ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 425/2017)
15 Ιανουαρίου 2026
[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Αιτήτρια,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ων η αίτηση.
……………………………
Ξένια Ευγενίου, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την αιτήτρια.
Κυριακή Χριστοφή, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Κατόπιν έκδοσης της Ε.Δ.Δ. 138/2020 Δέσποινα Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 26.6.2025, από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, η προσφυγή τέθηκε στο παρόν Δικαστήριο προς εκδίκαση δύο ζητημάτων. Αφενός, του κατά πόσον νομίμως η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (στο εξής «ΕΔΥ»), δεν άσκησε την κατά το άρθρο 34(8) του Ν. 1/90, δική της αρμοδιότητα προς εξέταση αιτήματος της που υπεβλήθη με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 2.12.2016, για συμπερίληψη της στον τελικό κατάλογο, σε συνδυασμό με ισχυρισμό της για υπεροχή της σε αρχαιότητα, πείρα και πρόσθετα προσόντα έναντι των υποψηφίων που περιλήφθηκαν στον τελικό κατάλογο. Αφετέρου, το κατά πόσον οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, που κατείχαν κάποιοι εκ των υποψηφίων που περιλήφθηκαν στον τελικό κατάλογο, συνιστούσαν μεταπτυχιακούς τίτλους επιπέδου Μάστερ, αφού κατά τις θέσεις της, αυτοί δεν ήταν αναγνωρισμένοι ως τέτοιοι από το ΚΥΣΑΤΣ.
Κρίνεται αναγκαία η παράθεση των γεγονότων, που οδήγησαν τόσο στις δύο εκθέσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες η αιτήτρια δεν περιλήφθηκε στον κατάλογο των συστηνόμενων υποψηφίων προς την ΕΔΥ, όσο και τα όσα ακολούθησαν από την τελευταία, για την εξέταση των δύο αιτημάτων της, αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω.
Οι επίδικες δύο κενές θέσεις Βοηθού Διευθυντή Κλινικής/Τμήματος στην ειδικότητα της Γενικής Χειρουργικής, αποτελούν, σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας, θέσεις Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής. Απαιτούμενα προσόντα ήταν όπως οι υποψήφιοι είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Ιατρών Κύπρου, κάτοχοι πιστοποιητικού ειδικότητας και στην περίπτωση υποψηφίου που διεκδικούσε τη θέση ως Πρώτου Διορισμού, η κατοχή 12ετούς τουλάχιστον πείρας στην ειδικότητα της Γενικής Χειρουργικής, ενώ στην περίπτωση υποψηφίου που διεκδικούσε τη θέση ως Προαγωγή, η κατοχή 5ετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στη θέση Ιατρικού Λειτουργού 1ης τάξης, στην εν λόγω ειδικότητα.
Αίτηση υπέβαλαν 14 υποψήφιοι. Η Συμβουλευτική Επιτροπή αποφάσισε όπως οι υποψήφιοι υποβληθούν μόνον σε προφορική εξέταση και πως, για να λογιστεί στους υποψηφίους επιπρόσθετο προσόν, θα πρέπει να είναι κάτοχοι Μεταπτυχιακού διπλώματος επιπέδου Μάστερ ή/και Διδακτορικού διπλώματος σχετικού με τα καθήκοντα της θέσης. Αφού πραγματοποιήθηκαν οι προσωπικές συνεντεύξεις, η Συμβουλευτική Επιτροπή προχώρησε στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων, καθώς επίσης και στην εξέταση της κατοχής από τους υποψηφίους, των απαιτούμενων προσόντων.
Η αιτήτρια αξιολογήθηκε ως «Πολύ Καλή» κατά την προφορική εξέταση. Λόγω της κατοχής του Διδακτορικού Τίτλου Ιατρικής, από το Johannes Gutenberg Universitaes Mainz (έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, Σεπτεμβρίου 2015), η τελική της βαθμολογία διαμορφώθηκε ως «Πάρα Πολύ Καλή». Σημειώνεται πως, η+ εν λόγω αξιολόγηση, παρέμεινε ως τέτοια, ακόμα και μετά την επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 18.4.2016, προς την ΕΔΥ (αναφορά στην οποία θα γίνει κατωτέρω) και ενημέρωση για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτική Υγείας και Σχεδιασμό Υπηρεσιών Υγείας, από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, το οποίο της πιστώθηκε ως συναφές με τα καθήκοντα της θέσης (από τη Συμβουλευτική Επιτροπή), χωρίς αλλαγή στην αξιολόγησή της (συμπληρωματική έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής).
Σημειώνεται πως η αξιολόγηση αυτή της Συμβουλευτικής Επιτροπής κρίθηκε, τελεσίδικα, ως νόμιμη, στα πλαίσια της Ε.Δ.Δ. 138/2020.
Η διαβάθμιση, όμως, αυτή, της αξιολόγησης της αιτήτριας ως «Πάρα Πολύ Καλή», της στέρησε την συμπερίληψη της στον κατάλογο υποψηφίων που συστήθηκαν από την Συμβουλευτική Επιτροπή προς την ΕΔΥ, αφού εντός του καταλόγου είχαν περιληφθεί υποψήφιοι που αξιολογήθηκαν με ψηλότερη διαβάθμιση.
Ενδιαφέρον, για την αιτήτρια, έχει η συμπερίληψη κυρίως της υποψήφιας Παπαηροδότου Βάσως, η οποία για την απόδοση της στην προφορική εξέταση αξιολογήθηκε ως «Πάρα Πολύ Καλή» και με την πίστωση σε αυτήν του Μεταπτυχιακού Τίτλου Ειδίκευσης στη Χειρουργική Ήπατος – Χοληφόρων – Παγκρέατος, του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, το οποίο λήφθηκε υπόψη ως συναφές με τα καθήκοντα της θέσης - για τον οποίο τίτλο εγείρεται ζήτημα αναγνωρίσης από την αιτήτρια - η τελική της αξιολόγηση αναβαθμίστηκε σε «Σχεδόν Εξαίρετη», ήτοι σε ψηλότερο επίπεδο από την αιτήτρια.
Ομοίως, στον εν λόγω κατάλογο συστηθέντων υποψηφίων που τέθηκαν ενώπιον της ΕΔΥ, συμπεριλήφθηκε και ο υποψήφιος Χριστοδούλου Ανδρέας, ο οποίος, όμως, για την απόδοση του στην προφορική εξέταση, αξιολογήθηκε ως «Εξαίρετος», ενώ δεν αποδόθηκε περαιτέρω διαβάθμιση της αξιολόγησης του, αφού βαθμολογήθηκε στον υψηλότερο βαθμό, καίτοι του πιστώθηκε η κατοχή του Μεταπτυχιακού Τίτλου Ειδίκευσης στη Χειρουργική Ήπατος – Χοληφόρων – Παγκρέατος, του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
Σημειώνεται πως, στον εν λόγω κατάλογο των υποψηφίων που συστήνονται από τη Συμβουλευτική Επιτροπή προς την ΕΔΥ, συμπεριλαμβάνονταν και τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη. Το ενδιαφερόμενο μέρος Χρύσανθος Γεωργίου, που κατά την τελική αξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, αξιολογήθηκε «Εξαίρετος», τόσο κατά την απόδοση του στην προφορική εξέταση, όσο και πιστώνοντας του την κατοχή Διδακτορικού Τίτλου Ιατρικής από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Όπως επίσης και το ενδιαφερόμενο μέρος Παπαντωνίου Αδάμος, ο οποίος αξιολογήθηκε ως «Πάρα Πολύ Καλός» στην προφορική εξέταση και πιστώνοντας του τον Διδακτορικό Τίτλο Ιατρική από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η τελική του αξιολόγηση αναβαθμίστηκε σε «Σχεδόν Εξαίρετος».
Η αιτήτρια αμφισβητώντας τη μη συμπερίληψή της στον κατάλογο συστηθέντων υποψηφίων, απηύθυνε, μέσω του δικηγόρου της, προς την ΕΔΥ, την επιστολή ημερομηνίας 18.4.2016, με την οποία ενημέρωνε, αφενός, για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου, ζήτημα για το οποίο επήλθε τελεσίδικη κρίση.
Στην εν λόγω επιστολή, η αιτήτρια έθεσε και ένα δεύτερο ζήτημα. Πως το πιστοποιητικό μεταπτυχιακών σπουδών που κατέχουν κάποιοι υποψήφιοι από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου Μάστερ, καθότι ο κάτοχος του πρέπει να συμπληρώνει τουλάχιστον 90 ECTS, ενώ αυτό, αποτελεί παρακολούθηση ενός προγράμματος 60 ECTS.
Η ΕΔΥ στη συνεδρία της ημερομηνίας 7.7.2016, παρέπεμψε το ζήτημα προς εξέταση, ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής, προκειμένου να καθορίσει τη σχετικότητα και τη βαρύτητα που προσδίδει στο επιπρόσθετο μεταπτυχιακό δίπλωμα της αιτήτριας από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, όπως επίσης και να εξετάσει το θέμα που ήγειρε ο δικηγόρος της, σε σχέση με το επίπεδο των επιπρόσθετων μεταπτυχιακών προσόντων από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης που κατέχουν κάποιοι εκ των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο.
Ακολούθησε η συμπληρωματική έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής (Σεπτεμβρίου 2016). Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το μεταπτυχιακό που απέκτησε η αιτήτρια από το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, της πιστώθηκε ως συναφές με τα καθήκοντα της θέσης, χωρίς όμως πρόσθετη αναγωγή της αξιολόγησής της.
Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα που ήγειρε ο δικηγόρος της, η Συμβουλευτική Επιτροπή αποτάθηκε στο ΚΥΣΑΤΣ, προκειμένου να λάβει γνώση για το κατά πόσο τα μεταπτυχιακά διπλώματα που απονέμονται από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, είναι αναγνωρισμένος μεταπτυχιακός τίτλος επιπέδου Μάστερ. Το ΚΥΣΑΤΣ, με επιστολή του ημερομηνίας 14.7.2016, ενημέρωσε πως το εν λόγω Πανεπιστήμιο, αποτελεί αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης από τους αρμόδιους φορείς της Ελλάδος και πως οι τίτλοι που χορηγεί, μπορούν να αναγνωριστούν, σύμφωνα με τα όσα προνοεί η νομοθεσία που διέπει την λειτουργία και εξουσίες του ΚΥΣΑΤΣ και εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις του Πανεπιστημίου Κύπρου ή άλλων δημόσιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ανώτερης εκπαίδευσης της Κύπρου. Σημειώθηκε επίσης πως για την αναγνώριση τίτλου σπουδών, πρέπει να υποβληθεί αίτηση από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Ακολούθησε και πρόσθετη τηλεφωνική ενημέρωση, πως η προσμέτρηση των πιστωτικών μονάδων ξεκίνησε από το ίδιο το ΚΥΣΑΤΣ με απόφασή του ημερομηνίας 9.3.2012.
Πέραν της ενημέρωσης αυτής, η Συμβουλευτική Επιτροπή προέβη σε περαιτέρω έρευνα και στο διαδίκτυο, αναζητώντας πληροφόρηση από ευρωπαϊκή ιστοσελίδα, ενώ αποτάθηκε και στο ίδιο το Πανεπιστημιακό ίδρυμα, προκειμένου να λάβει πληροφόρηση για το εν λόγω μεταπτυχιακό δίπλωμα.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών, επιβεβαίωσε την προσμέτρηση του μεταπτυχιακού τίτλου του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, ως πρόσθετο συναφές με τα καθήκοντα της θέσης, το οποίο πιστώθηκε στους υποψήφιους Παπαηροδότου και Χριστοδούλου Α. που περιλήφθηκαν τον κατάλογο που τέθηκε ενώπιον της ΕΔΥ.
Η ΕΔΥ, στη συνεδρία της ημερομηνίας 27.10.2016, υιοθέτησε τα πορίσματα της συμπληρωματικής έκθεσης της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Σε σχέση με το μεταπτυχιακό δίπλωμα του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, έλαβε υπόψη πως πρόκειται για επιπρόσθετο μη απαιτούμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόν, το οποίο, δεδομένης της αξιολόγησης του ως συναφές με τα καθήκοντα της θέσης, ορθά λήφθηκε υπόψη.
Στη συνεδρία ημερομηνίας 20.12.2016, η ΕΔΥ επιλήφθηκε αιτήματος της αιτήτριας, όπως αυτό τέθηκε ενώπιον της με επιστολή ημερομηνίας 2.12.2016, για άσκηση της δικής της διακριτικής ευχέρειας που προνοείται στις διατάξεις του άρθρου 34(8) του Ν. 1/90, προκειμένου να συμπεριληφθεί στον τελικό κατάλογο υποψηφίων που θα κληθούν σε ενώπιον της προφορική εξέταση και η ίδια. Υπέβαλε πως, αποδόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στην ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής προφορική εξέταση, ενώ η ίδια υπερέχει σε προσόντα και σε ηλικιακή αρχαιότητα έναντι των συστηθέντων. Υποστήριξε πρόσθετα, πως κατά τις διατάξεις του Κανονισμού 15(1)(δ) της Κ.Δ.Π. 98/91, της αναγνωρίζεται ένας χρόνος πείρας στη θέση Ιατρικού Λειτουργού 1ης τάξης λόγω απόκτησης του διδακτορικού της τίτλου.
Η ΕΔΥ, εξέτασε και απέρριψε το υποβληθέν αίτημα. Όπως ανέφερε τα στοιχεία που υπέβαλε με την επιστολή της, ήταν ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής και αυτά λήφθηκαν υπόψη κατά την κατάρτιση της έκθεσής της, όπου, αφού συνεκτιμήθηκαν τα πρόσθετα, μεταπτυχιακού επιπέδου, προσόντα που κατέχει, όπως και των άλλων υποψηφίων, η τελική της αξιολόγηση έτυχε αναβάθμισης, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να ενταχθεί στον κατάλογο, λόγω της χαμηλότερης της αξιολόγησης. Η ΕΔΥ απέρριψε και το αίτημα για εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού 15(1)(δ) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Γενικών Κανονισμών, αφού οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο υποψήφιος υπολείπεται της απαιτούμενης υπηρεσίας/πείρας για προαγωγή στην αμέσως ανώτερη θέση και πιστώνεται αυτός ο χρόνος για συμπλήρωση, που δεν είναι η περίπτωση της αιτήτριας, αφού διέθετε την πενταετή υπηρεσία στην προηγούμενη της επίδικης θέση.
Στην καταληκτική συνεδρία της ΕΔΥ, ημερομηνίας 11.1.2017, ακολούθησε η προφορική συνέντευξη των συστηθέντων υποψηφίων και η προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών Χρύσανθου Γεωργίου και Αδάμου Παπαντωνίου, στη θέση Βοηθού Διευθυντή Κλινικής/Τμήματος, Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας, στην ειδικότητα της Γενικής Χειρουργικής από 1.2.2017.
Στοχεύοντας στην συμπερίληψη της στον κατάλογο των συστηθέντων, από την Συμβουλευτική Επιτροπή, υποψηφίων, η αιτήτρια έθεσε, μέσω του δικηγόρου της, ζήτημα που άπτετο ισχυρισμού της πως το Μεταπτυχιακό δίπλωμα του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, που πιστώθηκε ως τέτοιο, σε δύο εκ των συστηθέντων υποψηφίων, δεν ήταν αναγνωρισμένο από το ΚΥΣΑΤΣ.
Όπως προαναφέρθηκε, η ΕΔΥ παρέπεμψε προς εξέταση τον ισχυρισμό, στην Συμβουλευτική Επιτροπή, οι ενέργειες της οποίας, καταγράφονται λεπτομερώς στην συμπληρωματική της έκθεση (Σεπτεμβρίου 2016). Αποτάθηκε με επιστολή της στο ΚΥΣΑΤΣ, το οποίο ενημέρωσε γραπτώς για την διαδικασία που το ίδιο ακολουθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας που διέπουν την λειτουργία του, ως προς την αναγνώριση της ισοτιμίας τίτλων σπουδών, τονίζοντας, παράλληλα, πως για αναγνώριση τίτλου, πρέπει να προηγηθεί η υποβολή αίτησης από τον ίδιο τον αιτητή. Πέραν της εν λόγω γραπτής ενημέρωσης, έλαβε χώρα και τηλεφωνική επικοινωνία, προσθέτοντας πως ο θεσμός των πιστωτικών μονάδων, στις οποίες έκανε αναφορά και η αιτήτρια στην επιστολή της, ξεκίνησε από το ΚΥΣΑΤΣ, με απόφασή του ημερομηνίας 9.3.2012. Η Συμβουλευτική Επιτροπή, προχώρησε επίσης σε έρευνα στο διαδίκτυο προκειμένου να αντλήσει πληροφορίες και για το σύστημα που ακολουθείται γενικότερα στην Ευρώπη σε σχέση με διπλώματα επιπέδου Μάστερ. Προχώρησε και σε πρόσθετη διερεύνηση, αποτεινόμενη στο ίδιο το Πανεπιστημιακό ίδρυμα, προκειμένου να λάβει γνώση για το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό δίπλωμα.
Η κατάληξή της ήταν πως, το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, ορθά προσμέτρησε ως μεταπτυχιακό δίπλωμα και πιστώθηκε στους δύο υποψηφίους Παπαηροδότου και Χριστοδούλου Α., λαμβάνοντας υπόψη πως: (α) το ίδιο το Πανεπιστήμιο αναφέρει τους τίτλους ως Μεταπτυχιακούς, επιπέδου Μάστερ, (β) στην Ευρώπη μπορούν να αξιολογηθούν ως Μάστερ διπλώματα με 60 πιστωτικές μονάδες και (γ) ο θεσμός των πιστωτικών μονάδων άρχισε να εφαρμόζεται από το ΚΥΣΑΤΣ με απόφαση του ημερομηνίας 9.3.2012, ενώ οι υποψήφιοι έλαβαν τους τίτλους αυτούς προγενέστερα και συγκεκριμένα στις 23.2.2010 και 14.10.2005 που η απόφαση αυτή δεν ήταν σε ισχύ. Τέλος, τόνισε πως η Συμβουλευτική Επιτροπή δεν ζήτησε από κανένα υποψήφιο να υποβάλει σχετική αναγνώριση ισοτιμίας από το ΚΥΣΑΤΣ.
Τα πιο πάνω, υιοθετήθηκαν στην ολότητά τους και από την ίδια την ΕΔΥ κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 27.10.2016, προσθέτοντας πως πρόκειται για επιπρόσθετα μη απαιτούμενα, από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα, συναφή με τα καθήκοντα της θέσης.
Σύμφωνα με την πάγια θέση της νομολογίας, η ερμηνεία και εφαρμογή του Σχεδίου Υπηρεσίας ανήκει στο διορίζον όργανο, και το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει, εκτός αν αυτή δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή, υπό τις περιστάσεις (Συμεωνίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, Δημοκρατία v. Γερμανού κ.ά. (2005) 3 Α.Α.Δ. 93, Μαππή ν. Δημοκρατίας (2017) 3(Β) Α.Α.Δ. 862, Α.Ε. 74/2013 Σουρουλλά ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.10.2019, Α.Ε. 169/2014 κ.ά. Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 1.11.2021, Ε.Δ.Δ. 35/2020 Παπαδοπούλου ν. ΘΟΚ, ημερομηνίας 19.2.2025, Ε.Δ.Δ. 62/2020, Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 20.5.2025).
Ομοίως, παγιωμένη είναι και η θέση της νομολογίας, πως το ΚΥΣΑΤΣ είναι το αρμόδιο όργανο για να επιλύει θέματα διπλωμάτων ή άλλων συναφών θεμάτων, χωρίς όμως να αποτελεί βοηθητικό όργανο της ΕΔΥ, για την διερεύνηση προσόντων.
Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τα κριθέντα στην Α.Ε. 33/2015, Χατζηγεωργίου ν. Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς, ημερομηνίας 1.2.2022, που παραθέτω κατωτέρω:-
«Εν πρώτοις σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, καθήκον του αρμοδίου οργάνου είναι να ερμηνεύει το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης και να εξετάζει αν οι υποψήφιοι κατέχουν τα απαιτούμενα από αυτό προσόντα. Με αυτό ως δεδομένο επέμβαση του Δικαστηρίου, όπως είναι πάγια νομολογημένο, χωρεί μόνο όπου διαπιστώνεται ότι η ερμηνεία δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτή ή ότι υπήρξε υπέρβαση των ακραίων ορίων της εξουσίας του διορίζοντος οργάνου (Δημοκρατία κ.ά. ν. Γερμανού κ.ά. (2005) 3 Α.Α.Δ. 93, 102, Παπαδοπούλου ν. Ρ.Ι.Κ. (2009) 3 Α.Α.Δ. 362, Χατζηχριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2012) 3 Α.Α.Δ. 192 και Παπαστεργίου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 47/2015, ημερ. 14/1/2022, ECLI:CY:AD:2022:C6). Η υιοθέτηση των μέσων για την πιο πάνω εξέταση (κατοχής των απαιτούμενων προσόντων) ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του αρμοδίου οργάνου, με δεδομένη τη δυνατότητα του να εναποθέσει τη διεξαγωγή έρευνας σε βοηθητικό όργανο. Η έρευνα, η οποία εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης, τεκμαίρεται ότι είναι πλήρης, εφόσον το αρμόδιο όργανο έχει ενώπιόν του όλα τα σχετικά στοιχεία (Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (2008) 3 Α.Α.Δ. 100).
Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας (2012) 3 Α.Α.Δ. 247 στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε, «εναπόκειται στο αρμόδιο διοικητικό όργανο να ερμηνεύσει το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης και να εξετάσει ταυτόχρονα κατά πόσο οι υποψήφιοι κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα. Σε περίπτωση αμφιβολιών όμως ως προς την κατοχή του προσόντος, το διορίζον όργανο εξαντλεί την έρευνα του με το να λάβει την παροχή πιστοποιητικού αναγνώρισης σπουδών από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., στο οποίο όμως θα προσφύγει ο ίδιος ο υποψήφιος και όχι το διορίζον όργανο».
Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Παντζαρή – Ελισσαίου ν. Δημοκρατία, Α.Ε. 113/2015, ημερ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:C69 επαναλήφθηκε ότι:
«Όπως έχει καθορισθεί από τη νομολογία, το ΚΥΣΑΤΣ είναι το αρμόδιο όργανο να επιλύει θέματα διπλωμάτων ή άλλων συναφών θεμάτων, δεν αποτελεί όμως βοηθητικό όργανο της ΕΔΥ για διερεύνηση προσόντων. Λέχθηκε σχετικά στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γρουτίδης κ.ά., Α.Ε. 88/2013, 103/2013, ημερ. 16/7/2019:
«Με υπόβαθρο τα ως άνω γεγονότα που ήσαν υπόψη της ΕΔΥ, η έρευνα, στην οποία προέβη αναφορικά με το εν λόγω προσόν του ΕΜ, το οποίο θεωρήθηκε ως «μεταπτυχιακή εκπαίδευση ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους», θεωρείται επαρκής. Δεν συνέτρεχε λόγος ή ανάγκη που επέβαλλε την περαιτέρω διερεύνηση ή απαίτηση προσκόμισης πιστοποιητικού αναγνώρισης από το ΚΥΣΑΤΣ. Το ΚΥΣΑΤΣ είναι το αρμόδιο όργανο για να επιλύει θέματα διπλωμάτων ή άλλων συναφών θεμάτων (Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (2008) 3 Α.Α.Δ. 100, 106), δεν αποτελεί όμως βοηθητικό όργανο της ΕΕΥ για διερεύνηση προσόντων (Μικελλίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 769 και xxx Ξενοφώντος κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:C380, Α.Ε. Αρ. 73/11, 74/11 και 75/11, 26.10.2017).»»
Στη βάση των πιο πάνω ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το παράπονο του Εφεσείοντα, ότι δεν είχε προβεί ο Εφεσίβλητος σε δέουσα έρευνα επειδή δεν παρέπεμψε το θέμα των προσόντων του στο ΚΥΣΑΤΣ, ήτο άνευ ερείσματος. Καμία υποχρέωση δεν είχε ο Εφεσίβλητος να παραπέμψει το θέμα των προσόντων του Εφεσείοντα στο ΚΥΣΑΤΣ. Εναπόκειτο στον ίδιο τον Εφεσείοντα, αν επιθυμούσε, να προσκομίσει ανάλογο πιστοποιητικό».
Ομοίως, στην προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Ε.Δ.Δ. 97/2017, Ριρής ν. Δήμου Αγίου Αθανασίου, ημερομηνίας 12.12.2023, που εκεί αφορούσε σε απαιτούμενο προσόν, ενώ στην παρούσα, σε επιπρόσθετο μη απαιτούμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόν, με αναφορά στις Α.Ε. 88/2013 κ.ά., Δημοκρατία ν. Γρουτίδη, ημερομηνίας 16.7.2019 και Α.Ε.113/2015, Παντζιαρή – Ελισσαίου ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24.2.2021, κρίθηκαν τα εξής:-
«(α) Το ζήτημα της έρευνας για το σχέδιο υπηρεσίας και για το απαιτούμενο προσόν του ΕΜ.
Ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ότι θα έπρεπε ο Δήμος να ανατρέξει για γνωμάτευση στο ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. δεν έχει κανένα έρεισμα. Οι αρμοδιότητες του ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. καθορίζονται από τους περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμους 1996-2012, Ν. 68(Ι)/1996. Αφορούν σε ad hoc αναγνώριση ή μη συγκεκριμένου τίτλου σπουδών και όχι σε γενική εκ των προτέρων τοποθέτηση και γνωμοδότηση (άρθρα 4(1) και 12 του Ν. 68(Ι)/1996)). Τα ζητήματα αυτά έχουν διευκρινιστεί σαφώς από τη νομολογία. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δημοκρατία ν. Γρουτίδη, ΑΕ Αρ. 88/2013 και 103/2013, ημερ. 16.7.2019, το οποίο υιοθετήθηκε στην Παντζιαρή-Ελισσαίου ν. Δημοκρατία, ΑΕ Αρ. 113/2015, ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:C69:
«… Το ΚΥΣΑΤΣ είναι το αρμόδιο όργανο για να επιλύει θέματα διπλωμάτων ή άλλων συναφών θεμάτων (Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου (2008) 3 Α.Α.Δ. 100, 106), δεν αποτελεί όμως βοηθητικό όργανο της ΕΕΥ για διερεύνηση προσόντων (Μικελλίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 769 και Κρίνος Ξενοφώντος κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:C380, Α.Ε. Αρ. 73/11, 74/11 και 75/11, 26.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:C380).»
[…]
Στη διακριτική ευχέρεια του διοικητικού οργάνου ανάγεται και η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί για τη διεξαγωγή της απαιτούμενης κάθε φορά έρευνας, ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα. Σκοπός, είναι η διαπίστωση όλων των ουσιωδών γεγονότων, η τελική εκτίμηση των οποίων εναπόκειται στο διοικητικό όργανο. Το κριτήριο, συνεπώς, για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα. Η έρευνα κρίνεται ως επαρκής εάν και εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.α. (2003) 3 ΑΑΔ 345).
Υπό το φως των παραπάνω αρχών κρίνουμε ότι ο Δήμος προέβη σε δέουσα έρευνα και κατέληξε σε ερμηνεία του σχετικού όρου στο σχέδιο υπηρεσίας η οποία ήταν ευλόγως επιτρεπτή. Συνεπώς ο ισχυρισμός περί σφάλματος του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή απαιτούμενου προσόντος με βάση το σχέδιο υπηρεσίας απορρίπτεται.»
Λαμβάνοντας υπόψη πως η ερμηνεία και εφαρμογή των απαιτήσεων του Σχεδίου Υπηρεσίας ανήκει αποκλειστικά στο διορίζον όργανο, στη διακριτική ευχέρεια του οποίου ανάγεται η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί για τη διεξαγωγή της απαιτούμενης κάθε φορά έρευνας, κρίνεται πως η διερεύνηση στην οποία προέβη η Συμβουλευτική Επιτροπή, τα πορίσματα της οποίας υιοθετήθηκαν και από την ΕΔΥ, υπήρξε η δέουσα και ενδεδειγμένη, ενώ δεν υπήρχε καμία υποχρέωση εκ μέρους της να αποταθεί στο ΚΥΣΑΤΣ, που δεν αποτελεί υποβοηθητικό όργανο της ΕΔΥ για διερεύνηση τίτλου σπουδών, αλλά ούτε και ζητήθηκε από τους κατέχοντες αυτά να προσκομίσουν πιστοποιητικό αναγνώρισης από το ΚΥΣΑΤΣ.
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνεται πως οι ενέργειες που ακολουθήθηκαν, τόσο από την Συμβουλευτική Επιτροπή, όσο και από την ΕΔΥ που υιοθέτησε τις εισηγήσεις της, υπήρξαν νόμιμες και σύμφωνες με τη σχετική νομολογία.
Με δεδομένη την πίστωση των δύο μεταπτυχιακών τίτλων στους υποψήφιους Παπαηροδότου και Χριστοδούλου Α., οι οποίοι αξιολογήθηκαν σε υψηλότερο επίπεδο από την αιτήτρια, σύμφωνα με την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η μη συμπερίληψη της στον κατάλογο των οκτώ συστηθέντων υποψηφίων, κρίνεται ως νόμιμη.
Η αιτήτρια, υπέβαλε αίτημα και προς την ΕΔΥ, με την επιστολή της ημερομηνίας 2.12.2016, να εφαρμόσει τις πρόνοιες του άρθρου 34(8) του Ν. 1/90 και να την συμπεριλάβει η ίδια στον τελικό κατάλογο. Κατά τις εισηγήσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου της, η ΕΔΥ κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 20.12.2016, δεν εξέτασε τα όσα παρέθεσε στην επιστολή της, ότι δηλαδή υπερέχει σε προσόντα, αρχαιότητα και πείρα έναντι όλων των συστηθέντων υποψηφίων και πως αποδόθηκε βαρύνουσα σημασία στην προφορική εξέταση ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής.
Υπενθυμίζεται πως η επίδικη θέση, συνιστά θέση Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής. Στο εδάφιο (8) του άρθρου 34 του Ν. 1/90, επίκληση του οποίου γίνεται από την αιτήτρια, αναφέρεται:-
«(8) Η Επιτροπή, πριν κάμει την τελική επιλογή, καλεί σε προφορική εξέταση τους υποψήφιους οι οποίοι συστήθηκαν από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, καθώς και οποιοδήποτε άλλο υποψήφιο που, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, έπρεπε να ήταν στον κατάλογο αυτών που συστήθηκαν από τη Συμβουλευτική Επιτροπή: […]»
Ανατρέχοντας στα σχετικά πρακτικά της ΕΔΥ, διαπιστώνω πως η τελευταία, εξάντλησε ολόκληρη συνεδρία ημερομηνίας 20.12.2016, προκειμένου να εξετάσει το υποβληθέν αίτημα, το οποίο και απέρριψε, παραθέτοντας και τους λόγους.
Όπως ανέφερε, το ζήτημα τόσο των προσόντων, όσο και της αρχαιότητας, αλλά και της πείρας, ήταν ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής, τα οποία εξετάστηκαν και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα κριτήρια, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη πως η επίδικη θέση συνιστά θέση Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής. Ομοίως, συνεκτιμήθηκαν και τα πρόσθετα, μεταπτυχιακού επιπέδου, προσόντα που κατέχει η αιτήτρια, αλλά στη βάση της βαθμολογίας που εξασφάλισε, δεν ήταν δυνατό να συστηθεί από τη Συμβουλευτική Επιτροπή.
Η ΕΔΥ προχώρησε στην εξέταση και του αιτήματος για εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού 15(1)(δ) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Γενικών) Κανονισμών του 1991, Κ.Δ.Π. 98/1991, ως αυτοί ίσχυαν τον ουσιώδη χρόνο, που αφορά στην αναγνώριση χρόνου που διανύθηκε για την απόκτηση του διδακτορικού τίτλου σπουδών, αναφέροντας όμως πως στην περίπτωση της αιτήτριας, δεν απαιτείτο αναγνώριση του χρόνου αυτού, αφού ήδη πληρούσε τις απαιτήσεις της πενταετούς υπηρεσίας, στην προηγούμενη της επίδικης θέσης, για προαγωγή.
Εν πάση περιπτώσει, από την ίδια την διατύπωση των προνοιών του άρθρου 34(8), προκύπτει πως η υποχρέωση της ΕΔΥ για παροχή «της αιτιολογημένης κρίσης της», προκύπτει στην περίπτωση που η ΕΔΥ ασκήσει αυτή της τη διακριτική ευχέρεια και καλέσει υποψήφιο, στην ενώπιον της προφορική εξέταση, ο οποίος δεν περιλαμβάνετο στον κατάλογο των συστηνομένων υποψηφίων από την Συμβουλευτική Επιτροπή και όχι στην περίπτωση που αποφασίζει να μην καλέσει, τηρώντας, στην ουσία, τον κατάλογο που έστειλε η Συμβουλευτική.
Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω πως η ΕΔΥ αξιολόγησε δεόντως όλα τα ενώπιον της πραγματικά δεδομένα, αιτιολογώντας πλήρως την κατάληξή της σε σχέση με όλα τα αιτήματα που υπέβαλε η αιτήτρια, υιοθετώντας τα πορίσματα των δύο εκθέσεων της Συμβουλευτικής Επιτροπής, προκειμένου να μην περιληφθεί στον ενώπιον της κατάλογο υποψηφίων, απόφαση που κρίνεται ως νόμιμη και εύλογη, υπό το φως των πιο πάνω αναφερόμενων στοιχείων και δεδομένων.
Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη.
Επιδικάζονται €1.700 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο