ELENA ERMONINA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 1186/2023, 5/2/2026
print
Τίτλος:
ELENA ERMONINA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Υπόθεση Αρ. 1186/2023, 5/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                                                       

(Υπόθεση Αρ. 1186/2023)

 

5 Φεβρουαρίου 2026

[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]

 

          ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ELENA ERMONINA

                                                                             Αιτήτρια

                                                    ΚΑΙ

            ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ

ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

 

Καθ’ ων  η Αίτηση

 

 

Α. Αρναούτης, για Χρίστος Π. Αδάμου, για Αιτήτρια

Τ. Ιακωβίδου (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, η αιτήτρια, υπήκοος Ρωσίας, βάλλει κατά της απόφασης των καθ’ ων η αίτηση, που περιέχεται σε σχετική προς αυτήν επιστολή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης («το Τμήμα»), ημερομηνίας 1.6.2023, και σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για άδεια παραμονής και εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, καθότι, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, «[.] δεν διατηρεί δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας».

 

Το ιστορικό της αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία, ανάγεται στο έτος 2002, όταν αυτή, στις 4.1.2002, αφίχθηκε στη χώρα με άδεια εισόδου για να εργαστεί ως τραπεζοκόμος, με τη σχετική άδεια να έχει ισχύ μέχρι την 1.6.2003.

                      

Στις 6.5.2023, η αιτήτρια τέλεσε γάμο με Κύπριο πολίτη, ωστόσο λίγους μήνες αργότερα, στις 29.12.2003, καταχώρησε αίτηση διαζυγίου και στις 3.11.2003 εκδόθηκε το σχετικό διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού.

 

Ακολούθως, με επιστολή του, ημερομηνίας 17.6.2005, το Τμήμα ενημέρωσε την αιτήτρια ότι η αίτησή της, ημερομηνίας 25.10.2004, για έκδοση προσωρινής άδειας διαμονής, δεν είχε εγκριθεί, καθότι αυτή δεν συμβίωνε με τον Ελληνοκύπριο σύζυγό της. Κλήθηκε δε η αιτήτρια όπως αναχωρήσει από τη Δημοκρατία.

 

Αργότερα, στις 26.10.2007, το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής στην αιτήτρια ως επισκέπτρια, η οποία στη συνέχεια ανανεωνόταν κατά διαστήματα.

Στις 27.8.2012, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση, ενώ στις 28.9.2012, αυτή τέλεσε νέο γάμο με Κύπριο πολίτη και στις 14.2.2013 το Τμήμα εξέδωσε άδεια παραμονής στην αιτήτρια.

 

Ακολούθησε η έκδοση δεύτερου διαζυγίου της αιτήτριας από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, το οποίο, με απόφασή του ημερομηνίας 25.1.2016, κήρυξε λελυμένο τον γάμο της αιτήτριας με τον προαναφερθέντα Κύπριο πολίτη.

 

Στις 9.7.2018, τα στοιχεία της αιτήτριας καταχωρήθηκαν από την Αστυνομία σε σχετικό κατάλογο (stoplist), με την ένδειξη ότι απαγορεύεται η έξοδός της από την Κύπρο, κατόπιν οδηγιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης.

 

Τελικά, η προαναφερθείσα αίτηση της αιτήτριας για απόκτηση της Κυπριακής υπηκοότητας με πολιτογράφηση απορρίφθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 18.5.2020. Σχετική επιστολή του Τμήματος, ημερομηνίας 26.6.2020, εστάλη στην αιτήτρια. Ως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, η αίτηση της αιτήτριας απορρίφθηκε καθότι κρίθηκε ότι αυτή δεν πληρούσε την προϋπόθεση 1(γ) του Τρίτου Πίνακα του άρθρου 111 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου (Ν.141(Ι)/2002), ως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι δεν είχε διαπιστωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ήταν άτομο καλού χαρακτήρα, επειδή στο παρελθόν είχε απασχολήσει την Αστυνομία για διάφορα ποινικά αδικήματα.

 

Εν συνεχεία, το Τμήμα απέστειλε νέα επιστολή προς την αιτήτρια, ημερομηνίας 6.6.2022, με την οποία ενημέρωνε αυτήν ότι η αίτησή της για άδεια προσωρινής διαμονής επισκέπτη μέλους οικογένειας Κύπριου πολίτη απορρίφθηκε, καθότι δεν διατηρούσε δικαίωμα διαμονής από Κύπριο πολίτη.  

 

Στις 22.9.2022, τα στοιχεία της αιτήτριας καταχωρίστηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων και εν συνεχεία, με επιστολή του προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ημερομηνίας 20.3.2023, ο δικηγόρος της αιτήτριας ζητούσε όπως της παραχωρηθεί άδεια παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία.

 

Το πιο πάνω αίτημα απορρίφθηκε και σχετική επιστολή ημερομηνίας 1.6.2023, όπου περιέχεται η επίδικη απόφαση, εστάλη στην πλευρά της αιτήτριας. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, η αιτήτρια δεν διατηρούσε δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας, ενώ, σε περίπτωση που αυτή επιθυμούσε να εργαστεί στη Δημοκρατία, θα πρέπει να αποταθεί με σφραγισμένο συμβόλαιο σε δικαιούχο εργοδότη από το Τμήμα Εργασίας.

 

Στις 25.7.2023, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.

Όπως προκύπτει από τη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της, στον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της αιτήτριας βρίσκεται ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς και/ή μη δέουσας έρευνας, αλλά και μη επαρκούς αιτιολόγησής της.

 

Από την πλευρά της, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και σύννομα, μετά από διενέργεια της δέουσας έρευνας, κατ' ορθή ενάσκηση της διακριτικής τους εξουσίας και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Όλα τα γεγονότα αξιολογήθηκαν δεόντως και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρξε πλήρης και/ή επαρκής και, εν πάση περιπτώσει, συμπληρώνεται από τον οικείο διοικητικό φάκελο. Διαπιστώνω, ωστόσο, ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί τίθενται γενικόλογα και αόριστα, με εκτενείς παραπομπές, ενίοτε αχρείαστες, στην ημεδαπή νομολογία, χωρίς όμως καμία, έστω στοιχειώδη, υπαγωγή των γεγονότων της υπό κρίση περίπτωσης στις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Ας σημειωθεί, περαιτέρω, ότι προδικαστική ένσταση που ήγειρε δια του δικογράφου της ενστάσεως η κα Ιακωβίδου, περί εκπροθέσμου της υπό κρίση προσφυγής, ορθώς δεν προωθήθηκε στη συνέχεια, εφόσον, πράγματι, από πουθενά δεν προκύπτει τέτοιο ζήτημα, αλλά η προσφυγή, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων, καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, και έχοντας εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση, υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε υπέρ είτε κατά της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνω τα εξής:

 

Όπως έχει προαναφερθεί, στην επίδικη επιστολή του Τμήματος ημερομηνίας 1.6.2023, αναφέρεται ότι το αίτημα της αιτήτριας προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ημερομηνίας 20.3.2023, για παραχώρηση άδειας παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία, απορρίφθηκε καθότι αυτή «δεν διατηρεί δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας». Σε περίπτωση δε που η αιτήτρια επιθυμεί να εργάζεται στη Δημοκρατία, «θα πρέπει να αποταθεί με σφραγισμένο συμβόλαιο σε δικαιούχο εργοδότη από το Τμήμα Εργασίας». Πέραν, όμως, των πιο πάνω, ουδέν. Πουθενά δεν αναφέρεται, έστω στοιχειωδώς, ο λόγος για τον οποίο οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν σε αυτή την διαπίστωση, ήτοι γιατί έκριναν ότι η αιτήτρια δεν διατηρεί δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Αλλά ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο λόγος για τούτη τη διαπίστωση, είναι ότι η αιτήτρια δεν διαθέτει «σφραγισμένο συμβόλαιο σε δικαιούχο εργοδότη από το Τμήμα Εργασίας», καμία αναφορά σε νομοθεσία και/ή σε νομοθετικές διατάξεις δεν γίνεται στην επίδικη απόφαση, με αποτέλεσμα να ελλείπει παντελώς η νομική βάση της προσβαλλόμενης πράξης. Απουσιάζει, δηλαδή, οποιαδήποτε επαρκής αναφορά στους πραγματικούς λόγους και η οποιαδήποτε αναφορά στους νομικούς λόγους λήψης της επίδικης κρίσης, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αντιληπτό το σκεπτικό και/ή ο συλλογισμός της Διοίκησης και/ή ο λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε η απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας.  

 

Αντίθετα, αυτό που καθίσταται εύκολα αντιληπτό, είναι ότι πρόκειται για μια αναιτιολόγητη απόφαση, της οποίας είναι ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος, ως η νομολογία πάγια και διαχρονικά επιτάσσει (L.A.S. BOATING LTD, ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023, Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270).

 

Έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί η ανάγκη για σαφή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ούτως ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης (βλ. και άρθρο 28(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999). Θα πρέπει, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει εν προκειμένω, να παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης (Φράγκου, ανωτέρω). Αντίθετα, αιτιολογία που διατυπώνεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ούτως ώστε να μην προκύπτει πως και στη βάση ποιων πραγματικών γεγονότων και νομοθετικών διατάξεων διαμορφώθηκε η κρίση της Διοίκησης, είναι αόριστη και ελλιπής, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα στοιχεία επιδεκτικά δικαστικής εκτίμησης και άσκησης δικαστικού ελέγχου (Χρίστος Πετρώνδας ν. Δημοκρατίας (1969) 3 Α.Α.Δ. 214, Παπαγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1984) 3 Α.Α.Δ. 1348).

 

Ούτε και υφίσταται δυνατότητα, σύμφωνα και με το άρθρο 29 του Νόμου 158(Ι)/1999, συμπλήρωσης της αιτιολογίας είτε από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, είτε από το δικόγραφο της ένστασης και τα εκεί περιεχόμενα παραρτήματα, ως η συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση αόριστα και χωρίς τεκμηρίωση υποστηρίζει. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι κατά πάγια νομολογία, η συμπλήρωση της αιτιολογίας από το διοικητικό φάκελο, επιτρέπεται μόνον όταν τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο (Χρίστος Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 342). Εν προκειμένω, καμία αναφορά και/ή παραπομπή δεν έγινε από τους καθ’ ων η αίτηση σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο ή/και έγγραφο του διοικητικού φακέλου, κατά τρόπο που να στοιχειοθετείται η νομική και πραγματική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Ούτε, βεβαίως, και συνιστά έργο του Δικαστηρίου να υπεισέρχεται σε εικασίες η και να διενεργεί πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου για να εντοπίσει το σκεπτικό της Διοίκησης και/ή τη νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκειμένου να κρίνει αν η επίδικη κρίση είναι επαρκώς αιτιολογημένη (Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία (1997) 3 Α.Α.Δ. 145, Κ.A. Preston v. Υπουργείου Εσωτερικών, Ε.Δ.Δ. αρ.189/19, ημερ. 10.12.2020). Κάτι τέτοιο, υπό το φως και της προεκτεθείσας νομολογίας, θα εξέφευγε των ορίων της ίδιας της φύσης του αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου τούτου. Εν προκειμένω, επαναλαμβάνω, απαιτείτο παράθεση του σκεπτικού της Διοίκησης και δη των πραγματικών λόγων και των νομοθετικών διατάξεων, που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης (Φράγκου, ανωτέρω).

 

Γενικότερα, η ανάγκη για σαφή και επαρκή αιτιολόγηση της διοικητικής πράξης, ώστε να μην αφήνονται αμφιβολίες ως προς το ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το διοικητικό όργανο στη λήψη της απόφασης, είναι απαραίτητη. Θα πρέπει να παρατίθενται οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που αποτέλεσαν το έρεισμα της διοικητικής απόφασης και να τίθενται με την απαιτούμενη σαφήνεια τα κριτήρια βάσει των οποίων η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια, ούτως ώστε και καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και να αποκαλύπτεται η επάρκεια της διενεργηθείσας έρευνας. Αυτό δεν έγινε στην υπό κρίση περίπτωση. Την ίδια προσέγγιση ακολούθησε το Δικαστήριο τούτο πρόσφατα, στην J. W. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 935/2022 (i-Justice), ημερ. 14.1.2025, και ακόμα πιο πρόσφατα στην   M.M.R. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2142/2022 (i-Justice), ημερ. 24.6.2025, σε υποθέσεις με παρόμοια γεγονότα με αυτά της παρούσας περίπτωσης. Έφεση κατ’ αυτών των αποφάσεων δεν ασκήθηκε.

 

Καταλήγω λοιπόν ότι υφίσταται εν προκειμένω κενό αιτιολόγησης της επίδικης απόφασης, αλλά και, σε άμεση συνάρτηση και στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, κενό έρευνας.

 

Αυτές οι διαπιστώσεις αναπόφευκτα οδηγούν στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.

 

Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €1900 έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.   

 

 

 

Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο