ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση αρ. 836/2021)
5 Ιανουαρίου 2026
[ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ, Δ.Δ.Δ.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ AΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
MUNA THAPA
Αιτήτρια,
KAI
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1.ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
2.ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ
Καθ’ ων η αίτηση
––––––––––––––––––––––––––––––––
Θ. Γεωργίου (κα) για Χρίστος Π. Χριστοδουλίδης, δικηγόρος για τον αιτητή.
Κ. Χριστοφή (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΕΛΕΠΕΣΙΗ,Δ.Δ.Δ.: Με την υπό κρίση Προσφυγή και μετά την απόσυρση κατά το στάδιο των διευκρινήσεων των αιτητικών της Προσφυγής υπό παραγράφους (Β) (Γ) και (Δ), η αιτήτρια επιζητεί, πλέον, δικαστική απόφαση, ως ακολούθως:
«Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 01/07/2021 η οποία κοινοποιήθηκε στον δικηγόρο της Αιτήτριας στις 08/07/21 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) με την οποία απορρίφθηκε η ιεραρχική προσφυγή της ημερομηνίας 22/04/2021 είναι άκυρη, παράνομη, στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και έχει ληφθεί χωρίς την δέουσα έρευνα και καθ΄ υπέρβαση και/ή χωρίς καθόλου Δικαιοδοσία και είναι αποτέλεσμα πλάνης περί γεγονότων και κακής εφαρμογής του νόμου και παραβιάζεται η αρχή της ισότητας.»
Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν, εν συντομία, ως ακολούθως:
Η αιτήτρια είναι υπήκοος Νεπάλ, η οποία εισήλθε στη Δημοκρατία στις 10.3.2018 με άδεια εισόδου για να εργασθεί ως οικιακή βοηθός σε συγκεκριμένο εργοδότη.
Εν συνέχεια, στις 27.3.2018, η εργοδότρια της αιτήτριας προέβηκε σε σχετική καταγγελία υποβάλλοντας ότι η αιτήτρια εγκατέλειψε το χώρο διαμονής και εργασίας της και βρίσκεται σε άγνωστη διεύθυνση. Ως εκ τούτου, στις 18.4.2018- και ένεκα του ότι η αιτήτρια συνέχιζε να παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία- τα στοιχεία της καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (stop list), με σκοπό τον εντοπισμό της. Σημειώνεται ότι παρά τα πιο πάνω, ως εμφαίνεται από το διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, στις 21.8.2018, παραχωρήθηκε στην αιτήτρια άδεια προσωρινής διαμονής για σκοπούς απασχόλησης της ως οικιακής βοηθού με ισχύ μέχρι τις 10.3.2019.
Ακολούθως στις 10.9.2018, η αιτήτρια τέλεσε πολιτικό γάμο με ευρωπαίο υπήκοο ρουμανικής καταγωγής και στις 17.9.2018 υπέβαλε αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης. Η άδεια αυτή παραχωρήθηκε στην αιτήτρια στις 12.6.2020 με ισχύ μέχρι τις 12.6.2025.
Ο φάκελος της αιτήτριας στάληκε στην Αστυνομία προς διερεύνηση της γνησιότητας του γάμου της. Από τη διενεργηθείσα έρευνα, σύμφωνα και με τα όσα καταγράφονται στη σχετική έκθεση της ΥΑΜ ημερομηνίας 22.11.2020, διαπιστώθηκε ότι το ζεύγος αναζητήθηκε στη δηλωθείσα διεύθυνση χωρίς όμως να εντοπιστεί καθώς και ότι η αιτήτρια δεν διέμενε με τον ευρωπαίο σύζυγο της, ο οποίος, ως η ίδια η αιτήτρια μάλιστα δήλωσε, είχε αναχωρήσει από τη Δημοκρατία και είχε επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, μετά την τέλεση του γάμου τους.
Με επιστολή του Τμήματος ημερομηνίας 10.3.2021 γνωστοποιείτο στην αιτήτρια η απόφαση να ακυρωθεί το εκδοθέν δελτίο διαμονής της ως μέλος οικογένειας πολίτη της Ένωσης λόγω του ότι η ίδια δεν διέμενε με τον ευρωπαίο σύζυγο της, αφού ο τελευταίος είχε αναχωρήσει από τη Δημοκρατία. Με την ίδια επιστολή η αιτήτρια πληροφορείτο ότι δεν πληρούνταν πλέον οι τασσόμενες εκ του Ν. 7(Ι)/2007 προϋποθέσεις για τη διατήρηση του δικαιώματος διαμονής της στη Δημοκρατία και ότι όφειλε να αναχωρήσει το συντομότερο.
Κατά της πιο πάνω απόφασης η αιτήτρια στις 22.4.2021, υπέβαλε δια μέσω του δικηγόρου της, ιεραρχική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 32Α του Ν. 7(Ι)/2007.
Με επιστολή ημερομηνίας 1.7.2021, η οποία κοινοποιήθηκε στο δικηγόρο της αιτήτριας, η αιτήτρια ενημερώθηκε ότι η υποβληθείσα ιεραρχική προσφυγή της εξετάστηκε και απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών.
Κατά της νομιμότητας της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε η υπό εξέταση Προσφυγή.
Κατά τη μελέτη του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης απόφασης, ο οποίος σημειώνεται ότι συνιστά τον μόνο οδηγό πληροφόρησης ως προς την ύπαρξη δεδομένων και γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση (MEHMET MAHER CEMAL EDDIN v Δημοκρατίας (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 97/2019, ημερομηνίας 14/11/23) διεφάνη ότι η αιτήτρια στις 21.7.2022 συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία καθώς και ότι κατά την ίδια ημέρα εκδόθηκαν διατάγματα απέλασης και κράτησης της. Ως δε περαιτέρω προκύπτει από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου στις 11.8.2022 παραχωρήθηκαν στην αιτήτρια χρηματικά κίνητρα κατόπιν σχετικού αιτήματος της για οικειοθελή αναχώρηση της από τη Δημοκρατία καθώς επίσης και ότι η αιτήτρια αναχώρησε από τη Δημοκρατία και επαναπατρίστηκε στις 23.8.2022. Ειδικότερα ως ρητώς καταγράφεται στο ερυθρό 205 του διοικητικού φακέλου, το οποίο αποτελεί έκθεση της ΥΑΜ προς την Αν. Διευθύντρια Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, η αιτήτρια στις 7.8.2022 και ενώ κρατείτο για σκοπούς απέλασης, εξέφρασε την επιθυμία της να επαναπατριστεί, ζητώντας όπως της παρασχεθεί, ως κίνητρο επιστροφής, το χρηματικό ποσό των €1000, υποβάλλοντας ως προς τούτο και σχετικό γραπτό αίτημα. Ακολούθως, ήτοι στις 11.8.2022 (βλ. ερυθρό 205 του διοικητικού φακέλου) η Αν. Διευθύντρια ενέκρινε την παροχή του ποσού των €1000 ως κίνητρο επιστροφής. Περαιτέρω και ως επιβεβαιώνεται από σχετική καταγραφή στο ημερολόγιο ενεργειών της Αστυνομίας, το οποίο περιλαμβάνεται στο διοικητικό φάκελο (βλ. ερυθρό 215) η αιτήτρια και πέραν του κόστους του ταξιδιωτικού εισιτηρίου, το οποίο επωμίσθηκε, ως καταγράφεται, η Κυπριακή Δημοκρατία, παρέλαβε το ποσό των €1000 και αναχώρησε από τη Δημοκρατία στις 23.8.2022. Τα δε στοιχεία της καταχωρήθηκαν στον κατάλογο αναζητουμένων προσώπων (stop list).
Κατά πάγια νομολογία «η εξέταση του εννόμου συμφέροντος αποτελεί προϋπόθεση για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο» και ως τέτοιο θεμελιακό ζήτημα πρέπει να αποφασίζεται, ως η νομολογία επιτάσσει, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και μάλιστα κατά προτεραιότητα και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Δημοκρατία v Βάσω Ανδρέου (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 132/2018, ημερομηνίας 15/2/24) Μιχαήλ και Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 82/2018 σχετική με 83/2018, ημερομηνίας 11/1/2024) Πανεπιστήμιου Κύπρου v Θεοδότης Χατζηβασιλείου (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 24/2018, ημερομηνίας 25/1/24). Μάλιστα ως επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Γυμναστικός Σύλλογος «Τα Ολύμπια» v. Δήμος Λεμεσού (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 95/19, ημερομηνίας 5/6/24) «η ύπαρξη του αποτελεί την πρώτη προϋπόθεση, η οποία πρέπει να συντρέχει και να εξετάζεται η πλήρωση της σε κάθε περίπτωση, αφού, κατά ρητή επιταγή του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ο Αιτητής πρέπει να έχει ίδιον, ενεστώς έννομο συμφέρον.» Το δε έννομο συμφέρον του αιτούντος, ως είναι παγίως νομολογημενο, θα πρέπει να υφίσταται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας (Μαυρουδής κ.α. ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.Α.Δ. 123, Δώρα Ανδρέα Κούππα ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 149, Λαμπρατσιώτη ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 202). Είναι επίσης νομολογιακά σαφές ότι ένα πρόσωπο στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλλει μια πράξη στην οποία συναίνεσε ή την οποία έχει αποδεχθεί ελεύθερα και ανεπιφύλακτα(Μιχαήλ ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., ΕΔΔ 82/2018 και 83/2018, ημερ. 11.1.2024), Ζαντή και Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 129/2018, ημερ. 14/2/24) Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (2017) 3 ΑΑΔ 797). Περαιτέρω, εάν ο προσφεύγων δεν θα έχει καμία ωφέλεια από την ακύρωση της πράξης τότε η αίτηση ακυρώσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αλυσιτέλειας (Δημοκρατία v Είκοσι (Ε.Δ.Δ αρ.218/19, ημερ. 15.11.24). Ως επαναλήφθηκε προσφάτως από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην υπόθεση Οργανισμός Συγκοινωνιών Πάφου (Ο.ΣΥ.ΠΑ.) Λτδ, v Δημοκρατίας Ε.Δ.Δ 96/20 ημερ. 24.1.2025 «η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος σε κάθε στάδιο της διαδικασίας συνάδει ακριβώς με την πάγια αρχή πως τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω, ούτε είναι νοητό να ασχολούνται ακαδημαϊκά ή θεωρητικά με νομικά ζητήματα. Όπως ελέχθη, η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. (Βλ. Kritiotis v. The Municipality of Paphos a.a. (1986)3 C.L.R. 322). Ακριβώς τα Δικαστήρια οφείλουν να επιλύουν διαφορές (εν προκειμένω διοικητική διαφορά) και να ασχολούνται με νομικά ζητήματα εφόσον αυτά είναι απαραίτητα για να επιλυθεί η διαφορά. (Βλ. Παντελής ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 360 και Ertalu a.a. v. Υπουργείο Οικονομικών (2011)3 Α.Α.Δ. 831 όπου ελέχθη «τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές»).»
Είναι δε σαφές ότι προέχει η εξέταση του κατά πόσο έχει εκλείψει το έννομο συμφέρον της αιτήτριας προς προώθηση της παρούσας Προσφυγής ένεκα της οικειοθελούς αναχώρησης της από τη Δημοκρατία με την είσπραξη σχετικού χρηματικού ποσού προς επαναπατρισμό της. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται ότι αν και μέχρι το στάδιο των διευκρινήσεων η αιτήτρια εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, μεταγενέστερα και μέχρι και το χρόνο έκδοσης της απόφασης, παρά το ότι δεν παρέχετο πλέον δυνατότητα εκπροσώπησης της από το συγκεκριμένο δικηγόρο, δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληροφόρηση προς το Δικαστήριο ως προς τη μετέπειτα νομική εκπροσώπηση της και ούτε και καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Ως εκ τούτου, εκ των πραγμάτων, δεν καθίστατο εφικτό το επανάνοιγμα της υπόθεσης, προκειμένου να τοποθετηθεί η πλευρά της αιτήτριας, δεδομένης και της αποχώρησης της αιτήτριας από τη Δημοκρατία από το 2022.
Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Πράγματι και στη βάση των αναντίλεκτων γεγονότων της υπόθεσης, διαπιστώνεται έλλειψη της απαιτούμενης νομιμοποίησης της αιτήτριας προς προώθηση της Προσφυγής της. Βάσει της πάγιας νομολογίας το έννομο συμφέρον εκλείπει μετά τη δημιουργία του για λόγους υποκειμενικούς που αφορούν σε κατάσταση ή ενέργεια, ακόμη και επιγενόμενη της επίδικης απόφασης, που συναρτάται προς το πρόσωπο του ίδιου του αιτούντα ή για λόγους αντικειμενικούς (βλ. Δημήτριος Θ. Πυργάκης στο σύγγραμμα «Το Έννομο Συμφέρον στη Δίκη Ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας» σελ.279).
Εν προκειμένω η αιτήτρια και ενόσω εκκρεμούσε η υπό κρίση Προσφυγή, επέλεξε με δικό της γραπτό αίτημα ελεύθερα, ανεπιφύλακτα και οικειοθελώς να επαναπατριστεί και να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία εισπράττοντας, μάλιστα, το χρηματικό ποσό των €1000. Είναι δε σαφές, ότι το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός, αποστερεί από την αιτήτρια το απαιτούμενο έννομο συμφέρον να ασκεί και να προωθεί την παρούσα Προσφυγή δια της οποίας επιζητείται η ακύρωση της απόφασης, που χρονικά προηγήθηκε, για απόρριψη της ιεραρχικής της προσφυγής αναφορικά με την ανάκληση του εκδοθέντος δελτίου διαμονής της στη Δημοκρατία (S.S. v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 966/2021(Κ), ημερομηνίας 10/2/2023) G.S v. Δημοκρατίας Υπόθεση Αρ. 1229/2022, ημερομηνίας 15/5/23). Η δε εκ των υστέρων μεταβολή της στάσης της αιτήτριας και η από μέρους της αποδοχή οικειοθελούς αναχώρησης από τη Δημοκρατία και εθελούσιου επαναπατρισμού της η οποία διενεργήθηκε χωρίς την επιφύλαξη οποιουδήποτε δικαιώματος της αποβαίνει καθοριστική, ώστε η αμφισβήτηση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης με την υπό κρίση Προσφυγή απόφασης να αντίκειται και στο δόγμα της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας. Εν πάση περιπτώσει ούτε και όμως μπορεί να τίθεται, αλλά ούτε και επικαλέστηκε πότε η πλευρά της αιτήτριας, ζήτημα κατάλοιπου ζημίας, ώστε να δικαιολογείται η συνέχιση της δίκης.
Πανομοιότυπο επακριβώς ζήτημα εξετάστηκε και από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου Φ. Κωμοδρόμο στην υπόθεση Α.Κ και Δημοκρατίας (Υπόθεση αρ.1423/21, ημερομηνίας 11/3/24), τα κριθέντα της οποίας τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής και στην υπό κρίση υπόθεση:
«Υπό το φως των πιο πάνω, η ύπαρξη του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος του αιτητή εξετάζεται αμέσως κατωτέρω.
Ως έχει ήδη λεχθεί, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο αιτητής από 17.3.2023, αναχώρησε από τη Δημοκρατία και επαναπατρίστηκε αφού μάλιστα εισέπραξε προς τούτο το χρηματικό ποσό των €1000. Αυτό προκύπτει αβίαστα και από τον διοικητικό φάκελο (βλ. σελιδώσεις 85 και 84).
Συνεπώς, προκύπτει πράγματι ζήτημα έλλειψης της απαιτούμενης νομιμοποίησης του αιτητή, εφόσον, δεδομένης της υπό του αιτητή οικειοθελούς αναχώρησης και επιστροφής στη χώρα του, η υπ’ αυτού συνέχιση προώθησης της παρούσας προσφυγής κατά της απόρριψης του αιτήματος για έκδοση δελτίου διαμονής στη Δημοκρατία, στερείται ερείσματος και τίθεται ευθέως ζήτημα εννόμου συμφέροντος: αφενός, ο αιτητής αναχώρησε από τη Δημοκρατία και επέστρεψε στη χώρα του, έχοντας εισπράξει προς τούτο το ποσό των €1000 και, αφετέρου, η προσφυγή του, που συνεχίζει να εκκρεμεί, στρέφεται κατά της υπό των καθ’ ων η αίτηση ληφθείσας απόφασης απόρριψης του αιτήματός του για έκδοση δελτίου διαμονής στη Δημοκρατία. Είναι σαφές ότι αυτή η συμπεριφορά του αιτητή, συνιστά παραβίαση της αρχής του ανεπίτρεπτου της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, μιας συμπεριφοράς, την οποία η ημεδαπή νομολογία, πάγια και διαχρονικά, θεωρεί ανεπίτρεπτη και η οποία επάγεται την έλλειψη του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος ενός αιτητή προς προώθηση της προσφυγής του δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (Άννα Ηλία ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ αρ. 43/2017, ημερ. 10.10.2023, Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 169/14, ημερ. 1.11.2021), ECLI:CY:AD:2021:C493. Εκτενής ανάλυση του υπό αναφορά θέματος έγινε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Περσεφόνη Κρασίδου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 174/2011, ημερ. 2.6.2017 (βλ. και Δημοκρατία v. China Wanbao Engineering Corporation (2000) 3 A.A.Δ. 406, Καπακιώτης και Παπαέλληνας Λτδ v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 91/2011, ημερ. 21.12.2016, καθώς και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στην P.R. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 871/2021, ημερ. 2.2.2024 και V.M. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 315/2020, ημερ. 15.2.2023).
Ως εκ των πιο πάνω, και κατ’ εφαρμογή του δόγματος του απαράδεκτου της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, όπως πράττει εν προκειμένω ο αιτητής, κρίνω ότι αυτός στερείται του απαιτούμενου εννόμου συμφέροντος προς προώθηση της υπό κρίση προσφυγής, η οποία, συνακόλουθα, υπόκειται σε απόρριψη.[..]Εν προκειμένω, ο αιτητής στερείται εννόμου συμφέροντος να συνεχίζει να προωθεί οποιονδήποτε από τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης, εφόσον, δια της ανεπιφύλακτης και ελεύθερης απόφασης αναχώρησης του από τη Δημοκρατία και επιστροφής στη χώρα του, αυτός απέκοψε τον ειδικό δεσμό, conditio sine qua non, της ίδιας της έννοιας του εννόμου συμφέροντος, μεταξύ αυτού και μιας νόμιμης κατάστασης, δυνάμει του οποίου θα μπορούσε να αναμένει να αντλήσει ωφέλεια (βλ. The Onisi, ανωτέρω και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην CYBARCO LTD-S.K. EUROMARKET LTD-MEKEL LTD AQWISE JV ν. Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, Υποθ. Αρ. 272/2015, ημερ. 31.1.2019, όπου εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα και ακολουθήθηκε η ίδια προσέγγιση). Στο σύγγραμμα του Επαμεινώνδα Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», 5η έκδοση, σελ. 433 παρ. 458 και 459 αναφέρονται τα εξής για το θέμα:
«458. Το έννομο συμφέρον που υπάρχει κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ή την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως εκλείπει, παύει να υπάρχει, από αντικειμενικούς λόγους, εάν διακόπηκε ο νομικός δεσμός που συνδέει τον αιτούντα με την προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ 2473/1970), όπως όταν ο αιτών έχασε, μετά την έκδοση της πράξης, την ιδιότητα με την οποία είχε υποστεί τη βλάβη (ΣΕ 1757/2005), καθώς και με αποδοχή της πράξης από τον αιτούντα (Δ/μα 18/1989, άρθρο 29). Η αποδοχή μπορεί να είναι ρητή, δηλαδή, να προκύπτει από σχετική δήλωση του αιτούντος, ή σιωπηρή, δηλαδή, να συνάγεται από συμπεριφορά του, η οποία δεν αφήνει αμφιβολία για την έννοια της».
Η ανωτέρω διαπίστωση περί εξάλειψης του εννόμου συμφέροντος της αιτήτριας, απολήγει καταλυτική και επισφραγίζει την τύχη της Προσφυγής.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επιδικάζονται €1300 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Κελεπέσιη, Δ.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο