ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υποθ. Αρ. 1576/2022, 12/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υποθ. Αρ. 1576/2022, 12/1/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                 

(Υποθ. Αρ. 1576/2022 (i-Justice))

 

 12 Ιανουαρίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

         

1.   ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

2.   MARICEL RISIANA OMAY                                                                                     Αιτητές

                                                  ΚΑΙ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ  ΔΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

                                                                  

 

 M. Κυπριανίδου (κα), για Μιχάλης Χ. Σταματάρης & Συνεργάτες, για Αιτητές

Α. Ελευθερίου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η πράξη και/ή απόφαση των καθ’ ων η αίτηση, η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 26.5.2022, και σύμφωνα με την οποία ο γάμος των αιτητών κρίθηκε εικονικός. Τονίζεται ότι συνεπεία αυτής της απόφασης, το Τμήμα απέστειλε στην αιτήτρια αρ. 2 και δεύτερη επιστολή, ημερομηνίας 8.6.2022, με την οποία την καλούσε όπως αναχωρήσει εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την Κυπριακή Δημοκρατία, εφόσον δεν είχε πλέον δικαίωμα διαμονής στην χώρα.

 

Η αιτήτρια είναι υπήκοος Φιλιππινών, η οποία αφίχθηκε στη Δημοκρατία με άδεια εισόδου στις 11.2.2013 και τής παρασχέθηκε από το Τμήμα σχετική άδεια παραμονής και εργασίας ως οικιακή βοηθός, αρχικά με ισχύ μέχρι και τις 16.4.2013, η οποία στη συνέχεια ανανεωνόταν ανά διαστήματα, με την τελευταία ανανέωση να έχει ισχύ μέχρι τις 27.6.2020.

 

Στις 29.10.2019, η αιτήτρια τέλεσε πολιτικό γάμο με τον αιτητή αρ. 1, Ελληνοκύπριο, στο Δημαρχείο της Έγκωμης και, συνεπεία τούτου, το Τμήμα εξέδωσε σχετική άδεια διαμονής στην αιτήτρια ως σύζυγο Κύπριου πολίτη, με ισχύ μέχρι τις 20.12.2022.

 

Εν συνεχεία, ωστόσο, από σχετικούς ελέγχους της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) (σχετική είναι η επιστολή προς τη Διευθύντρια του Τμήματος, ημερομηνίας 8.3.2022, παράρτημα 5 στο δικόγραφο της ένστασης), προέκυπτε ότι ο γάμος των αιτητών ήταν γάμος αμοιβαίας εξυπηρέτησης συμφερόντων.

                 

Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη περίπτωση τέθηκε ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής για Εικονικούς Γάμους («η Επιτροπή»), η οποία, στη συνεδρία της, ημερομηνίας 12.4.2022, αποφάσισε όπως υποβληθεί σύσταση στη Διευθύντρια του Τμήματος ότι υπήρχαν επαρκή στοιχεία που καταδείκνυαν ότι ο γάμος των αιτητών ήταν εικονικός.

 

Με ξεχωριστές επιστολές του Τμήματος, πανομοιότυπου περιεχομένου, προς αιτητή και αιτήτρια αντίστοιχα, ημερομηνίας 26.5.2022, πληροφορούνταν οι αιτητές ότι ο γάμος τους κρίθηκε εικονικός σύμφωνα με το άρθρο 7Α (3) (γ) και (θ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθότι (α) υπήρχε έλλειψη κατάλληλης συμβολής στην αντιμετώπιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το γάμο και (β) υπήρχαν άλλες πληροφορίες που ήγειραν βάσιμες υποψίες ότι ο γάμος ήταν εικονικός (οικογενειακό, κοινωνικό, φιλικό περιβάλλον και άλλες πληροφορίες).

 

Κατά της πιο πάνω απόφασης, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στις 5.8.2022, ενώ προηγουμένως, στις 11.7.2022, τα στοιχεία της αιτήτριας είχαν καταχωρηθεί στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων.

 

Η συνήγορος των αιτητών προτάσσει δια της γραπτής της αγόρευσης τον ισχυρισμό περί ανεπαρκούς και/ή ελλιπούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, ενώ ως πρόσθετος λόγος ακύρωσης εγείρεται και ο ισχυρισμός περί εμφιλοχώρησης ουσιώδους πραγματικής και νομικής πλάνης των καθ’ ων η αίτηση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των γεγονότων, αλλά και εφαρμογής των διατάξεων του Κεφ.105, η οποία και απέληξε σε πάσχουσα και/ή εσφαλμένη διαδικασία. Συναφώς, προωθείται ως αυτοτελής λόγος ακύρωσης και ο ισχυρισμός ότι δεν διενεργήθηκε εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση η δέουσα έρευνα πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, η οποία πάσχει καθότι εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Κεφ.105.

 

Έτερος εγειρόμενος λόγος ακύρωσης που προωθείται, έγκειται στον ισχυρισμό περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης των αιτητών, κατά παράβαση του άρθρου 43 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999).

 

Οι πιο πάνω ενέργειες των καθ’ ων η αίτηση, ως υποβάλλει η συνήγορος των αιτητών, αποτελούν σαφή καταστρατήγηση και/ή παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης και αντίκεινται στα άρθρα 50 και 51 του Νόμου 158(Ι)/1999.

 

Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και σύννομα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ’ ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας, είναι δε αυτή πλήρως και/ή δεόντως αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη της.

 

Τονίζει ο δικηγόρος της Δημοκρατίας ότι εν προκειμένω, οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς ερμήνευσαν και εφάρμοσαν τις διατάξεις του Κεφ. 105 και δη του άρθρου 7Α, και, στη βάση των ενώπιον τους στοιχείων, κατόπιν και της διενέργειας επιτόπιων ερευνών, ορθά και νόμιμα έλαβαν την επίδικη απόφαση περί της εικονικότητας του γάμου του ζεύγους. Προς επίρρωση της επιχειρηματολογίας του, ο κ. Ελευθερίου κάνει εκτενή αναφορά στις ενέργειες που προέβησαν οι καθ’ ων η αίτηση για τη διακρίβωση της γνησιότητας του γάμου.

 

Στη βάση δε των πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με τους καθ’ ων η αίτηση, καθίστανται αβάσιμοι και υπόκεινται σε απόρριψη και οι ισχυρισμοί περί παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης, ενώ ούτε και ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης των αιτητών μπορεί να τίθεται εν προκειμένω.

 

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα του διοικητικού φακέλου και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε κατά είτε υπέρ της νομιμότητας της τελικής κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση.

 

Εν πρώτοις, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης των αιτητών. Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα (βλ. επιστολή ΥΑΜ προς Διευθύντρια, ημερομηνίας 8.3.2022), στο πλαίσιο του ελέγχου γνησιότητας του γάμου τους, οι αιτητές κλήθηκαν και προσήλθαν, στις 4.3.2022, στα Γραφεία της ΥΑΜ όπους τους υποβλήθηκαν ξεχωριστά, ερωτήσεις ως προς τις συνθήκες συμβίωσης και γενικότερα του γάμου τους. Αυτή η παρασχεθείσα στους αιτητές δυνατότητα να υποβάλουν τις θέσεις τους, συνιστά επί της ουσίας δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Εν πάση όμως περιπτώσει, και σε αντίθεση με τα όσα η συνήγορος των αιτητών ισχυρίζεται, έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης υπάρχει όπου ο νόμος ρητά το αναγνωρίζει ή ρητά το επιβάλλει ή σε περιπτώσεις τιμωρητικής φύσης (Φροσούλλα Μυλωνά ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1488/2010, ημερ. 30.1.2015, Αριστείδου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 232/2008, ημερ. 30.4.2010). Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Παντελής Χριστοφόρου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 2013/12 κ.α., ημερ. 28.1.2014, «το άρθρο 43(1), οριοθετεί ρητά το δικαίωμα ακρόασης ως ισχύον «εκτός από τις περιπτώσεις τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητά». Άτομα συνεπώς στα οποία ο νόμος δεν δίδει προηγούμενο δικαίωμα ακρόασης δεν καλύπτονται, (G.P. Iron & Wood Makers Ltd v. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 155).». Η υπό εξέταση περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου 158(Ι)/1999 και δη του άρθρου 43(1) αυτού: σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης παρέχεται «σε κάθε πρόσωπο που θα επηρεαστεί από την έκδοση πράξης ή από τη λήψη διοικητικού μέτρου που είναι πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα της κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης». Όπως λέχθηκε στην Παντελής Χριστοφόρου κ.α., ανωτέρω, αναφορικά με την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης -

 

«Το άρθρο 43(1) του Νόμου αρ. 158(Ι)/1999, ταξινομεί τις περιπτώσεις παροχής προηγούμενου δικαιώματος ακρόασης όταν η έκδοση πράξης ή το διοικητικό μέτρο που θα ληφθεί είναι «... πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης.». Η ερμηνευτική άσκηση που πρέπει να γίνει οφείλει να συμπλέει με την έννοια του κειμένου και η φράση «άλλως πως δυσμενούς φύσης», πρέπει να διαβαστεί ejusdem generis με τις προηγούμενες λέξεις που σαφώς υποδηλώνουν ότι το διοικητικό μέτρο ή η απόφαση επηρεάζει τη σχέση του διοικούμενου με την διοίκηση πειθαρχικώς ή που ενέχει κύρωση, περιέχοντας δηλαδή μομφή ως προς τον τρόπο ενάσκησης των καθηκόντων του διοικούμενου ή άπτεται της προσωπικότητας και αξιοπρέπειας του.  Με άλλα λόγια, το «άλλως πως δυσμενούς φύσης», διαβάζεται ως ανήκον στην ίδια κατηγορία με τα προηγηθέντα και όχι ανεξάρτητα και αυτόνομα.».

 

Υπό το φως των πιο πάνω, είναι σαφές ότι και στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς και δεν εμπίπτει στην εμβέλεια της διάταξης του άρθρου 43(1), αφού δεν αποτελεί ούτε κύρωση αλλ' ούτε μέτρο πειθαρχικής φύσης.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο συγκεκριμένος προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης δεν έχει έρεισμα και, συνακόλουθα, απορρίπτεται.

 

Όπως αναγράφεται στην επίδικη επιστολή που εστάλη στον αιτητή ημερομηνίας 26.5.2022 (παρόμοια επιστολή, ίδιας ημερομηνίας, εστάλη και στην αιτήτριας, στην αγγλική γλώσσα), ο γάμος τους κρίθηκε εικονικός σύμφωνα με το άρθρο 7Α(3)(γ) και (θ) του Κεφ. 105, στη βάση των πιο κάτω στοιχείων:

 

·        Υπήρχε έλλειψη κατάλληλης συμβολής στην αντιμετώπιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το γάμο·

·        Υπήρχαν άλλες πληροφορίες, οι οποίες ήγειραν βάσιμες υποψίες ότι ο γάμος του ζεύγους ήταν εικονικός (οικογενειακό, κοινωνικό, φιλικό περιβάλλον και άλλες πληροφορίες).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 7Α του Κεφ. 105, επί του οποίου στηρίχθηκε η επίδικη απόφαση, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει-

 

«(1) Αν ο Διευθυντής διαπιστώσει µε βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (3) του παρόντος άρθρου ή µε οποιοδήποτε άλλο τρόπο και αφού συµβουλευθεί τη Συµβουλευτική Επιτροπή που ιδρύεται µε το άρθρο 7Β του παρόντος Νόµου, ότι αλλοδαπός συνήψε εικονικό γάµο, τότε-

(α) Απαγορεύει στον εν λόγω αλλοδαπό να παραµείνει στη Δηµοκρατία·

(β) ακυρώνει ή δεν ανανεώνει την άδεια διαµονής που παραχωρήθηκε στον αλλοδαπό και διατάζει την απέλασή του σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 14, και για σκοπούς του παρόντος Νόµου, ο εν λόγω εικονικός γάµος, κανένα έννοµο αποτέλεσµα παράγει.

(2) Ο Διευθυντής ή εκπρόσωπός του δύναται να καλέσει σε συνέντευξη µαζί ή χωριστά τους δύο συζύγους ή οποιοδήποτε πρόσωπο είναι σε θέση να του δώσει πληροφορίες, για να διαπιστώσει αν ο γάµος είναι εικονικός.

 

(3) Στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν ότι ένας γάµος είναι εικονικός είναι κυρίως τα ακόλουθα:

(α) Το ζεύγος δε συζεί κάτω από την ίδια στέγη·

[...]

(γ) η έλλειψη κατάλληλης συµβολής στην αντιµετώπιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το γάµο·

[.]

(θ) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία εγείρει βάσιμες υποψίες ότι ο γάμος ή η πολιτική συμβίωση είναι εικονικός/ή.

 

(4) Οι πιο πάνω πληροφορίες δυνατό να προέρχονται από:

 

(α) Δηλώσεις από οποιοδήποτε από τους συζύγους ή από τρίτα πρόσωπα·

(β) έρευνες και συνεντεύξεις που διεξάγει ο Διευθυντής·

(γ) έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του Λειτουργού Μετανάστευσης.».

 

Εν προκειμένω, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων στοιχείων, κρίνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφάρμοσαν τις ανωτέρω διατάξεις και έκριναν ότι υπήρχαν επαρκή στοιχεία που κατεδείκνυαν ότι ο γάμος των αιτητών ήταν εικονικός.

 

Ειδικότερα ως προς τις έρευνες αναφορικά με τη γνησιότητα του γάμου των αιτητών, προκύπτει ότι αυτές είχαν ξεκινήσει ήδη από το έτος 2021. Συγκεκριμένα, στις 24.1.2021 λήφθηκαν πληροφορίες από τον Κοινοτάρχη της Κοινότητας που διέμεναν οι αιτητές, ο οποίος ρητά είχε δηλώσει ότι γνώριζε για τον γάμο τους και είχε επιβεβαιώσει την συμβίωσή τους, ότι «εκτιμά ότι υπάρχουν συμφέροντα και από τα δυο μέρη. Ο σύζυγος λόγω της αναπηρίας του, εξασφαλίζει την προσωπική του φροντίδα και η αλλοδαπή [σημ.: η αιτήτρια] τη νόμιμη παραμονή της στη Δημοκρατία». Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τα ενώπιον μου τεθέντα, στις 26.1.2021, το ζεύγος κλήθηκε και παρουσιάστηκε στα γραφεία της ΥΑΜ για προσωπικές συνεντεύξεις, οι οποίες διενεργήθηκαν ξεχωριστά. Κατά τη διενέργεια των εν λόγω συνεντεύξεων, όπως αναφέρεται και στα σχετικά πρακτικά της Συμβουλευτικής Επιτροπής για Εικονικούς Γάμους, ο αιτητής, σε σχετική ερώτηση γιατί τέλεσε γάμο με την αιτήτρια, ανέφερε ότι «η αλλοδαπή [σημ.: η αιτήτρια] ήθελε να αποκτήσει την Κυπριακή υπηκοότητα και να μείνει για πάντα στην Κύπρο και αυτός δεν ήθελε να αλλάζει συνέχεια οικιακές βοηθούς, έτσι αποφάσισαν να παντρευτούν».  Ανέφερε επίσης ο αιτητής ότι κανείς δεν γνώριζε για τον γάμο του με την αιτήτρια, εκτός από τον προαναφερθέντα Κοινοτάρχη. Περαιτέρω, αιτητής και αιτήτρια δήλωσαν ότι χρησιοποιούσαν ξεχωριστά δωμάτια, ενώ στις κοινωνικές τους εξόδους, η αιτήτρια συνόδευε τον αιτητή ως οικιακή βοηθός, καθότι τον βοηθούσε στις μετακινήσεις του με το τροχοκάθισμα. Δήλωσε επίσης ο αιτητής ότι κατέβαλλε μηνιαίως στην αιτήτρια το ποσό των €700 για τις υπηρεσίες που αυτή τού πρόσφερε.

Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω, η ΥΑΜ, δια της εκθέσεώς της ημερομηνίας 8.3.2022, εξέφρασε τη θέση ότι ο γάμος του ζεύγους ξεκάθαρα τελέστηκε με σκοπό την εξασφάλιση και/ή εξυπηρέτηση των συμφερόντων και των δυο αιτητών και υπέβαλε την εισήγηση όπως η συγκεκριμένη περίπτωση τεθεί ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής για Εικονικούς Γάμους.

 

Όλα τα πιο πάνω, τα οποία και απέληξαν στη διαμόρφωση της σύστασης της Επιτροπής ότι υπήρχαν επαρκή στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι ο γάμος των αιτητών ήταν εικονικός, αναφέρονται όχι μόνο στο πρακτικό της συνεδρίας της Επιτροπής, ημερομηνίας 12.4.2022 (παράρτημα 6 στο δικόγραφο της ένστασης), αλλά και στο Έντυπο Συνοπτικής Παρουσίασης Υπόθεσης ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής (επίσης παράρτημα 6 στην ένσταση), στο οποίο μάλιστα καταγράφεται με επαρκή λεπτομέρεια και το ιστορικό της αιτήτριας στη Δημοκρατία, στην Έκθεση της ΥΑΜ ημερομηνίας 8.3.2022 (παράρτημα 5), αλλά και στο Έντυπο Ελέγχου Γνησιότητας του γάμου (παράρτημα 5 της ένστασης).

 

Στη βάση των πιο πάνω, τα οποία καταγράφονται αναλυτικά και στο πρακτικό της συνεδρίας της, ημερομηνίας 12.4.2022, η Συμβουλευτική Επιτροπή αποφάσισε να εισηγηθεί στη Διευθύντρια του Τμήματος «ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν ότι ο γάμος είναι εικονικός», εισήγηση η οποία έγινε δεκτή και ο γάμος των αιτητών κρίθηκε εικονικός. Η απόφαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίας της, ημερομηνίας 12.4.2022, στηρίχθηκε στο άρθρο 7Α(3) του Κεφ. 105 και αφού λήφθηκαν υπόψη όλοι οι προεκτεθέντες παράγοντες.  

 

Εν συνεχεία, ως ήδη ελέχθη πιο πάνω, η επίδικη απόφαση γνωστοποιήθηκε τόσο στον αιτητή όσο και στην αιτήτρια δι' επιστολών ημερομηνίας 26.5.2022, στις οποίες παρατίθενται οι πραγματικοί λόγοι, αλλά και οι νομοθετικές διατάξεις, που οδήγησαν στην έκδοση της επίδικης πράξης. Στις εν λόγω επιστολές, αναφέρεται η νομική βάση της απόφασης, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο γάμος κρίθηκε εικονικός, οι οποίοι και έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω.

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, εύλογα προκύπτει το ερώτημα σε ποιες άλλες ενέργειες θα έπρεπε να προβούν οι καθ' ων η αίτηση προκειμένου να διαπιστώσουν την εικονικότητα του γάμου των αιτητών. Από τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, αλλά και τα παραρτήματα του δικογράφου της ένστασης, προκύπτει το σύνολο των ενεργειών στις οποίες προέβησαν οι καθ’ ων η αίτηση, προκειμένου να ελεγχθεί η γνησιότητα του γάμου, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται η διενέργεια της δέουσας έρευνας, ώστε να μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τη μη γνησιότητα του υπό αναφορά γάμου, ενώ αποκαλύπτεται πλήρως και/ή επαρκώς το σκεπτικό που οδήγησε στην επίδικη διαπίστωση.

Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται εύλογη και αιτιολογημένη η διαπίστωση ότι επρόκειτο για εικονικό γάμο. Τεκμαίρεται δε ότι τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής ήσαν όλα εκείνα, τα οποία υπάρχουν στο οικείο διοικητικό  φάκελο που κατατέθηκε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και περιλαμβάνει το σύνολο των δεδομένων που αφορούσαν τις σχέσεις του ζεύγους, τις αστυνομικές έρευνες και εκθέσεις, καθώς και τις δηλώσεις και/ή πληροφορίες που είχαν δοθεί (Μενέλαος Χειμώνας ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 6447/2013, ημερ. 30.9.2015).

 

Ως εκ των πιο πάνω, δεν εντοπίζεται κενό έρευνας, ούτε αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, ενώ ως αβάσιμος θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητά του ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί εσφαλμένης και/ή πεπλανημένης εφαρμογής των διατάξεων του Κεφ. 105 και, συνακόλουθα, περί πάσχουσας διαδικασίας που παραβιάζει τις διατάξεις του εν λόγω Νόμου. Συναφώς, παρατίθενται αμέσως κατωτέρω τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Ilona Sarkisyan v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1107/2009, ημερ. 26.10.2010, η οποία εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση ως προς τη νομική διάσταση του θέματος, αναφορικά με τα δεδομένα περί της εικονικότητας του γάμου, στη βάση των προνοιών του άρθρου 7Α του Νόμου:

 

«Το άρθρο 7Α του Νόμου που εισήχθηκε στη νομοθεσία με την τροποποίηση που έγινε με το Νόμο 22(Ι)/2001, επιτρέπει στη Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης να απαγορεύσει σε αλλοδαπό να παραμείνει στη Δημοκρατία εφόσον διαπιστώσει με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (3) ή και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ότι ο αλλοδαπός συνήψε εικονικό γάμο. Το εδάφιο (3) περιλαμβάνει επτά περιπτώσεις, που δεν είναι βέβαια εξαντλητικές, ως στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν την εικονικότητα ενός τέτοιου γάμου. Με βάση δε το εδάφιο (4), οι πληροφορίες που μπορούν να ληφθούν υπόψη μπορούν να προέρχονται από δηλώσεις οιουδήποτε των συζύγων ή από τρίτα πρόσωπα, έρευνες και συνεντεύξεις που διεξάγει η Διευθύντρια και έγγραφα που τίθενται ενώπιον του Λειτουργού Μετανάστευσης.  Προϋπόθεση για οποιαδήποτε ενέργεια της Διευθύντριας, όπως αυτή περιλαμβάνεται στις υποπαραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 7Α, είναι και η λήψη προηγούμενης συμβουλής από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία ιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 7Β του Νόμου. Οποιαδήποτε απόφαση της Διευθύντριας υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δυνάμει του άρθρου 7Γ, ο οποίος και εκδίδει την απόφαση του εντός 90 ημερών από την ημερομηνία άσκησης της ιεραρχικής προσφυγής.»

 

Την ίδια προσέγγιση, με ρητή αναφορά στην Sarkisyan, ανωτέρω, ακολούθησε και το Δικαστήριο τούτο, σε υπόθεση με παρόμοια γεγονότα, στην Α.Ι. κ.α ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1595/2021, ημερ. 13.3.2024, η οποία και δεν εφεσιβλήθηκε, αλλά και στην πολύ πρόσφατη απόφασή του στην THU TRANG NGUYEN ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2109/2022 (i-Justice), ημερ. 5.1.2026. Άμεσα σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η έτερη απορριπτική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην IKENGHA κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1353/2019, ημερ. 18.3.2021, καθώς και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην YAVOROV SOLACHKI κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 197/2012, ημερ. 28.11.2014.

 

Ασφαλώς και όλα τα προεκτεθέντα στοιχεία και γεγονότα που αποτέλεσαν τη βάση της επίδικης απόφασης, όπως αυτά προκύπτουν και από τα προαναφερθέντα σημειώματα, αλλά και από το υπό της Συμβουλευτικής Επιτροπής καταρτισθέν Έντυπο Συνοπτικής Παρουσίασης της Υπόθεσης, το προαναφερθέν Έντυπο σχετικά με τον έλεγχο γνησιότητας γάμου, αλλά και από τον οικείο διοικητικό φάκελο, ευλόγως αποτέλεσαν στοιχεία εμπίπτοντα στους παράγοντες  (γ) και (θ)  του άρθρου 7Α(3), στα οποία και βασίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Όπως έχει αναφερθεί στην Ureef  Mohd Murof Jumil Ubdolh v. Δημοκρατίας, Υποθ. αρ. 1495/05, ημερ. 7.4.2008, «κριτήριο για τη διαπίστωση στοιχείων της εικονικότητας ενός γάμου, για τους σκοπούς του Νόμου, δεν είναι, από μόνες τους, οι δηλώσεις των μερών, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, περιλαμβανομένης της συμπεριφοράς και των ενεργειών των μερών, πριν και μετά τη σύναψη του γάμου.» (βλ. και Α.Ι. ανωτέρω). Όπως επίσης και οι πληροφορίες που προέρχονται από έρευνες της Διοίκησης, περιλαμβανομένων και πληροφοριών από τρίτους, που ο Νόμος επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη (βλ. και Kateryna Telsenko κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1902/2008, ημερ. 14.5.2010).

 

Ενόψει δε των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί των αιτητών περί εσφαλμένων και/ή αυθαίρετων συμπερασμάτων της διεξαχθείσας έρευνας της Διοίκησης, αλλά και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προνοιών του Κεφ. 105, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.

 

Εν πάση περιπτώσει, τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω η πάγια και διαχρονική αρχή της ημεδαπής νομολογίας, σύμφωνα με την οποία το ακυρωτικό Δικαστήριο ελέγχει την επάρκεια της έρευνας, χωρίς να επεμβαίνει στους τρόπους ή στα μέσα που επιλέγει η Διοίκηση να διεξάγει την έρευνά της, κατά περίπτωση. Η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Victor Abe v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 144/03, ημερ. 22.2.2004,  Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503,  Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Δημοκρατίας κ.α. ν. Μαρίας Πανταζή Ελισσαίου κ.α.(2003)3 Α.Α.Δ. 168). Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων και ούτε επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017). Επαρκής θεωρείται η έρευνα που επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού γεγονότος (Motorways Ltd ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, 450), η δε έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία επί της έρευνας που θα ακολουθηθεί είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023). Εν τέλει, στερεότυπες μορφές έρευνας δεν υπάρχουν και εκείνο που έχει σημασία είναι η επάρκεια της εφόσον τα δεδομένα εξετάζονται στο σύνολο τους (Motorways Ltd, ανωτέρω, Ηροδότου ν. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 220).

 

Εντός του πιο πάνω πλαισίου, είναι επιτρεπτή η διερεύνηση κατά χρονικά διαστήματα της γνησιότητας του γάμου που, βεβαίως, άπτεται μεν προσωπικού θεσμού, αλλά όπου συνδέεται ο γάμος με στοιχεία που εκ πρώτης όψεως παρουσιάζονται ύποπτα ή προβληματικά, όπως ότι ο γάμος γίνεται για να δοθεί άδεια παραμονής σε υπήκοο τρίτης χώρας,  επιβάλλεται στις αρχές της Δημοκρατίας η διεξαγωγή έρευνας, ώστε να μην παραμένουν στην επικράτειά της άτομα, τα οποία χρησιμοποιούν μεθόδους που δεν είναι νόμιμες (THU TRANG NGUYEN, ανωτέρω, Μενέλαος Χειμώνας, ανωτέρω).

 

Ενόψει των πιο πάνω, στη βάση του συνόλου των στοιχείων της υπόθεσης, η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι ο γάμος των αιτητών ήταν εικονικός, κρίνεται καθόλα εύλογη.

 

Περαιτέρω, από τα πιο πάνω, προκύπτει και η επάρκεια της αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης, κατά τρόπο που να καθίσταται ευχερής η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Πρόκειται για μια σαφή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, στην οποία παρατίθενται όχι μόνον οι πραγματικοί, αλλά και οι νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης, ως το άρθρο 28(1) του Νόμου 158(Ι)/1999 επιτάσσει, αλλά και η νομολογία (Λ. Σκυλλουριώτης v. Δήμου Λευκωσίας, Ε.Ε.Δ. 38/2016, ημερ. 1.7.2022, Eurofarm (P. Neophytou) Ltd ν. Δημοκρατίας Α.Ε.142/2015, ημερ. 4.4.2023, ANDRELIA PAPHOS LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Ε.Δ. 49/2019, ημερ. 23.10.2023). Η δε αιτιολογία της επίδικης απόφασης δύναται να συμπληρωθεί και συμπληρώνεται, κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο, από το διοικητικό φάκελο (Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342).

 

Ορθώς εφαρμόστηκαν εν προκειμένω οι σχετικές πρόνοιες του Κεφ. 105 και οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης περί μη διενέργειας της δέουσας έρευνας, εμφιλοχωρήσασας πλάνης και πάσχουσας και/ή ελλιπούς αιτιολογίας, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των πρεκτεθεισών διαπιστώσεων, κρίνω ότι δεν μπορούν να έχουν έρεισμα ούτε οι ισχυρισμοί περί παραβίασης των αρχών της καλής πίστης και της χρηστής διοίκησης. Δεδομένης της ύπαρξης συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, και δη των προεκτεθεισών διατάξεων του Κεφ. 105, δυνάμει των οποίων ορθώς ενήργησαν οι καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση, είναι αρκετό να υπομνησθεί εν προκειμένω ότι η αρχή της καλής πίστης, ναι μεν σκοπεί στον αποκλεισμό της αυθαιρεσίας στη διοικητική λειτουργία, δεν υπερφαλαγγίζει, ωστόσο, και δεν μπορεί να υποσκελίσει το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο και να μεταβάλει την αρχή της σύννομης λειτουργίας της Διοίκησης, ώστε να οδηγεί σε καταστρατήγηση της αρχής της νομιμότητας (G. P. Iron & Wood Makers Ltd ν. Δημοκρατίας Υποθ. Αρ. 959/2004, ημερ. 17.1.2006, Δημοκρατία ν. Παπαφώτη (1997) 3 Α.Α.Δ. 191). Έχει δε η εν λόγω αρχή συμπληρωματικό χαρακτήρα, όπου υφίσταται σχετική νομοθετική πρόνοια ουσιαστικού δικαίου, όπως βεβαίως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση (βλ. και O LYKOS SERVICES AND SECURITY SYSTEMS-PRIVATE INVESTIGATORS LTD κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. αρ. 1/16, ημερ. 20.7.2021 και Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ν. Γιαννάκης Τσικκουρής κ.α., Α.Ε.19/11, ημερ. 22.12.2016).

Συνεπώς, ούτε αυτός ο εγειρόμενος λόγος ακύρωσης έχει έρεισμα και, συνακόλουθα, απορρίπτεται.

 

Καταλήγω ότι η απόφαση των καθ' ων η αίτηση, με την οποία ο γάμος των αιτητών κηρύχθηκε εικονικός, υπήρξε ορθή και νόμιμη και, εν πάση περιπτώσει, εύλογα επιτρεπτή. Δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και επομένως δεν διαπιστώνεται λόγος επέμβασης του Δικαστηρίου.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται με €1600 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.

 

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο