτήτρια στην επιστολή της ημερ. 27.04.2020 για τα λοιπά, πέραν των ιδίων κεφαλαίων, ζητήματα.

 

Στις 04.09.2020 οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν επιστολή στους Καθ’ ων η αίτηση εκ μέρους της Αιτήτριας και του μοναδικού μετόχου της, με την οποία αμφισβήτησαν και απέρριψαν, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο της επιστολής των Καθ’ ων αίτηση ημερομηνίας 05.08.2020 και κάλεσαν τους Καθ’ ων η αίτηση να ανακαλέσουν την απόφαση τους για ανάκληση της άδειας και να αποδεχθούν την απόσυρση της, ώστε να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της Αιτήτριας και να αποφευχθεί η δημιουργία περαιτέρω ζημιών για την Αιτήτρια.

 

Στις 30.09.2020 οι δικηγόροι της Αιτήτριας έστειλαν στους καθ’ων η αίτηση νέα επιστολή προς υπενθύμιση της επιστολής τους ημερομηνίας 04.09.2020.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 08.10.2020 απάντησαν στις πιο πάνω επιστολές των δικηγόρων της Αιτήτριας αναφέροντας τους ότι η απόφαση ημερομηνίας 05.08.2020 παραμένει σε ισχύ.

 

Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια ζητεί, με το Αιτητικό Α αυτής, ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 05.08.2020 για ανάκληση της άδειάς της και με το Αιτητικό Β, ακύρωση της απόρριψης του αιτήματός της ημερ.12.06.2020 να αποσύρει την άδεια λειτουργίας της και αντ’ αυτού την ανάκλησή της.

 

Με την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζεται πλήρως η νομιμότητα του όλου χειρισμού εκ μέρους της Διοίκησης, ενώ πρωτίστως εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι η Αιτήτρια στερείται εννόμου συμφέροντος να προωθεί τα αιτητικά της προσφυγής της καθότι με το ένα αιτητικό προσβάλλει την ανάκληση της άδειας της ενώ με το άλλο αιτητικό προσβάλλει την απόρριψη του αιτήματός της να αποσυρθεί η αίτησή της με το οποίο άρα ζητούσε να μην έχει άδεια.

 

Με την αγόρευσή της, η πλευρά της Αιτήτριας απαντά στην προδικαστική ένσταση και εγείρει λόγους ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη είναι αντίθετη με τα Άρθρα 25(1) και 29 του Συντάγματος, ότι είναι αποτέλεσμα λανθασμένης ερμηνείας της νομοθεσίας εφόσον δεν παρεχόταν δυνατότητα μη αποδοχής της απόσυρσης της άδειας λειτουργίας της [παραπέμπει στο άρθρο 13(1)(α) του περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμου του 2018 (Ν.31(I)/2018) και στο άρθρο 8 του Ν. 158(Ι)/1999], ότι ήταν προϊόν πλημμελούς έρευνας και αιτιολογίας, παράβασης των αρχών της καλής πίστης, χρηστής διοίκησης και εσφαλμένης άσκησης της διακριτικής ευχέρειας και ότι ήταν μεροληπτική.    

 

Εξέτασα τις εκατέρωθεν υποβολές σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων και καταλήγω στα ακόλουθα.

 

Καταρχάς θεωρώ ότι η προδικαστική ένσταση πρέπει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, να θεωρηθεί ως βάσιμη.

 

Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι σαφές ότι η Αιτήτρια αιτήθηκε την απόσυρση της άδειας λειτουργίας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος και ζήτησε τη σύμφωνη γνώμη των Καθ’ ων η αίτηση για να προβεί σε διάλυση της εταιρείας, αφού είχε ήδη ειδοποιηθεί για τα εκ πρώτης όψεως συμπεράσματα μη συμμόρφωσης της. Σε συμφωνία δε με τους Καθ’ ων η αίτηση, θεωρώ ότι το αποτέλεσμα της ανάκλησης της άδειας της Αιτήτριας δεν είναι αντίθετο ούτε αντιστρατεύεται στο αίτημα της Αιτήτριας για απόσυρση της άδειας της, συνεπώς δε βλέπω ποιο τελικά είναι το έννομο συμφέρον της να προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση για ανάκληση της άδειας της ενώ ταυτόχρονα να ζητεί απόσυρση της αίτησής/άδειάς της η οποία και πάλι οδηγεί σε ανάκληση της. Η ίδια η Αιτήτρια παραπέμπει στο άρθρο 13(1)(α) του Ν. 31(I)/2018 που ακριβώς προβλέπει την εξουσία των Καθ΄ ων η αίτηση να ανακαλούν την άδεια σε περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών «δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα (12) μηνών, παραιτήθηκε ρητώς[3] από αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών».

 

Άρα ακόμα και εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποδέχονταν το αίτημα της Αιτήτριας, η απόφαση που εκ του πιο πάνω νόμου θα ελάμβαναν θα ήταν και πάλι η ανάκληση της άδειας της Αιτήτριας, συνεπώς δεν είναι τελικά καταληπτό το παράπονο της Αιτήτριας. Δεν παραβλέπω ασφαλώς ότι ζήτησε απόσυρση της αίτησής της με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της λόγω της αναιτιολόγητης, ως ανέφερε, καθυστέρησης εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση όμως αυτό δε θεωρώ ότι από τα ενώπιόν μου δεδομένα είναι αρκετό για να με οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς τη μη ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της Αιτήτριας να προωθεί την παρούσα.

 

Αυτό διότι, ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά γίνεται στην Αίτηση Ακυρώσεως (αλλά και γενικά) σε οποιαδήποτε βλάβη της Αιτήτριας συνέπεια της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση πάρα μόνο αναφέρεται αορίστως και τούτο στην Γραπτή της Αγόρευση (σελ.8) ότι η εν λόγω απόφαση έχει ως αποτέλεσμα τη «δημιουργία στην Αιτήτρια υλική και/ή ηθική βλάβη αφού η δημοσιοποίηση της ανάκλησης της άδειας επιφέρει στην Αιτήτρια δημόσια αρνητική έκθεση και πιθανές επιπλήξεις από ξένες εποπτικές αρχές καθότι, εάν αιτηθούν σε άλλο Κράτος Μέλος για αδειοδότηση για παρόμοιες δραστηριότητες, θα βρεθούν σε δυσκολία να εξηγήσουν στους επόπτες τους λόγους που η Κεντρική Τράπεζα ανακάλεσε την άδεια τους».

 

Η εν λόγω θέση όμως είναι εντελώς αόριστη εφόσον δεν καταδεικνύεται ούτε εξηγείται για ποιον λόγο η ανάκληση για τον λόγο που αποφασίστηκε θα ήταν επιβλαβής για την Αιτήτρια, ενώ η ανάκληση λόγω απόσυρσης, την οποία η ίδια ζήτησε, δεν θα ήταν. Ούτε το ζήτημα επεξηγείται με παραπομπή πχ σε κάποια νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια που θα πιθανολογούσε μια τέτοια ενδεχόμενη έννομη συνέπεια για να γίνει κατανοητό το έννομο συμφέρον να προωθεί ακύρωση της ανάκλησης όχι για τον λόγο που αποφασίστηκε αλλά για τον λόγο που ζητήθηκε.

 

Ούτε αναφέρεται οποιαδήποτε άλλη αίτηση της σε αρχές άλλου κράτους μέλους, όπου η απόφαση ημερ. 05.08.2020 δημιούργησε τέτοιο πρόβλημα που σε σχέση με την ανάκληση λόγω απόσυρσης δε θα δημιουργούσε αλλά ούτε καν αναφέρθηκε πρόθεσή της να αιτηθεί σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος.

 

Γενικώς το σύνολο των αναφορών της Αιτήτριας ως προς τη βλάβη της είναι γενικό και αόριστο σε βαθμό που δεν ικανοποιεί πιιθανολόγηση εννόμου συμφέροντος της να προωθεί την παρούσα.

 

Στην Α.Ε. Αρ. 126/2015 Γεώργιος Λιμνατίτης v. Δήμος Στροβόλου ημερ. 04.07.2022, με παραπομπή σε σχετική, νομολογία και θεωρία, αναφέρθηκε λίαν σχετικά με τα εδώ εξεταζόμενα:

 

«Το συμφέρον προϋποθέτει την ύπαρξη βλάβης, υλικής ή ηθικής για τον Αιτητή, ενώ απαιτείται, επίσης, ιδιαίτερος δεσμός ή αλλιώς μια ειδική έννομη σχέση του Αιτητή με την προσβαλλόμενη πράξη. Αν η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης δεν θα ωφελήσει τον Αιτητή, ούτε θα τον βλάψει, η προσφυγή θα απορριφθεί ως μη παραδεκτή. Το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα «Το Έννομο Συμφέρον στην Αίτηση Ακυρώσεως» της Γλυκερίας Π. Σιούτη, στο οποίο έχει παραπέμψει και η πλευρά του Εφεσίβλητου (στη σελίδα 49), είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό:

 

«38.Έννομο συμφέρον για την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως υπάρχει όταν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: ύπαρξη βλάβης, υλικής ή ηθικής και ιδιαίτερος δεσμός του αιτούντος με την προσβαλλόμενη πράξη. Αυτό σημαίνει ότι όποιος αιτείται την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, πρέπει να υφίσταται βλάβη από αυτήν, στο πλαίσιο μιας ειδικής έννομης σχέσης που τον συνδέει με την πράξη.

 

39. Η συνδρομή αυτών των δύο προϋποθέσεων είναι σωρευτική, υπό την έννοια ότι αφενός δεν αρκεί μόνον η ύπαρξη βλάβης, αδιαφόρως του ειδικού δεσμού που συνδέει τον αιτούντα με την πράξη, διότι τότε η αίτηση ακύρωσης θα μετατρεπόταν σε λαϊκή αγωγή και αφετέρου δεν αρκεί μόνον η ύπαρξη ειδικού δεσμού διότι τότε και μόνη η ιδιότητα του αποδέκτη της πράξης θα καθιστούσε παραδεκτή την άσκηση εκ μέρους του αίτησης ακυρώσεως, χωρίς την περαιτέρω ανίχνευση βλαπτικής επενέργειας της πράξης στα έννομα συμφέροντα του.»

 

Στο ίδιο Σύγγραμμα αναφέρεται (στη σελίδα 51) ότι η βλάβη θα πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς και ότι οφείλει ο αιτών «να επικαλείται ποιές αλλαγές επέρχονται σε βάρος του από την πράξη ή την παράλειψη, να προσδιορίζει ποιά ειδικότερη βλάβη υφίσταται από τη ρύθμιση, της οποίας επιδιώκει την ακύρωση, διαφορετικά θεωρείται ότι δεν έχει έννομο συμφέρον για να ασκήσει αίτηση ακύρωσης.» Γίνεται, επίσης, αναφορά (στις σελίδες 51-52) στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για να υπογραμμιστεί ότι αιτήσεις ακύρωσης απορρίπτονται για λόγους που αφορούν στην έλλειψη συγκεκριμένης βλάβης, υπό οποιαδήποτε από τις ανωτέρω, μεταξύ άλλων, μορφές:

 

·«εφ΄όσον οι αιτούντες δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν την βλάβη που δικαιολογεί το έννομον συμφέρον τους»[1]

 

·«ούτε εκ των στοιχείων του φακέλλου προκύπτει ούτε ο αιτών εξειδικεύει ποίαν συγκεκριμένη βλάβην επιφέρει εις την ιδιοκτησίαν του»[2]

 

·«διότι για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος.... απαιτείται συγκεκριμένος προσδιορισμός της προκαλούμενης ρυμοτομικής βλάβης»[3]

 

·«δεν επικαλούνται οι αιτούντες ειδικό έννομο συμφέρον, δηλ. συγκεκριμένα περιστατικά και δεδομένα βάσει των οποίων να μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίστανται κάποια βλάβη στα έννομα συμφέροντα τους από τις προσβαλλόμενες πράξεις...»[4]

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μη ύπαρξη στο δικόγραφο της Προσφυγής και στις αγορεύσεις ισχυρισμού, ούτε καν επίκληση ζημιάς, ήταν καταλυτικό ως προς το ότι ο Εφεσείων δεν είχε καταδείξει έννομο συμφέρον για την προσφυγή, είναι ορθή».

 

Παρά τα πιο πάνω συμπεράσματά μου, τα οποία φυσιολογικά οδηγούν σε απόρριψη της προσφυγής λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, έχοντας εξετάσει το σύνολο των ισχυρισμών των μερών οδηγούμαι και στο αβάσιμο της προσφυγής.

 

Οι ισχυρισμοί περί παράβασης των Άρθρων 25(1) και 29 του Συντάγματος, ορθά θέτει η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν δικογραφούνται στην Αίτηση Ακυρώσεως ως εκ τούτου απορρίπτονται (ΕΔΔ Αρ. 169/2018 Nestoras Hotels Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 20.03.2024 και Αιτ. Αρ. 6/2024 Αναφορικά με την Αίτηση της Τετυάνα Πασενυουκ Πρωτόπαπα ημερομηνίας 26.06.2024)

 

Από την άλλη μεριά δε με βρίσκει σύμφωνο ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι δυνάμει του άρθρου 13(1)(α) του Ν.31(I)/2018 και του άρθρου 8 του Ν. 158(Ι)/1999 δεν παρεχόταν δυνατότητα μη αποδοχής της απόσυρσης της άδειας λειτουργίας της Αιτήτριας. Ορθά θέτουν οι Καθ΄ ων η αίτηση ότι το εν λόγω άρθρο 13(1), διά της χρήσης της λέξης «δύναται», δίδει διακριτική ευχέρεια στους Καθ΄ ων η αίτηση να ανακαλέσουν την άδεια για οποιανδήποτε από τις αναφερόμενες στα εδάφια (α) έως (ε) περιπτώσεις και άρα δεν ήταν υποχρεωτική η αποδοχή του αιτήματος ανάκλησης της άδειας λόγω παραίτησης της Αιτήτριας αντί για τον λόγο που αποφασίστηκε.

 

Δεν ευσταθούν ούτε οι ισχυρισμοί περί πλημμελούς έρευνας και αιτιολογίας,  εφόσον από τον φάκελο, διαπιστώνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξέταζαν την περίπτωση της Αιτήτριας εκτεταμένα και επί σειρά μηνών ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των εναρμονιστικών διατάξεων του Νόμου μια διαδικασία που προφανώς, κατέστη σύνθετη, αφού προέκυψαν ζητήματα με την εποπτική αρχή ενός εκ των κρατών μελών της ΕΕ που είχε φέρει ένσταση στην παροχή υπηρεσιών στο εν λόγω κράτος μέλος, υπήρξε αξιολόγηση της αλλαγής στη μετοχική δομή της Αιτήτριας και της πρότασης της για άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών με την Κεντρική Τράπεζα άλλου κράτους μέλους, υπήρχε ζήτημα με την ανεπάρκεια των κεφαλαίων και η αξιολόγηση πληροφοριών που αφορούσαν συνδεδεμένη εταιρεία  κ.α.

 

Τελικώς, ως ρητά κατεγράφη στην προσβαλλόμενη, βάσει των μη ελεγμένων οικονομικών καταστάσεων που υπέβαλε η Αιτήτρια προς τους Καθ’ ων η αίτηση στις 31.12.2019 και 31.01.2020 φάνηκε ότι δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου 12 του Νόμου αναφορικά με τα ίδια κεφάλαια αφού ανήλθαν σε σαφώς χαμηλότερο ύψος των απαιτούμενων €350.000. Και ήταν αυτή, βασικά, την απαίτηση που οι Καθ’ ων η αίτηση θεώρησαν ότι δεν πληρούσε η Αιτήτρια και αποφασίστηκε η ανάκληση της άδειά της. Η απάντησή της Αιτήτριας ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατάθεσης επιπλέον κεφαλαίων ρητά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ως μη ικανοποιητική και επί τούτου δεν εντοπίζω πλημμέλεια, εφόσον πράγματι η εν λόγω δήλωση (και μόνο) ούτε ασφαλώς συμμόρφωση απεδείκνυε ούτε όμως μια έστω τεκμηριωμένη διαβεβαίωση ότι τα ίδια κεφάλαια θα ανέλθουν στο νομοθετικά προβλεπόμενο ελάχιστο.   

 

Συνεπώς δε θεωρώ ότι οι Καθ’ ων η αίτηση πλανήθηκαν κατά την όλη διερεύνηση της περίπτωσης ούτε όμως και ότι η απόφασή τους ήταν πλημμελώς αιτιολογημένη, εφόσον στην απόφαση ημερ. 05.08.2020 επεξηγήθηκε επαρκώς ο λόγος λήψης της απόφασης ανάκλησης απαντώντας μάλιστα και στις ουσιώδεις υποβολές της Αιτήτριας ως διατυπώθηκαν στις προηγηθείσες επιστολές της.

 

Περαιτέρω, από τις παραπομπές της Αιτήτριας στα διάφορα παραρτήματα της αίτησης ακυρώσεως και της ένστασης, δεν εντοπίζω παράβαση των αρχών χρηστής διοίκησης και καλής πίστης λόγω πχ οποιασδήποτε αντιφατικής συμπεριφοράς των Καθ’ ων η αίτηση σε προηγούμενες περιπτώσεις που αφορούσαν την πλήρωση των εκ μέρους της Αιτήτριας νόμιμων προϋποθέσεων αδειοδότησης. Με την επιστολή ημερ. 15.04.2020 οι Καθ’ ων η αίτηση την πληροφορούσαν, ότι εκ πρώτης όψεως δεν συμμορφώνεται με τις εναρμονιστικές διατάξεις του εδαφίου (10) του άρθρου 46 του Νόμου αναφορικά με τα ίδια κεφάλαια και η απάντηση που έλαβαν, ως ανέφερα, ορθά κρίθηκε ως μη ικανοποιητική. Από εκεί και πέρα, η μη πλήρωση των νομοθετικά προβλεπομένων δε θα μπορούσε να καλυφθεί ή αναπληρωθεί κατ’ εφαρμογή των αρχών χρηστής διοίκησης και καλής πίστης ούτε οι αρχές αυτές υπερφαλλαγίζουν τη νομιμότητα [Kυπριακή Δημοκρατία, μέσω Eπιτροπής Eκπαιδευτικής Yπηρεσίας, Yπουργείου Παιδείας ν. Φώτη Παπαφώτη (1997) 3 ΑΑΔ 191].

 

Ομοίως δεν εντοπίζεται παράβαση της διακριτικής ευχέρειας, δε θεωρώ άλλωστε ότι το άρθρο 46(8) του Νόμου ή εν γένει ο Νόμος ιεραρχεί τις προσφερόμενες επιλογές των Καθ’ ων η αίτηση ώστε να όφειλαν να καθορίσουν  μέτρα πριν ανακαλέσουν (ως η εισήγηση της Αιτήτριας) αλλά η απόφαση ανάκλησης λήφθηκε αφού δόθηκε η ευκαιρία στην Αιτήτρια μέσω της επιστολής ημερ. 15.04.2020 να παράσχει τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα ως προς τα ίδια κεφάλαια ή μια ικανοποιητική για τούτα  διασφάλιση, κάτι που όμως η Αιτήτρια δεν έπραξε. Ασφαλώς και η θέση της Αιτήτριας ότι το ποσό των €350.000 που προβλέπει το εδάφιο (1) του άρθρου 12 του Νόμου αφορά μόνον τον χρόνο αδειοδότησης (άρα μόνο το έτος 2015 και όχι τους εδώ επίδικους) επίσης στερείται βασιμότητας εφόσον ως ορθά παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση το εδάφιο (10) του άρθρου 12 του Νόμου ρητά προβλέπει ότι τα ίδια κεφάλαια δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να μειωθούν κάτω από το επίπεδο του αρχικού κεφαλαίου κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1).

 

Αβάσιμος κρίνεται, τέλος, και ο ισχυρισμός ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ενήργησαν αμερόληπτα και ότι αποφάσισαν για αλλότριους σκοπούς, ισχυρισμός για στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτείται επαρκής βεβαιότητα βάσει των στοιχείων του φακέλου. Ως τέθηκε στην πρόσφατη Ε.Δ.Δ Αρ. 109/2021 Χρίστος Στυλιανίδης v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ημερ. 05.12.2025 επαναλαμβάνοντας τα λεχθέντα της πρωτόδικης θεώρησης και προς επικύρωση αυτής:

 

«Έγραψε και αυτά το Διοικητικό Δικαστήριο:

 

Ο δωδέκατος λόγος ακύρωσης, αφορά ισχυρισμό περί παράβασης της αρχής της αμεροληψίας (…).

 

Οι ανωτέρω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ξεκινώντας από το ουσιώδες προαπαιτούμενο της απόδειξης του ισχυρισμού, με επαρκή βεβαιότητα, είτε από τα γεγονότα που πηγάζουν από τα σχετικά διοικητικά έγγραφα που υπάρχουν προς διακρίβωση, είτε από άλλα γεγονότα που οδηγούν σε ένα ασφαλές συμπέρασμα περί ύπαρξης πράγματι μεροληψίας (Soteriadou and Others v. Republic (1983) 3 C.L.R. 921, Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 28, Πετρίδου ν. Δημοκρατίας (2004) 3 Α.Α.Δ. 636, Γ. Γιακουμής (Εργοληπτική) Λτδ ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 236, Ανδρονίκου ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (2010) 3 Α.Α.Δ 469, Α.Ε. 17/2011 Orthodoxou Skevi's Travel ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 6.10.2016).

 

Απλή επίκληση ύπαρξης προκατάληψης, δεν είναι αρκετή, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του γεγονότος ότι το βάρος απόδειξης εντός τέτοιου ισχυρισμού, φέρει πάντοτε αυτός που ισχυρίζεται την ύπαρξη της προκατάληψης. Οι ισχυρισμοί, γενικοί και αόριστοι εκ της φύσεώς τους, δεν είναι ικανοί να στοιχειοθετήσουν με την επαρκή βεβαιότητα που απαιτείται, ισχυρισμό περί παράβασης της αρχής της αμεροληψίας εκ μέρους της Προέδρου της Επιτροπής».

 

Στην παρούσα ουδείς εκ των ισχυρισμών της Αιτήτριας στοιχειοθετεί προκατάληψη των Καθ’ ων η αίτηση ούτε η προηγηθείσα διαδικασία εξέτασης ή όσα αναφέρθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση στην απόφασή τους ημερ. 05.08.2020 δείχνουν οποιαδήποτε προκατάληψη αλλά άσκηση της εξουσίας τους λόγω μη τήρησης των νομοθετικά προβλεπομένων.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή απορρίπτεται και η απόφαση ημερ. 05.08.2020 επικυρώνεται με 2.100 ευρώ έξοδα πλέον ΦΠΑ (εάν υπάρχει) υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

 

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ



[1] Η προσφυγή αποσύρθηκε αναφορικά με τους Καθ’ ων η αίτηση 2.

[2] Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366  του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ, και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ

[3] Έμφαση του Δικαστηρίου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο