ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΙΤΛΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.), Υπόθεση αρ. 1516/2019, 19/2/2026
print
Τίτλος:
ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΙΤΛΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.), Υπόθεση αρ. 1516/2019, 19/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 1516/2019)

19 Φεβρουαρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ AΡΘΡΑ 28, 29 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ

Αιτητής,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΙΤΛΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.)

 

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Ελένη Λοϊζίδου, για Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Μαρία Κυπριανού, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή, αξιώνοντας από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:-

«Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση του Καθ’ ου η Αίτηση, η οποία περιέχεται στην επιστολή του ημερομηνίας 26/06/19, η οποία φέρει σφραγίδα 01/08/19 σύμφωνα με την οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή ότι το Συμβούλιο αποφάσισε κατόπιν επανεξέτασης ότι δεν μπορεί να εγκρίνει το αίτημα του για αναγνώριση του τίτλου σπουδών του «Diploma/psychology» ως τίτλου ισότιμου, ή ισότιμου και αντίστοιχου προς Πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου στον κλάδο/ειδίκευση Ψυχολογίας είναι άκυρη και/ή παράνομη και/η στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.».

 

  Στις 7.3.2012, ο αιτητής υπέβαλε προς το Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών (στο εξής «Συμβούλιο»), αίτηση για αναγνώριση του τίτλου σπουδών του “Diploma” που απονεμήθηκε από το Saint-Petersburg University της Ρωσίας με τη μέθοδο των «Σπουδών εξ Αποστάσεως», ως τίτλου ισότιμου και αντίστοιχου προς Πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου στον κλάδο/ειδίκευση Ψυχολογίας (Αίτηση με αρ. 253/12).

 

  Όπως αναφέρεται στην Ένσταση, της αιτήσεως, είχαν προηγηθεί αποφάσεις γενικής εφαρμογής του Συμβουλίου, κατά τις συνεδρίες του με ημερομηνίες 9.5.2004 – 11.5.2004, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού 3(5) των περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 172/99, ως αυτοί έτυχαν τροποποίησης μέχρι τον ουσιώδη χρόνο, σχετικά με την αναγνώριση τίτλων σπουδών που αποκτώνται με την μέθοδο των «Σπουδών Εξ Αποστάσεως», ως ακολούθως:  

«-Ύπαρξη θεσμοθετημένων προγραμμάτων σπουδών τα οποία προσφέρονται εξ Αποστάσεως

-Διασφάλιση του αδιάβλητου της αξιολόγησης των διδασκομένων.

- Κατάλληλη υποδομή για την προσφορά μαθημάτων με τη μέθοδο των «Σπουδών εξ Αποστάσεως».

-Διασφάλιση επαρκούς επικοινωνίας ανάμεσα στους διδάσκοντες και στους διδασκομένους.

-Αναφορικά με πρώτους καταληκτικούς τίτλους επιπέδου Πτυχίου είναι απαραίτητη η διεξαγωγή εξετάσεων, είτε υπό την εποπτεία του ίδιου του ιδρύματος, είτε υπό την εποπτεία αρμόδιου φορέα.

 

  Το Συμβούλιο, κατά τις προαναφερθείσες συνεδρίες, αποφάσισε επίσης ότι, κατά την υποβολή αιτήσεων για αναγνώριση τίτλων σπουδών που προσφέρονται με την εναλλακτική μέθοδο των «Σπουδών εξ Αποστάσεως», απαιτείται από τους αιτητές όπως προσκομίσουν τις εργασίες ή/και τη διατριβή που εκπόνησαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους.

 

  Ομοίως, το Συμβούλιο, στα πλαίσια λήψης αποφάσεων γενικής εφαρμογής, κατά τις συνεδρίες του με ημερομηνίες 12.3.2007 -13.3.2007, αποφάσισε ότι για όλα τα προγράμματα σπουδών 1ου και 2ου κύκλου που προσφέρονται με τη μέθοδο των «Σπουδών εξ Αποστάσεως», απαιτείται η διεξαγωγή γραπτών εξετάσεων, είτε στους χώρους του εξωτερικού ιδρύματος, είτε υπό την εποπτεία αξιόπιστων οργανισμών/φορέων που λειτουργούν στις χώρες των διδασκόμενων, με σκοπό τη διασφάλιση του αδιάβλητου και της αξιοπιστίας της αξιολόγησης των διδασκομένων.

 

  Αναφέρεται επίσης στην Ένσταση, πως οι πιο πάνω αποφάσεις γενικής εφαρμογής, συνάδουν με τους Εσωτερικούς Κανονισμούς Σπουδών του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου, τους οποίους το Συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να ακολουθεί, στη βάση του Κανονισμού 3(3)(α) των προαναφερόμενων Κανονισμών, βάσει των οποίων, η διεξαγωγή τελικών εξετάσεων είναι απαραίτητη για όλα τα προγράμματα που προσφέρει εξ αποστάσεως το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 

  Εντός των προαναφερόμενων πλαισίων και για σκοπούς μελέτης των προγραμμάτων σπουδών που προσφέρονται εξ αποστάσεως, το Συμβούλιο ετοίμασε σχετικό ερωτηματολόγιο, με σκοπό να το αποστέλλει στα διάφορα πανεπιστήμια, προκειμένου να εξασφαλίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες, αναφορικά με τα προγράμματα σπουδών που προσφέρουν με την μέθοδο αυτή, για σκοπούς αξιολόγησης και λήψης απόφασης για την αναγνώρισή τους.

 

  Στη βάση των πιο πάνω, το προαναφερόμενο ερωτηματολόγιο, απεστάλη στο Saint-Petersburg University με επιστολή του Συμβουλίου ημερομηνίας 11.6.2012. Το εν λόγω πανεπιστήμιο, δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Συμβουλίου και δεν απέστειλε συμπληρωμένο το σχετικό ερωτηματολόγιο. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο, κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 25.6.2013, αποφάσισε όπως επικοινωνήσει με το πανεπιστήμιο προκειμένου να ζητήσει πληροφορίες σε σχέση με το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών που παρακολούθησε ο αιτητής και συγκεκριμένα,  να ερωτηθεί το πανεπιστήμιο σε πόσα μαθήματα παρακάθισε σε γραπτές εξετάσεις ο αιτητής και που πραγματοποιούνταν οι γραπτές εξετάσεις. Με επιστολή ημερομηνίας 1.8.2013, το Συμβούλιο ζήτησε τις πιο πάνω πληροφορίες από το εν λόγω πανεπιστήμιο.

 

  Το Saint-Petersburg University απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 9.9.2013 πως οι πληροφορίες που ζητούνται, άπτονται προσωπικών δεδομένων του αιτητή και πως θα μπορούσαν να δοθούν μόνο με την γραπτή συγκατάθεσή του. Το Συμβούλιο, κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 5.11.2013, αποφάσισε να ζητήσει από τον αιτητή την αποστολή προς το πανεπιστήμιο γραπτής συγκατάθεσης, προκειμένου να δοθούν οι απαιτούμενες πληροφορίες, ως αυτό γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 27.11.2013.

 

  Το θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα μέχρι και τις 9.10.2018, ημερομηνία που ο αιτητής προσκόμισε προς το Συμβούλιο επιστολή από το πανεπιστήμιο, ημερομηνίας 2.8.2018. Το Συμβούλιο, κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 16.11.2018 και έχοντας ενώπιον του την επιστολή του πανεπιστημίου, διαπίστωσε πως το πιο πάνω ίδρυμα, δεν έχει υποβάλει τις απαιτούμενες πληροφορίες που του είχαν ζητηθεί, σε σχέση με το πρόγραμμα σπουδών που παρακολούθησε ο αιτητής, χωρίς τις οποίες, δεν μπορούσε να προχωρήσει σε εξέταση της αίτησης, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε ο αιτητής με την επιστολή ημερομηνίας 11.12.2018. Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα, στις 27.12.2018, το πανεπιστήμιο συμπλήρωσε το ερωτηματολόγιο και το απέστειλε στο Συμβούλιο. Αυτό περιλαμβάνεται στο Παράρτημα XIV της Ένστασης.

 

  Ακολούθησε η συνεδρία του Συμβουλίου, ημερομηνίας 19.2.2019, κατά την οποία εξετάστηκαν οι πληροφορίες που περιλήφθηκαν στο ερωτηματολόγιο και αποφασίστηκε να μην εγκριθεί το αίτημα για αναγνώριση του τίτλου σπουδών “Diploma/Psychology” που απονεμήθηκε από το Saint Petersburg State University της Ρωσίας, με τη μέθοδο των «Σπουδών εξ Αποστάσεως», ως τίτλου ισότιμου ή ισότιμου και αντίστοιχου προς Πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου στον κλάδο/ειδίκευση Ψυχολογίας διότι:

«Το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών δεν περιλαμβάνει γραπτές εξετάσεις, γεγονός που αντιτίθεται σε ένα από τα κριτήρια που έθεσε το Συμβούλιο όσον αφορά την αναγνώριση τίτλων σπουδών που προσφέρονται με τη μέθοδο των "Σπουδών εξ Αποστάσεως". Το Συμβούλιο, με βάση τους Εσωτερικούς Κανονισμούς Σπουδών του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου, αποφάσισε ότι είναι απαραίτητη η διεξαγωγή γραπτών εξετάσεων, είτε υπό την εποπτεία του ίδιου του ιδρύματος, είτε υπό την εποπτεία αξιόπιστων φορέων που λειτουργούν στις χώρες των διδασκομένων.

Επιπλέον, επισημαίνεται ότι στις πληροφορίες που υπέβαλε το Saint Petersburg State University, δεν γίνεται καμία αναφορά στο ποσοστό του διδακτικού προσωπικού του συγκεκριμένου προγράμματος, που κατείχε διδακτορικό τίτλο. Το Συμβούλιο, ευθυγραμμιζόμενο με τη Νομοθεσία του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου, αποφάσισε ότι το ποσοστό του διδακτικού προσωπικού σε ένα πρόγραμμα σπουδών που προσφέρεται εξ αποστάσεως, το οποίο κατέχει διδακτορικό τίτλο, δεν πρέπει να είναι μικρότερο από 75%.

 

  Η πιο πάνω απόφαση γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με την επιστολή ημερομηνίας 15.3.2019.

 

  Στις 15.4.2019 υπεβλήθη αίτηση επανεξέτασης (Ε6/19). Το Συμβούλιο κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 20.6.2019, αποφάσισε να απορρίψει το υποβληθέν αίτημα, αφού διαπίστωσε πως δεν προέκυπτε οτιδήποτε που να δικαιολογεί αλλαγή της απόφασης που ελήφθη κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 19.2.2019. Η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκε στον αιτητή με την επιστολή ημερομηνίας 26.6.2019, η νομιμότητα της οποίας αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

 

  Ο αιτητής, μετά την απόσυρση του αρχικού του δικηγόρου του, χειρίστηκε ο ίδιος προσωπικά την υπόθεση, μέχρι και την καταχώρηση της αρχικής γραπτής του αγόρευσης. Υποστήριξε πως το Συμβούλιο δεν έδρασε εντός ευλόγου χρόνου, αφού εξέτασε αίτηση που υπεβλήθη το έτος 2012, κατά το έτος 2019. Διατείνεται πως το Συμβούλιο συνεδρίασε υπό κακή σύνθεση, αφού από το έτος 2012 μέχρι και την λήψη της επίδικης απόφασης κατά το έτος 2019, η σύνθεση του άλλαξε αρκετές φορές, σε κάθε συνεδρία συμμετείχαν άλλα μέλη, δεν αιτιολογούνταν οι αναπληρώσεις που γίνονταν σε διάφορες συνεδρίες και δεν προκύπτουν οι προσκλήσεις των μελών για τις συνεδρίες. Υποβάλλει πως ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Καθηγητής Σμυρλής, κατά την λήψη της αρχικής απόφασης, δεν είχε προσωπική γνώση του θέματος, ομοίως και τα άλλα μέλη του Συμβουλίου και γίνεται ενδεικτική αναφορά στα πρακτικά της 54ης συνεδρίας του Συμβουλίου που περιέχονται ως Παράρτημα 2 στην Ένστασης για την απουσία των Μελών, κ.κ. Ραζή και Πνευματικού, όπως και του Παρασκευόπουλου που απουσίαζε από άλλες συνεχιζόμενες συνεδρίες.

 

  Αποτέλεσε επίσης θέση του, πως εσφαλμένα και κατά παράβαση του Νόμου και των Κανονισμών δεν παραπέμφθηκε η αίτηση του για επανεξέταση ενώπιον Ειδικής Επιτροπής Επανεξέτασης, μετά την εξασφάλιση εκ μέρους του ίδιου, πρόσθετων εγγράφων και νέων στοιχείων από το πανεπιστήμιο, αλλά και κατά την υποβολή του αιτήματος επανεξέτασης, του οποίου επιλήφθηκε και πάλιν το Συμβούλιο, ενώ προέβαλε και ισχυρισμούς περί ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας. Τέλος υποστήριξε πως η εισήγηση της Επιτροπής Κρίσεως παραβιάζει τις πρόνοιες του Κανονισμού 6(5) της Κ.Δ.Π. 172/1999.

 

  Στη συνέχεια, ο αιτητής διόρισε δικηγόρο προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στην διαδικασία. Δόθηκε, ως εκ τούτου, άδεια προς καταχώριση συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσης. Τέθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του, ζήτημα μη τήρησης άρτιων πρακτικών εκ μέρους του Συμβουλίου, κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 20.6.2019, αφού δεν προκύπτει εξ αυτού, το κατά πόσον τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του άρθρου 3(2) του Ν. 68(Ι)/99 ως αυτός τροποποιήθηκε, σε σχέση με την ιδιότητα των προσώπων που αποτελούν το Συμβούλιο, ήτοι από ποιόν διορίστηκαν, εάν ο Πρόεδρος είναι καθηγητής Δημόσιου Πανεπιστημίου της Κύπρου, εάν το Συμβούλιο αποτελείται από ανώτερο νομικό, έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και τέσσερεις καθηγητές.

 

  Υποβάλλεται η θέση πως κατά παράβαση του Κανονισμού 8 της Κ.Δ.Π. 172/1999 δεν καταρτίστηκε Ειδική Επιτροπή Επανεξέτασης, την οποία είχε υποχρέωση το Συμβούλιο να καταρτίσει, με αναφορά στα κριθέντα στην Ιωαννίδου ν. ΚΥΣΑΤΣ (2003) 4Α Α.Α.Δ. 401, η οποία επικυρώθηκε με την ΚΥΣΑΤΣ ν. Ιωαννίδου (2006) 3 Α.Α.Δ. 32. Κατά τους ισχυρισμούς της ευπαιδεύτου συνηγόρου του, τα κριτήρια και η πολιτική του Συμβουλίου είναι αντίθετα με τα άρθρα 2 και 12 του Νόμου, αφού θεσπίστηκε πολιτική και κριτήρια που δεν μπορούσε να εφαρμόσει, κατά την επανεξέταση δεν προηγήθηκε η δέουσα έρευνα από το Συμβούλιο, αφού δεν προκύπτει από που αντλεί την πληροφόρηση πως δεν διεξήχθησαν γραπτές εξετάσεις, λόγω του ότι πουθενά δεν αναφέρει το πανεπιστήμιο ότι δεν διεξήχθησαν γραπτές εξετάσεις και πως το διδακτικό προσωπικό του πανεπιστημίου που κατέχει διδακτορικό τίτλο είναι μικρότερο του 75%. Υποβάλλει πως υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας για την κατάληξη αυτή.

 

  Στην δε απαντητική αγόρευση, φαίνεται να εγκαταλείπεται ο ισχυρισμός για την υποχρέωση καταρτισμού Ειδικής Επιτροπής Επανεξέτασης και/ή Επιτροπής Κρίσεως και η εισήγηση να αντικαθίσταται από ισχυρισμό περί μη ορισμού Ανεξάρτητων Κριτών, συμφώνως των όσων αναφέρονται στον Κανονισμό 8.  

 

  Σημειώνεται πως κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, απεσύρθη ο ισχυρισμός που περιέχεται στην αρχική γραπτή αγόρευση του αιτητή, περί κακής σύνθεσης της Επιτροπής Κρίσεως.

 

  Πλήρως υποστηρικτική υπήρξε η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Δημοκρατίας, τόσο στην αρχική γραπτή της αγόρευση, όσο και στην συμπληρωματική. Τόνισε την έρευνα στην οποία προέβη το καθ’ ου η αίτηση Συμβούλιο, εντός των πλαισίων του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών, την διακριτική ευχέρεια που του αποδίδεται και όχι υποχρέωση, σε σχέση με τυχόν αναζήτηση εισηγήσεων από ανεξάρτητους κριτές και με παραπομπή στα κριθέντα στην προσφάτως εκδοθείσα απόφαση Ε.Δ.Δ. 146/20 Βύρωνος ν. Κυπριακού Συμβουλίου Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών, ημερομηνίας 7.5.2025, υπέβαλε πως η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί. Προσκόμισε, επίσης, στο Δικαστήριο, κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 85.005, ημερομηνίας 21.5.2018 για τον διορισμό του Προέδρου και των Μελών του καθ’ ου η αίτηση Συμβουλίου, προς αντίκρουση του ισχυρισμού περί μη τήρησης άρτιων πρακτικών, λόγω μη καταγραφής της ιδιότητας ενός εκάστου μέλους που απαρτίζει το Συμβούλιο, σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις.

 

  Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν ήδη εκτεθεί, ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη αίτηση για αναγνώριση του τίτλου σπουδών του “Diploma” που απονεμήθηκε από το Saint-Petersburg University της Ρωσίας, με τη μέθοδο των «Σπουδών εξ Αποστάσεως», ως τίτλου ισότιμου και αντίστοιχου προς Πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου στον κλάδο/ειδίκευση Ψυχολογίας, στις 7.3.2012. Η απορριπτική απόφαση του Συμβουλίου, πριν την υποβολή αιτήματος για επανεξέταση, ελήφθη κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 19.2.2019, ήτοι μετά την πάροδο 7 χρόνων.

 

  Μεσολάβησαν, όμως, ενδιάμεσες συνεδρίες του Συμβουλίου, που σκοπό είχαν την προσπάθεια εξασφάλισης των πληροφοριών που ήταν αναγκαίες για την εξέταση της φύσης του προγράμματος σπουδών που παρείχε το προαναφερόμενο εκπαιδευτικό ίδρυμα, σε σχέση με το δίπλωμα του αιτητή.

  Πρώτη ήταν η αποστολή του ερωτηματολογίου προς το πανεπιστήμιο, με επιστολή ημερομηνίας 11.6.2012, στην οποία δεν υπήρξε εκ μέρους του ανταπόκριση. Απεστάλη και δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 1.8.2013, στην οποία το πανεπιστήμιο απάντησε πως δεν μπορούσε να δώσει πληροφόρηση, λόγω προσωπικών δεδομένων του αιτητή, ζητώντας την γραπτή του συγκατάθεση. Το Συμβούλιο συνέχισε τις προσπάθειες για λήψη ενημέρωσης για τον τρόπο απόκτησης του τίτλου σπουδών, γνωστοποιώντας προς τον αιτητή την επιστολή ημερομηνίας 27.11.2013 με την οποία ζητούσε να επικοινωνήσει ο ίδιος με το πανεπιστήμιο.

 

  Χρειάστηκαν πέντε χρόνια, προκειμένου ο αιτητής να γνωστοποιήσει προς το Συμβούλιο επιστολή του πανεπιστημίου ημερομηνίας 2.8.2018, στην οποία και πάλιν, δεν περιλαμβάνονταν οι ζητούμενες πληροφορίες, ούτε και το ερωτηματολόγιο συμπληρωμένο, γι’ αυτό κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 16.11.2018 ελήφθη απόφαση πως δεν μπορούσε να προχωρήσει η εξέταση της υποβληθείσας αίτησης.

  Ένα μήνα αργότερα και συγκεκριμένα στις 27.12.2018, το πανεπιστήμιο απέστειλε το ζητηθέν ερωτηματολόγιο, από το οποίο το Συμβούλιο άντλησε πληροφόρηση και στη συνεδρία ημερομηνίας 19.2.2019, αποφάσισε την μη έγκριση της αιτούμενης αναγνώρισης.

 

  Στη βάση των πιο πάνω, προκύπτει πως το Συμβούλιο κατέβαλε πολλές προσπάθειες για να τύχει ενημέρωσης για τον τρόπο διδασκαλίας και συμπλήρωσης του συγκεκριμένου προγράμματος σπουδών, προσπάθειες όμως που δεν απέδιδαν, ούτε και επιταχύνονταν, λόγω της μη συνεργασίας και αδράνειας εκ μέρους του εκπαιδευτικού ιδρύματος.

 

  Από τα πιο πάνω γεγονότα, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε καθυστέρηση στην άσκηση της αρμοδιότητας εκ μέρους του Συμβουλίου. Αντιθέτως, διαφαίνεται πως αυτό έδρασε και δρούσε με αμεσότητα, σε κάθε νέο στοιχείο που ελάμβανε προς τούτο. Παρόλη, δηλαδή, την καθυστέρηση που φαινομενικά παρατηρήθηκε (2012 – 2019), το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που είχε διαρρεύσει, οφείλετο στην μη ανταπόκριση του πανεπιστημίου, προκειμένου να δώσει τις απαιτούμενες πληροφορίες. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτητή πως το Συμβούλιο δεν έδρασε εντός ευλόγου χρόνου, απορρίπτεται ως αβάσιμος.  

 

  Ο αιτητής, στην αρχική γραπτή του αγόρευση που καταχώρισε ο ίδιος αυτοπροσώπως, προβάλλει πολύ γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί κακής σύνθεσης του Συμβουλίου, αδιακρίτως, από το 2012 μέχρι το 2019, χωρίς να διευκρινίζει σε τι συγκεκριμένα έγκειται ο εν λόγω ισχυρισμός. Διατείνεται πως η σύνθεση του Συμβουλίου άλλαζε αρκετές φορές, δεν αιτιολογούνταν οι αναπληρώσεις που γίνονταν, δεν προκύπτουν οι προσκλήσεις των μελών που το απαρτίζουν.

 

  Ο ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί. Για την εξέταση της αίτησης και απόρριψης της στις 19.2.2019, χρειάστηκε η πραγματοποίηση συνολικά τεσσάρων συνεδριάσεων, με ημερομηνίες 25.6.2013, 5.11.2013, 16.11.2018 και 19.2.2019. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 3(2) και (4) του περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμου, Ν. 68(Ι)/1996, ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι και τον ουσιώδη χρόνο, το Συμβούλιο, η θητεία του οποίου είναι τριετής, διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Από την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 85.005, στην οποία αναφορά θα γίνει και πιο κάτω, προκύπτει πως το Συμβούλιο, υπό την Προεδρία του Δρος Σμυρλή, Αντιπροέδρου Δρος Κόμη και Μελών κας Χριστοδουλίδου Ζαννέτου, Δρος Ιωάννου, Δρος Σωτηρίου, Δρος Λεβέντη και Δρος Χατζηπαναγή, είχαν διοριστεί για περίοδο τριών χρόνων από 21.5.2018 – 20.5.2021. Επομένως, για τις δύο τελευταίες συνεδρίες, το Συμβούλιο απαρτιζόταν από τα προαναφερόμενα πρόσωπα. Για τις δύο πρώτες συνεδρίες που έλαβαν χώρα το έτος 2013, η θητεία του Συμβουλίου ήταν άλλη, ήτοι για την περίοδο από 12.3.2012 – 11.3.2015, το Συμβούλιο τελούσε υπό την Προεδρία του κου Μαυρονικόλα, Αντιπροέδρου κου Σοφοκλέους και Μελών κ.κ. Γιαννεσκή, Ιωαννίδου, Κογκίδου, Μαρτίδου και Βασιλειάδη. Εξ ου και η αλλαγή στη σύνθεση του Συμβουλίου κατά τις προαναφερόμενες συνεδρίες.

  Στην καταληκτική συνεδρία του Συμβουλίου ημερομηνίας 19.2.2019, κατά την οποία λήφθηκε η απόρριψη της αίτησης, προκύπτει να ήταν παρόντα όλα τα μέλη που απάρτιζαν το Συμβούλιο, εκτός του Μέλους Δρος Σωτηρίου, ο οποίος ήταν παρών για μέρος της συνεδρίας και αποχώρησε, δίδοντας αιτιολογία για την αποχώρησή του και συγκεκριμένα, λόγω του ότι έπρεπε να ταξιδέψει στο εξωτερικό (Ε.Δ.Δ. 208/2019 Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Λακκοτρύπη, ημερομηνίας 20.11.2024).

 

  Συνεπώς και ενόψει της παρουσίας τους, δεν ετίθετο ούτε και ζήτημα προσκλήσεων.

 

  Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τη συνεδρία του Συμβουλίου ημερομηνίας 20.6.2019, κατά την εξέταση του αιτήματος επανεξέτασης, κατά την οποία όλα τα μέλη του Συμβουλίου, ήταν παρόντα.

 

  Επίσης, η αναφορά που γίνεται από τον αιτητή στα πρακτικά της 54ης συνεδρίας του Συμβουλίου ημερομηνίας 9.5.2004 – 11.5.2004, κρίνεται άσχετη με την επίδικη διαδικασία, καθότι οι προαναφερθείσες συνεδρίες, δεν αφορούσαν στην εξέταση της επίδικης αίτησης, αλλά στον καθορισμό αποφάσεων γενικής εφαρμογής, κατά τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις.

 

  Απορρίπτεται ομοίως και ο ισχυρισμός που τέθηκε πως ο Δρ Σμυρλής, όπως και τα άλλα μέλη του Συμβουλίου, δεν είχαν προσωπική γνώση του θέματος. Σίγουρα, δεν αναμένεται από το κάθε μέλος του Συμβουλίου να κατέχει εξειδικευμένες γνώσεις για ένα έκαστο γνωστικό αντικείμενο τίτλου σπουδών που τίθεται ενώπιον του για σκοπούς αναγνώρισης.

 

  Όμως, συμφώνως των διατάξεων της επιφύλαξης του άρθρου 6(5) του Νόμου, Λειτουργοί που ορίζονται από το Συμβούλιο μπορούν να παρευρίσκονται στις συνεδριάσεις του, προς υποβοήθηση του έργου του, όπως εν προκειμένω. Τόσο κατά τη συνεδρία ημερομηνίας 19.2.2019, όσο και κατά την συνεδρία ημερομηνίας 20.6.2019, παρούσες ήταν λειτουργοί για προσκόμιση στοιχείων σε σχέση με τις αιτήσεις που εξετάζονταν και στη συνέχεια αποχώρησαν, πριν από την διαβούλευση για λήψη απόφασης.

 

  Διατείνεται ο αιτητής πως η αίτηση του, έπρεπε να τεθεί για επανεξέταση, ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής Επανεξέτασης, μετά την εξασφάλιση εκ μέρους του ίδιου του αιτητή πρόσθετων εγγράφων και νέων στοιχείων από το πανεπιστήμιο, τα οποία επισυνάπτει στην γραπτή του αγόρευση.

 

  Τα εν λόγω όμως έγγραφα, φέρουν ημερομηνίες 12.11.2020 και 19.11.2020 και αποτελούν έγγραφα τα οποία είναι εκτός του ουσιώδους χρόνου λήψης της επίδικης, εν προκειμένω, διοικητικής απόφασης, ημερομηνίας 20.6.2019. Εφόσον ο αιτητής επιθυμούσε να προσκομίσει αυτά τα νέα έγγραφα ενώπιον του Συμβουλίου, θα μπορούσε να το πράξει, στα πλαίσια όμως νέας αίτησης και όχι στα πλαίσια της ήδη απορριφθείσας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.

  Ο αιτητής υποστηρίζει πως η εισήγηση της Επιτροπής Κρίσεως παραβιάζει τον Κανονισμό 6(5) της Κ.Δ.Π. 172/1999, θέση όμως που απορρίπτεται ως αβάσιμη, αφού, η Επιτροπή Κρίσεως, αποτελούσε θεσμοθετημένο γνωμοδοτικό όργανο, στη βάση του προγενέστερου κανονιστικού πλαισίου, το οποίο με την Κ.Δ.Π. 72/2015 τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από τους Ανεξάρτητους Κριτές, κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Κανονισμού 6 των περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 172/99 ως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω στη συνέχεια.

 

  Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, στη συμπληρωματική γραπτή της αγόρευση, έθεσε ζήτημα μη τήρησης άρτιων πρακτικών, κατά την καταληκτική συνεδρία ημερομηνίας 20.6.2019, αφού δεν προκύπτει η τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 3(2) του Ν. 68(Ι)/99 ως αυτός τροποποιήθηκε, σε σχέση με την ιδιότητα των προσώπων που αποτελούν το Συμβούλιο.

 

  Και αυτός ο ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όπως αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου:-

«3. —(1) Ιδρύεται «Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών» (ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ.) (που στο εξής θα αναφέρεται ως «το Συμβούλιο»). Το Συμβούλιο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από το άρθρο 4 του παρόντος Νόμου.

(2) Το Συμβούλιο διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο ύστερα από σχετική πρόταση του Υπουργού και απαρτίζεται από επτά µέλη ως ακολούθως:

(α) Έναν καθηγητή δημόσιου πανεπιστημίου της Κύπρου, ως Πρόεδρο.

(β) Έναν Ανώτερο Νομικό από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

(γ) Έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.

(δ) Τέσσερις καθηγητές ή ομότιμους καθηγητές πανεπιστημίου, από τους οποίους ένας είναι καθηγητής ή ομότιμος καθηγητής δημόσιου πανεπιστημίου της Κύπρου και οι άλλοι τρεις είναι καθηγητές ή ομότιμοι καθηγητές πανεπιστημίων τριών άλλων χωρών, ο καθένας από τους οποίους σε πανεπιστήμιο διαφορετικής χώρας».

 

  Από την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με αρ. 85.005, στην οποία προαναφέρθηκα, προκύπτει ακριβώς πως έχουν τηρηθεί τα όσα απαιτούνται από το άρθρο 3(2) του Νόμου. Το Συμβούλιο απαρτίζετο από τον Δρα Γιώργο Σμυρλή, Καθηγητή Τμήματος Μαθηματικών και Στατιστικής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ως Πρόεδρο, τον Δρα Βασίλη Κόμη, Καθηγητή Πληροφορικής, Κοσμήτορα της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Πάτρας, ως Αντιπρόεδρο και από τα Μέλη, κα Λουΐζα Χριστοδουλίδου Ζαννέτου, Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκπρόσωπο του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τον Δρα Γιάννο Ιωάννου, Καθηγητή Μέσης Εκπαίδευσης (Πληροφορικής), Εκπρόσωπο του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, τον Δρα  Ανδρέα Σωτηρίου, Καθηγητή στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Δημόσιας Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, τον  Δρα Παναγιώτη Λεβέντη, Professor, Hammons School of Architecture, Drury University, USA και την Δρα Χριστιάνα Χατζηπαναγή, Professor, Department of Tax Law, Queen Mary University, Ηνωμένο Βασίλειο.

  Ο έτερος ισχυρισμός που προωθήθηκε, σχετίζεται με την θέση πως υπήρξε παραβίαση του Κανονισμού 8 της Κ.Δ.Π. 172/1999, αφού δεν καταρτίστηκε Ειδική Επιτροπή Επανεξέτασης, την οποία είχε υποχρέωση το Συμβούλιο να καταρτίσει, με αναφορά στα κριθέντα στην Ιωαννίδου (ανωτέρω), πρωτόδικη και κατ’ έφεσιν, ισχυρισμός που στην απαντητική φαίνεται να εγκαταλείπεται και να αντικαθίσταται ο ισχυρισμός, από υποχρέωση για ορισμό Ανεξάρτητων Κριτών.

 

  Δεν συμφωνώ ούτε και με αυτή την εισήγηση. Καταρχήν, θα πρέπει να λεχθεί πως τα κριθέντα στην Ιωαννίδου (ανωτέρω), αφορούσαν στο προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, της Κ.Δ.Π. 172/99, βάσει του οποίου, πράγματι, στον Κανονισμό 6, γινόταν αναφορά σε Επιτροπή Κρίσεως, ένα θεσμικό γνωμοδοτικό όργανο για την μελέτη των αιτήσεων που υποβάλλονταν προς το Συμβούλιο για αναγνώριση, η εισήγηση της οποίας επιβάλλετο να τεθεί ενώπιον του Συμβουλίου, προς λήψη απόφασης.

 

  Ακολούθως, με την τροποποίηση των σχετικών Κανονισμών με την Κ.Δ.Π. 72/2015, οι Επιτροπές Κρίσεως, αντικαταστάθηκαν από το Μητρώο Ανεξάρτητων Κριτών, όπου, βάσει του άρθρου 11(2) του Νόμου, σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτηση για επανεξέταση της αίτησης, το «Συμβούλιο δύναται, στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας, όπου αιτιολογημένα κρίνει τούτο αναγκαίο, να ζητήσει την υποβολή τεκμηριωμένων εισηγήσεως από δύο τουλάχιστον Ανεξάρτητους Κριτές». Και όπως συνεχίζει στο εδάφιο (3), το Συμβούλιο, αφού μελετήσει τις ξεχωριστές εισηγήσεις που τυχόν έχουν ζητηθεί, αποφαίνεται τελικά για το ζήτημα.

 

  Επομένως, σε συμφωνία με τις θέσεις της Δημοκρατίας, με την τροποποίηση του προαναφερόμενου κανονιστικού πλαισίου, παρέχεται πλέον διακριτική ευχέρεια στο Συμβούλιο για το κατά πόσον θα ζητηθούν οι εισηγήσεις των Ανεξάρτητων Κριτών.

 

  Επί τούτου, σχετικά είναι και τα όσα κρίθηκαν πολύ πρόσφατα από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Ε.Δ.Δ. 97/2021 Φιλίππου ν. Κυπριακού Συμβουλίου Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών, ημερομηνίας 19.11.2025, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:-

 

«Στην απόφαση Ιωαννίδου (ανωτέρω), πράγματι εξετάστηκε παρόμοιο ζήτημα. Οι εκεί εφεσείοντες κατ’ επίκληση των προνοιών του άρθρου 7 του Νόμου και των προνοιών του Κανονισμού 6(9) της Κ.Δ.Π. 172/99, εισηγήθηκαν πως η παραπομπή αιτήσεων στις Επιτροπές Κρίσεως από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., γιατί, καθώς ισχυρίστηκαν, το άρθρο 7 του Νόμου παρέχει στο ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. δικαίωμα καταρτισμού τέτοιων επιτροπών και όχι επιβαλλόμενη υποχρέωση. Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε εσφαλμένη την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση. Επισήμανε τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Η προσεκτική μελέτη των προνοιών των άρθρων 4(1)(δ), 7(1)(3) και 13(1) (ανωτέρω) σε συνδυασμό προς τις πρόνοιες του Κανονισμού 6 της Κ.Δ.Π. 172/99 (ανωτέρω) που προβλέπει για τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες των Επιτροπών Κρίσεως, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η υποχρεωτική εγκαθίδρυση των εν λόγω επιτροπών ως θεσμικών γνωμοδοτικών οργάνων για τη μελέτη των αιτήσεων αναγνώρισης τίτλων σπουδών  και την υποβολή σχετικών εισηγήσεων προς το ΚΥΣΑΤΣ για το σκοπό λήψης τελικής απόφασης για κάθε εκκρεμούσα αίτηση.

 

Η μελέτη των αιτήσεων και η υποβολή εισηγήσεων από τις Επιτροπές Κρίσεως προς το ΚΥΣΑΤΣ, συνιστά επιβαλλόμενη από το νόμο ενέργεια που στην ουσία αποτελεί προϋπόθεση της λήψης τελικής απόφασης από το ΚΥΣΑΤΣ. Η δυνητική ευχέρεια που παρέχεται στο ΚΥΣΑΤΣ με βάση τον κανονισμό 6(9) να αναθέτει στις Επιτροπές Κρίσεως τη μελέτη ειδικών θεμάτων αναγνώρισης τίτλων σπουδών και την υποβολή σχετικής εισήγησης αντιδιαστέλλεται από την υποχρεωτική μελέτη των αιτήσεων κλπ. που προβλέπει ο κανονισμός 6(1) και η οποία προηγείται της λήψης της τελικής απόφασης. Η πιο πάνω κατάληξη βρίσκει έρεισμα και στις πρόνοιες του άρθρου 13(1) του νόμου (ανωτέρω) όπου η εμπλοκή της οικείας Επιτροπής Κρίσεως καθιερώνεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη απόφασης σχετικά με εκκρεμούσα αίτηση».

 

 

Η απόφαση Ιωαννίδου (ανωτέρω) κρίθηκε με βάση το νομικό καθεστώς που βρισκόταν σε ισχύ κατά τον τότε ουσιώδη χρόνο. Ακολούθως, επήλθαν τροποποιήσεις στον βασικό Νόμο και έχει διαμορφωθεί με τον τρόπο που εκτίθεται ανωτέρω και δεν χρήζει επανάληψης. Τα άρθρα 4 (1)(δ) και (ε), 7, 10(2), 13(1)(i) του Νόμου και ο Κανονισμός 6(4), ως τροποποιήθηκαν, μετά την έκδοση της απόφασης στην Ιωαννίδου (ανωτέρω), οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η παραπομπή αιτήσεων σε ανεξάρτητους κριτές από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια και συνεπώς, ορθό ήταν το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου παρά την μη σε βάθος ανάλυση του.

 

Το πιο πάνω συμπέρασμα, δεν μεταβάλλεται λόγω των προνοιών του Κανονισμού 8(1)(α) ο οποίος διαλαμβάνει ότι «το Συμβούλιο για σκοπούς επανεξέτασης ορίζει δύο τουλάχιστον Ανεξάρτητους Κριτές…» ενόψει των όσων ρητά διαλαμβάνει η πρωτογενής Νομοθεσία. Ειδικότερα, το άρθρο 11 του Νόμου, ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 30(1)/2015, αναφέρεται στην διαδικασία επανεξέτασης και τα εδάφια 2 και 3 αυτού διαλαμβάνουν ότι «το Συμβούλιο δύναται, στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας, όπου αιτιολογημένα κρίνει αυτό αναγκαίο, να ζητήσει την υποβολή ξεχωριστών τεκμηριωμένων εισηγήσεων από δύο τουλάχιστον Ανεξάρτητους Κριτές: Νοείται ότι, οι Ανεξάρτητοι Κριτές από τους οποίους τυχόν ζητούνται ξεχωριστές τεκμηριωμένες εισηγήσεις είναι διαφορετικά πρόσωπα από αυτά που εξέτασαν κατά πρώτον το υπό κρίση θέμα.

 

(3) Το Συμβούλιο, αφού μελετήσει τις ξεχωριστές εισηγήσεις που τυχόν έχουν ζητηθεί και ληφθεί από τους Ανεξάρτητους Κριτές, αποφαίνεται τελικά για το θέμα και πληροφορεί σχετικά τον αιτητή». (Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).

 

Οι Κανονιστικές διοικητικές πράξεις εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση νόμου και συνήθως θέτουν κανόνα ή κανόνες δικαίου. Ιεραρχικά έπονται του Νόμου και δεν μπορούν να τον τροποποιούν ή να αντίκεινται σε διατάξεις αυτού.»

 

 

  Πέραν των πιο πάνω, διαπιστώνεται πως ούτε, κατ΄ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Συμβούλιο έπρεπε να ορίσει Ανεξάρτητους Κριτές, αφού με το αίτημα για επανεξέταση, δεν προέκυπτε οτιδήποτε το νεότερο.

 

  Η πληροφόρηση που δόθηκε από το ίδιο το πανεπιστήμιο στη βάση του ερωτηματολογίου που το ίδιο συμπλήρωσε (Παράρτημα XIV της Ένστασης), ήταν ότι δεν υπήρχαν γραπτές εξετάσεις, ούτε κατ’ οίκον εξετάσεις, παρά μόνον “Projects” και “Thesis of Dissertation”, ενώ δεν δόθηκε καμία πληροφόρηση για τα προσόντα του ακαδημαϊκού προσωπικού.

 

  Επομένως, απορριπτέα καθίσταται κι η θέση του αιτητή πως δεν προκύπτει από που άντλησε το Συμβούλιο πληροφόρηση για το γεγονός πως δεν διεξήχθησαν γραπτές εξετάσεις και πως το διδακτικό προσωπικό του πανεπιστημίου που κατέχει διδακτορικό τίτλο είναι μικρότερο του 75%. Οι απαντήσεις, όπως προανέφερα, δίδονται από το ερωτηματολόγιο που συμπληρώθηκε από το ίδιο το εκπαιδευτικό ίδρυμα.

  Αυτό οδηγεί και στην κατάληξη πως η αιτιολογία που δόθηκε, υπήρξε λεπτομερής και εμπεριστατωμένη, αφού καθορίζει και εξειδικεύει επακριβώς τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής για αναγνώριση του τίτλου σπουδών που απέκτησε εξ αποστάσεως.

 

  Απορριπτέα καθίσταται κι η εισήγηση πως τα κριτήρια και η πολιτική του Συμβουλίου είναι αντίθετα με τα άρθρα 2 και 12 του Νόμου, αφού θεσπίστηκε πολιτική και κριτήρια που δεν μπορούσε να εφαρμόσει.

 

  Όμοιος ισχυρισμός εξετάστηκε και απορρίφθηκε, στην επίσης προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Βύρωνος (ανωτέρω), στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας, από την οποία και παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα:-

«Το Υπουργικό Συμβούλιο, στη βάση του Άρθρου 15 του Ν.68(Ι)/1996, θέσπισε τους σχετικούς κανονισμούς (ΚΔΠ172/1999), μεταξύ των οποίων ο Κανονισμός 3(3)(α)(i) σχετικά με την αναγνώριση ισοτιμίας, ως και ο Κανονισμός 3(5) που παρέχει στους Εφεσίβλητους το δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις γενικής εφαρμογής. Οι εν λόγω Κανονισμοί προνοούν ως ακολούθως:

 

«3(3)(α)(i) Η διάρκεια των σπουδών, η διαδικασία διδασκαλίας και μάθησης και οι όροι αξιολόγησης, προαγωγής και αποφοίτησης των

σπουδαστών πληρούν τις απαιτήσεις του Πανεπιστημίου Κύπρου ή των άλλων δημόσιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ανώτερης εκπαίδευσης της Κύπρου. Ως προς τη διαδικασία διδασκαλίας και μάθησης, εξαίρεση από τα πιο πάνω αποτελούν ιδρύματα τύπου 'ανοικτού πανεπιστημίου' (open university) σπουδών εξ αποστάσεως' (distance learning) και 'εξωτερικών πτυχίων' (external degrees), νοουμένου ότι-

 

- το ίδρυμα που προσφέρει τέτοιου τύπου εκπαίδευση έχει πρόγραμμα σπουδών για το σκοπό αυτό,

- ολόκληρη η διαδικασία προσφοράς τέτοιου τύπου προγράμματος γίνεται μόνο από το ίδρυμα που απονέμει τον τίτλο, και

- η αξιολόγηση, προαγωγή και αποφοίτηση γίνονται με βάση διαφανείς και αδιάβλητες διαδικασίες.

 

[…]

 

3(5) Το Συμβούλιο έχει δικαίωμα να λαμβάνει αποφάσεις γενικής εφαρμογής.»

 

 

Όπως προκύπτει από τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 3 (ανωτέρω), το Υπουργικό Συμβούλιο, με τον Κανονισμό 3(5), παρείχε το δικαίωμα και συνεπώς την δυνατότητα στους Εφεσίβλητους να λαμβάνουν αποφάσεις γενικής εφαρμογής, όπως και έπραξαν στην προκειμένη περίπτωση, στις συνεδρίες τους 12.3.2007 – 13.3.2007, απαιτώντας όπως για τα προγράμματα σπουδών που προσφέρονται με τη μέθοδο των «Σπουδών εξ Αποστάσεως» απαιτείται η διεξαγωγή γραπτών εξετάσεων. Και τούτο, όπως ορθά επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξειδικεύοντας ουσιαστικά και ερμηνεύοντας έτσι, την αναφορά στον Κανονισμό (ανωτέρω) σε «διαφανείς και αδιάβλητες διαδικασίες». Περαιτέρω, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκανε αναφορά και στο Άρθρο 44(4) των περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν.158(Ι)/1999) σε σχέση με την εξουσία, γενικότερα, του διοικητικού οργάνου να ακολουθεί γενική πολιτική που έχει το ίδιο καθορίσει. Το Άρθρο 44(4) ορίζει ως ακολούθως:

 

«44 (4) Δεν απαγορεύεται σε διοικητικό όργανο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία σε μια υπόθεση, με βάση γενική πολιτική ή κριτήρια που έχει προκαθορίσει το ίδιο για παρόμοιες υποθέσεις, εφόσον η πολιτική ή τα κριτήρια που έχει χαράξει συνάδουν με το νόμο, και να εξετάζει ιδιαίτερα κάθε υπόθεση που παρουσιάζεται ενώπιον του και πιο συγκεκριμένα να εξετάζει αν τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης δικαιολογούν απόκλιση από τη γενική πολιτική ή τα κριτήρια που χάραξε.»

 

 Συνακόλουθα, κρίνουμε πως με την συγκεκριμένη απόφαση γενικής εφαρμογής που έλαβαν οι Εφεσίβλητοι, κάτω από τη δυνατότητα που τους παρέχει ο Κανονισμός 3(5) (ανωτέρω), ουδόλως πρόσθεσαν νέο κριτήριο στον Κανονισμό 3(3)(α)(i) (ανωτέρω), ούτε και ενήργησαν σε αντίθεση με αυτό. Αντίθετα, ενεργώντας με βάση την εξουσία που τους παρέχει ο Κανονισμός 3(5), δικαιωματικά ερμήνευσαν την αναφορά «διαφανείς και αδιάβλητες διαδικασίες» αξιολόγησης, απαιτώντας με αυτή την απόφαση τους μια απρόσωπη και γενική εφαρμογή αυτού του κριτηρίου, ενεργώντας πάντοτε σε συμμόρφωση με τον Κανονισμό.

 

 Δεν διαπιστώνουμε, συνεπώς, οποιαδήποτε παραβίαση εκ μέρους των Εφεσίβλητων των Κανονισμών, αλλά ούτε και υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους τους, παρά μόνο άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχουν οι Κανονισμοί, προκειμένου να εξασφαλίζουν, συμμορφούμενοι με αυτούς, την αξιολόγηση με βάση διαφανείς και αδιάβλητες διαδικασίες, κατά την κρίση τους, αλλά και σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς σπουδών του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου που απαιτούν επίσης την διεξαγωγή τελικών εξετάσεων.

 

 Για όλα τα πιο πάνω, οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντα δεν μας βρίσκουν σύμφωνους και ο 1ος λόγος Έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος»

 

 

 

 

  Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνεται πως η προσβαλλόμενη απόφαση, υπήρξε προϊόν επαρκούς και ενδελεχούς έρευνας εκ μέρους του Συμβουλίου, κατ΄εφαρμογή της γενικής πολιτικής και κριτηρίων που είχε καθιερώσει, με σκοπό την διασφάλιση του αδιάβλητου και της αξιοπιστίας της αξιολόγησης των προγραμμάτων σπουδών που προσφέρονται με την μέθοδο των «Σπουδών εξ Αποστάσεως».

 

  Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €2.000 έξοδα εναντίον του αιτητή.

 

  Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος.                 

 

 

 

         Γαβριήλ, Δ.Δ.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο