ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 1095/2021)
9 Ιανουαρίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ANGELA IANGEVSCHI
Αιτήτρια,
και
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ ΤΟΥ
1.ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2.ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Ε. Λοϊζίδου (κα), για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης δ.ε.π.ε, δικηγόροι για την αιτήτρια.
Ν. Νικολάου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.: Με την παρούσα προσφυγή η αιτήτρια στρέφεται κατά της νομιμότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε στις 5.10.2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή και η οποία κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 17.8.2021.
Ως προκύπτει από τα γεγονότα της ένστασης και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου η αιτήτρια είναι υπήκοος Μολδαβίας η οποία εισήλθε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία στις 2.5.1998 με άδεια εισόδου για να εργαστεί ως σερβιτόρα σε συγκεκριμένη επιχείρηση. Κατόπιν αιτήσεως, της παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής διαμονής για σκοπούς εργασίας με ισχύ μέχρι τις 15.11.1998.
Στις 11.9.1998, η αιτήτρια τέλεσε πολιτικό γάμο με κύπριο πολίτη. Ένεκα του γάμου της, παραχωρήθηκε στον αιτήτρια, κατόπιν αιτήσεως της, άδεια διαμονής ως επισκέπτη με ισχύ μέχρι τις 30.9.1999. Έκτοτε η αιτήτρια συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία αιτούμενη κατά καιρούς άδεια προσωρινής διαμονής, η οποία εγκρίνετο υπό το ίδιο καθεστώς ήτοι ως μέλος οικογένειας κύπριου πολίτη, με την τελευταία εξ αυτών να της παραχωρείται στις 12.6.2019 με ένδειξη «απεριόριστης ισχύος».
Σημειώνεται δε, ως δεικνύει ο διοικητικός φάκελος, ότι η αιτήτρια δεν ανανέωνε διαδοχικώς και εγκαίρως τις χορηγηθείσες προσωρινές άδειες, με κάποιες εξ αυτών να ανανεώνονται άλλοτε μετά πάροδου μεγάλου ή μικρού χρονικού διαστήματος από τη λήξη ισχύος τους, με αποτέλεσμα η αιτήτρια να παραμένει, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, παράνομα στη Δημοκρατία.
Η αιτήτρια υπέβαλε διάφορες αιτήσεις για απόκτηση της ιδιότητας κύπριου πολίτη άλλοτε δυνάμει εγγραφής και άλλοτε δυνάμει πολιτογράφησης, οι οποίες όλες απορρίφθηκαν από τον Υπουργό Εσωτερικών. Ως προς τούτο η αιτήτρια ενημερώθηκε σχετικώς με αντίστοιχες επιστολές ημερομηνίας 15.1.2014, 30.12.2015 και 27.7.2018.
Στις 5.10.2018 η αιτήτρια υπέβαλε εκ νέου αίτηση για πολιτογράφηση δυνάμει εγγραφής.
Η πιο πάνω αίτηση εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 10.8.2021, ο οποίος υιοθέτησε την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού εξέτασης, η oποία περιλαμβάνετo σε σχετικό σημείωμα ημερομηνίας 18.6.2021, το οποίο ελέγχθηκε από την Ανώτερη Διοικητική Λειτουργό κα Οικονόμου στις 4.8.2021. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της εξέτασης της εν λόγω αίτησης είχε ζητηθεί όπως επανεξεταστεί και η γνησιότητα του γάμου της αιτήτριας, δεδομένου ότι η προηγούμενη έκθεση της Αστυνομίας δημιουργούσε, ως καταγράφεται, ερωτηματικά (ερ. 88 Τεκμηρίου 2).
Η απορριπτική απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερομηνίας 17.8.2021, με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην αίτησή σας ημερ. 05/10/2018 για απόκτηση της κυπριακής υπηκοότητας με εγγραφή και να σας πληροφορήσω ότι η αίτησή σας τέθηκε ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών και εξετάσθηκε με τη δέουσα προσοχή, αλλά δυστυχώς απορρίφθηκε βάσει της 2ης επιφύλαξης του άρθρου 110(2) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου Ν. 141(1)/2002, δηλαδή είχατε παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία για μεγάλη χρονική περίοδο. Συγκεκριμένα 5 χρόνια, 11 μήνες και 8 μέρες.»
Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Προσφυγή.
Με τη γραπτή της αγόρευση η αιτήτρια ισχυρίζεται εν πρώτοις ότι είναι «ανύπαρκτη η απόφαση του Υπουργού και ότι αναρμοδίως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση». Τούτο διότι ως εισηγείται το μόνο που εντοπίζεται «ως ενέργεια του Υπουργού» είναι μια σφραγίδα με το όνομα του Υπουργού επί του σημειώματος λειτουργού, το οποίο περιλάμβανε απορριπτική εισήγηση. Μάλιστα, συνεχίζει η πλευρά της αιτήτριας, η απορριπτική αυτή εισήγηση, η οποία υιοθετήθηκε με την εν λόγω σφραγίδα, προήλθε από αναρμόδιους λειτουργούς «προς τους οποίους δεν φαίνεται να υπήρχε επιτρεπτή κατά νόμο ή έγκυρη εντολή ή εξουσιοδότηση να διενεργήσουν έρευνα και να υποβάλλουν πορίσματα προς τον Υπουργό». Κατά την αιτήτρια το ίδιο κενό ήτοι η απουσία εξουσιοδότησης και/ή οδηγιών του Υπουργού ή έστω του Διευθυντή εντοπίζεται και ως προς τη λειτουργό που ετοίμασε την επιστολή κοινοποίησης της απορριπτικής απόφασης προς την αιτήτρια ημερομηνίας 17.8.2021 την οποία υπέγραψε «για» Γενικό Διευθυντή. Πρόσθετα διατείνεται η πλευρά της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι προϊόν μη δέουσας έρευνας και ελλιπούς αιτιολογίας καθώς και ότι ο Υπουργός δεν άσκησε την παρεχόμενη εκ του Νόμου διακριτική του ευχέρεια για να εξαιρέσει την περίπτωση της αιτήτριας παρά το ότι «η αιτήτρια για κάποια έτη του συζυγικού βίου παρέμεινε χωρίς άδεια». Τελικώς υποβάλλεται ότι η επίδικη απορριπτική απόφαση παραβιάζει και τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης.
Αντίθετα η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση, απορρίπτοντας όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη, δεόντως αιτιολογημένη καθώς και ότι λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, ορθή ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Υπουργού Εσωτερικών και κυρίως καλόπιστα. Επισημαίνει δε, η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση με παραπομπή σε νομολογία ότι η απόκτηση της ιδιότητας κύπριου πολίτη αποτελεί εξουσία η οποία ανάγεται στην κυριαρχική φύση του κράτους καθώς και ότι η διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Εσωτερικών είναι η ευρύτερη δυνατή με μόνο περιορισμό την καλή πίστη. Επί της ουσίας υποβάλλεται, ότι σε αντίθεση με τα όσα η αιτήτρια διατείνεται, η επίδικη απορριπτική απόφαση λήφθηκε από τον ίδιο τον Υπουργό, ο οποίος με την εναπόθεση της υπογραφής του και τη συμφωνία του προς το εισηγητικό σημείωμα αρμοδίως επιλήφθηκε της αίτησης, χωρίς η συμφωνία αυτή να σημαίνει ότι ο Υπουργός απεμπόλησε την αρμοδιότητα του ή ότι η απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη. Τονίζει δε ότι αυτό που πάντοτε έχει σημασία είναι η ταυτότητα του προσώπου που έλαβε την απόφαση και όχι το πρόσωπο που κοινοποίησε την αρμοδίως ληφθείσα απόφαση. Περαιτέρω υποβάλλεται ότι ο Υπουργός νομίμως με βάση τα ενώπιον του στοιχεία απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας αφού διαπίστωσε ότι η αιτήτρια είχε παραμείνει σε διάφορες χρονικές περιόδους παράνομα στη Δημοκρατία και συγκεκριμένα για 5 έτη, 11 μήνες και 8 ημέρες, κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί σύμφωνα με την 3η επιφύλαξη του άρθρου 110(2) του Ν. 141(1)/2002.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων της υπόθεσης.
Εν πρώτοις και αναφορικά με τη θέση της αιτήτριας ότι δεν έχει παρουσιαστεί η απορριπτική απόφαση του Υπουργού και ότι το μόνο που υπάρχει «ως ενέργεια του Υπουργού» είναι μια σφραγίδα με το όνομα του Υπουργού επί σημειώματος με απορριπτική εισήγηση, διαπιστώνεται ότι αυτή ουδόλως ευσταθεί αφού καταρρίπτεται ευθέως από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Ειδικότερα στο διοικητικό φάκελο εντοπίζεται σχετικό σημείωμα της λειτουργού εξέτασης ημερομηνίας 18.6.2021 δια του οποίου -και για τους λόγους που επεξηγούνται σ΄αυτό- υποβάλλεται απορριπτική εισήγηση. Το σημείωμα αυτό, ελέγχθηκε ως αυτοδήλως προκύπτει από το περιεχόμενο του και από την Ανώτερη Διοικητική Λειτουργό στις 4.8.2021 και τέθηκε αρμοδίως ενώπιον του Υπουργού, προς τον οποίο απευθύνεται, αποτελώντας το έρεισμα για τη λήψη απόφασης του. Συγκεκριμένα και σε αντίθεση με τα όσα διατείνεται η αιτήτρια από τα ερυθρά 102-101 του Τεκμηρίου 1Α στο οποίο περιλαμβάνεται το εν λόγω σημείωμα, παρατηρείται ότι επί αυτού τίθεται όχι μόνο σφραγίδα με το όνομα του Υπουργού αλλά αυτή συνοδεύεται από υπογραφή, η οποία τίθεται πλησίον της εν λόγω σφραγίδας καθώς και ημερομηνία 10.8.2021.
Περαιτέρω δε και επί του ερυθρού 104-103 του Τεκμηρίου 1Α το οποίο συνιστά επιστολή της Ανώτερης Διοικητικής Λειτουργού ημερομηνίας 5.8.2021 η οποία απευθύνεται προς τον Υπουργό και δια της οποίας υποβάλλεται, μεταξύ άλλων εκθέσεων που αφορούν αιτήσεις για απόκτηση της ιδιότητας κύπριου πολίτη και η συγκεκριμένη έκθεση με την οποία υποβάλλεται εισήγηση για απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας, εντοπίζεται και η χειρόγραφη καταγραφή «Εγκρίνεται» καθώς και υπογραφή και ημερομηνία 10.8.2021.
Τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι η αιτήτρια ουδόλως κατόρθωσε να κλονίσει το τεκμήριο νομιμότητας που φέρει η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστούν επαρκή απόδειξη ότι η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση λήφθηκε από το αρμόδιο όργανο, ήτοι τον Υπουργό. Συνεπώς ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί ανύπαρκτης απόφασης και/ή περί αναρμόδιας λήψης αυτής ουδόλως ευσταθεί και απορρίπτεται ως αβάσιμη (VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερ. 27/9/23) Καττιμέρη v Δημοκρατία (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 65/2019, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου 2023) Alarcon ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α. (Υπόθεση αρ 749/2019 ημερ. 29/3/22) Mendis Hewa ν. Δημοκρατία (Υπόθεση αρ 232/2020 ημερ. 11/5/22).
Με δεδομένο ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε από το κατά νόμο αρμόδιο όργανο ήτοι τον Υπουργό, η θέση της αιτήτριας ότι δεν παρουσιάστηκε εξουσιοδότηση ή οδηγίες του Υπουργού ή του Διευθυντή προς τη λειτουργό που υπογραφεί «για» Διευθυντή την επιστολή ημερομηνίας 17.8.2021 ουδόλως μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Τούτο δε αφού η εν λόγω επιστολή δεν συνιστά τίποτα άλλο παρά επιστολή κοινοποίησης της ήδη ληφθείσας απορριπτικής απόφασης του Υπουργού. Επί τούτου υπενθυμίζεται ως έχει πολλάκις νομολογιακά καταδειχθεί ότι αυτό που έχει πρωταρχική σημασία δεν είναι η ταυτότητα του προσώπου ή οργάνου που υπογράφει την επιστολή με την οποία πληροφορήθηκε ο αιτητής για την απόρριψη της αίτησής του, αλλά η ταυτότητα του προσώπου ή οργάνου που έλαβε την σχετική απόφαση, ως εν προκειμένω ο Υπουργός (Δημοκρατία v Νικόλαου Κορδάλη (Ε.Δ.Δ. 122/20 ημ. 26.3.25)Αρτεμίου-Φωτιάδου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 84/16, ημ. 2.10.23) Milon Kumar Pal v Δημοκρατίας (Ε.Δ.Δ.Δ.Π αρ.24/24, ημερ.17/7/25). Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά απόφαση της ίδιας της κας Κουζούπη, που υπογράφει την επιστολή κοινοποίησης, ώστε να τίθεται βάσιμα θέμα δικής της αναρμοδιότητας παρά μόνο η κα Κουζούπη (ενεργώντας νομίμως κατά τεκμήριο) υπέγραψε εκ μέρους του Διευθυντή την επιστολή ημερομηνίας 17.8.2021 προς πληροφόρηση της αιτήτριας για το περιεχόμενο της ήδη ληφθείσας απόφασης του Υπουργού.
Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Δημοκρατία v Κορδάλη ( Ε.Δ.Δ αρ.122/20, ημερομηνίας 26.3.25) υπομνήσθηκαν σχετικώς και τα ακόλουθα:
«Η Εφεσείουσα με τέσσερεις λόγους έφεσης εναντιώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση εισηγούμενη ότι εσφαλμένως το Διοικητικό Δικαστήριο θεώρησε πως «... υπάρχει παντελής έλλειψη αναφοράς στην ιδιότητα υπό την οποία η Διοικητική Λειτουργός ... υπέγραψε και απέστειλε το συγκεκριμένο σημείωμα ημερομηνίας 15.2.17, [1] εφόσον δεν προκύπτει εάν αυτή ενεργούσε εκ μέρους της Γενικής Διευθύντριας ...» (λόγος έφεσης 1), (λόγος έφεσης 2)[..]
Με κάθε σεβασμό, η πρωτόδικη προσέγγιση, μας βρίσκει αποκλίνοντες.
Η Διοικητική Λειτουργός υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό αυτή την ιδιότητα, στο Υπουργείο Υγείας. Ήταν κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών της καθηκόντων και εκ των πραγμάτων[..]που η Διοικητική Λειτουργός (ενεργώντας νομίμως κατά τεκμήριο) έστειλε την Επιστολή 10.3.17 (εκ μέρους της Γενικής Διευθύντριας και της αρμόδιας αρχής), πληροφορώντας για την απόφαση έγκρισης του τέταρτου μέλους[..].
Στην ουσία του πράγματος λοιπόν, εκείνο που στην προκειμένη υπείχε πρωταρχικής σημασίας δεν ήταν η ταυτότητα του προσώπου ή του οργάνου που υπέγραψε την Επιστολή 10.3.17 αλλά η ταυτότητα του προσώπου ή του οργάνου που έλαβε την κρίσιμη απόφαση για την επιλογή του τέταρτου μέλους, και στη συνέχεια η απόφαση του Υπουργού για την έγκριση αυτής (βλ. ως προς την αρχή, Κούτσιου ν. Δημοκρατίας (2001) 3 (Β) Α.Α.Δ. 987, 993)
Παρενθέτουμε, πως το Σημείωμα 15.2.17, περί του οποίου έγινε εκτενής λόγος πρωτοδίκως, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα εσωτερικό σημείωμα, πληροφοριακού χαρακτήρα, που συντάχθηκε ακριβώς ως τέτοιο στο πλαίσιο των διεργασιών της Εφεσείουσας σε σχέση προς την υπό ανάλυση ενότητα και επί αυτού υπάρχουν τόσον οι αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων (αποφασιστικής και εγκριτικής) όσον και οι υπογραφές αυτών.
Το τεκμήριο κανονικότητας δεν ανατράπηκε.
Επομένως, τη απουσία άλλων παραμέτρων που θα μπορούσαν δυνητικώς να οδηγήσουν σε άλλη οπτική, κρίνουμε ότι η πρωτόδικη πραγμάτευση ήταν μάλλον υπέρμετρα φορμαλιστική και πάντως όχι η δέουσα. »
Ούτε βεβαίως είναι νοητή η ανατροπή του τεκμηρίου της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων, επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, με τα όσα επιχειρηματολογεί η αιτήτρια περί του ότι η απορριπτική εισήγηση προήλθε από αναρμόδιους λειτουργούς «προς τους οποίους δεν φαίνεται να υπήρχε επιτρεπτή κατά νόμο ή έγκυρη εντολή ή εξουσιοδότηση να διενεργήσουν έρευνα και να υποβάλλουν πορίσματα προς τον Υπουργό». Aυτό δε που με όλο το σεβασμό εμφανώς παραβλέπει η εισήγηση είναι ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κανόνας -και βεβαίως ούτε η πλευρά της αιτήτριας παραπέμπει σε κάποιον- που να επιβάλλει ως προαπαιτούμενο την παροχή ειδικής εντολής για τη χορήγηση βοήθειας από άλλα κατώτερα όργανα (Σκαπούλαρος v Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ 540) και δη ως εν προκειμένω την υποβολή επεξηγηματικού σημειώματος, το οποίο ετοιμάστηκε στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης της αιτήτριας και στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία που περιβάλλουν την περίπτωση της αιτήτριας προς υποβοήθηση του Υπουργού για λήψη απόφασης. Τουναντίον αυτό που νομολογιακά έχει επιβεβαιωθεί είναι ότι δεν υπάρχει αναγκαιότητα που να υπαγορεύει τη διεξαγωγή έρευνας από το ίδιο το αποφασίζον όργανο(Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270) καθώς και ότι δεν είναι ανάγκη να προηγηθεί τυπική ανάθεση για διενέργεια έρευνας προς βοηθητικά σώματα πριν τη λήψη της τελικής απόφασης από το αρμόδιο όργανο (Παπαδόπουλος κα v Δημοκρατίας (2017) 3Β Α.Α.Δ 706) Ελένη Ιωαννίδου κα. v Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ 75) με αποτέλεσμα η θέση της αιτήτριας ότι θα έπρεπε να προηγηθεί εξουσιοδότηση ή εντολή από τον Υπουργό προς τη λειτουργό για διενέργεια έρευνας και υποβολής πορίσματος να κρίνεται ως ολοσδιόλου αβάσιμη. Εν πάση περιπτώσει το σχετικό σημείωμα, το οποίο δεν συνιστούσε τίποτα άλλο παρά μόνο εσωτερικό σημείωμα και το οποίο τέθηκε ενώπιον του Υπουργού είχε, ως ήδη σημειώθηκε, συνταχθεί από τη κα Κουζούπη και είχε ελεγχθεί και από την Ανώτερη Διοικητική Λειτουργό κα Οικονόμου ενώπιον της οποίας υποβλήθηκε. Με δεδομένο ότι ουδέν λέχθηκε που θα ανέτρεπε το τεκμήριο της κανονικότητας, δεν υπάρχει κανείς λόγος να αμφισβητηθεί ότι και οι δυο λειτουργοί ενεργούσαν σε κάθε περίπτωση, νομίμως, στα πλαίσια των καθηκόντων τους.
Περαιτέρω -και έχοντας κατά νου τις νομολογιακά δοσμένες αρχές και νομοθετικές διατάξεις που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα- διαπιστώνω ότι ούτε οι λοιποί ισχυρισμοί της αιτήτριας, όπως αυτοί αναπτύχθηκαν στη γραπτή της αγόρευση και καταγράφηκαν ανωτέρω, ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται σωρευτικώς και στην ολότητα τους.
Εν προκειμένω στο άρθρο 110 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου 2002 (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτό αποτελούσε το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προβλέπονται, ως εδώ ενδιαφέρουν, τα ακόλουθα:
«110 (2) Τηρουµένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο Υπουργός µπορεί, όταν υποβληθεί αίτηση κατά τον καθορισμένο τρόπο και δοθεί διαβεβαίωση πίστεως στη ∆ημοκρατία στον τύπο ο οποίος καθορίζεται στο ∆εύτερο Πίνακα, να μεριμνήσει για την εγγραφή ως πολίτη της ∆ηµοκρατίας, οιουδήποτε προσώπου, που είναι ενήλικο και πλήρους ικανότητας πρόσωπο και που ικανοποιεί τον Υπουργό ότι—
(α) Είναι ο/η σύζυγος ή ο χήρος ή η χήρα πολίτη της ∆ηµοκρατίας ή, ήταν ο/η σύζυγος προσώπου το οποίο, αν δεν είχε αποβιώσει, θα είχε καταστεί ή θα είχε δικαίωμα να καταστεί πολίτης της ∆ηµοκρατίας·
(β) διαµένει µε το/τη σύζυγο του στην Κύπρο για χρονικό διάστημα όχι µικρότερο των τριών χρόνων·
(γ) είναι καλού χαρακτήρα· και
(δ) προτίθεται να εξακολουθήσει να διαµένει στη ∆ηµοκρατία ή, ανάλογα µε την περίπτωση, να διατελεί στη δηµόσια υπηρεσία της ∆ηµοκρατίας ή στην εκπαιδευτική υπηρεσία της ∆ηµοκρατίας ή στην Αστυνοµική ∆ύναµη της ∆ηµοκρατίας και µετά την εγγραφή του ως πολίτη της ∆ηµοκρατίας:
Νοείται ότι [..]
Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρµόζονται στις περιπτώσεις που ο αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνοµα στη ∆ηµοκρατία:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Υπουργός δύναται να εξαιρέσει από την εφαρµογή των διατάξεων της πιο πάνω επιφύλαξης αλλοδαπό/ή σύζυγο Κύπριου πολίτη που παρέμενε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη ∆ηµοκρατία περιοχές:[..]»
(η έμφαση προστέθηκε)
Κατά πάγια και διαχρονική νομολογία, το ζήτημα της πολιτογράφησης και η εγγραφή προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας άπτεται των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους και επομένως η διοίκηση διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εξέταση των αιτημάτων με μόνο περιορισμό να ενεργεί με καλή πίστη (Amer ν. Δημοκρατίας (2011) 3 Α.Α.Δ. 66, 69) Mohamad v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) EDA HANCER v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 116/20, ημερομηνίας 10/4/25) ISSA E.E ALYATIM v. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496) (Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20). Ακόμα δε και η πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων για πολιτογράφηση δεν συνεπάγεται δίχως άλλο ότι ο αιτητής δικαιούται αυτόματα πιστοποιητικό πολιτογράφησης, αφού η πλήρωση των τυπικών προσόντων παρέχει μόνο το δικαίωμα για υποβολή αίτησης για πολιτογράφηση και όχι δικαίωμα έγκρισης τέτοιας αίτησης και απόκτησης άνευ ετέρου της κυπριακής ιθαγένειας (Ήρωα ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 307) Reyes και Δημοκρατίας (Αναθεωρητική Έφεση αρ. 181/12, ημερομηνίας 24/10/18). Αντίθετη δε προσέγγιση θα ήταν ασύμβατη με την έννοια κυριαρχίας του κράτους(VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερομηνίας 27/9/23).
Όπως υποδείχθηκε και ανωτέρω και ως άλλωστε προκύπτει και από την ίδια την επιστολή που κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια ημερομηνίας 17.8.2021, λόγο για την απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας αποτέλεσε, κατ΄ εφαρμογή των όσων προνοούνται στη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Ν. 141(Ι)/2002, ότι η ίδια είχε παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία για μεγάλη χρονική περίοδο χωρίς άδεια παραμονής και συγκεκριμένα για 5 έτη, 11 μήνες και 8 μέρες.
Επί τούτου σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο Σημείωμα της λειτουργού εξέτασης, το οποίο ως αδιαμφισβήτητα προκύπτει τέθηκε ενώπιον του Υπουργού και αποτέλεσε το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του και στο οποίο παρατίθενται αυτούσια τα ακόλουθα:
«[..]Η εισήγηση υποβάλλεται με βάση το σύνολο των στοιχείων και πληροφοριών του διοικητικού φακέλου, του οποίου το περιεχόμενο έχω μελετήσει και του οποίου το παρόν σημείωμα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος. Βάσει της 2ης επιφύλαξης τον άρθρου 110(2). Η αιτήτρια παρέμεινε για μεγάλη χρονική περίοδο στη Δημοκρατία χωρίς άδεια παραμονής (Ερ. 100).
2.Η σχετική αίτηση υποβλήθηκε, κατά τον καθορισμένο τρόπο, στις 5/10/2018 (Ερ.67-66/ΙΙ). Η αιτήτρια η οποία γεννήθηκε στις 20/12/1972 και είναι υπήκοος της Μολδαβίας (Ερ.62/ΙΙ), τέλεσε γάμο στη Λεμεσό στις 11/9/1998 και στις10/01/2002 (Ερ.53-52/ΙΙ), με τον κο Ανδρέα Μιχαήλ που είναι Κύπριος πολίτης[..](Ερ.79 & 7/ΙΙ).
3. Η αιτήτρια, η οποία έχει προσκομίσει πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου (Ερ.64/ΙΙ), ΔΕΝ πληροί τα τυπικά προσόντα που από τον Νόμο απαιτούνται για την εγγραφή της ως Κύπριου πολίτη και, εκ των γεγονότων, φαίνεται ότι προτίθεται να εξακολουθήσει να διαμένει στη Δημοκρατία. Γι' αυτήν εντοπίζονται, στο φάκελο στοιχεία που να συνηγορούν στη μη έγκριση της αίτησής της. Η αιτήτρια παρέμεινε για μεγάλη χρονική περίοδο στη Δημοκρατία χωρίς άδεια παραμονής (5 έτη, 11 μήνες και 8 μέρες) (Ερ.100/ Ι Ι).[..]
4. H αιτήτρια η οποία διέμενε μαζί με τον σύζυγό της για περίοδο μεγαλύτερη των τριών ετών, περίοδος που από τον Νόμο ρητά απαιτείται, και είναι κάτοικος Λεμεσού. Σύμφωνα με δήλωση που καταχωρίστηκε στο φάκελο, οι δύο σύζυγοι συζούσαν αρμονικά από την μέρα του γάμου τους (Ερ.65/ΙΙ). Από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά. Με το ζεύγος διέμενε ο γιός της αιτήτριας από το A’ της γάμο με ομοεθνή της, τον οποίο υιοθέτησε ο νυν σύζυγος της (Ερ.265-264/1 και Ερ.93/ΙΙ).
5.Προηγούμενες αιτήσεις της απορρίφθησαν[..]:
6.H αιτήτρια ήρθε στην Δημοκρατία ως σερβιτόρα σε μπυραρία στις 02/05/1998 με άδεια προσωρινής παραμονής και εργασίας μέχρι τις 15/11/1998 (Ερ.33,26/Ι). Δύο μήνες μετά την άφιξη της παρουσίασε διαζύγιο ημερομηνίας 17/07/1998 από προηγούμενο γάμο της με ομοεθνή της και αμέσως στις 11/09/1998 τέλεσε γάμο με τον Ε/Κ σύζυγο της (Ερ.42-3911). Από τις 04/12/1999 έφερε στη Κύπρο το ανήλικο παιδί της, το οποίο διαμένει μέχρι σήμερα και έχει υιοθετηθεί από τον Ε/Κ σύζυγο της το 2002 (Ερ. 265-264/ΙΙ). Έκτοτε διαμένει ως σύζυγος κύπριου πολίτη (Ερ.85/1Ι και Ερ. 335,299-298,245,194,46/ΙΙ).
7. Συναφώς τίθεται υπόψη σας ότι-
- Η αρμονική συμβίωση του ζεύγους ΔΕΝ επιβεβαιώνεται σε έκθεση που υπέβαλε η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, έπειτα από έρευνα που διεξήχθη το έτος 2021. Αντίθετα αναφέρεται ότι δεν υπάρχει συμβίωση με Θεληματική-παραδοχή του ζεύγους, και σε όλη την διάρκεια του γάμου αναφέρονται έντονες αμφιβολίες (Ερ,98-92/ΙΙ και Ερ 375.,243/Ι)[..]
Το Σημείωμα κατέληγε με τη διαπίστωση ότι η αιτήτρια έχει παραμείνει για μεγάλη χρονική περίοδο στη Δημοκρατία χωρίς άδεια παραμονής και συγκεκριμένα για 5 έτη, 11 μήνες και 8 ημέρες, χρονική περίοδος που ως αυτολεξεί καταγράφετο, θεωρείται ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί όπως καθορίζεται στην 3η επιφύλαξη του άρθρου 110 (2) του Νόμου.
Πράγματι τα όσα καταγράφονται με επάρκεια στο σημείωμα της λειτουργού επιβεβαιώνονται με τρόπο αναντίλεκτο από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και δη από το ερυθρό 127 του Τεκμηρίου 1Α, το οποίο δεικνύει υπό μορφή πίνακα τις περιόδους και τη διάρκεια παράνομης παραμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία από τον οποίο ξεκάθαρα προκύπτει ότι αυτή ανερχόταν συνολικά σε 5 έτη, 11 μήνες και 8 ημέρες.
Η πλευρά της αιτήτριας ουδόλως αμφισβήτησε δια της γραπτής της αγόρευσης τα γεγονότα που περιβάλλουν το ιστορικό της αιτήτριας και τις πιο πάνω διαπιστώσεις της λειτουργού και δη το καίριο και καθοριστικό γεγονός ότι η αιτήτρια είχε παραμείνει για πέντε και πλέον έτη παράνομα στη Δημοκρατία.
Το μόνο δε που η αιτήτρια ανέφερε ήταν ότι παρόλο που, ως αποδέχεται, «υπήρξαν και λίγα χρόνια όπου δεν είχε άδεια» ο Υπουργός δεν άσκησε την παρεχόμενη εκ του Νόμου διακριτική του ευχέρεια και δεν εξέτασε κατά πόσο θα μπορούσε να εξαιρέσει την περίπτωση της αιτήτριας δυνάμει της 3ης επιφύλαξης του αρθρου 110(2) του Νόμου, παραλείποντας ως προς τούτο να παρέχει ειδική και επαρκή αιτιολογία.
Η εισήγηση όμως αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τούτο διότι η παράνομη παραμονή της αιτήτριας στο έδαφος της Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου στο οποίο ανάγεται, ακόμα δε και στο μακρινό παρελθόν, αποτελεί καθόλα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης δυνάμει και της 2ης επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/2002 (Yousife Mohamad v Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 18) Δημοκρατία κ.α. ν. Ζ.Μ. (2011) 3 Α.Α.Δ. 20). Επί τούτου υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 110(2) του Νόμου παρέχει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο Υπουργός Εσωτερικών μπορεί να μεριμνήσει για εγγραφή προσώπου ως πολίτη της Δημοκρατίας. Σύμφωνα όμως με τη δεύτερη επιφύλαξη οι διατάξεις του πιο πάνω εδαφίου (2) δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που αλλοδαπός εισέρχεται ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία, ως εν προκειμένω επισυμβαίνει και στην περίπτωση της αιτήτριας. Επισημαίνεται δε ότι ο Υπουργός διατηρεί τη δυνατότητα εξαίρεσης αλλοδαπού από την εφαρμογή της επιφύλαξης αυτής δυνάμει των προβλεπόμενων στην 3η επιφύλαξη του εδαφίου (2) του άρθρου 110 του Ν.141(Ι)/2002, εξουσία που o Υπουργός δεν ενάσκησε στην περίπτωση της αιτήτριας.
Ως προς τούτο δε ήτοι ως προς την άσκηση ή μη της εξουσίας αυτής, δεν μπορεί να τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα, πόσο δε μάλλον ζήτημα υποχρεωτικής και ειδικής αιτιολόγησης περί τη μη ενάσκησης τέτοιας εξουσίας από τον Υπουργό, ως η αιτήτρια το θέτει, αφ΄ης στιγμής στον Υπουργό παρέχεται ξεκάθαρα, δυνάμει της προαναφερθείσας επιφύλαξης, διακριτική ευχέρεια και όχι οποιαδήποτε υποχρέωση προς εφαρμογή της τρίτης επιφύλαξης. Μάλιστα η όλη εισήγηση παραβλέπει ότι ο Υπουργός, ως το όργανο με την αποφασιστική αρμοδιότητα, ασκεί την ευρεία διακριτική εξουσία του, ως έκφανση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας (Mahmout El Husseini El Sayed El Wan El Dib v Δημοκρατίας( Ε.Δ.Δ αρ. 124/21, ημερ. 10/12/25) να ελέγχει ποιοι διακινούνται και διαμένουν στο έδαφος της, εξουσία η οποία υπενθυμίζεται ασκείται με μόνο περιορισμό την ανάγκη επίδειξης καλής πίστης, κάτι που εν προκειμένω δεν διαβλέπω να μην τηρήθηκε (Suleiman v. Republic (1987) 3 C.L.R. 224)Eddine v Δημοκρατίας 2008 (3 ΑΑΔ 95) Ήρωα v. Δημοκρατίας (2005)3 Α.Α.Δ. 307). Συναφώς οφείλει να υπομνησθεί ότι το μόνο που παρέχεται σε αλλοδαπό είναι το δικαίωμα να αποταθεί για πολιτογράφηση και όχι απόλυτο δικαίωμα να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας και επομένως η αιτήτρια είχε μόνο προσδοκία για να γίνει αποδεκτή η αίτηση της, πόσο δε μάλλον όταν η ίδια είχε παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία.
Άλλωστε και σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί μη αιτιολόγησης της απόφασης του Υπουργού, υπενθυμίζεται ότι η συμφωνία του Υπουργού με την απορριπτική εισήγηση της λειτουργού, ως αυτή αποτυπώνεται στο σχετικό σημείωμα δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την εκ μέρους του Υπουργού υιοθέτηση της αιτιολογίας, χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία ή διαφοροποίηση (Tsouloftas v. Republic (1983) 3 C.L.R. 426 και Γ.Μ. Μακρή Λτδ ν. Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών (1994) 4 Α.Α.Δ. 817). Στην προκειμένη δε περίπτωση σημαίνει ότι ο Υπουργός υιοθέτησε επακριβώς τα όσα η λειτουργος κατέγραψε, τα οποία με επάρκεια αναδεικνύουν τους λόγους απόρριψης της αίτησης της, περιλαμβανομένης βεβαίως και της θέσης ότι η χρονική περίοδος των πέντε και πλέον ετών όπου η αιτήτρια παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία συνιστά μεγάλη χρονική περίοδο, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Και τούτο είναι αρκετό.
Στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου VARSIK MKRTCHYAN v. Δημοκρατίας (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.18/17, ημερ. 27/9/23) λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Στις 27.1.2010 η Εφεσείουσα αιτήθηκε εκ νέου για απόκτηση της κυπριακής ιθαγένειας πλην όμως και πάλι υπήρξε απόρριψη στις 14.7.2014. Η επιστολή κοινοποίησης της άρνησης των Εφεσιβλήτων είχε ως εξής:
«Η Κυπριακή Δημοκρατία, ασκώντας τα κυριαρχικά της δικαιώματα και αφού έλαβε υπό ότι:
(α) δεν έχετε επαρκείς πόρους συντήρησης,
(β) παραμείνατε και εργαστήκατε παράνομα στη Δημοκρατία από 20.12.2000 μέχρι 14.6.2002,
(γ) υπάρχουν επιφυλάξεις ως προς τη γνησιότητα του γάμου σας με τον αποβιώσαντα Ε/Κ και
(δ) το καθεστώς ως χήρα Κύπριου πολίτη που κατέχετε είναι αρκούντως ικανοποιητικό για την περίπτωσή σας αποφάσισε ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος για την πολιτογράφησή σας ως Κύπρια πολίτιδα».[..]
Όπως ετέθη και στη Mohamad ανωτέρω, η παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, ακόμη και στο παρελθόν (πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης) αποτελεί ένα επιτρεπτό κριτήριο κρίσης. Το ίδιο και οι λοιπές επιφυλάξεις και εξηγήσεις που δόθηκαν από τους Εφεσίβλητους. Υπενθυμίζουμε ότι εξετάζουμε την πράξη– και την επικυρωτική αυτής απόφαση – υπό το πρίσμα της θεώρησης της ύπαρξης καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης, όρια που ορθώς εκρίθη από το Δικαστήριο, πως οι Εφεσίβλητοι επ΄ουδενί παραβίασαν (Βλ1. Meneka Madhumathi Senadhipathi S. Mudiyanselage κ.α ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ76/16, 25.9.2023).
Προσθέτουμε ακόμη – ειδικά ως απάντηση στον πέμπτο λόγο έφεσης – πως δεν ήταν αναμενόμενο και αναγκαίο να αναγράψει ειδικά ο Υπουργός ότι συμφωνεί με τις εισηγήσεις της Λειτουργού. Ούτε βεβαίως έπρεπε να γίνει ειδικά επίκληση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας ως η εισήγηση της Εφεσείουσας. Η συμφωνία του Υπουργού με την εισήγηση ακριβώς σημαίνει την υιοθέτηση της αιτιολογίας.»
(η έμφαση προστέθηκε)
Ούτε όμως ευσταθούν οι αναφορές της αιτήτριας ότι δήθεν αγνοήθηκαν παντελώς κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης οι οικογενειακές της περιστάσεις και δη ότι η αιτήτρια «διατηρεί με τον σύζυγό της γάμο πραγματικό, αρμονικό και με μακρά διάρκεια», είναι μητέρα τέκνου που έχει υιοθετηθεί από τον κύπριο σύζυγο της καθώς και ότι από το 1998 που διαμένει στη Δημοκρατία δεν έχει δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Τουναντίον από το σημείωμα της αρμόδιας λειτουργού το οποίο τέθηκε ενώπιον του Υπουργού προς λήψη απόφασης επιβεβαιώνεται ακριβώς το αντίθετο.
Ειδικότερα, ως παρατηρώ, στο εν λόγω σημείωμα διενεργείται ρητή μνεία στις περιστάσεις που περιβάλλουν την αιτήτρια και συγκεκριμένα καταγράφεται με σαφήνεια ότι η αιτήτρια τέλεσε γάμο με κύπριο πολίτη και ειδικότερα ότι η αιτήτρια διέμενε μαζί με το σύζυγο της για περίοδο μεγαλύτερη των τριών ετών, ότι από το γάμο αυτό δεν απέκτησαν παιδιά και ότι το τέκνο της αιτήτριας από προηγούμενο γάμο υιοθετήθηκε από το σύζυγο της και διαμένει στη Δημοκρατία. Περαιτέρω ρητώς η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι σύμφωνα με δήλωση που προσκομίστηκε οι δύο σύζυγοι συζούν αρμονικά από την ημέρα του γάμου τους, κάτι όμως που, ως ανέφερε, δεν επιβεβαιώνεται από την έκθεση που υπέβαλε, κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε το 2021 η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης σύμφωνα με την οποία «δεν υπάρχει συμβίωση με θεληματική παραδοχή του ζεύγους, και σε όλη την διάρκεια του γάμου αναφέρονται έντονες αμφιβολίες». Σημειώνεται δε όλο το ιστορικό της αιτήτριας με αναδρομή από την έλευση της στη Δημοκρατία απο το 1998. Επομένως -και σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας-αυτό που επιβεβαιώνεται είναι ότι εξετάστηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη δεδομένα που περιβάλλουν την περίπτωση της αιτήτριας περιλαμβανομένων και των όσων η ίδια επικαλείται περί των προσωπικών και οικογενειακών της περιστάσεων.
Καθίσταται φανερό ότι οι αιτιάσεις της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη καθώς και ότι λήφθηκε υπό πλάνη και χωρίς δέουσα έρευνα είναι ολωσδιόλου αβάσιμες. Τουναντίον αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι διενεργήθηκε η απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις έρευνα αναφορικά με την αίτηση της αιτήτριας. Τα όσα δε παραθέτει η αιτήτρια ουδόλως αντικρούουν τα όσα αδιαμφισβήτητα νομίμως καταγράφονται στο σημείωμα της λειτουργού, το οποίο αποτέλεσε το έρεισμα για τη λήψη της απόφασης του Υπουργού και το περιεχόμενο του οποίου, σαφώς και αρρήκτως συνδεδεμένο με τη ληφθείσα απόφαση και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, συμπληρώνει την αιτιολογία αφού καταδεικνύει αναμφίβολα και αναντίλεκτα τους λόγους που οδήγησαν στην λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (Vassiliou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 220, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 185) Ηλιόπουλος ν. ΑΗΚ (2000) 3 Α.Α.Δ. 438).
Ούτε όμως -και σε αντίθεση με τις ατεκμηρίωτες αιτιάσεις της αιτήτριας- εντοπίζεται οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής της καλής πίστης ή της αρχής της χρηστής διοίκησης. Τουναντίον και στη βάση των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι ο Υπουργός Εσωτερικών άσκησε, ως η υποχρέωση του, την ευρύτατη διακριτική του εξουσία με καλή πίστη και η απόφαση του για απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό το φως, των ενώπιον του, στοιχείων. Το Δικαστήριο και με δεδομένο ότι ουδεμία πλάνη ή κακοπιστία έχει καταδειχθεί δεν μπορεί να επέμβει και να αμφισβητήσει την απορριπτική κρίση της διοίκησης, η οποία κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη (Alyatim ν. Δημοκρατίας (2016) 3 Α.Α.Δ. 496).
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ουδείς λόγος ακύρωσης στοιχειοθετείται. Κατά συνέπεια, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Επιδικάζονται €1.800 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο