ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1226/2025)
24 Φεβρουαρίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO ΑΡΘΡO 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
V. P. Αιτητής
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21.12.2025 ΓΙΑ ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Ρ. Βραχίμης, για Ροβέρτος Βραχίμης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Αιτητή
Α. Ελευθερίου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ου η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Ο αιτητής καταχώρησε στις 3.11.2025, την προσφυγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, δια της οποίας ζητεί-
«Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση και/η εντεταλμένου από αυτούς Οργάνου ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2025 (Επισυνημμένο 1), σύμφωνα και/ή δια της οποίας οι Καθ’ ων η αίτηση απεφάσισαν ότι η συμπεριφορά του Αιτούντος αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και επαρκώς σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας και περιόρισαν το δικαίωμα του Αιτούντα για ελεύθερη διακίνηση και διαμονή και ότι αποφασίστηκε η απέλαση του από την Δημοκρατία ως νομικό αποτέλεσμα της ποινής φυλάκισης του, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή ελήφθη καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή με πλάνη περί των πραγμάτων και/ή συνεπεία ελλιπούς έρευνας και/ή αιτιολογίας και/ή στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή συνέπειας.
B. Δήλωση και/ή Απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση και/η εντεταλμένου από αυτούς Οργάνου ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2025 (Επισυνημμένο 2), σύμφωνα και/ή δια της οποίας οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν στην έκδοση διαταγμάτων κράτησης και/ή απέλασης του Αιτούντος και/ή σύμφωνα και/ή δια των οποίων οι Καθ’ ου η αίτηση διάταξαν τον Αρχηγό Αστυνομίας να κρατήσει και να απελάσει τον Αιτούντα, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή ελήφθη καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή με πλάνη περί των πραγμάτων και/ή συνεπεία ελλιπούς έρευνας και/ή αιτιολογίας και/ή στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή συνέπειας.».
Οι καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση επί της αιτήσεως ακυρώσεως, ενώ ακολούθησε η καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου αιτητή. Εκκρεμούσης της διαδικασίας, ο συνήγορος του αιτητή καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, δια της οποίας εξαιτείται-
«Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας με την μορφή ενόρκου δήλωσης του Αιτούντος, ως η προτεινόμενη ένορκος Δήλωση του η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, προς υποστήριξη των λόγων ακύρωσης που επικαλείται ο Αιτών, δηλαδή πλάνης περί τα πράγματα και/ή ελλείψεως δέουσας έρευνας σε σχέση με (α) την επικινδυνότητα του Αιτούντος στην δημόσια ασφάλεια (β) την ημερομηνία καθόδου του στην Κύπρο (γ) τους δεσμούς του με την Κύπρο και (δ) τα δικαιώματα των ανηλίκων τέκνων του και (ε) την ζημιά που θα υποστεί ο Αιτών και η οικογένειά του.
Β. Περαιτέρω και/ή άλλη Διαταγή και/ή Θεραπεία».
Το δε «τεκμήριο 1», που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι η σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία, η οποία συνίσταται σε ένορκη δήλωση του ιδίου του αιτητή («η προτεινόμενη ένορκη δήλωση»): στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επισυνάπτονται ως τεκμήρια προς προσαγωγή, διάφορα έγγραφα, στα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω.
Η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Π. Ι., γραμματέα και συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή στην παρούσα διαδικασία, η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα νομικά θέματα στα οποία αναφέρεται, από συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους του αιτητή, ενώ τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται, τα γνωρίζει προσωπικά. Αναφέρει επίσης η ομνύουσα ότι έχει στην κατοχή της τον φάκελο του γραφείου αναφορικά με την υπό εξέταση υπόθεση, στον οποίο υπάρχει η προτεινόμενη ένορκη δήλωση και έγγραφη μαρτυρία, την οποία επιθυμεί να προσαγάγει ο αιτητής και την οποία επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή της ως «Τεκμήριο 1». Στη συνέχεια, η ομνύουσα αναφέρεται στην οικογενειακή κατάσταση και το ιστορικό του αιτητή στην Κυπριακή Δημοκρατία και παραθέτει αυτούσιο το περιεχόμενο της προτεινόμενης ένορκης δήλωσής του. Όπως προκύπτει απο την ένορκη δήλωση της κας Ι., αλλά και από την προτεινόμενη ένορκη δήλωση, ο αιτητής ζητεί όπως προσαγάγει ως μαρτυρία μαζί με αυτήν, τα ακόλουθα:
1. Τεκμήριο Α, πιστοποιητικό γάμου του αιτητή, ημερ. 1.6.2016·
2. Τεκμήριο Β, πιστοποιητικό γέννησης του υιού του αιτητή·
3. Τεκμήριο Γ, πιστοποιητικό του κοινοτάρχη Αστρομερίτη, όπου διέμενε ο αιτητής μέχρι την φυλάκισή του το έτος 2023·
4. Τεκμήριο Δ, πιστοποιητικό εγγραφής της συζύγου του αιτητή·
5. Τεκμήρια Ε1 και Ε2, δύο πιστοποιητικά φοίτησης του υιού του αιτητή·
6. Τεκμήριο ΣΤ, πιστοποιητικό γέννησης της κόρης του αιτητή·
7. Τεκμήριο Ζ, πιστοποιητικό φοίτησης της κόρης του αιτητή·
8. Τεκμήριο Η, πιστοποιητικό εκκλησιαστικού γάμου του αιτητή·
9. Τεκμήριο Θ, κατάσταση αποδοχών του αιτητή·
10. Τεκμήριο Ι, απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας αναφορικά με την ποινή του αιτητή στην ποινική υπόθεση [.]·
11. Τεκμήριο ΙΑ, αντίγραφο της βεβαίωσης εγγραφής της αδελφής του αιτητή και αντίγραφο της βεβαίωσης εγγραφής του γαμπρού του αιτητή, οι οποίοι διαμένουν στην Κύπρο·
12. Τεκμήριο ΙΒ, επιστολή του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον αιτητή προς τις Κεντρικές Φυλακές, ημερομηνίας 26.11.2025, για λήψη βεβαίωσης αναφορικά με την περίοδο έκτισης ποινής του αιτητή και την διαγωγή του.
Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, η σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία θα καταδείξει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και τη συνακόλουθη πλάνη και παντελή έλλειψη έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την απόφασή τους να περιορίσουν το δικαίωμα του αιτητή για ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στη Δημοκρατία για λόγους δημόσιας τάξης και/ή δημόσιας ασφάλειας, αλλά και ως προς την απόφασή τους να τον κρατήσουν και να τον απελάσουν. Αυτή δε η μαρτυρία είναι καταλυτικής σημασίας και είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να επιτραπεί η παρουσίαση της, ούτως ώστε να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες και ορθό υπόβαθρο των γεγονότων, για να μπορέσει αυτό να διαμορφώσει ορθή κρίση. Αντίθετα, εάν απορριφθεί η αίτηση, θα παραβλαφτούν τα δικαιώματα του αιτητή, αφού κάτι τέτοιο θα ισοδυναμεί με αποστέρηση του δικαιώματός του να ακουστεί και θα επιφέρει ανισότητα των όπλων, γεγονός που θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον δεν θα είναι ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό και αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν την υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να απονεμηθεί πλήρης και ορθή δικαιοσύνη στην παρούσα υπόθεση.
Τα ίδια εν πολλοίς εκτίθενται και στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή, ενίοτε με παραπομπή σε σχετική νομολογία, υποστηρικτική των θέσεών του.
Από την πλευρά τους, οι καθ’ ων η αίτηση αντιτείνουν ότι η επιδιωκόμενη προς προσαγωγή μαρτυρία δεν είναι σχετική ή αποδεικτική οποιουδήποτε γεγονότος, κατά τρόπο που να τεκμηριώνει επαρκώς τους δικογραφημένους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης και, επομένως, δεν βοηθά στη διαδικασία για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Αντίθετα, κατά τον κ. Ελευθερίου, η σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία συνίσταται σε έγγραφα που αφορούν πτυχές της οικογενειακής ζωής του αιτητή και/ή σε θέματα που συνδέονται με το διάταγμα απέλασης του αιτητή, το οποίο, ωστόσο, έχει ανασταλεί και παύει να έχει αντικείμενο. Όλο δε το σχετικό υλικό βρίσκεται στην ήδη καταχωρημένη ένσταση επί της κυρίως αιτήσεως και στον συμπληρωμένο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, ενώ για όσα έγγραφα ανακύπτει ότι βρίσκονται ήδη εντός του διοικητικού φακέλου, δεν υπάρχει λόγος προς τούτα να γίνεται η υπό εξέταση αίτηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους καθ’ ων η αίτηση, τα όσα ο αιτητής διατείνεται ότι μπορούν να προσαχθούν ως μαρτυρία, και ειδικότερα τα θέματα της οικογενειακής του ζωής, δεν αποτελούν μέρος του διοικητικού φακέλου και/ή ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, ο δε διοικητικός φάκελος είναι ήδη συμπληρωμένος.
Κατά την εισήγηση του δικηγόρου των καθ’ ων η αίτηση, αυτό που ουσιαστικά επιδιώκει η ενδιάμεση αίτηση του αιτητή, είναι η ανεπίτρεπτη διαφοροποίηση και/ή μεταβολή και/ή προσθήκη νέων στοιχείων στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που λήφθηκαν υπόψη, προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης, το οποίο συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψη της επίδικης απόφασης. Εν προκειμένω, πηγή πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αποτελεί ο φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο και δεν επιτρέπεται η θεμελίωση πραγματικού υπόβαθρου που βρίσκεται έξω από τον αναθεωρητικό έλεγχο και δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, το οποίο ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης με τα στοιχεία τα οποία είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο και ουδέποτε υπεισέρχεται σε διαπιστώσεις πρωτογενών γεγονότων ή στην αξιολόγηση πραγματικών στοιχείων, ούτε προβαίνει σε κρίση επί αντικρουόμενων θέσεων.
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Α.Σ., Διοικητικής Λειτουργού Α’ στο Τμήμα Μετανάστευσης, η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από μελέτη του σχετικού διοικητικού φακέλου, καθώς και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική της γνώση, ενώ για όσα γεγονότα άπτονται νομικών θεμάτων, αναφέρει ότι έλαβε νομική συμβουλή από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Κατά την ομνύουσα, με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται ανεπίτρεπτη προσαγωγή μαρτυρίας και/ή η ανεπίτρεπτη διαφοροποίηση και/ή μεταβολή και/ή προσθήκη νέων στοιχείων στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Προβάλλονται, συναφώς, ισχυρισμοί παρόμοιοι με αυτούς που έχουν προεκτεθεί και περιέχονται στην καταχωρηθείσα ένσταση επί της αιτήσεως.
Οι πιο πάνω θέσεις αναπτύσσονται, με αναφορά σε σχετική νομολογία, και στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση.
Έχω εξετάσει την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία, είτε υπέρ είτε κατά της βασιμότητας της υπό εξέταση αίτησης, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη τις επίδικες πράξεις, τους σχετικούς προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης που προωθούνται στην προσφυγή, αλλά και τα γεγονότα της περίπτωσης.
Υπενθυμίζω, εν πρώτοις, ότι η νομολογία αντιμετωπίζει τις αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας με εξαιρετική φειδώ, επιβεβαιώνουσα το γνωστό κανόνα ότι το ακυρωτικό Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και ουδέποτε υπεισέρχεται σε διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων ή στην αξιολόγηση των δεδομένων από πλευράς πραγματικών στοιχείων, ούτε βέβαια προβαίνει σε κρίση επί αντικρουόμενων θέσεων (Κωνσταντίνος Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 529/2009, ημερ. 25.2.2011, Φώτης Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 52/2009, ημερ. 30.12.2010).
Πρωταρχικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας, δεδομένου του εξεταστικού χαρακτήρα της ακυρωτικής διαδικασίας, είναι η σχετικότητα της μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία είναι εύλογα σχετική και αποδεικτική οποιουδήποτε επίδικου θέματος (Petrolina Ltd κ.α. v. Αρχής Λιμένων Κύπρου, Υποθ. Αριθ. 223/2000, ημερ. 4.4.2002, Ζαρβός ν. Δημοκρατίας (1989) 3(Β) Α.Α.Δ. 106, Kyriakides v. Republic, 1 RSCC 66). Προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων μπορεί να τεκμηριώσει ισχυρισμό αναφορικά με οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992, Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Επιπρόσθετα, η έγκριση του αιτήματος για προσαγωγή μαρτυρίας θα πρέπει να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (Tasni Enviro Ltd και Telmen Ltd ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 862/2005, ημερ. 26.6.2008).
Ταυτόχρονα, έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί το ανεπιθύμητο της διαφοροποίησης, αλλοίωσης ή μεταβολής των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον της Διοίκησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, και το οποίο πηγάζει από τη φύση της ακυρωτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και από τις αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η προσαγωγή μαρτυρίας που διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη, προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης, το οποίο συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο κατά τη λήψη της απόφασης και, ως εκ τούτου, πηγή πληροφόρησης και υλικό για την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία αποτελεί ο διοικητικός φάκελος και το υλικό που είχε ενώπιον του το διοικητικό όργανο (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549 και Ράφτη κ.α. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 335). Αν δε τα στοιχεία ενώπιον του διοικητικού οργάνου είναι ασαφή, η αποσαφήνισή τους δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, αλλά στο ίδιο το διοικητικό όργανο, που έχει και την ευθύνη για την αξιολόγησή τους (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91 ημερ. 24.9.92 και Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1991) 4 Α.Α.Δ. 317, 325).
Περαιτέρω, έχει κατ’ επανάληψη επισημανθεί ότι «όταν εγείρεται θέμα ελλιπούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα, τα ζητήματα αυτά πρέπει αποκλειστικά να αποφασίζονται με βάση το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων και αποδοχή μαρτυρίας για τα ζητήματα αυτά δυνατό να διαφοροποιήσει, αλλοιώσει ή μεταβάλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη και τέτοια πορεία δεν τυγχάνει της επιδοκιμασίας της νομολογίας» (Δημοκρατία ν. D.J. Karapatakis Sons Ltd Consortium, Α.Ε. 125/14, ημερ. 13.7.2015, Μ. Σχίζα ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 691/2002, ημερ. 16.9.2004).
Όλες οι πιο πάνω νομολογιακές κατευθυντήριες, είχαν διατυπωθεί προηγουμένως στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 507, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:
«Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα (βλ. Phedias Kyriakides v. The Republic (1961) 1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72 και Antoniou v. Republic (1971) 3 C.L.R. 417). To θέμα εξετάστηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, όπου το Δικαστήριο υιοθετώντας την απόφαση Phedias Kyriakides παρατήρησε ότι,
"...ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που θα ακολουθούνται στην εξέταση της αποδοχής οποιασδήποτε μαρτυρίας είναι κατά πόσο τέτοια μαρτυρία είναι εύλογα σχετική προς οιονδήποτε επίδικο θέμα και αποδειχτική οιουδήποτε επίδικου θέματος ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με τη δικαιοδοσία του." (βλ. επίσης Constantinides v. The Electricity Authority of Cyprus (1982) 3 C.L.R. 387, Λέλλα Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, 668/90 της 30/9/93, Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (1994) 3 ΑA.Δ. 145,162 και Μάρω Ράφτη και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Δ.Δ. 335).
Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι "δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία η οποία να διαφοροποιεί, να αλλοιώνει ή να μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς ενίσχυση του κύρους της απόφασης", αφού "το κύρος της απόφασης συναρτάται με το καθεστώς των πραγμάτων που λήφθηκε υπόψη". (Βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδης και Άλλων (1999) 3 ΑΑΔ. 549).
Πρέπει να τονιστεί ότι οι διάδικοι δεν μπορούν να προσαγάγουν μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η παροχή της άδειας του Δικαστηρίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την παρουσίαση μαρτυρίας. Η σχετική άδεια μπορεί να δοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 των Κανονισμών του 1962 κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, είτε προφορικά είτε εγγράφως (βλ. Σταύρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 1023 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ. 281)».
Εν προκειμένω, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου τεθέντων στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της επιδιωκόμενης προς προσαγωγή μαρτυρίας, κρίνω, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών κατευθυντήριων, ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει.
Εν πρώτοις, τα πλείστα τεκμήρια, των οποίων η προσαγωγή ζητείται, ως και η ίδια η προτεινόμενη ένορκη δήλωση, σχετίζονται με και/ή αφορούν ζητήματα, τα οποία, ούτως ή άλλως, αναμένεται να τεθούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από την πλευρά των καθ’ ων η αίτηση. Όπως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 4 του δικογράφου της ένστασης, το Τμήμα Μετανάστευσης, με επιστολή του προς το Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λευκωσίας, ημερομηνίας 10.11.2025, ζήτησε κατεπειγόντως σχετική Έκθεση για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του αιτητή. Η υπό αναφορά επιστολή του Τμήματος περιέχεται ως παράρτημα 4 στο δικόγραφο της ένστασης και, όπως ορθά αναφέρεται σε αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 30(1) του περί του Δικαιώµατος των Πολιτών της Ένωσης και Ορισµένων Υπηκόων του Ηνωµένου Βασιλείου και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και να Διαµένουν Ελεύθερα στη Δηµοκρατία Νόμου (Ν.7(Ι)/2007), προτού η αρμόδια αρχή λάβει απόφαση απέλασης για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, λαμβάνει υπόψη της την περίοδο διαμονής του αιτητή στη Δημοκρατία, την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του, την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, την κοινωνική και πολιτιστική ενσωμάτωσή του στη Δημοκρατία και το εύρος των δεσμών του με την χώρα καταγωγής του. Στην περίπτωση του αιτητή, η εν λόγω Έκθεση έχει εν τέλει ολοκληρωθεί και, εύλογα μπορεί να λεχθεί, ότι είναι πλέον ζήτημα χρόνου να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η Έκθεση της αρμόδιας Υπηρεσίας έχει ολοκληρωθεί, επιβεβαιώθηκε από τον ίδιο τον συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση δι’ επιστολής του προς το Πρωτοκολλητείο του Διοικητικού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 11.2.2026, την οποία ανάρτησε στο σύστημα i-Justice και την οποία κοινοποίησε και στο συνήγορο του αιτητή. Στην εν λόγω επιστολή, ο κ. Ελευθερίου αναφέρει ότι ήδη από 6.2.2026 είχε λάβει πληροφόρηση από Λειτουργό του Τμήματος των καθ’ ων η αίτηση ότι η υπό αναφορά Έκθεση ολοκληρώθηκε. Ενόψει δε του γεγονότος ότι η Λειτουργός που χειρίζεται την υπόθεση απουσίαζε, ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση ζήτησε «ακόμη ένα σύντομο χρονικό διάστημα» για έχει την Έκθεση στην κατοχή του, να την εξετάσει και «αναλόγως της εξέλιξης τυχόν να μην καθίσταται αναγκαία πλέον η έκδοση της απόφασης στην ενδιάμεση αίτηση». Το παρόν Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την πιο πάνω δήλωση του συνηγόρου των καθ’ ων η αίτηση και ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα για παράταση χρόνου, ωστόσο διαπιστώνει ότι έκτοτε δεν υπήρξε οποιαδήποτε εξέλιξη.
Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, ως και του γεγονότος ότι ο αιτητής εξακολουθεί να παραμένει υπό κράτηση, προχωρώ να αποφασίσω επί της αιτήσεως, έχοντας ως δεδομένο ότι η εν λόγω Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας έχει πλέον ετοιμαστεί. Στην εν λόγω Έκθεση, ως εξάλλου ο ίδιος ο Νόμος 7(Ι)/2007 και δη το άρθρο 30(1) αυτού επιτάσσει[1], αναμένεται να περιέχονται όλα όσα έχουν προεκτεθεί και τα οποία προδήλως συνδέονται με την σκοπούμενη προς προσαγωγή μαρτυρία: εντός αυτού του πλαισίου εμπίπτει το πιστοποιητικό γάμου του αιτητή (Τεκμήριο Α), το πιστοποιητικό γέννησης του υιού του αιτητή (Τεκμήριο Β), το πιστοποιητικό του κοινοτάρχη Αστρομερίτη, όπου διέμενε ο αιτητής μέχρι την φυλάκισή του (Τεκμήριο Γ), η βεβαίωση εγγραφής της συζύγου του αιτητή ως πολίτιδα της Ένωσης και Μέλους της Οικογένειας πολίτη της Ένωσης (Τεκμήριο Δ), τα πιστοποιητικά φοίτησης του υιού του αιτητή σε σχολεία της Δημοκρατίας (Τεκμήρια Ε1 και Ε2), το πιστοποιητικό γέννησης της κόρης του αιτητή (Τεκμήριο ΣΤ), το πιστοποιητικό φοίτησης της κόρης του αιτητή σε σχολείο της Δημοκρατίας (Τεκμήριο Ζ), το πιστοποιητικό εκκλησιαστικού γάμου του αιτητή (Τεκμήριο Η), η κατάσταση αποδοχών του αιτητή (Τεκμήριο Θ) και τα αντίγραφα βεβαίωσης εγγραφής της αδελφής και του γαμπρού του αιτητή, οι οποίοι διαμένουν στην Κύπρο (Τεκμήριο ΙΑ).
Ως προς το «Τεκμήριο ΙΒ» στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση, αναφορικά με την υπό του Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών βεβαίωση αναφορικά με την περίοδο έκτισης ποινής του αιτητή και την διαγωγή του, αποτελεί παραδεκτό γεγονός και δεν αμφισβητείται ο χρόνος έκτισης ποινής φυλάκισης του αιτητή στις Κεντρικές Φυλακές συνεπεία της προαναφερθείσας καταδίκης του, ενώ το ζήτημα της διαγωγής του δεν αποτελεί παράγοντα που σχετίζεται με τις επίδικες αποφάσεις και/ή ούτε θα μπορούσε να διαδραματίσει οποιοδήποτε ουσιώδη και/ή καθοριστικό ρόλο στην υποστήριξη των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης περί εμφιλοχώρησης πλάνης και/ή μη διενέργειας δέουσας έρευνας εκ μέρους των καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με την επίδικη απόφασή τους να περιορίσουν το δικαίωμα του αιτητή για ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στη Δημοκρατία για λόγους δημόσιας τάξης και/ή δημόσιας ασφάλειας.
Παρομοίως, για τους ίδιους, ως αμέσως ανωτέρω, λόγους κρίνω ότι ούτε και η προσκόμιση της απόφασης του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, ημερομηνίας 30.6.2023 (Τεκμήριο Ι στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση) είναι σχετική ή/και θα μπορούσε να υποστηρίξει τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης της επίδικης δια της προσφυγής πράξης.
Συνεπώς, δεδομένων των πιο πάνω και υπό το φως των προεκτεθεισών νομολογιακών κατευθυντήριων, καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας, εφόσον για όλους τους λόγους που έχουν προεκτεθεί, τυχόν αποδοχή της σκοπούμενης μαρτυρίας, δεν θα είχε κάτι επιπρόσθετο να προσφέρει και, συνακόλουθα, δεν θα ήταν χρήσιμη και/ή βοηθητική στην υποστήριξη των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης που προωθεί ο αιτητής, ήτοι περί εμφιλοχώρησης πλάνης και μη διενέργειας δέουσας, ως ειδικότερα προβάλλει η πλευρά του αιτητή. Συναφώς, υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι, όταν εγείρονται ζητήματα ελλιπούς έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα, αυτά πρέπει αποκλειστικά να αποφασίζονται με βάση το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων, ενώ αποδοχή μαρτυρίας για τα ζητήματα αυτά δυνατό να διαφοροποιήσει, αλλοιώσει ή να μεταβάλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη (D.J. Karapatakis Sons Ltd Consortium, ανωτέρω, Μ. Σχίζα, ανωτέρω).
Ταυτόχρονα, όμως, στη βάση του αιτητικού Β της υπό κρίση αιτήσεως, δια του οποίου ζητείται από το Δικαστήριο τούτο η έκδοση οποιασδήποτε «περαιτέρω και/ή άλλης Διαταγής και/ή Θεραπείας» και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια και τις συμφυείς μου εξουσίες, διατάσσω όπως η Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κατατεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 2.3.2026 και ώρα 9.15, ημερομηνία που ορίζεται η προσφυγή για περαιτέρω οδηγίες.
Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, χωρίς έξοδα, ωστόσο, ενόψει των ως αμέσως ανωτέρω διαπιστώσεων.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
[1] Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, «Προτού η αρµόδια αρχή λάβει απόφαση απέλασης για λόγους δηµόσιας τάξης ή δηµόσιας ασφάλειας, λαµβάνει υπόψη της την περίοδο διαµονής του ενδιαφερόµενου προσώπου στη Δηµοκρατία, την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του, την οικογενειακή και οικονοµική του κατάσταση, την κοινωνική και πολιτιστική ενσωµάτωσή του στη Δηµοκρατία και το εύρος των δεσµών του µε τη χώρα καταγωγής του».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο