ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(Υπόθεση Αρ. 1292/2022 (i-Justice))
6 Φεβρουαρίου 2026
[ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Πρόεδρος]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ
Αιτήτρια
ΚΑΙ
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθ’ ων η Αίτηση
Μ. Παπακώστα (κα), για Αιτήτρια
Γ. Χατζηπροδρόμου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Καθ’ ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.: Προσβάλλεται ως άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος η απόφαση της καθ’ ης η αίτηση, Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (Ε.Δ.Υ.), η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 3.6.2022 και σύμφωνα με την οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη (Ε.Μ.) 1. Μαρίνα Στόκκου, 2. Ερμής Χατζηνικολάου και 3. Έλενα Βασιλείου προήχθησαν στη μόνιμη θέση Τεχνικού Μηχανικού Χωρομετρίας 1ης Τάξης, Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας («οι επίδικες θέσεις»), από 1.5.2022, αντί και/ή στη θέση της αιτήτριας.
Η διαδικασία πλήρωσης των επίδικων θέσεων ξεκίνησε όταν η Ε.Δ.Υ. έλαβε επιστολή του Γενικού Διευθυντή Εσωτερικών, ημερομηνίας 24.1.2022, με την οποία υποβαλλόταν πρόταση για την πλήρωση των εν λόγω θέσεων.
Ακολούθως, η Ε.Δ.Υ., στη συνεδρία της με ημερομηνία 2.2.2022, αποφάσισε να επιληφθεί του θέματος πλήρωσης των θέσεων σε μεταγενέστερη ημερομηνία και στη συνεδρία να κληθεί να παραστεί και ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας («ο Διευθυντής»).
Πράγματι, στην επόμενη συνεδρία της Ε.Δ.Υ., ημερομηνίας 11.4.2022, παρέστη ο Διευθυντής, ο οποίος σύστησε για προαγωγή τα τρία Ε.Μ. και ακολούθως, αυτός αποχώρησε από τη συνεδρία. Στη συνέχεια, η Ε.Δ.Υ. προχώρησε στη γενική αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων και, στη βάση των ενώπιον της στοιχείων και αφού έλαβε υπόψη της και τη σύσταση του Διευθυντή και τα τρία κριτήρια, ήτοι αξία, προσόντα και αρχαιότητα, έκρινε ότι τα Ε.Μ. υπερείχαν γενικά των άλλων υποψηφίων, τους επέλεξε ως τους πιο κατάλληλους και αποφάσισε να τους προσφέρει προαγωγή στην επίδικη θέση από 1.5.2022.
Η αιτήτρια αντέδρασε και κατά της πιο πάνω απόφασης καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή, στις 29.6.2022.
Η ευπαίδευτη συνήγορος για την αιτήτρια προωθεί λόγους ακύρωσης που στρέφονται τόσο κατά της νομιμότητας και ορθότητας της δοθείσας σύστασης, όσο και κατά της τελικής απόφασης της Ε.Δ.Υ..
Κατά τη σχετική εισήγηση, η σύσταση του Διευθυντή πάσχει ως αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων των υποψηφίων, αλλά και ως αναιτιολόγητη, αντιφατική και πεπλανημένη, εφόσον αγνοήθηκε από τον Διευθυντή η υπεροχή της αιτήτριας σε αξία λόγω της υπεροχής της αρχαιότητα, αλλά και προσόντα, πεπλανημένα δε κρίθηκε ότι είναι τα Ε.Μ. που υπερέχουν σε αξία. Συνακόλουθα, σύμφωνα πάντα με την κα Παπακώστα, αγνοήθηκε και η υπεροχή της αιτήτριας σε, εκ της αρχαιότητας απορρέουσα, πείρα και, άρα, σε αξία. Περαιτέρω, καμία αναφορά δεν έγινε και ούτε λήφθηκε υπόψη από τον Διευθυντή η υπό της αιτήτριας κατοχή πρόσθετων προσόντων και δη του ακαδημαϊκού προσόντος BSc in Civil Engineering (City University of New York, U.S.A.), αλλά και του επαγγελματικού της προσόντος και δη το γεγονός ότι αυτή είναι εγγεγραμμένη πολιτικός μηχανικός στην Κύπρο από το 1989. Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια, πάσχει η σύσταση του Διευθυντή και ως προς διαφορά της αιτήτριας και των Ε.Μ. στις ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης. Κατά τη σχετική εισήγηση, ο Διευθυντής αναφέρθηκε στις εκθέσεις αξιολόγησης για τα τελευταία και/ή περιορίστηκε επιλεκτικά μόνο στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, χωρίς να εντοπίσει την υπεροχή της αιτήτριας σε αξία, η δε διαφορά που παρατηρείται στις υπηρεσιακές εκθέσεις δεν είναι σημαντική και/ή ουσιώδης, αλλά οριακής σημασίας.
Περαιτέρω, η συνήγορος της αιτήτριας βάλλει και κατά της απόφασης της Ε.Δ.Υ., η οποία, ως προβάλλει, αφενός, έλαβε υπόψιν και/ή στηρίχθηκε στην πάσχουσα σύσταση και, αφετέρου, λήφθηκε αυτή υπό καθεστώς πλάνης, αναιτιολόγητα, χωρίς την τήρηση ενιαίου μέτρου κρίσης και χωρίς της διενέργεια της δέουσας έρευνας σε σχέση με την αρχαιότητα, την αξία, αλλά και τα προσόντα της αιτήτριας, η οποία και υπερέχει έναντι των Ε.Μ.. Προβάλλονται συναφώς και προωθούνται λόγοι ακύρωσης παρόμοιοι με αυτούς που αναπτύχθηκαν σε σχέση με τις κατ’ ισχυρισμό πλημμέλειες της δοθείσας σύστασης.
Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν διενέργειας της δέουσας έρευνας, καθόλα ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία, είναι δε αυτή επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης και ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά τη λήψη αυτής. Κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ’ ων η αίτηση, τόσο η δοθείσα σύσταση, όσο και η τελική απόφαση της Ε.Δ.Υ., υπήρξαν καθόλα σύννομες και βρίσκονται σε συμβατότητα και/ή ουδόλως συγκρούονται με τα στοιχεία των οικείων διοικητικών φακέλων, ήσαν δε αυτές, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτές. Καταλήγει ο κ. Χατζηπροδρόμου, τονίζοντας ότι η αιτήτρια, σε καμία περίπτωση δεν κατόρθωσε να αποδείξει έκδηλη υπεροχή έναντι των Ε.Μ. και υποβάλλει την εισήγηση για απόρριψη της προσφυγής.
Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα των οικείων διοικητικών φακέλων και, γενικότερα, όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία αποτέλεσαν το υπόβαθρο για προώθηση των εκατέρωθεν θέσεων, είτε κατά είτε υπέρ της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης.
Θα ξεκινήσω με την εξέταση των λόγων ακύρωσης που αφορούν στην κατ’ ισχυρισμό πάσχουσα σύσταση του Διευθυντή, δεδομένου ότι η υποβληθείσα στο πλαίσιο της υπό εξέταση προαγωγικής διαδικασίας σύσταση, η οποία και προηγήθηκε της επίδικης απόφασης της Ε.Δ.Υ., λήφθηκε υπόψιν από το διορίζον όργανο.
Επισημαίνεται εξ’ αρχής ότι η Ε.Δ.Υ., όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται και στο πρακτικό της συνεδρίας της, ημερομηνίας 11.4.2022, επέλεξε τα Ε.Μ. ως τους πλέον κατάλληλους για προαγωγή στην επίδικη θέση, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι αυτοί, σε αντίθεση με την αιτήτρια, διέθεταν υπέρ τους τη σύσταση του Διευθυντή. Συνεπώς, θα πρέπει να ελεγχθεί πρώτα η νομιμότητα και ορθότητα της εν λόγω σύστασης, την οποία η πλευρά της αιτήτριας αμφισβητεί.
Ως ήδη ελέχθη, η σύσταση δόθηκε από τον Διευθυντή, ο οποίος παρέστη στη συνεδρία της Ε.Δ.Υ., κατά την οποία λήφθηκε η επίδικη απόφαση. Όπως αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό, ο Διευθυντής υπέβαλε τη σύστασή του και αποχώρησε από τη συνεδρία. Όπως επίσης καταγράφεται στο πρακτικό, στη διάθεση του Διευθυντή τέθηκαν οι προσωπικοί φάκελοι και οι υπηρεσιακοί φάκελοι των ετήσιων υπηρεσιακών εκθέσεων των υποψηφίων, τους οποίους έλαβε υπόψη της, είχε δε στη διάθεσή του, σύμφωνα πάντα με το εν λόγω πρακτικό, «επαρκή χρόνο για να μελετήσει τους εν λόγω Φακέλους».
Είναι νομολογημένο ότι η σύσταση εξετάζεται σε συσχετισμό με το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, στη βάση των θεσμοθετημένων κριτηρίων (αξία, προσόντα, αρχαιότητα), ούτως ώστε η αιτιολογία της να προκύπτει μέσα από ό,τι αποτυπώνεται σε αυτούς (Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 695). Η σύσταση του Διευθυντή πρέπει να εναρμονίζεται με τα στοιχεία των φακέλων διαφορετικά δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (Δημήτριος Χατζηκωστή ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 72/2017, ημερ. 14.11.2023, Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Δημοκρατία κ.α. ν. Αγγελή κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 161), η δε εκτίμηση του Διευθυντή για την απόδοση των υποψηφίων, αποτελεί βοήθημα για τη μόρφωση κρίσης από το διοικητικό όργανο, εν προκειμένω την Ε.Δ.Υ. (Χατζηκωστή, ανωτέρω, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου κ.α. (2006) 3 Α.Α.Δ. 265).
Εξετάζοντας το σχετικό πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 11.4.2022, διαπιστώνω ότι ο Διευθυντής, κατά την διαμόρφωση της σύστασής του, μελέτησε όλα τα ενώπιον του δεδομένα, με τη σύσταση να εμπεριέχει τα κατά νομολογία απαραίτητα γνωρίσματα νομιμότητας και ουσίας (Χατζηχάννα ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 108/2016, ημερ. 2.10.2023, Δημοκρατία ν. Κυρατζιή-Κτωρίδου, Α.Ε. 311/16, ημερ. 8.5.2023). Πρόκειται για μια επαρκώς αιτιολογημένη σύσταση, η οποία συνάδει με τα στοιχεία των φακέλων των υποψηφίων. Προκύπτει από την εν λόγω σύσταση ότι ο Διευθυντής έκανε ειδική μνεία στα Ε.Μ., όπως και στην αιτήτρια, λαμβάνοντας υπόψη την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητά τους, αλλά και τα υπό του οικείου σχεδίου υπηρεσίας απαιτούμενα. Ανέφερε εξ’ αρχής ο Διευθυντής στη σύστασή του ότι, προκειμένου να προβεί σε αυτήν, είχε ενώπιον του και μελέτησε του προσωπικούς τους φακέλους και τους φακέλους των ετήσιων υπηρεσιακών τους εκθέσεων, με έμφαση σε αυτές των τελευταίων πέντε ετών. Τόνισε επίσης ο Διευθυντής ότι οι συστάσεις του στηρίζονται και σε προσωπικές εμπειρίες που έχει για τον κάθε έναν από τους υποψηφίους, τους οποίους γνωρίζει προσωπικά, «ειδικά ως προς την προσωπικότητα, τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητές τους να αναλάβουν τα αυξημένα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες των υπό πλήρωση θέσεων».
Η δοθείσα σύσταση κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη, δυνάμενη ωσαύτως να υπαχθεί στον απαιτούμενο δικαστικό έλεγχο (Στέφανος Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270, L.A.S. BOATING LTD v. Δημοκρατία, Ε.Δ.Δ. 37/2017, ημερ. 26.10.2023), αλλά και ευλόγως επιτρεπτή, εφόσον δεν εκφεύγει των σχετικών νομολογιακών κατευθυντήριων και ούτε μπορεί να λεχθεί ότι δεν συνάδει αυτή με τα στοιχεία των φακέλων.
Σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία και δη το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων, στο κριτήριο της αξίας, όπως αυτή προκύπτει από τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, με ιδιαίτερη έμφαση σε αυτές των τελευταίων πέντε χρόνων (2017-2021), στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, τα τρία Ε.Μ. υπερέχουν της αιτήτριας, εφόσον έχουν βαθμολογηθεί ως καθόλα εξαίρετοι, ενώ η αιτήτρια αξιολογήθηκε με 34 Εξαίρετα και 6 Πολύ Ικανοποιητικά. Επ’ αυτού, η κα Παπακώστα εισηγείται ότι πρόκειται για μικρές και/ή επουσιώδεις διαφορές και ότι επί της ουσίας η αιτήτρια είναι ισοδύναμη σε αξία με τα τρία Ε.Μ.. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή την εισήγηση: έχει νομολογηθεί ότι μικρή διαφορά στις ετήσιες αξιολογήσεις, μπορεί να αποκτήσει σημασία, ενόψει της ισοπεδωτικής εικόνας που κατά κανόνα παρουσιάζουν οι υποψήφιοι (βλ. Κατσελλή ν. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 585 και τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στην Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1691/2017, ημερ. 28.9.2020 και Δ. Ζ. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 541/2019, ημερ. 16.10.2025). Συνεπώς η υπεροχή των Ε.Μ. έναντι της αιτήτριας ως προς την αξία, όπως αυτή προκύπτει από τις ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης, έχει τη σημασία της και δεν μπορεί να παραγνωριστεί.
Περαιτέρω, ως προς τα προσόντα, η αιτήτρια διαθέτει τον ακαδημαϊκό τίτλο BSc in Civil Engineering (City University of New York, U.S.A.), ενώ κατέχει και επαγγελματικό τίτλο (εγγεγραμμένη πολιτικός μηχανικός στην Κύπρο από το 1989). Το Ε.Μ. 1 κατέχει Δίπλωμα Τεχνικού Μηχανικού Πολιτικής Μηχανικής από το Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο (Α.Τ.Ι.), όπως και το Ε.Μ. 2, ενώ το Ε.Μ. 3 κατέχει τους τίτλους Master of Business Administration, καθώς και Master of Science in Geographical Information Systems (αναγνωρισμένο από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. ως τίτλος ισότιμος προς μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου Master).
Η συνήγορος της αιτήτριας διατείνεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη το επαγγελματικό προσόν της αιτήτριας (εγγεγραμμένη πολιτικός μηχανικός στην Κύπρο). Το εν λόγω προσόν, ωστόσο, δεν συνιστά ακαδημαϊκό προσόν (πτυχίο, μεταπτυχιακό ή διδακτορικό τίτλο), τα οποία και μόνον, κατά τη νομολογία, λογίζονται ότι έχουν ουσιαστική σημασία για σκοπούς συστάθμισης και αξιολόγησης (Έλενα Παπαθεοδότου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 832/2011, ημερ. 30.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:D588, Σταύρος Λάμπρου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 783/2002, ημερ. 19.4.2004, Γιαννάκης Καναράς v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1509/2008, ημερ. 26.10.2010, Παναγιώτης Πουργουρίδης v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1386/2007, ημερ. 23.12.2008, Γεώργιος Ταλιώτης v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1317/2010, ημερ. 26.1.2012 και Μάριος Στεφανίδης v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1207/2011, ημερ.15.2.2013). Ούτε, βεβαίως, το εν λόγω προσόν προβλέπεται και/ή απαιτείται από το σχέδιο υπηρεσίας της επίδικης θέσης, με αποτέλεσμα αυτό να έχει, ούτως ή άλλως, οριακή και/ή περιθωριακή σημασία (βλ. Δημοκρατία ν. Ανδρέου και άλλων (1993) 3 Α.Α.Δ. 153, Λουκά ν. Α.Η.Κ. (1996) 4 Α.Α.Δ. 1040, Πούρος, ανωτέρω, Σολομωνίδη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 135/2013, ημερ. 3.2.2020, ECLI:CY:AD:2020:C44 και την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Λαζαρίδου-Νικολάτου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1355/2017, ημερ. 30.10.2020)
Ως προς δε τα πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα (το οικείο σχέδιο υπηρεσίας δεν απαιτεί την κατοχή τέτοιων προσόντων), παρατηρώ, όπως έχει εξάλλου προεκτεθεί, ότι τέτοια προσόντα διαθέτει και η αιτήτρια, αλλά και τα Ε.Μ., μάλιστα δε το Ε.Μ. 3 υπερέχει και σε αυτό το κριτήριο έναντι της αιτήτριας, εφόσον διαθέτει δυο ακαδημαϊκούς τίτλους, οι οποίοι, αν και δεν προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας, είναι συναφείς προς τα καθήκοντα της θέσης και τους αποδόθηκε η δέουσα σημασία, όπως βεβαίως και στους αντίστοιχους που κατέχουν η αιτήτρια και τα Ε.Μ. 1 και 2. Κατά πάγια νομολογία επαφίεται στο διορίζον όργανο να αξιολογήσει και σταθμίσει πρόσθετα προσόντα που δεν προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας, αλλά είναι συναφή προς τα καθήκοντα της θέσης, αποφεύγοντας από την μια να δώσει σε αυτά υπερβολική βαρύτητα, αλλά και αποφεύγοντας από την άλλη, η σημασία που θα τους αποδώσει να είναι εντελώς οριακή. Σε αυτά τα πλαίσια, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση και στάθμιση στοιχείων (Γιαννάκης Κολώνας κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 94/2016 κ.α. ημερ. 26.7.2023, Πούρος κ.α. ν. Χατζηστεφάνου κ.α. (2001) 3 Α.Α.Δ. 374, Ζωδιάτης ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 406). Συνεπώς, καμία υπεροχή της αιτήτριας δεν υφίσταται έναντι των Ε.Μ. ούτως ως προς το κριτήριο των προσόντων.
Τέλος, ως προς την αρχαιότητα, η αιτήτρια διορίστηκε στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση (Χωρομέτρης, η οποία μετονομάστηκε σε θέση Τεχνικού Μηχανικού Χωρομετρίας στις 25.7.2007) στις 15.11.1999, όπως και το Ε.Μ. 1, ενώ το Ε.Μ. 2 την 1.12.1999 και το Ε.Μ. 3 στις 2.7.2001. Μεταξύ αιτήτριας και Ε.Μ. 1, που διορίστηκαν την ίδια ημερομηνίας, υπάρχει υπεροχή της αιτήτριας που ανάγεται στην ηλικιακή αρχαιότητα, εφόσον η αιτήτρια γεννήθηκε στις [.] και το Ε.Μ. 1 στις [.].
Εν πρώτοις, οι όποιες διαφοροποιήσεις σε αρχαιότητα παρατηρούνται μεταξύ αιτήτριας και Ε.Μ. 1 είναι επουσιώδεις και/ή οριακής σημασίας, εφόσον ανατρέχουν στην ημερομηνία γέννησης: με βάση τα ισχύοντα στη νομολογία, αρχαιότητα που ανάγεται στην ημερομηνία γέννησης δεν είναι ουσιαστικής, αλλά πολύ περιορισμένης σημασίας (Δημοκρατία ν. Ασσιώτη (2010) 3 Α.Α.Δ. 395, 409, Λεωνίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 599/2012 κ.α., ημερ. 12.5.2016, ECLI:CY:AD:2016:D236).
Περαιτέρω, ως ήδη ελέχθη, η αιτήτρια υστερεί σε αξία τόσο έναντι του Ε.Μ. 1, όσο και έναντι των Ε.Μ. 2 και 3, με βάση τις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις αξιολόγησης των τελευταίων πέντε ετών, αλλά και σε προσόντα έναντι του Ε.Μ. 3. Σε σχέση με τα Ε.Μ. 2 και 3, η αιτήτρια υπερέχει σε αρχαιότητα κατά ένα 15 μέρες και ένα χρόνο και 7 περίπου μήνες, αντίστοιχα. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, η αρχαιότητα, ως θεσμοθετημένο στοιχείο κρίσης, δύναται να διαδραματίσει καθοριστικό και/ή ρυθμιστικό ρόλο, εφόσον υπάρχει ισοδυναμία στα λοιπά στοιχεία κρίσης (Αναστασία Βιολάρη ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 162/2010, ημερ. 11.4.2017, Βασιλειάδης ν. Τσιάππα (2005) 3 Α.Α.Δ. 403). Εν προκειμένω, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, είναι σαφές ότι δεν υφίσταται ισοδυναμία μεταξύ αιτήτριας και Ε.Μ. σε αξία και προσόντα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί από μόνη της η όποια υπεροχή της αιτήτριας σε αρχαιότητα να έχει οποιαδήποτε ουσιώδη σημασία.
Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν διαπιστώνεται ούτε κενό έρευνας, ούτε αιτιολογίας, αλλ’ ούτε και πλάνη στη δοθείσα σύσταση ως προς τη συνολική αξιολόγηση των υποψηφίων και την επιλογή των Ε.Μ.. Αντίθετα, η δοθείσα σύσταση κρίνεται ορθή και σύννομη και σε κάθε περίπτωση εύλογα επιτρεπτή και εντός των παραμέτρων που τάσσει η σχετική νομολογία. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της πλευράς της αιτήτριας κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό, να υπομνησθεί η πάγια θέσης της ημεδαπής νομολογίας ότι ο Διευθυντής, ως εκ της θέσεώς του, γνωρίζει καλύτερα από όλους την εικόνα των υφιστάμενών του και/ή των υπαλλήλων του τμήματός του. Η δε σύσταση αποτελεί, λόγω ακριβώς της ιδιαίτερης γνώσης του Διευθυντή για την καταλληλότητα των υποψηφίων να ανταποκριθούν στα καθήκοντα της θέσης, επαυξητικό παράγοντα της αξίας τους (βλ. και Σπανού ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 390 και Ευριδίκη Λάμπρου ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 141/2019, ημερ. 9.10.2024).
Την σύσταση του Διευθυντή υιοθέτησε ακολούθως η Ε.Δ.Υ., η οποία, παραθέτοντας το δικό της σκεπτικό, επέλεξε τα τρία Ε.Μ. ως τους πλέον κατάλληλους για προαγωγή στην επίδικη θέση.
Εν πρώτοις, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση της αιτήτριας ότι η Ε.Δ.Υ., πεπλανημένα, αναιτιολόγητα και χωρίς τη διενέργεια της δικής της έρευνας, επέλεξε τα Ε.Μ.: αντίθετα, προκύπτει από το σχετικό πρακτικό λήψης της επίδικης απόφασης ότι η Επιτροπή διενήργησε δική της έρευνα και στη βάση των θεσμοθετημένων κριτηρίων επιλογής, αξιολόγησε τους υποψηφίους και επέλεξε τα Ε.Μ. ως τους πλέον κατάλληλους για προαγωγή, λαμβάνοντας υπόψη και την σύσταση του Διευθυντή.
Η τελική απόφαση της Ε.Δ.Υ. συνάδει με το περιεχόμενο των φακέλων και σε κάθε περίπτωση είναι εύλογα επιτρεπτή και εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και εντός των παραμέτρων που έχει θέσει η σχετική επί του θέματος νομολογία. Όπως έχει λεχθεί, η αιτήτρια δεν υπερτερεί των Ε.Μ. ούτε σε αξία, ούτε σε προσόντα, η όποια δε υπεροχή της στην αρχαιότητα, σύμφωνα με τα όσα έχουν προεκτεθεί, είναι οριακής σημασίας και δεν μπορεί να προσδώσει σε αυτήν καθοριστικό προβάδισμα ούτε και έκδηλη υπεροχή έναντι των Ε.Μ..
Αντίθετα, είναι η δοθείσα σύσταση του Διευθυντή υπέρ των Ε.Μ. που σαφώς και προσθέτει στην αξία τους και θέτει αυτούς σε υπέρτερη θέση έναντι της αιτήτριας: κατά πάγια νομολογία, η σύσταση επαυξάνει και/ή προσθέτει στην αξία ενός υποψηφίου ως ανεξάρτητος και αυτοτελής δείκτης (Μοδίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 695, Ροζάννα-Αμφιτρίτη Κούτσιου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 168/10, ημερ. 10.9.2015, Παντελής Λοϊζου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (1994) 3 Α.Α.Δ. 663). Επαναλαμβάνεται ότι η σύσταση αποτελεί, ως εκ της ιδιαίτερης γνώσης του Διευθυντή για την καταλληλότητα των υποψηφίων να ανταποκριθούν στα καθήκοντα της θέσης, επαυξητικό παράγοντα της αξίας τους (Σπανού, ανωτέρω και Ευριδίκη Λάμπρου, ανωτέρω).
Ούτε όμως ως προς τα προσόντα, ζήτημα για το οποίο επιχειρηματολόγησε εν εκτάσει η συνήγορος της αιτήτριας, προκύπτει να έχει εμφιλοχωρήσει πλάνη στην κρίση της Ε.Δ.Υ.. Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, επαφίεται στο διορίζον όργανο να αξιολογήσει και σταθμίσει πρόσθετα προσόντα που δεν προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας, αλλά είναι συναφή προς τα καθήκοντα της θέσης, αποφεύγοντας από την μια να δώσει σε αυτά υπερβολική βαρύτητα, αλλά αποφεύγοντας από την άλλη η σημασία που θα τους αποδώσει να είναι εντελώς οριακή. Σε αυτά τα πλαίσια, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει σε ότι αφορά την αξιολόγηση και στάθμιση στοιχείων (Γιαννάκης Κολώνας κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 94/2016 κ.α. ημερ. 26.7.2023, Πούρος κ.α. ν. Χατζηστεφάνου κ.α. (2001) 3 Α.Α.Δ. 374, Ζωδιάτης ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 406). Οι πιο πάνω νομολογιακές κατευθυντήριες βεβαίως ισχύουν αναφορικά με τα ακαδημαϊκά προσόντα. Εν προκειμένω, ως ήδη ελέχθη, και παρόλο που δεν απαιτείται από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας, τόσο η αιτήτρια όσο και τα τρία Ε.Μ. κατέχουν τέτοια προσόντα, το δε επαγγελματικό προσόν της αιτήτριας (εγγεγραμμένη πολιτικός μηχανικός στην Κύπρο από το 1989), προσόν το οποία ούτε απαιτείται ούτε και προβλέπονται από το σχέδιο υπηρεσίας της επίδικης θέσης, δεν μπορεί παρά να έχει οριακή και/ή περιθωριακή σημασία. Αυτό, βεβαίως, δεν συνεπάγεται ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη και δεν αξιολόγησαν τα εν λόγω προσόντα, είτε της αιτήτριας, είτε των Ε.Μ.. Συναφώς, στην Μαρία Παπά ν. Ανδρέας Φραντζής, Α.Ε. 91/2014, ημερ. 25.2.2021, ECLI:CY:AD:2021:C62, λέχθηκαν τα εξής (η υπογράμμιση έχει προστεθεί):
«Ως προς τα προσόντα των μερών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης της ΕΔΥ, πιο πάνω, σημειώθηκε ότι η εφεσείουσα δεν υστερεί του συστηθέντα εφεσίβλητου και καταγράφονται τα πρόσθετα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης προσόντα, χωρίς να γίνεται ρητή αναφορά σε όλα τα προσόντα. Όμως, τα επιπρόσθετα προσόντα του εφεσίβλητου βρίσκονταν ενώπιον της ΕΔΥ και λήφθηκαν δεόντως υπόψη (βλ. Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Αντωνίου, ΑΕ 124/2014 κ.ά., ημερομηνίας 6.12.2017).».
Εν προκειμένω, και δεδομένης της συνολικής υπηρεσιακής εικόνας αιτήτριας και Ε.Μ., δεν εντοπίζω να εκφεύγει των πιο πάνω ορίων η υπό της καθ’ ης η αίτηση αξιολόγηση προσόντων των διαδίκων. Ούτε και εντοπίζεται σφάλμα στην αποτίμηση της αρχαιότητάς τους. Με αποτέλεσμα να μη χωρεί επέμβαση του ακυρωτικού Δικαστηρίου. Πεδίο για επέμβαση θα παρήχετο μόνον εφόσον προέκυπτε ότι η εξουσία ασκήθηκε εκτός της διακριτικής ευχέρειας του οργάνου και/ή κατά παράβαση των κανόνων της χρηστής διοίκησης.
Όπως, με βάση τα προεκτεθέντα, δεν εντοπίζεται κενό αιτιολογίας της επίδικης απόφασης. Από τα σχετικά πρακτικά και ειδικά αυτό της συνεδρίας 11.4.2022, όταν και λήφθηκε η επίδικη απόφαση, προκύπτουν με σαφήνεια το σκεπτικό και οι λόγοι που οδήγησαν στην επιλογή των Ε.Μ. έναντι της αιτήτριας, κατά τρόπο που να καθίσταται εφικτή η διενέργεια του απαιτούμενου δικαστικού ελέγχου (Φράγκου, ανωτέρω). Προκύπτει από το εν λόγω πρακτικό ότι λήφθηκαν υπόψη και οι προσωπικοί φάκελοι των υποψηφίων, οι φάκελοι των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων των υποψηφίων και οι Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια, τα προσόντα, η αρχαιότητα των υποψηφίων, αλλά και η σύσταση του Διευθυντή υπέρ των τριών Ε.Μ.. Από το πρακτικό της εν λόγω συνεδρίας, προκύπτει ευκρινώς το σκεπτικό της Ε.Δ.Υ. και η διενέργεια της δικής της, δέουσας έρευνας. Στην απόφασή της, η καθ’ ης η αίτηση καταγράφει τα κριτήρια αξιολόγησης και γενικότερα όλα όσα έλαβε υπόψη της προκειμένου να επιλέξει τα τρία Ε.Μ., ενώ προβαίνει και σε συγκριτική αντιπαραβολή των Ε.Μ. με την αιτήτρια.
Ούτε κενό έρευνας εντοπίζεται. Υπενθυμίζεται ότι το κριτήριο για την επάρκεια και πληρότητα της έρευνας εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ως εύλογα επιτρεπτής υπό τις περιστάσεις και δεν προβαίνει σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων των υποψηφίων και ούτε επεκτείνεται στην ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου, έστω και αν το ίδιο θα μπορούσε εύλογα να καταλήξει σε διαφορετικά συμπεράσματα (FIRST ELEMENTS EUROCONSULTANTS LTD ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/2012, ημερ. 15.12.2017). Επαρκής θεωρείται η έρευνα που επεκτείνεται στη διερεύνηση κάθε σχετικού γεγονότος (Motorways Ltd ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α. (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, 450).
Εν τέλει, οι θέσεις της ημεδαπής νομολογίας ως προς την τελική και συνολική στάθμιση των δεδομένων σε περιπτώσεις ως η υπό κρίση, είναι αποκρυσταλλωμένες: αυτό που έχει σημασία είναι η ουσιαστική συνεξέταση των στοιχείων κρίσης, με κριτήριο τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου και όχι ένας μηχανιστικός υπολογισμός ή μια αριθμητική συνεξέταση που απολήγει σε επέμβαση στην εύλογη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης (Σωτήρης Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 8/16, ημερ. 16.2.2023, ECLI:CY:AD:2023:C56). Είναι εσφαλμένη η προσέγγιση ότι μπορεί στην ουσία να γίνεται μια αριθμητική ή μαθηματική συνεξέταση των στοιχείων, κατά τρόπο που το ένα στοιχείο υπέρ του ενός υποψηφίου, να εξουδετερώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο υπέρ του άλλου υποψηφίου. Τέτοια άσκηση αναμφίβολα παραπέμπει σε μηχανιστικό υπολογισμό, από τον οποίο όμως ελλείπει το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας και της καθολικής κρίσης υπό το φως του συνόλου των παραμέτρων (Σωτήρης Κολέττας ν. Δημοκρατίας, ΑΕ 32/16, ημερ. 20.6.2023, ECLI:CY:AD:2023:C214, Χρίστος Σολομωνίδης, ανωτέρω). Εκείνο που έχει σημασία, είναι η διαπίστωση πως η Διοίκηση προέβη σε εύλογη και ουσιαστική στάθμιση των δεδομένων, εντός των πλαισίων της διακριτικής της ευχέρειας και δεν απαιτείται μικροσκοπική εξέταση από το Δικαστήριο, εφόσον το ζητούμενο δεν είναι η υποκατάσταση της Διοίκησης από το Δικαστήριο (Σωτήρης Αναστασιάδης, ανωτέρω).
Εν προκειμένω, κρίνω ότι οι καθ’ ων η αίτηση έδρασαν εντός ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας και εντός του πλαισίου που τάσσει η οικεία νομοθεσία. Δεν εντοπίζεται ούτε πλάνη, ούτε υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, αλλ' ούτε, γενικότερα, οποιοσδήποτε λόγος που θα δικαιολογούσε επέμβαση του Δικαστηρίου στην ουσιαστική κρίση του αποφασίζοντος οργάνου, το οποίο, ως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα, πριν από τη λήψη της επίδικης απόφασης, εξέτασε όλα τα ενώπιον του στοιχεία.
Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ε.Δ.Υ. ενήργησε εντός των θεσμοθετημένων κριτηρίων προαγωγής και, στη βάση του συνόλου των ενώπιον μου στοιχείων, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε σύννομη και ορθή και, σε κάθε περίπτωση, εύλογα επιτρεπτή (Θεοκλέους ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας κ.α., Α.Ε. 90/2013, ημερ. 26.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:C490, Αθηνά Καραγιάννη-Κλεάνθους ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 7/2011, ημερ. 21.12.2016).
Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει εκεί όπου απουσιάζει έκδηλη υπεροχή, ώστε να υποκαταστήσει την κρίση της Διοίκησης με τη δική του (Μαρία Παπά, ανωτέρω). Επέμβαση του Δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον όπου ικανοποιείται από τον αιτητή ότι υπερείχε έκδηλα του υποψηφίου που έχει επιλεγεί. Μόνο σε τέτοια περίπτωση το όργανο που έχει προβεί στην επιλογή, θεωρείται ότι έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και έχει κάνει κακή χρήση της (Γεώργιος Χωραττάς ν. Δημοκρατίας, ΕΔΔ 43/2021, ημερ. 19.11.2024, Georghiou v. Republic (1976) 3 CLR 74, Γ.Μ. Παπαχατζή «Σύστημα του Ισχύοντος στην Ελλάδα Διοικητικού Δικαίου», σελ. 729, και Δημοκρατία κ.ά. ν. Παπαχριστοδούλου κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 329) Χρίστος Σολομωνίδης ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 901/2010, ημερ. 8.10.2013, ΕΔΥ ν. Παπαχριστοδούλου (2002) 3 Α.Α.Δ. 329). Στην υπό κρίση περίπτωση, η Ε.Δ.Υ. άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια εντός των ορίων που της παρέχει ο Νόμος και σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί έκδηλη υπεροχή της αιτήτριας έναντι των Ε.Μ., ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του Δικαστηρίου (Χατζηκωστή ν. Δημοκρατίας, Ε.Δ.Δ. 72/2017, ημερ. 14.11.2023).
Ούτε και διακρίνεται υπέρβαση των ορίων της διακριτικής εξουσίας της Διοίκησης (Χατζηχάννα, ανωτέρω, Σολομωνίδης ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 1/17, ημ. 18.9.2023, ECLI:CY:AD:2023:C286). Συναφώς τονίζεται ότι η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης και τη διακρίβωση του κατά πόσον η Διοίκηση έχει υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής της εξουσίας (Κολώνας κ.α., ανωτέρω).
Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακύρωσης και, συνακόλουθα, δεν χωρεί επέμβαση του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1500 έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται συμφώνως του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.
Φ. ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, Π.Δ.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο