ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1170/2025)
19 Ιανουαρίου 2026
[ΜΙΧΑΗΛ, Δ/στης Δ.Δ.]
AMAL UTAMISHI
Αιτήτρια
ν.
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ου η Αίτηση
…………………………
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17.10.2025
Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.
Σ. Π. Πλατής για Γενικό Εισαγγελέα, για τον καθ’ ου η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Η αιτήτρια με την προσφυγή της ζητά την ακύρωση της απόφασης του καθ’ ου η αίτηση ημερομηνίας 1.8.2025 να απορρίψει το αίτημά της για παραχώρηση άδειας παραμονής και την έκδοση απόφαση επιστροφής.
Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση, η αιτήτρια αιτείται προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης.
Η αιτήτρια αφίχθηκε για πρώτη φορά στη χώρα το 1997 με άδεια απασχόλησης ως τουριστικός αντιπρόσωπος η οποία ανανεωνόταν μέχρι τις 30.11.2005. Στις 24.10.2005 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση άδειας επί μακρόν διαμένοντα η οποία απορρίφθηκε στις 26.5.2006. Κατά της απόφασης άσκησε προσφυγή η οποία απορρίφθηκε στις 7.4.2008. Στις 8.8.2008 υπέβαλε κατόπιν έγκρισης του Υπουργού αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής και απασχόλησης η οποία εγκρίθηκε και ανανεώθηκε μέχρι τις 15.7.2010. Ακολούθως, παραχωρήθηκε στην αιτήτρια άδεια παραμονής ως επισκέπτρια η οποία ανανεώθηκε μέχρι τις 21.4.2015 αλλά με απόφαση ημερομηνίας 5.5.2015 ακυρώθηκε εφόσον η αιτήτρια δεν ανταποκρίθηκε σε απαίτηση του καθ’ ου η αίτηση να προσκομίσει στοιχεία των τραπεζικών λογαριασμών της για σκοπούς εξακρίβωσης του κατά πόσο διέθετε επαρκείς πόρους συντήρησης και επιπρόσθετα, δεν ανευρέθηκε στη διεύθυνση διαμονής που είχε δηλώσει. Στις 16.5.2015 η αιτήτρια αναχώρησε από τη χώρα για να επανέλθει στις 28.5.2015. Στις 26.1.2016 υπέβαλε αίτηση παραχώρησης άδειας διαμονής ως επισκέπτρια η οποία της παραχωρήθηκε μέχρι τις 18.5.2017. Ενδιάμεσα, στις 16.1.2017 η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση και στις 15.5.2017 αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής της. Στα πλαίσια διευρεύνησης της αίτησης για πολιτογράφηση διαφάνηκε ότι εναντίον της αιτήτριας σχηματίστηκε ποινικός φάκελος και ότι δεν διέμενε στη δηλωθείσα διεύθυνση. Στις 20.12.2017 απορρίφθηκε η αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής. Κατά της απόρριψης η αιτήτρια άσκησε την Προσφυγή Αρ. 189/2018. Εκκρεμούσης της προσφυγής, ο καθ’ ου η αίτηση ενημέρωσε την αιτήτρια στις 10.6.2021 ότι η αίτησή της θα επανεξεταστεί για να απορριφθεί εκ νέου στις 14.6.2021 με την αιτιολογία ότι δεν προσκόμισε πιστοποιημένο ενοικιαστήριο έγγραφο και επειδή εκκρεμούσε εναντίον της αιτήτριας ποινική υπόθεση. Στις 14.7.2022 ο καθ’ ου η αίτηση επανήλθε διευκρινίζοντας ότι ο λόγος της ποινικής υπόθεσης που επικαλέστηκε στις 14.6.2021 έπαυσε να υφίσταται επανέλαβε, όμως, την προηγούμενη απόφασή του για απόρριψη. Στις 15.5.2025 η αιτήτρια απευθύνθηκε με επιστολή στον Υπουργό και ζήτησε να της επιτραπεί να υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής και εργασίας. Το αίτημα απορρίφθηκε την 1.8.2025 με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η αιτήτρια επικαλείται έκδηλη παρανομία εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν της παραχωρήθηκε εύλογος χρόνος οικειοθελούς αναχώρησης δεδομένης της προηγούμενης μακράς παραμονής της στη χώρα και των οικογενειακών της συνθηκών και εφόσον είναι από υπαιτιότητα της διοίκησης που δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις για έκδοση άδειας παραμονής. Εισηγείται, επίσης, η αιτήτρια ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του προσωρινού διατάγματος παραβιάζεται το δικαίωμά της σε αποτελεσματική ένδικη προστασία. Επιπρόσθετα, εισηγείται ότι από την απόφαση προκαλείται στην αιτήτρια ανεπανόρθωτη ψυχολογική ζημιά λόγω της διαμόρφωσης της ζωής της στην Κύπρο για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ η παραμονή της είναι αναγκαία για υποστήριξη του ενήλικα παιδιού της ο οποίος φοιτά σε πανεπιστήμιο λόγω θέματος υγείας που έχει.
Ο καθ’ ου η αίτηση ενίσταται στην ενδιάμεση αίτηση. Εισηγείται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος εφόσον τα ζητήματα που εγείρει η αιτήτρια δεν προκύπτουν ως οφθαλμοφανή αλλά χρήζουν διερεύνησης ενώ η ανεπανόρθωτη ζημιά δεν προσδιορίζεται επαρκώς προς ικανοποίηση του βάρους απόδειξης που φέρει η αιτήτρια. Εισηγείται επίσης ο καθ’ ου η αίτηση ως προδικαστικό ζήτημα ότι το Διοικητικό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα επειδή αυτό θα ισοδυναμούσε με έκδοση νέας θετικής πράξης.
Το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 1.8.2025 είναι το εξής:
«Έχω οδηγίες να αναφερθώ στην επιστολή σας ημερομηνίας 15/05/2025, προς τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, σχετικά με το πιο πάνω θέμα και να σας πληροφορήσω ότι το αίτημα σας απορρίπτεται, λόγω της μακράς παράνομης παραμονής σας στη Δημοκρατία και καθότι δεν επιτρέπεται η αλλαγή καθεστώτος από επισκέπτρια σε εργαζόμενη.
2. Ενόψει των πιο πάνω παρακαλείστε όπως αναχωρήσετε άμεσα από τη Δημοκρατία, διαφορετικά θα ληφθούν μέτρα για την απομάκρυνση σας.»
Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής ο «Νόμος), μετά την έκδοση απόφασης επιστροφής ακολουθεί η απομάκρυνση του αλλοδαπού όπως εξάλλου αναφέρει και η διοίκηση στην επιστολή της προς την αιτήτρια. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η αιτήτρια επιδιώκει τη μη απομάκρυνσή της μέχρι την πλήρη εκδίκαση της προσφυγής. Ένα τέτοιο διάταγμα δεν ισοδυναμεί με την έκδοση καμίας θετικής πράξης εφόσον δεν καθίσταται νόμιμη η παραμονή της αιτήτριας με την έκδοσή του αλλά αναστέλλει προσωρινά την απομάκρυνση. Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση του καθ’ ου η αίτηση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Σχετικό με απόφαση επιστροφής είναι το Άρθρο 18ΟΗ του Νόμου:
«18ΟΗ.-(1) Ο ∆ιευθυντής εκδίδει απόφαση επιστροφής για οποιοδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που παραµένει παράνοµα στη ∆ηµοκρατία, µε την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα εδάφια (2) µέχρι (5).
(2) Οι υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι διαµένουν παρανόµως στο έδαφος της ∆ηµοκρατίας και διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαµονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωµα παραµονής και έχει εκδοθεί από άλλο κράτος µέλος, υποχρεούνται να µεταβαίνουν αµέσως στο έδαφος αυτού του άλλου κράτους µέλους. Σε περίπτωση µη συµµόρφωσης του υπηκόου τρίτης χώρας µε την παρούσα απαίτηση ή όταν η άµεση αναχώρηση του υπηκόου τρίτης χώρας απαιτείται για λόγους ασφάλειας της ∆ηµοκρατίας ή δηµόσιας τάξης, ο ∆ιευθυντής ενεργεί κατά τα προβλεπόµενα στο εδάφιο (1).
(3)(α) Ο ∆ιευθυντής δύναται να µην εκδίδει απόφαση επιστροφής για υπήκοο τρίτης χώρας που διαµένει παρανόµως στο έδαφος της ∆ηµοκρατίας, εφόσον άλλο κράτος µέλος αναλαµβάνει τον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας δυνάµει διµερών συµφωνιών ή διευθετήσεων που ίσχυαν κατά την 13η Ιανουαρίου 2009.
(β) Σε περίπτωση που οι αρχές της ∆ηµοκρατίας αναλαµβάνουν υπήκοο τρίτης χώρας σύµφωνα µε το Άρθρο 6, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, ο ∆ιευθυντής ενεργεί κατά τα προβλεπόµενα στο εδάφιο (1).
(4) Ο Υφυπουργός δύναται να αποφασίσει, ανά πάσα στιγµή, να χορηγήσει αυτόνοµη άδεια διαµονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωµα παραµονής, για λόγους φιλευσπλαχνίας ή ανθρωπιστικούς λόγους, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος παραµένει παράνοµα στο έδαφος της ∆ηµοκρατίας. Στην περίπτωση αυτή –
(α) δεν εκδίδεται απόφαση επιστροφής· ή
(β) εφόσον η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί, τότε αυτή ανακαλείται ή αναστέλλεται για τη διάρκεια της ισχύος του τίτλου διαµονής ή άλλης άδειας που παρέχει δικαίωµα παραµονής.
(5) Εφόσον εκκρεµεί διαδικασία ανανέωσης άδειας διαµονής ή οποιασδήποτε άλλης άδειας που παρέχει δικαίωµα παραµονής σε υπήκοο τρίτης χώρας, ο οποίος παραµένει παράνοµα στο έδαφος της ∆ηµοκρατίας, ο ∆ιευθυντής εξετάζει το ενδεχόµενο να µην εκδώσει απόφαση επιστροφής έως ότου ολοκληρωθεί η εκκρεµούσα διαδικασία, µε την επιφύλαξη του εδαφίου (6).
(6) Ο ∆ιευθυντής δύναται να λαµβάνει απόφαση ως προς τη λήξη της νόµιµης παραµονής µαζί µε απόφαση επιστροφής και/ή απόφαση αποµάκρυνσης και/ή απαγόρευση εισόδου, µε την επιφύλαξη των δικονοµικών εγγυήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 18Π∆ µέχρι 18ΠΕ, στο Άρθρο 146 του Συντάγµατος και σε άλλες συναφείς διατάξεις του κυπριακού δικαίου και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
Άμεσα σχετικές με το υπό κρίση ζήτημα είναι και οι πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΘ του Νόμου που προνοεί για οικειοθελή αναχώρηση:
«18ΟΘ.-(1) Η απόφαση επιστροφής προβλέπει κατάλληλο χρονικό διάστηµα για την οικειοθελή αναχώρηση που κυµαίνεται µεταξύ επτά και τριάντα ηµερών, µε την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα εδάφια (2) και (4). Το χρονικό διάστηµα που προβλέπεται στο παρόν εδάφιο δεν αποκλείει τη δυνατότητα των υπηκόων τρίτων χωρών να αναχωρήσουν ενωρίτερα.
(2) Εφόσον απαιτείται, ο ∆ιευθυντής δύναται να παρατείνει την προθεσµία οικειοθελούς αναχώρησης για κατάλληλο χρονικό διάστηµα, λαµβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριµένης περίπτωσης, όπως τη διάρκεια της παραµονής, την ύπαρξη παιδιών που φοιτούν σε σχολείο και την ύπαρξη άλλων οικογενειακών και κοινωνικών δεσµών.
(3) Ο ∆ιευθυντής δύναται να επιβάλλει - για µερική ή όλη τη διάρκεια του χρονικού διαστήµατος που προβλέπεται για την οικειοθελή αναχώρηση - ορισµένες υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποφυγή κινδύνου διαφυγής, όπως την τακτική εµφάνιση ενώπιον των αρχών, την κατάθεση κατάλληλης οικονοµικής εγγύησης, την κατάθεση εγγράφων ή την υποχρέωση παραµονής σε ορισµένο µέρος.
(4) Εάν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής ή εάν αίτηση για νόµιµη παραµονή έχει απορριφθεί ως προδήλως αβάσιµη ή δολία ή εάν το συγκεκριµένο πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για τη δηµόσια ασφάλεια, τη δηµόσια τάξη ή την ασφάλεια της ∆ηµοκρατίας, ο ∆ιευθυντής δύναται είτε να µη χορηγεί χρονικό διάστηµα οικειοθελούς αναχώρησης είτε να χορηγεί χρονικό διάστηµα κάτω των επτά ηµερών.»
Όπως προκύπτει με σαφήνεια από τις πιο πάνω πρόνοιες, πάντοτε σε μία απόφαση επιστροφής προβλέπεται χρονικό διάστημα για οικειοθελή αναχώρηση μεταξύ επτά και τριάντα ημερών αναλόγως τί θα κριθεί ως κατάλληλο. Το διάστημα αυτό δυνατό να παραταθεί εάν κάποια περίπτωση ικανοποιεί τις διατάξεις του εδαφίου (2) ή δυνατό να μειωθεί ή να μην παραχωρηθεί καθόλου εάν συντρέχει κάποια από τις συνθήκες που προβλέπονται στο εδάφιο (4). Τέτοιες συνθήκες είναι ο κίνδυνος διαφυγής, το πρόδηλα αβάσιμο ή δόλιο της αίτησης για παραχώρηση άδειας ή κίνδυνος στη δημόσια τάξη ή ασφάλεια.
Ο κίνδυνος διαφυγής και ο κίνδυνος στη δημόσια τάξη ή ασφάλεια δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Ούτε, όμως, το πρόδηλα αβάσιμο ή δόλιο της αίτησης φαίνεται να εφαρμόζεται. Η αιτιολογία της απόφασης της οποίας η αναστολή επιδιώκεται, δεν αναφέρει αλλά ούτε και υποδηλώνει ότι το αίτημα που είχε υποβάλει η αιτήτρια και απορρίφθηκε ήταν πρόδηλα αβάσιμο ή δόλιο. Η απαίτηση του Νόμου για πρόδηλα αβάσιμο ή δόλιο αίτημα προϋποθέτει είτε την πλήρη απουσία νομοθετικής διάταξης που να επιτρέπει σε πρόσωπο με τις ίδιες πραγματικές συνθήκες ως η αιτήτρια να υποβάλει αίτημα νομιμοποίησης της παραμονής της, είτε το αίτημα να υποβάλλεται με σκοπό να ξεγελάσει τη διοίκηση ενώ η πραγματική πρόθεση του αιτητή να είναι άλλη.
Εντούτοις, ο Νόμος παρέχει την ευχέρεια σε άτομο που παραμένει παράνομα να επιχειρήσει τη νομιμοποίηση της παραμονής του όπως προνοείται, μεταξύ άλλων, στο Άρθρο 18ΟΗ(4). Συνεπώς, ούτε αυτή η περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής όπως βεβαίως δεν τυγχάνει εφαρμογής η δόλια υποβολή αίτησης από την αιτήτρια.
Με τα ενώπιόν μου δεδομένα, κρίνω ότι ικανοποιείται η προϋπόθεση της έκδηλης παρανομίας εφόσον σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΘ του Νόμου δεν παραχωρήθηκε στην αιτήτρια προθεσμία για οικειοθελή αναχώρηση. Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής που περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 1.8.2025 μέχρι την πλήρη εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην προσφυγή.
Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ’ ου η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από την πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης.
Ε. ΜΙΧΑΗΛ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο