ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 666/2017)
19 Ιανουαρίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ
2. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Μ. Δαμιανού (κα), για Σωτήρης Σαμψών & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Κ. Παπαδοπούλου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Στις 15.3.2011, ο αιτητής, ο οποίος υπηρετούσε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) ως Υποδιοικητής (Υποστήριξης), συνελήφθη μαζί με άλλα δυο πρόσωπα ως ύποπτος για τη διάπραξη διαφόρων ποινικών αδικημάτων. Στις 17.3.2011, αυτός τέθηκε σε διαθεσιμότητα για περίοδο που δεν θα υπερέβαινε τους τρεις μήνες και ελάμβανε ως χορήγημα διαθεσιμότητας το ½ του μισθού του. Eναντίον του αιτητή καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση, αλλά και πειθαρχική υπόθεση για την εκ μέρους του διάπραξη των αδικημάτων της ανάρμοστης συμπεριφοράς (πέντε κατηγορίες), καθώς και της παράβασης ή παράλειψης (τρεις κατηγορίες), κατά παράβαση των διατάξεων του Πειθαρχικού Κώδικα και των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 53/1989), ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στις 12.5.2011, ο Αρχηγός Αστυνομίας παρέτεινε τη διαθεσιμότητα του αιτητή μέχρι την εκδίκαση της εναντίον του ποινικής και πειθαρχικής υπόθεσης.
Στις 24.2.2012, το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, με απόφασή του στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, αθώωσε και απάλλαξε τον αιτητή από όλες τις εναντίον του κατηγορίες, ενώ στις 6.9.2012, η Πειθαρχική Επιτροπή επέβαλε στον αιτητή την ποινή της πειθαρχικής μετάθεσης, εφόσον τον έκρινε ένοχο σε μια εκ των προαναφερθεισών κατηγοριών, που αφορούσε στο αδίκημα της ανάρμοστης συμπεριφοράς
Κατά της πιο πάνω απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής, ο αιτητής καταχώρησε στο Συμβούλιο Eφέσεων, στις 19.9.2012, έφεση, τόσο αναφορικά με την καταδίκη του, όσο και αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή. Εκκρεμούσης της προαναφερθείσας έφεσης, ως αναφέρεται σε σχετική επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας προς τους δικηγόρους του αιτητή, ημερομηνίας 20.5.2014, αποφασίστηκε η άρση της διαθεσιμότητάς του, με ισχύ από 7.9.2012, και η επιστροφή στα καθήκοντά του από 21.5.2014. Με την επιστροφή του, ο αιτητής τοποθετήθηκε στην ΥΑΜ, ως Υπεύθυνος του Κέντρου Ελέγχου Διαβατηρίων (ΚEΔ) Αερολιμένα Λάρνακας.
Τελικά, την 1.2.2017, το Συμβούλιο Eφέσεων αθώωσε τον αιτητή, ακυρώνοντας την προαναφερθείσα ποινή της πειθαρχικής μετάθεσης που τού είχε επιβληθεί. Μετά από αυτή την εξέλιξη, με επιστολή των δικηγόρων του προς τον Αρχηγό, ημερομηνίας 2.2.2017, ο αιτητής ζητούσε όπως (α) αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά του ως Υποδιοικητής (ΥΑΜ), (β) τού καταβληθεί το ποσό που είχε αποκοπεί και/ή παρακρατηθεί από τη μισθοδοσία του για την περίοδο από 17.3.2011 μέχρι 5.9.2012 που βρισκόταν σε διαθεσιμότητα, μαζί με τους σχετικούς τόκους και (γ) τού πιστωθεί και/ή παραχωρηθεί άδεια ανάπαυσης για την προαναφερθείσα περίοδο που αυτός βρισκόταν σε διαθεσιμότητα.
Η απάντηση των καθ’ ων η αίτηση στα πιο πάνω αιτήματα, δόθηκε με επιστολή του Αρχηγού προς τους δικηγόρους του αιτητή, ημερομηνίας 28.2.2017, στην οποία αναφέρονταν και τα εξής:
«Αναφέρομαι στην επιστολή σας σχετικά με το πιο πάνω θέμα και σας πληροφορώ ότι, δεν έχει επιβληθεί η ποινή της «πειθαρχικής μετάθεσης» στον πελάτη σας, καθότι μετά την ποινή που του επιβλήθηκε στις 6.9.2012, ο πελάτης σας εφεσίβαλε την απόφαση της πειθαρχικής επιτροπής στις 19.9.2012, και ως εκ τούτου η υπόθεση παρέμεινε σε εκκρεμότητα μέχρι την 1.2.2017, όπου και εκδικάστηκε από το Συμβούλιο Εφέσεων.
2. Η μετάθεση του Ανώτερου Υπαστυνόμου Νίκου Θεοδώρου στις 21.5.2014, ως Υπεύθυνος του Κέντρου Ελέγχου Διαβατηρίων Αερολιμένα Λάρνακας διενεργήθηκε μέσα στα πλαίσια της εύρυθμης λειτουργίας και των αναγκών της Υπηρεσίας, που υπήρχαν την δεδομένη στιγμή.
3. Όσον αφορά την καταβολή του χρηματικού ποσού που κατακρατήθηκε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς του, πληροφορείστε ότι ήδη δόθηκαν οδηγίες στο Λογιστήριο για να του καταβληθεί.
4. Όσον αφορά την άδεια απουσίας που απώλεσε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας του, πληροφορείστε ότι δεν μπορεί να του πιστωθεί καθότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 2(1) των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών, όπως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα, ο όρος «υπηρεσία» για σκοπούς υπολογισμού της άδειας ανάπαυσης, δεν περιλαμβάνει απουσία λόγω διαθεσιμότητας.».
Ο αιτητής αντέδρασε και καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή, με την οποία ζητά (Α) ακύρωση της μετάθεσης που κατά τον αιτητή, είχε πειθαρχική υφή, (Β) ακύρωση της απόφασης για μη τοκοφορία του ποσού της κατακράτησης κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς του ως άνω και (Γ) ακύρωση της απόφασης για μη πίστωση της άδειας ανάπαυσης που απώλεσε κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς του.
Το Δικαστήριο τούτο, με ακυρωτική απόφασή του ημερομηνίας 9.1.2020, έκρινε ότι «η απόφαση μετάθεσης του αιτητή, η οποία βεβαίως και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης και η αιτιολογία της οποίας συνδέεται άρρηκτα με την αιτιολόγηση της τελικής, επίδικης απόφασης, πάσχει ως ελλιπώς και/ή μη επαρκώς αιτιολογημένη, με αποτέλεσμα να επιφέρει κενό αιτιολόγησης και να καθιστά τρωτή και την τελική, προσβαλλόμενη απόφαση.». Λόγω δε αυτης της διαπίστωσης, δεν εξετάστηκαν τα προεκτεθέντα Αιτητικά Β και Γ της αίτησης ακυρώσεως.
Κατά της πιο πάνω απόφασης, καταχωρήθηκε η Έφεση αρ. 24/20. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, με την απόφασή του ημερομηνίας 11.9.2024 επί της εν λόγω Έφεσης, έκρινε ότι η πρωτόδικη δικανική κρίση υπήρξε ατελής, «αφού δεν απασχόλησαν πρωτοδίκως τα θέματα που ήταν σχετικά με τα Παρακλητικά Β και Γ. Ενώ η επίδικη επιστολή του Διοικητικού Οργάνου ημερ.28.2.17 περιλάμβανε σαφώς και άλλα αποφασισθέντα, ως ακριβώς εκτίθενται στα Παρακλητικά αυτά, δεν υπήρξε για αυτά τα θέματα συναφής δικαστική κρίση. Είναι φανερό πως τα θέματα αυτά δεν επιλύονταν μόνο με τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με το Παρακλητικό Α. Η δε ακύρωση της διοικητικής απόφασης από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφορούσε προφανώς μόνον το θέμα της μετάθεσης, ως προέκυπτε από το Παρακλητικό Α, εφόσον δεν υπήρξε κρίση σε σχέση με τα Παρακλητικά Β και Γ». Διατάχθηκε δε η παραπομπή της υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο, «ώστε να αποφασισθεί η υπόθεση και σε σχέση με τα Παρακλητικά Β και Γ».
Μετά που η προσφυγή τέθηκε εκ νέου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, απασχόλησε το ζήτημα της μη συνάφειας του Αιτητικού Α με τα Αιτητικά Β και Γ της αίτησης ακυρώσεως και, συνακόλουθα, του κατά πόσον υπήρχε η δυνατότητα να διαταχθεί ο διαχωρισμός δικογράφου στο συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας, δεδομένης της ήδη εκδοθείσας απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 24/20. Επ’ αυτού του ζητήματος, οι συνήγοροι των δυο πλευρών ζήτησαν να επιχειρηματολογήσουν δια της καταχώρησης γραπτών αγορεύσεων, όπερ και έπραξαν μετά από σχετικές οδηγίες του παρόντος Δικαστηρίου. Επιγραμματικά, η μεν πλευρά των καθ’ ων η αίτηση τόνισε ότι το ζήτημα της συνάφειας και «το τι δέον να πράττει το ακυρωτικό Δικαστήριο σε περίπτωση που προκύπτει κατά την επανεκδίκαση ζήτημα προσβολής πράξεων που δεν είναι συναφείς μεταξύ τους», παραμένει σε κάθε περίπτωση εντός της αρμοδιότητας του πρωτόδικου Δικαστή, ο οποίος και θα πρέπει να εκφράσει ουσιαστική κρίση επί του ζητήματος αυτού. Ως εκ τούτου, η κα Παπαδοπούλου κάλεσε το παρόν Δικαστήριο όπως αποφασίσει κατά προτεραιότητα το ζήτημα της συνάφειας των Αιτητικών Β και Γ με το Αιτητικό Α της αίτησης ακυρώσεως, επί του οποίου ήδη το Δικαστήριο έχει αποφασίσει. Από την άλλη, η συνήγορος του αιτητή, με ρητή αναφορά στην κατάληξη του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 24/20, ισχυρίστηκε ότι, ανεξάρτητα από το ζήτημα της συνάφειας, σε κάθε περίπτωση, τα Αιτητικά Β και Γ θα πρέπει να εξεταστούν και/ή αποφασιστούν από το παρόν Δικαστήριο.
Τονίζεται εν πρώτοις ότι, κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρχική διαδικασία που απέληξε στην ακυρωτική απόφαση ημερομηνίας 9.1.2020, ουδέποτε τέθηκε ζήτημα μη συνάφειας των προσβαλλόμενων πράξεων ούτε και ζήτημα διαχωρισμού δικογράφου. Πέραν, όμως, τούτου, και έχοντας εξετάσει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία επί του συγκεκριμένου ζητήματος, κρίνω ότι, στο παρόν στάδιο, θα πρέπει να προχωρήσω στην εξέταση και έκδοση απόφασης επί των Αιτητικών Β και Γ της αίτησης ακυρώσεως, ανεξάρτητα από το ζήτημα της ύπαρξης συνάφειάς τους με το Αιτητικό Α, επί του οποίου, επαναλαμβάνεται, ήδη εκδόθηκε απόφαση από το παρόν Δικαστήριο. Η διατύπωση του σχετικού λεκτικού της, δεσμευτικής για το Δικαστήριο τούτο, απόφασης του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ε.Δ.Δ. 24/20, δεν αφήνει περιθώριο και/ή δεν επιδέχεται πολλαπλής ερμηνείας. Σύμφωνα με την απόφαση (η έμφαση έχει προστεθεί), «Παραπέμπεται η υπόθεση στο Διοικητικό Δικαστήριο (στον ίδιο Δικαστή) ώστε να αποφασισθεί η υπόθεση και σε σχέση με τα Παρακλητικά Β και Γ.»: τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Η δε παραπομπή γίνεται χωρίς οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά είτε σε ζήτημα συνάφειας είτε στο Αιτητικό Α, η απόφαση επί του οποίου δεν επηρεάζεται από τις πιο πάνω οδηγίες για παραπομπή.
Συνεπώς, προχωρώ να εξετάσω τα Αιτητικά Β και Γ της αίτησης ακυρώσεως.
Με το Αιτητικό Β, ο αιτητής ζητεί ακύρωση της απόφασης για μη τοκοφορία του ποσού της κατακράτησης κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς του ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Επ’ αυτού, η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση ήγειρε δια της γραπτής της αγόρευσης προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενη ότι η συγκεκριμένη προσβαλλόμενη πράξη συνιστά αμιγώς χρηματική διαφορά, ευρισκόμενη ωσαύτως εκτός της εμβέλειας ελέγχου του Δικαστηρίου τούτου.
Με την επιστολή των δικηγόρων του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, ημερομηνίας 2.2.2017, ο αιτητής ζητούσε την καταβολή των χρηματικών ποσών «που του έχουν αποκοπεί και/ή παρακρατηθεί από τη μισθοδοσία του, για την περίοδο 17/03/2011-5/09/2012, πλέον νόμιμο τόκο επί των ποσών αυτών». Ο Αρχηγός απάντησε με την επίδικη επιστολή ημερομηνίας 28.2.2017, ότι όσον αφορά την καταβολή του χρηματικού ποσού που κατακρατήθηκε κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητας του αιτητή, «ήδη δόθηκαν οδηγίες στο Λογιστήριο για να του καταβληθεί».
Ο αιτητής διαμαρτύρεται καθότι, ως προβάλλει, όφειλαν οι καθ’ ων η αίτηση, πέραν των ποσών που κατακρατήθηκαν κατά την περίοδο της διαθεσιμότητας και τού επιστράφηκαν, να τού είχαν επιστρέψει και τόκους επί των πιο πάνω ποσών, που ο αιτητής θα δικαιούταν να λάβει αν δεν είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα, η οποία και ήρθη αναδρομικά. Ο τόκος αυτός, κατά την πλευρά του αιτητή, αποδίδεται ως αποζημίωση σε κάθε περίπτωση κατά την οποία, χρηματικό ποσό που ανήκει σε πρόσωπο, κατακρατείται από τρίτο πρόσωπο. Εμπίπτει δε ο τόκος αυτός στα κατακρατηθέντα ποσά που οι καθ’ ων η αίτηση οφείλουν να επιστρέψουν στον αιτητή.
Εν πρώτοις, είναι σαφές και από το ίδιο το λεκτικό του Αιτητικού Β της προσφυγής του, ότι αυτό για το οποίο διαμαρτύρεται ο αιτητής είναι η μη καταβολή νόμιμου τόκου επί των χρηματικών ποσών που είχαν αποκοπεί και/ή παρακρατηθεί από τη μισθοδοσία του για την περίοδο από 17.3.2011 μέχρι 5.9.2012.
Λαμβάνοντας υπόψη την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία επί του θέματος, αλλά κυρίως, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της δια του Αιτητικού Β προσβαλλόμενης πράξης, είναι σαφές ότι το αντικείμενο της συγκεκριμένης διαφοράς μεταξύ αιτητή και καθ' ων η αίτηση είναι αμιγώς χρηματικό, αφού περιορίζεται στην μη καταβολή τόκων και/ή στην απόρριψη του αιτήματος του αιτητή για καταβολή τόκων επί των χρηματικών ποσών που είχαν αποκοπεί και/ή παρακρατηθεί από τη μισθοδοσία του για την περίοδο από 17.3.2011 μέχρι 5.9.2012 και, συνακόλουθα, η εφαρμογή αυτής της προσβαλλόμενης πράξης εξαντλείται σε συγκεκριμένη χρηματική διαφορά. Δεν προκύπτει οτιδήποτε άλλο πέραν του πιο πάνω αιτήματος, που να αφήνει περιθώριο εξέτασης περαιτέρω εφαρμογής ή συνέπειας της συγκεκριμένης επίδικης απόφασης, η οποία και, συνακόλουθα, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε και στην Ειρήνη Αττεσλή ν. Δημοκρατίας (2003) 4 Α.Α.Δ.489, όπου, με εκτενή αναφορά στη νομολογία, αναλύθηκε η έννοια της χρηματικής διαφοράς και τονίστηκε ότι χρηματικές διαφορές δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής (βλ. και την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Ιωσήφ Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 6223/2013, ημερ. 22.12.2017).
Η ίδια προσέγγιση είχε ακολουθηθεί προηγουμένως στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 470, στην οποία, με παραπομπή στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959, τονίστηκε ότι «εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ του διοικουμένου και της Διοίκησης περιορίζεται σε χρηματική απαίτηση χωρίς να απομένει άλλη περίπτωση εφαρμογής της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, ανεξάρτητα αν διέπεται από διοικητική νομοθεσία ή όχι, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της διαφοράς». Για να καταλήξει το Δικαστήριο, λέγοντας και τα εξής:
«Απομένει προς έρευναν το ζήτημα της χρηματικής διαφοράς της γεννωμένης εκ μονομερούς πράξεως της Διοικήσεως, εκδιδομένης επί τη βάσει κανόνων του διοικητικού δικαίου.
Εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν γίνεται δεκτόν υπό της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι εφ' όσον το αντικείμενον της αμφισβητήσεως περιορίζεται εις απαίτησιν συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, δεν υφίσταται δε ενδεχόμενον άλλης τινός εφαρμογής ή άλλης συνεπείας της προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως, αρμόδια τυγχάνουν τα πολιτικά δικαστήρια».
Η πιο πάνω, πάγια και διαχρονική, θέση της νομολογίας αντανακλάται και στα Ελληνικά συγγράμματα του Διοικητικού Δικαίου. Στο σύγγραμμα του Π.Γ. Δαγτόγλου, «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Δεύτερη Έκδοση, 1994, παρ. 529, ρητά αναφέρεται ότι «κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αμφισβήτηση περί την ύπαρξη ή μη χρηματικής οφειλής αποτελεί χρηματική διαφορά που υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων∙ επομένως είναι απαράδεκτη η αίτηση ακυρώσεως που κατά κύριο λόγο αμφισβητεί την ύπαρξη χρηματικής οφειλής», όπως απαράδεκτη είναι και η αίτηση ακυρώσεως που κατά κύριο λόγο προσβάλλει την άρνηση της Διοικήσεως να διατάξει την πληρωμή αποζημιώσεως ή την επιστροφή ποσών αχρεωστήτως καταβληθέντων.
Παρόμοια αναφέρονται και στο σύγγραμμα του Ε. Σπηλιωτόπουλου, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Έβδομη Έκδοση, 1996, παρ. 487, σύμφωνα με τον οποίο, «δε χωρεί αίτηση ακυρώσεως κατά διοικητικών πράξεων ή παραλείψεων, με τις οποίες προκαλούνται χρηματικές διαφορές, δηλαδή διαφορές σχετικές με αξιώσεις των διοικουμένων κατά του Δημοσίου ή άλλου δημοσίου νομικού προσώπου για την αναγνώριση οφειλής ή την καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού. Η αξίωση ή υποχρέωση του διοικουμένου μπορεί να πηγάζει από σχέση που τον συνδέει με το Δημόσιο ή άλλο δημόσιο νομικό πρόσωπο, η οποία μπορεί να είναι ι) συμβατική που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο ή το διοικητικό δίκαιο, ιι) εξωσυμβατική που διέπεται από το διοικητικό δίκαιο ή το ιδιωτικό δίκαιο, ιιι) εξουσιαστική (δηλαδή που ρυθμίζεται μονομερώς από τη Διοίκηση)».
Τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής και εν προκειμένω, σε σχέση με την δια του Αιτητικού Β της υπό εξέταση προσφυγής προσβαλλόμενη πράξη, η οποία, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, αφορά μια καθαρά χρηματική διαφορά μεταξύ αιτητή και Διοίκησης, η οποία, ως τέτοιας φύσεως διαφορά, εκφεύγει του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου τούτου και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής.
Έχω δε περαιτέρω την άποψη ότι η διεκδίκηση των προαναφερθέντων ποσών από τον αιτητή μπορούσε και θα έπρεπε να γίνει σε πολιτικό δικαστήριο, στο πλαίσιο αγωγής (βλ. M.S. (SKYRA) VASSAS LTD v. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 772/2012 και 773/2012, ημερ. 17.2.2016, αλλά και την απόφαση του Σ.τ.Ε. 231/40, όπου λέχθηκε ότι αίτηση στρεφόμενη "κατά πράξεως αρνούμενης την καταβολήν χρηματικής οφειλής του Δημοσίου" κρίθηκε ότι υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων»).
Ενόψει των των πιο πάνω, η προσφυγή ως προς το Αιτητικό Β αυτής απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Τέλος, με το Αιτητικό Γ της αίτησης ακυρώσεως, ο αιτητής στρέφεται κατά της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση να μην τού πιστωθεί η άδεια ανάπαυσης που αυτός είχε απωλέσει κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς του.
Ως έχει προεκτεθεί, επ’ αυτού οι καθ’ ων η αίτηση, δια της επίδικης επιστολής προς τον αιτητή, ημερομηνίας 28.2.2017, τού ανέφεραν ότι δεν μπορούσε να τού πιστωθεί η ζητούμενη άδεια ανάπαυσης για την περίοδο από 17.3.2011 μέχρι 21.5.2014, καθότι, «σύμφωνα με τον Κανονισμό 2(1) των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών, όπως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα, ο όρος «υπηρεσία» για σκοπούς υπολογισμού της άδειας ανάπαυσης, δεν περιλαμβάνει απουσία λόγω διαθεσιμότητας.».
Η συνήγορος του αιτητή προβάλλει ότι η υπό των καθ’ ων η αίτηση ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω Κανονισμών και, συνακόλουθα, η επίδικη απόφαση ως προς τούτο το ζήτημα, είναι εσφαλμένη, παράνομη και πεπλανημένη.
Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Εν πρώτοις, είναι πράγματι ορθή η θέση όπως αποτυπώνεται στη γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.4.2011 (παράρτημα Η στο δικόγραφο της ένστασης), ότι οι περί Αστυνομίας (Πειθαρχικοί) Κανονισμοί (Κ.Δ.Π. 53/1989), ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε αντίθεση με το θέμα του μισθού και των επιδομάτων, δεν προβλέπουν ρητά για τις άδειες απουσίας μέλους της Αστυνομίας και αν αυτές τού πιστώνονται για την περίοδο που το εν λόγω μέλος βρισκόταν σε διαθεσιμότητα και αναλαμβάνει εκ νέου τα καθήκοντά του, εφόσον έχει αποφασιστεί να μην κατηγορηθεί για πειθαρχικό αδίκημα ή αν όλες οι κατηγορίες εναντίον του έχουν απορριφθεί. Ωστόσο, η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα προκύπτει από την συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 51/1989), ως αυτοί ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: σύμφωνα με τον Κανονισμό 19Α των εν λόγω Κανονισμών, η άδεια ανάπαυσης των μελών της Αστυνομίας υπολογίζεται με βάση το ημερολογιακό έτος από 1η Ιανουαρίου μέχρι 31η Δεκεμβρίου. Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 2(1), «έτος» σημαίνει ημερολογιακό έτος υπηρεσίας και καλύπτει την περίοδο από 1η Ιανουαρίου μέχρι 31η Δεκεμβρίου, ενώ «υπηρεσία», για σκοπούς υπολογισμού της άδειας ανάπαυσης που δικαιούται μέλος της Αστυνομίας, «σημαίνει πραγματική υπηρεσία με πλήρεις απολαβές και περιλαμβάνει την άδεια ανάπαυσης, άδεια ασθενείας, άδεια μητρότητας με πλήρεις απολαβές ή με απολαβές όπως προνοεί ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος, αλλά δεν περιλαμβάνει εκπαιδευτική άδεια, με ή χωρίς απολαβές, ή παράταση άδειας ασθενείας ή απουσία λόγω διαθεσιμότητας».
Συνεπώς, είναι σαφές από την συνδυαστική ερμηνεία των προεκτεθεισών κανονιστικών διατάξεων ότι μέλος της Αστυνομίας που τελεί σε διαθεσιμότητα, δεν πιστώνεται με άδεια ανάπαυσης. Διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα προσέκρουε ευθέως στην πιο πάνω γραμματική ερμηνεία των σχετικών Κανονισμών, η οποία, κατά τη νομολογία, συνιστά το βασικό κανόνα ερμηνείας μιας νομοθετικής διάταξης, δηλαδή το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων (PRETORIAN ENTERPRISES LTD ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 69/2018, ημερ. 11.1.2024, Δήμος Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, Γεωργιάδης & Υιός v. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 142). Κατά πάγια νομολογία, οι κανόνες ερμηνείας των νόμων καθιερώνουν τη γραμματική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία οι νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται με βάση το πραγματικό και/ή φυσικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων, εκτός εάν αυτό είναι σε αντίθεση ή ασυμφωνία με οποιαδήποτε ρητή πρόθεση ή δηλωμένο σκοπό του νόμου ή οδηγεί σε αποτέλεσμα παράλογο (Cyprus General Bonded & Transit Stores v. Δημοκρατίας (1993) 4 Α.Α.Δ. 2546, Haris Theodorides v. The Central Bank of Cyprus (1985) 3 C.L.R., 721, 722). Και εν προκειμένω, κατ’ εφαρμογή του κανόνα της γραμματικής ερμηνείας, κρίνω ότι η υπό των καθ’ ων η αίτηση ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξων της Κ.Δ.Π. 51/1989 και δη της επίδικης διάταξης του Κανονισμού 2(1) των Κανονισμών, σε συνδυασμό με τον Κανονισμό 19Α, δεικνύει ότι αυτοί έδρασαν σύννομα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας (βλ. και την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Π.Σ. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 302/2021, ημερ. 26.10.2023). Δεν εντοπίζεται εμφιλοχώρηση πλάνης στην τελική κρίση, αλλ’ ούτε και οποιοδήποτε άλλο σφάλμα στην κρίση των καθ’ ων η αίτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί παρέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, ούτε ως προς την δια του Αιτητικού Γ της προσφυγής προσβαλλόμενη απόφαση.
Ενόψει των πιο πάνω η προσφυγή, ως προς τα Αιτητικά Β και Γ αυτής, αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο