ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
Υπόθεση Αρ. 2056/2022 (iJustice)
14 Ιανουαρίου, 2026
[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]
ΑΝΑΦOΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡO 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
1. Ν.Α
2. Α. J. A.
Αιτητές
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ' ων η Αίτηση
.........
Χρίστος Χριστούδιας, Δικηγόρος για Νίκο Α. Λοίζου & Χρίστο Γ. Χριστούδια, για Αιτητές
Ραφαέλλα Χαραλάμπους, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση.
Δικαστήριο: Λόγω αναφοράς προσωπικών δεδομένων που δύνανται να συνδεθούν με ανήλικο πρόσωπο, η παρούσα δημοσιεύεται ανωνυμοποιημένη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: Η Αιτήτρια 1 είναι Κύπρια υπήκοος. Ο Αιτητής 2, είναι υπήκοος Νιγηρίας, ο οποίος αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 27.02.2016 με σχετική άδεια εισόδου και μέχρι τις 27.02.2017 παρέμεινε στη Δημοκρατία ως φοιτητής, με σχετική άδεια παραμονής.
Στις 28.07.2022, η Αιτήτρια με υπεύθυνη δήλωση προς τους Καθ’ ων η αίτηση δήλωσε ότι διαμένει μαζί με τον Αιτητή και ότι έχουν αποκτήσει παιδί στις 18.07.2022. Τρεις ημέρες μετά, στις 31.07.2022, η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή προς τους Καθ’ ων η αίτηση ζητώντας να παραχωρηθεί στον Αιτητή άδεια παραμονής αναφέροντας ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν και ότι είναι πατέρας του τέκνου της, το οποίο δεν έχει αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα. Το διάστημα από τις 27.02.2017 που εξέπνευσε η άδεια παραμονής του Αιτητή και μέχρι τουλάχιστον την υποβολή αίτησης ημερ. 31.07.2022, ο Αιτητής 1 παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς άδεια, παράνομα.
Στις 29.09.2022, οι Καθ’ ων η αίτηση έστειλαν επιστολή στην Αιτήτρια με την οποία πληροφορείτο ότι το αίτημα της απορρίφθηκε καθότι το τέκνο δεν κατέχει Κυπριακή υπηκοότητα και κλήθηκαν όπως εντός 30 ημερών αποταθούν για διευθέτηση της παραμονής του Αιτητή με άλλο τρόπο. Με την παρούσα προσφυγή οι Αιτητές ζητούν ακύρωση της εν λόγω απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση.
Ως προκύπτει από έγγραφα που κατατέθηκαν στις διευκρινίσεις αλλά και από σχετικές υποβολές στην αγόρευση Αιτητών, η οποία καταχωρήθηκε στις 30.12.2024, το τέκνο του Αιτητή εγγράφηκε ως κύπριος πολίτης στις 17.10.2024, ο δε Αιτητής τελικώς έλαβε άδεια προσωρινής παραμονής στις 06.12.2024 κατόπιν αίτησής του ως σύζυγος Κύπριας πολίτη (Κ242 διοικητικού φακέλου-Τεκμήριο 1).
Ο δικηγόρος των Αιτητών, θεωρώντας ότι δεν έχει αντικείμενο η προσφυγή ζήτησε όπως την αποσύρει ζητώντας όμως όπως τα έξοδα επιδικασθούν υπέρ των Αιτητών. Ενόψει της άρνησης από τη μεριά των Καθ’ ων η αίτηση να δεχθούν την επιδίκαση οποιωνδήποτε εξόδων υπέρ των Αιτητών, θεωρώντας ότι η προσφυγή πρέπει να αποσυρθεί χωρίς έξοδα, το ζήτημα οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 12.12.2025.
Ο δικηγόρος των Αιτητών υποβάλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ικανοποίησαν το αίτημα των Αιτητών και έγραψαν το τέκνο ως Κύπριο πολίτη. Άρα η πλευρά του δικαιούται τα έξοδα. Η δικηγόρος των Καθ΄ων η αίτηση υποβάλει ότι δεν επανεξετάστηκε η αίτηση λόγω κάποιου σφάλματος της διοίκησης κατά την έκδοση της εδώ προσβαλλόμενης και άρα δεν τίθεται ζήτημα εξόδων.
Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις καθώς και τους ισχυρισμούς που παρατίθενται στην αγόρευση των Αιτητών και καταλήγω στα εξής:
Με τους πρώτους τρεις λόγους ακύρωσης τίθεται ότι χωρίς έρευνα, αιτιολογία και πεπλανημένα εξεδόθη η προσβαλλόμενη καθότι οι Αιτητές είχαν επισυνάψει όλα τα έγγραφα και τα αφορώντα το τέκνο των Αιτητών και της συμβίωσής τους και οι Καθ’ ων η αίτηση άνευ έρευνας του γεγονότος ότι αυτόματα το τέκνο αποκτά υπηκοότητα, απέρριψαν την αίτηση του Αιτητή. Οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται καθότι δεν τίθεται ζήτημα αυτόματης απόκτησης υπηκοότητας τέκνου κυπρίου πολίτη όταν ο γονέας, που δεν είναι κύπριος, παρέμεινε στη Δημοκρατία παράνομα. Σχετικό είναι το άρθρο 109(1) του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002 (Ν. 141(I)/2002) και δη η επιφύλαξη αυτού, που προνοεί:
«109.—(1) Πρόσωπο που γεννήθηκε στην Κύπρο κατά ή μετά τη 16η Αυγούστου 1960, είναι πολίτης της Δημοκρατίας αν κατά το χρόνο της γέννησής του ήταν πολίτης της Δημοκρατίας οποιοσδήποτε γονέας αυτού ή, σε περίπτωση κατά την οποία δεν ζούσε ο γονέας αυτός κατά το χρόνο της γέννησης του εν λόγω προσώπου, ο γονέας αυτός θα εδικαιούτο, αν δεν είχε αποβιώσει, να καταστεί πολίτης της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις του εδαφίου αυτού δεν εφαρμόζονται, εκτός αν το Υπουργικό Συμβούλιο διαφορετικά ήθελε διατάξει, σε περιπτώσεις όπου η είσοδος ή η παραμονή στην Κύπρο οποιουδήποτε των γονέων του εν λόγω προσώπου ήταν παράνομη».
Έχει μάλιστα νομολογηθεί ότι το ως άνω άρθρο 109 δε δημιουργεί άνευ ετέρου απόλυτο δικαίωμα, αφού πρέπει να διαβάζεται μαζί με την επιφύλαξή του, όσο και τα κριτήρια, τα οποία παρέχουν ευρεία εξουσία στο Κράτος να αποφασίζει (ΕΔΔ Αρ. 116/2020 Eda Hancer v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 10.04.2025).
Συνεπώς, κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης και ενόψει ότι πράγματι το τέκνο δεν είχε λάβει υπηκοότητα «αυτόματα», δε βρίσκω ότι οι Καθ΄ων η αίτηση αστόχησαν να διερευνήσουν ή πλανήθηκαν ως προς τα δεδομένα της υπόθεσης ούτε ότι δεν αιτιολόγησαν την απόφασή τους, εφόσον σε αυτή εκτίθεται αιτιολογία και επεξηγείται ο λόγος άρνησης της, ο οποίος δεν περιέχει, ως ανέφερα, οποιοδήποτε σφάλμα.
Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι δεν μπορεί, θεωρώ, βασίμως να γίνεται λόγος για πλημμελή έρευνα ή αιτιολογία ή πλάνη περί τον νόμο της προσβαλλόμενης χωρίς να δικογραφείται το νομικό πλαίσιο που αυτή παραβιάζει, δηλαδή αναμένεται η πλευρά των Αιτητών να δικογραφήσει, τα άρθρα της νομοθεσίας που θεωρεί ότι παραβιάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση και τη νομική βάση που υποστηρίζει το αίτημά της με τα τότε βέβαια δεδομένα του βάσει των οποίων το τέκνο παραδεκτά[1] δεν ήταν κύπριος πολίτης και δεν είχε προηγηθεί γάμος των Αιτητών. Σχετική περί τούτου είναι η απόφασή μου στην Υπ. Αρ. 1304/2021 Delwar Hussain ν. Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών κ.α. ημερ. 04.11.2025 και η Υπόθεση Αρ. ΔΚ 904/2023 S A ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ημερ. 04.08.2023 όπου με αναφορά στην απόφαση Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598, αναφέρθηκε (η υπογράμμιση του παρόντος):
Με τα δεδομένα αυτά, ακόμα κι αν δεν ετίθετο το καθοριστικό ζήτημα της μεταγενέστερης αποστολής των νεώτερων προσωπικών του στοιχείων στη διοίκηση (ως εκτέθηκε ανωτέρω), και πάλι δεν θα μπορούσε τελικά ο Αιτητής να επιτύχει στα επιχειρήματά του περί πλάνης, έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας από τη στιγμή που ο ίδιος τελικά δεν ανέπτυξε συγκεκριμένους λόγους ακυρότητας περί παράβασης του Νόμου. Στην απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598, στην οποία παραπέμπει και η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, αναφέρθηκε (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):
«Για το λόγο ακύρωσης που αφορούσε στην πλάνη, δύο ήταν τα θέματα που εν πάση περιπτώσει ηγέρθηκαν πρωτοδίκως στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Εφεσίβλητης: (α) πλάνη ως προς την έλλειψη αρμοδιότητας του κ. Πηλαβά και (β) έλλειψη δέουσας έρευνας σε σχέση με την ύπαρξη έγκυρου γάμου. Σε σχέση με το πρώτο θέμα, έγινε αναφορά στο Άρθρο 71 του Νόμου 92(Ι)/2003. Όμως καμιά άλλη διασύνδεση του πιο πάνω Νόμου δεν έγινε με άλλα ζητήματα και κατά την άποψή μας δεν έπρεπε η υπόθεση να κριθεί στη βάση του πιο πάνω Νόμου. Δεν υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου ένα τέτοιο επίδικο θέμα, αφού όχι μόνο δεν τέθηκε ως νομικό σημείο στην προσφυγή, αλλά ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε αιτιολόγηση που έστω και χαλαρά να θεωρηθεί ότι εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα. Ούτε στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Εφεσίβλητης υπήρξε πρωτοδίκως οποιαδήποτε αναφορά (πλην του Άρθρου 71) στο ότι ο Νόμος εφαρμόζεται στην περίπτωση της Εφεσίβλητης και ότι η διοίκηση παρέβη συγκεκριμένες πρόνοιές του».
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο νομολογία, για να θεωρηθεί ως επίδικο ένα ζήτημα πρέπει όχι μόνον να εγείρεται στην αίτηση ακυρώσεως αλλά και να αναπτύσσεται στην Αγόρευση, η δε οποιαδήποτε κρίση ως προς την εφαρμογή ή παράβαση ενός συγκεκριμένου νόμου, τότε μόνον είναι δυνατόν να διαπιστωθεί δικαστικώς, όταν ακριβώς ο αιτητής έχει δικογραφήσει και αναπτύξει τις νομοθετικές πρόνοιες που επιθυμεί στα ευεργετήματά τους να προστρέξει. Σημειώνεται μάλιστα ότι στη Shalaeva, οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν καν εγείρει πρωτοδίκως οποιεσδήποτε προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με ζητήματα δέουσας δικογράφησης ή ανάπτυξης λόγων ακύρωσης παρ' όλα αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε τους λόγους έφεσης των Καθ' ων η αίτηση για το ζήτημα αυτό.
Με την ίδια συνεπώς συλλογιστική, δεν θα μπορούσε το παρόν Δικαστήριο να κρίνει την υπόθεση στη βάση ενός ουσιαστικά εικαζόμενου ισχυρισμού μη δέουσας έρευνας ή διερεύνησης των προϋποθέσεων εφαρμογής συγκεκριμένων άρθρων του Νόμου εφόσον η παράβασή τους ουδέποτε αναπτύχθηκε ώστε να αποτελέσει επίδικο ζήτημα ενώπιόν του. Και άρα και στη βάση αυτής της προσέγγισης και πάλι οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή είναι καταδικασμένοι σε απόρριψη».
Με τον τέταρτο λόγο ακύρωσης, τίθεται ότι δεν υπάρχει πρακτικό του αρμοδίου οργάνου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης. Από τον διοικητικό φάκελο διαπιστώνεται ότι η απόφαση εξεδόθη και υπογράφεται και σφραγίζεται από την αρμόδια Αν. Διευθύντρια των Καθ’ ων η αίτηση. Σχετικά είναι τα Κ.44 και Κ44 του Τεκμηρίου 1. Δεν γίνεται αντιληπτό ποιο άλλο πρακτικό ή ποια άλλη γραπτή απόφαση απαιτείται για σκοπούς έκδοσης απόφασης επί της επίδικης αίτησης. Απορρίπτεται άρα και ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης.
Με τον πέμπτο λόγο ακύρωσης εγείρεται ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει τα Άρθρα 15 και 22 του Συντάγματος και το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και στο δικαίωμά τους για ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Απορριπτέος κρίνεται και αυτός ο λόγος ακύρωσης. Ως αναφέρθηκε στην Έφεση ΔΔ Αρ. 126/2021 M. S. A. Limon v. Δημοκρατίας ημερ. 20.04.2022, όπου μάλιστα επίδικη ήταν πολύ δραστικότερη πράξη της διοίκησης (διάταγμα απέλασης) και ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών και στην παρούσα:
«το δικαίωμα αλλοδαπού να παραμείνει στην επικράτεια της χώρας, κατ΄επίκληση διατάξεων που προστατεύουν το θεσμό της οικογένειας, δεν διασφαλίζεται από την ΕΣΔΑ αλλά ούτε από το Σύνταγμα, κατά τον απόλυτο τουλάχιστον τρόπο που ισχυρίζεται η πλευρά του Εφεσείοντα, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας αλλοδαπός δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στη χώρα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω όπου ο Εφεσείων παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία (βλ. Radovanovic v. Austria Appl. No. 42703/98, ημερ. 24.4.2004 και Kedoum v. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 505)».
Με τον έκτο και τελευταίο λόγο ακύρωσης οι Αιτητές εγείρουν ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει την αρχή της ισότητας και το Άρθρο 28 του Συντάγματος. Καταρχάς η δικογράφηση της εν λόγω ισχυριζόμενης παράβασης είναι ελλειμματική εφόσον δεν αιτιολογείται με την απαιτούμενη λεπτομέρεια παράβαση συνταγματικής πρόνοιας [Α.Ε. 95/2012 Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344 και Shalaeva (ανωτέρω)]. Εν πάση περιπτώσει, και επί της ουσίας του λόγου ακύρωσης αυτού, σχετική είναι η ανωτέρω αναφερόμενη απόφαση του ΑΣΔ στην Eda Hancer όπου επίδικη ήταν η πρόνοια του Άρθρου 109(1) και δη η επιφύλαξη της και απερρίφθησαν οι σχετικοί ισχυρισμοί περί ανισότητας ή παράβασης του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Ομοίως και στην παρούσα, δεν τίθεται ζήτημα ανισότητας. Τόσο το άρθρο 109 διά της επιφύλαξής του, όσο και τα κριτήρια, δε θέτουν αυθαίρετες διακρίσεις αλλά διασφαλίζουν ένα εύλογο και θεμιτό πλαίσιο παραχώρησης υπηκοότητας.
Υπό τα ως άνω δεδομένα δε θεωρώ ότι οποιοσδήποτε εκ των λόγων ακύρωσης έχει βασιμότητα. Η προσβαλλόμενη, κατά τον χρόνο έκδοσης της, ήταν νόμιμη. Η προσφυγή λοιπόν απορρίπτεται όχι μόνο ελλείψει αντικειμένου αλλά και στην ουσία της.
Λαμβάνοντας υπόψη και τη θέση της συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση για μη επιδίκαση εξόδων υπέρ οποιουδήποτε μέρους, δεν κρίνω εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Φ. Καμένος, ΔΔΔ
[1] Σχετική αναφορά της ίδιας της Αιτήτριας 1 στην επιστολή της ημερ. 31.07.2022
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο