Κώστας Χαραλάμπους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπόθεση Αρ. 203/2022, 4/2/2026
print
Τίτλος:
Κώστας Χαραλάμπους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπόθεση Αρ. 203/2022, 4/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 203/2022

                                             

      4 Φεβρουαρίου, 2025

 

     [Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Κώστας Χαραλάμπους

 

Αιτητής

                          Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του

Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων

 

 

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

Άννα Κλώνη για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε,  Δικηγόροι για Αιτητή

Σίλια Χαραλάμπους για Τατιάνα Ιακωβίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η αίτηση

 

                                               

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.:  Στις 10.12.2020, ο Αιτητής, τότε περί των 53 ετών, υπέβαλε αίτηση για σύνταξη ανικανότητας (εφεξής η «Αίτηση»). Το ιατρικό συμβούλιο, το οποίο τον εξέτασε κλινικά, γνωμάτευσε ότι ήταν ικανός για εργασία και η Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (εφεξής η «Διευθύντρια»), υιοθετώντας τη γνωμάτευση του ιατρικού συμβουλίου απέρριψε την Αίτηση και ο Αιτητής ενημερώθηκε με επιστολή ημερομηνίας 24.11.2021, απόφαση, την οποία ο Αιτητής προσβάλλει με την παρούσα.

 

Με την πρώτη ενότητα των λόγων ακύρωσης στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του (νομικοί ισχυρισμοί αρ. α-ε), ο Αιτητής εγείρει ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας, ότι παραβιάζει το Σύνταγμα και τις αρχές χρηστής διοίκησης, φυσικής δικαιοσύνης, ίσης μεταχείρισης και αποτελεί προϊόν αλλότριου σκοπού. Εδράζει τη θέση του αυτή στην αντίληψή του ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη τα συμπεράσματα της θεράποντος ιατρού του και στο ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός [κάνει μνεία στο άρθρο 40 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 [Ν. 59(Ι)/2010-εφεξής ο «Νόμος»], καθότι άτομα με προβλήματα υγείας ως ο Αιτητής δεν είναι δυνατόν να χειρίζονται μηχανήματα που απαιτούν βαριά χειρωνακτική εργασία, συγκέντρωση και αυτοπεποίθηση στον χειρισμό τους. Παραπέμπει συναφώς στην απόφαση στην Πρ. Αρ. 5552/2013 Παναγιώτης Ανδρέου ν. Υπουργείου Εργασίας ημερ. 30.09.2014 και στο άρθρο 8 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου θέτοντας ότι ο Αιτητής εμπίπτει «σε αυτή την κατηγορία ατόμων» γεγονός που παραγνωρίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Με τον λόγο ακύρωσης (στ), ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα κατάχρησης εξουσίας καθότι κατά τον ισχυρισμό του, ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν όλες τις απαραίτητες εξετάσεις και πιστοποιητικά που υποδήλωναν ότι η περίπτωσή του εμπίπτει στον όρο «ανίκανος προς εργασία» όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 του Νόμου απέρριψαν την Αίτηση κακόπιστα και κατά πλημμελή άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Στους επόμενους δύο λόγους ακύρωσης (ζ και η), με αναφορά στα προβλήματα υγείας του Αιτητή, τίθεται ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη χωρίς επαρκή έρευνα και/ή στηριζόμενη επί εσφαλμένων προπαρασκευαστικών πράξεων, ενώ κατ’ επίκληση της «πρόγνωσης» της θεράποντος ιατρού του, βάλλεται και ως αναιτιολόγητη. Με τους λόγους ακύρωσης θ-ια, ο Αιτητής θέτει ότι απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση είναι πεπλανημένη, ληφθείσα στη βάση εξωγενών κριτηρίων και διαδικασίας πλήττουσας την καλή πίστη και δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.

 

Με την καταληκτική ενότητα λόγων ακύρωσης, υποβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και τις διατάξεις του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου [Ν.158(Ι)/1999], θέτοντας επιπλέον ότι και ο τελευταίος είναι αντισυνταγματικός.

 

Η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση, με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, με παραπομπή στον Νόμο, σε νομολογία και στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, υποστηρίζουν τη νομιμότητα, την αιτιολογία και το δέον της έρευνας της υπό κρίση περίπτωσης.

 

Αφού εξέτασα προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Καταρχάς απορριπτέοι είναι οι ισχυρισμοί της πρώτης ενότητας λόγων ακύρωσης  (νομικοί ισχυρισμοί αρ. α-ε). Η ιατρός του Αιτητή ουδέποτε προέγνωσε ότι είναι ανίκανος προς εργασία αλλά η πρόγνωσή της ήταν ότι «ο ασθενής δύναται να εργάζεται με μειωμένο ωράριο στην εργασία του ή να εργάζεται σε επάγγελμα χωρίς χειρωνακτική εργασία» (τελευταία παράγραφος στη δεύτερη σελίδα στο Παράρτημα Α σε Αίτηση Ακυρώσεως, το οποίο μπορεί να βρεθεί και ως Ερ. 5-6 σε διοικητικό φάκελο-Τεκμήριο 1).

 

Όπως δε προκύπτει από τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής, κέρδιζε από την εργασία του μετά το ατύχημα ποσό που υπερκαλύπτει το 1/3 των απολαβών που ελάμβανε πριν από αυτό συνεπώς ορθά και σύμφωνα με το εδάφιο (5) του άρθρου 40 του Νόμου θεωρήθηκε ότι δεν ήταν ανίκανος προς εργασία. Στην Αίτηση άλλωστε ο ίδιος ανέφερε ότι εργάζεται 3 ώρες την ημέρα (με αμοιβή €150 την εβδομάδα καθαρά) στη δε κατάθεσή του (Ερ.8 σε Τεκμήριο 1) το ποσό ανά ώρα εργασίας αναφέρθηκε ως €8,75, ενώ πριν το ατύχημα η δηλωθείσα ημερήσια αμοιβή ήταν €70. Με αυτά τα δεδομένα, το δηλωθέν ποσό των €150 την εβδομάδα είναι πέραν του 1/3 από όσα δήλωσε ότι λάμβανε πριν το ατύχημα. Το εν λόγω εδάφιο (5) του άρθρου 40 προβλέπει:

 

«(5) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «ανίκανος προς εργασία», θεωρείται ο ασφαλισμένος, όταν λόγω ειδικής ασθένειας ή σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας, η οποία άρχισε ή επιδεινώθηκε ουσιωδώς μετά την ασφάλισή του, δεν μπορεί να κερδίζει από εργασία την οποία εύλογα αναμένεται να εκτελεί, λαμβανομένων υπόψη των δυνάμεων, των δεξιοτήτων, της μόρφωσης και της συνήθους επαγγελματικής απασχόλησής του, πέραν από το ένα τρίτο ή, εάν πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας μεταξύ εξήντα (60) και εξήντα τριών (63) ετών, πέραν από το ένα δεύτερο, του ποσού το οποίο κερδίζει συνήθως στην ίδια περιφέρεια και επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιές πρόσωπο της ίδιας μόρφωσης».

 

Η απόφαση Πρ. Αρ. 5552/2013 Παναγιώτης Ανδρέου ν. Υπουργείου Εργασίας ημερ. 30.09.2014 στην οποία παραπέμπει ο Αιτητής δεν είναι σχετική ούτε εξηγείται ή, εν πάση περιπτώσει, γίνεται αντιληπτή η σχετικότητα του άρθρου 8 του περί Γενικών Αρχών Διοικητικού Δικαίου Νόμου με τα δεδομένα της παρούσας. Εδώ, ως εξήγησα, αιτιολογείται ο λόγος που ο Αιτητής κρίθηκε ότι δεν εμπίπτει στον κατ’ άρθρο 40(5) του Νόμου ορισμό του ανίκανου προς εργασία προσώπου άρα θεωρώ ότι η απόφαση συνάδει με την αρχή της νομιμότητας, οι δε διαπιστώσεις που επικαλέστηκε η διοίκηση δεν βρίσκονται σε διάσταση με τα ιατρικά ευρήματα (ως πχ ήταν το εύρημα της Παναγιώτης Ανδρέου) αλλά εναρμονίζονται τόσο με την γνωμάτευση του ιατρικού συμβουλίου όσο και με την ιατρική έκθεση της θεράποντος ιατρού του Αιτητή.

 

Νοείται ότι και οι ισχυρισμοί ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας, ότι παραβιάζει το Σύνταγμα και τις αρχές χρηστής διοίκησης, φυσικής δικαιοσύνης, ίσης μεταχείρισης και ότι αποτελεί προϊόν αλλότριου σκοπού απορρίπτονται δεδομένου ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε ειδική μνεία των λόγων που ο Αιτητής θεωρεί ότι συντρέχουν παρά παραπέμπει στο άρθρο 40 (5) του Nόμου, στην Ιατρική Έκθεση της θεράποντος ιατρού και στην ανωτέρω απόφαση στην Παναγιώτης Ανδρέου, τα οποία έχω ήδη κρίνει, με συγκεκριμένη κατάληξη ανωτέρω.

 

Δεδομένης των όσων ανέφερα πιο πάνω, απορριπτέος είναι και ο λόγος ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα κατάχρησης εξουσίας καθότι, κατ’ ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση είχαν όλες τις απαραίτητες εξετάσεις και πιστοποιητικά που υποδήλωναν ότι η περίπτωσή του Αιτητή εμπίπτει στον όρο «ανίκανος προς εργασία» όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 του Νόμου, όμως απέρριψαν την Αίτηση κακόπιστα και κατά πλημμελή άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας. Τα ενώπιόν τους στοιχεία και ιατρικές εκθέσεις υποστηρίζουν την προσβαλλόμενη απόφαση και ουδεμία κακοπιστία ή πλημμελή άσκηση διακριτικής ευχέρειας διαπιστώνω.

 

Ούτε ελλιπής έρευνα ή αιτιολογία στοιχειοθετείται, αλλά προκύπτει ότι τα προβλήματα υγείας του Αιτητή και οι ιατρικές εκθέσεις της θεράποντος ιατρού του λήφθηκαν υπόψη (βλ. παράγραφο 5 σε Ερ. 33 Τεκμηρίου 1 που παραπέμπει στις ιατρικές εκθέσεις Ερ. 5 και 4) ως και το πραγματικό γεγονός της δηλωθείσας αμοιβής εκ της εργασίας του πριν και μετά το ατύχημα. Δεν υποδεικνύεται ποια εκ των προπαρασκευαστικών πράξεων ήταν εσφαλμένη ούτε, δεδομένων και των ανωτέρω συμπερασμάτων μου, κάτι τέτοιο επαληθεύεται. Θεωρώ εν πολλοίς τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς αόριστους μη δυνάμενους να άγουν σε ακυρωτικό εύρημα (σχ. η ΕΔΔ Αρ. 178/2018 Χριστοδουλίδου v. Δημοκρατίας ημερ. 13.05.2024 όπου επικροτήθηκε η πρωτόδικη θεώρηση ότι ο λόγος ακυρώσεως θα πρέπει να απορριφθεί «εκ προοιμίου ως αόριστος, καθότι οι αιτητές παρέλειψαν να υποστηρίξουν αυτόν με αναφορές στα πραγματικά τους δεδομένα»).

 

Ομοίως, στην ίδια βάση και των όσων ανέφερα πιο πάνω τόσο ως προς τη δέουσα και νόμιμη αξιολόγηση των δεδομένων της περίπτωσης αλλά και αοριστία στην ανάπτυξη τους, απορριπτέοι κρίνονται και οι λόγοι  ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη είναι πεπλανημένη, κατ’ ισχυρισμό ληφθείσα στη βάση εξωγενών κριτηρίων και διαδικασίας πλήττουσας τις αρχές καλής πίστης, δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και αναλογικότητας και τις διατάξεις του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου [Ν.158(Ι)/1999]. Νοείται ότι ο ισχυρισμός ότι ο Ν.158(Ι)/1999 είναι αντισυνταγματικός πέραν από επιγραμματικός, δε δικογραφείται με την απαραίτητη σαφήνεια, ως καθορίζει η νομολογία, εφόσον δεν τίθεται η συνταγματική διάταξη που κατ’ισχυρισμό παραβιάζει ούτε αναπτύσσεται οποιασδήποτε ισχυρισμός που να συνδέεται με παράβαση συνταγματικής πρόνοιας. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση του ΑΣΔ στην ΕΔΔ Αρ. 178/2020 Αργυρούλα Δημητριάδου ν. Δημοκρατίας ημερ. 12.06.2025 όπου αναφέρθηκε:

 

«Διαπιστώνεται πως, όντως, παρά την πληθώρα των λόγων ακυρώσεως και την εκτενή αγόρευση, ελλείπει η αναγκαία απαραίτητη και στοιχειώδης εξειδίκευση των, κατ' ισχυρισμό, αντισυνταγματικών Άρθρων, τα οποία θα επέτρεπαν την εξέτασή τους.

 

Δε διαπιστώνω, καταλήγοντας, έδαφος βασιμότητας οποιουδήποτε λόγου ακύρωσης. Η προσφυγή απορρίπτεται. Η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται με έξοδα €1.600 υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση.

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο