Mr Ahmad Naveed ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπόθεση Αρ. 46/2026, 17/2/2026
print
Τίτλος:
Mr Ahmad Naveed ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπόθεση Αρ. 46/2026, 17/2/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ                                          

                                                 Υπόθεση Αρ. 46/2026 (K) iJustice

                                             

   17 Φεβρουαρίου, 2026

 

[Φ. ΚΑΜΕΝΟΣ, ΔΔΔ.]

 

Αναφορικά με το Άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Mr Ahmad Naveed

Αιτητής

Και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

1. Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

 

                                                      Καθ' ων η Αίτηση

......... 

 

Χρυστάλλα Παφίτη για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για Αιτητή

Αφροδίτη Αναστασιάδη, Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση.

                                               

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ.: O Αιτητής είναι Πακιστανός υπήκοος, που εισήλθε στη Δημοκρατία από μη ελεγχόμενο σημείο εισόδου και στις 11.04.2021 υπέβαλε αίτηση ασύλου, η οποία απερρίφθη στις 19.09.2023 πράξη την οποία προσέβαλε με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (εφεξής «ΔΔΔΠ»), η οποία απερρίφθη στις 19.09.2023. Ακολούθως υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, η οποία κρίθηκε απαράδεκτη στις 26.02.2024 και η εναντίον της πράξης αυτή προσφυγή του Αιτητή στο ΔΔΔΠ απορρίφθηκε στις 25.04.2024.

 

Στις 20.12.2025 ο Αιτητής συνελήφθη και στις 21.12.2025 κατόπιν της κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη, εκδόθηκαν εναντίον διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 14 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ.105), πράξεις που προσβάλλει με τα Αιτητικά Α-Γ της παρούσας προσφυγής.

 

Σημειώνεται ότι με το Αιτητικό Δ της αίτησης ακυρώσεως, ο Αιτητής ζητεί διάταγμα άμεσης απελευθέρωσής του, το οποίο όμως κείται εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 146(4) του Συντάγματος και το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμου του 2015 (Ν. 131(I)/2015), άρα απορρίπτεται και προχωρώ να εξετάσω τους λόγους ακύρωσης ως προς τα Αιτητικά Α-Γ της αίτησης ακυρώσεως.

 

Με τον πρώτο λόγο ακύρωσης ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη εκδόθηκε χωρίς δέουσα έρευνα και υπό καθεστώς πλάνης καθότι δεν τηρήθηκε ο Κανονισμός 19 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (οι «Κανονισμοί») που προβλέπει την αποστολή ειδοποίησης κήρυξης του ως απαγορευμένου μετανάστη. Υπό τον ίδιο λόγο ακύρωσης, ο Αιτητής υποβάλλει ότι δεν τηρήθηκαν τα άρθρα 8, 12Βτετράκις(2)(δ) και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Περαιτέρω, με παραπομπή σε νομολογία, υποβάλλεται ότι δεν παρέχεται επαρκής αιτιολογία ούτε η περίπτωση του Αιτητή διερευνήθηκε δεόντως και εξατομικευμένα.

 

Ειδικά αναφορικά με το διάταγμα κράτησης, θέτει ότι δεν τηρήθηκε το άρθρο 18ΟΘ του Κεφ. 105 προκειμένου να παρασχεθεί δικαίωμα οικειοθελούς αναχώρησης αλλά ούτε και τα άρθρα 18ΟΔ και 18ΠΣΤ του ιδίου νόμου καθότι το εύρημα περί κινδύνου διαφυγής δεν υποστηρίζεται από τα στοιχεία του φακέλου.

 

Το διάταγμα κράτησης πλήττεται και με τον δεύτερο λόγο ακύρωσης, στα πλαίσια του οποίου, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή ισχυρίζεται ότι οι περιστάσεις του Αιτητή δε δικαιολογούσαν να εκδοθεί ένα τέτοιο μέτρο και άρα ότι παραβιάσθηκαν οι αρχές της αναγκαιότητας, αναλογικότητας και χρηστής διοίκησης.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνεται της νομιμότητας απορρίπτοντας το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή, υποβάλλοντας ότι όσοι εξ αυτών δεν είναι δικογραφημένοι ή είναι αόριστοι πρέπει να απορριφθούν.

 

Εξέτασα προσεκτικά τις εκατέρωθεν υποβολές και καταλήγω στα εξής:

 

Ο ισχυρισμός περί παραβιάσεως διαφόρων προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου διαπιστώνω ότι πράγματι δεν είναι δικογραφημένος στην αίτηση ακυρώσεως, εφόσον ουδέν εκ των 14 νομικών σημείων αφορά τον εν λόγω νόμο και άρα απορρίπτεται [βλ. Latomia Estate Ltd κ.α. ν. Δημοκρατίας (2001) 3Β Α.Α.Δ.672, Ε.Δ.Δ. Αρ. 178/18 Χριστοδουλίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.α. ημερ. 13.05.2024 και Ε.Δ.Δ. Αρ. 128/20 The Vegetable Producers and Exporters Ltd κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 03.04.2025].  Ως μάλιστα έχω ήδη αναφέρει σε προηγούμενες αποφάσεις (Πρ. Αρ. 807/2020 Seashell Development Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 16.04.2024 και Υπ. Αρ. ΔΚ 904/2023 S A ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 04.08.2023), εάν ο Αιτητής είχε παράπονο ότι παραβιάσθηκε η σχετική νομοθεσία όφειλε να είχε δικογραφήσει δεόντως επί της αίτησης ακυρώσεως τη θέση αυτή με συγκεκριμένη αναφορά στις παραβιασθείσες πρόνοιές της και όχι να εγείρει τον ισχυρισμό αυτό στα πλαίσια της ανάπτυξης ισχυρισμού περί πλάνης, πλημμελούς έρευνας και αιτιολογίας. Στην ως άνω αναφερόμενη SA με παραπομπή στην Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598, αναφέρθηκε (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):

 

«Στην απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Svetlana Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598, στην οποία παραπέμπει και η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, αναφέρθηκε (υπογράμμιση του Δικαστηρίου):

 

«Για το λόγο ακύρωσης που αφορούσε στην πλάνη, δύο ήταν τα θέματα που εν πάση περιπτώσει ηγέρθηκαν πρωτοδίκως στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Εφεσίβλητης: (α) πλάνη ως προς την έλλειψη αρμοδιότητας του κ. Πηλαβά και (β) έλλειψη δέουσας έρευνας σε σχέση με την ύπαρξη έγκυρου γάμου.  Σε σχέση με το πρώτο θέμα, έγινε αναφορά στο Άρθρο 71 του Νόμου 92(Ι)/2003.  Όμως καμιά άλλη διασύνδεση του πιο πάνω Νόμου δεν έγινε με άλλα ζητήματα και κατά την άποψή μας δεν έπρεπε η υπόθεση να κριθεί στη βάση του πιο πάνω Νόμου.  Δεν υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου ένα τέτοιο επίδικο θέμα, αφού όχι μόνο δεν τέθηκε ως νομικό σημείο στην προσφυγή, αλλά ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε αιτιολόγηση που έστω και χαλαρά να θεωρηθεί ότι εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα(..)

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο νομολογία, για να θεωρηθεί ως επίδικο ένα ζήτημα πρέπει όχι μόνον να εγείρεται στην αίτηση ακυρώσεως αλλά και να αναπτύσσεται στην Αγόρευση, η δε οποιαδήποτε κρίση ως προς την εφαρμογή ή παράβαση ενός συγκεκριμένου νόμου, τότε μόνον είναι δυνατόν να διαπιστωθεί δικαστικώς, όταν ακριβώς ο αιτητής έχει δικογραφήσει και αναπτύξει τις νομοθετικές πρόνοιες που επιθυμεί στα ευεργετήματά τους να προστρέξει. Σημειώνεται μάλιστα ότι στη Shalaeva, οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν καν εγείρει πρωτοδίκως οποιεσδήποτε προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με ζητήματα δέουσας δικογράφησης ή ανάπτυξης λόγων ακύρωσης παρ' όλα αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε τους λόγους έφεσης των Καθ' ων η αίτηση για το ζήτημα αυτό.

 

Επίσης σχετική είναι η απόφαση στην Ε.Δ.Δ Αρ. 20/2024 Ruth Nsah v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 22.10.2024 (βλ. απόφαση πλειοψηφίας αλλά και μειοψηφίας ως προς τη δέουσα δικογράφηση).

 

Ούτε διαπιστώνω ότι η διοίκηση αστόχησε να διερευνήσει επαρκώς τις εξατομικευμένες περιστάσεις του Αιτητή ή ότι αστόχησε να αιτιολογήσει επαρκώς τις προσβαλλόμενες. Αντιθέτως, κατά τη σύλληψή του ήταν δεδομένο και καταγράφηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση (βλ. Κ29-30 σε διοικητικό φάκελο-Τεκμήριο 1) το παράνομο της παραμονής του στη Δημοκρατία καθώς και προηγούμενη καταδίκη του σε ποινικά αδικήματα που του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με αναστολή, στη δε προφορική του συνέντευξη δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επαναπατρισθεί αρνούμενος να δηλώσει τη διεύθυνση διαμονής του. Η διοίκηση ευλόγως άρα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για την περίπτωσή του δεν προσφέρονται εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.

 

Συναφώς δε θεωρώ ότι υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση των άρθρων 18ΟΔ, 18ΟΘ και 18ΠΣΤ του Κεφ. 105, καθότι τα πιο πάνω αναφερόμενα από τους Καθ' ων η αίτηση δείχνουν ότι εξάσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια ως προς την δυνατότητα εναλλακτικών της κράτησης μέτρων και θεώρησαν ότι η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη. Η θεώρησή τους αυτή, ως τεκμηριώνεται από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, δε φανερώνει ότι ενήργησαν κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης αλλά ήταν αναγκαία και αναλογική και εντός των πλαισίων των εξουσιών τους και της νομολογίας, η οποία έχει δεχτεί ότι η κήρυξη ενός μετανάστη ως απαγορευμένου, ως και ο Αιτητής, εμπεριέχει λογικά και τον κίνδυνο διαφυγής που δικαιολογεί την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος κράτησης (βλ. Πρ. Αρ. 5735/13 Mensah ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 09.08.2013).

 

Απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός ότι δεν επιδόθηκε στον Αιτητή η ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 19 των Κανονισμών. Η θέση αυτή καταρρίπτεται από το ίδιο το Παράρτημα Α1 στην αίτηση ακυρώσεως, όπου ακριβώς βρίσκεται η σχετική ειδοποίηση του Αιτητή ότι είναι απαγορευμένος μετανάστης και είναι και προσβαλλόμενη με το Αιτητικό Α της αίτησης ακυρώσεως. Συνεπώς δε μπορεί να γίνεται λόγος ούτε ευσταθεί η θέση ότι της έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων δεν του επιδόθηκε η ειδοποίηση αυτή.

 

Ως εκ των ανωτέρω η προσφυγή απορρίπτεται και οι προσβαλλόμενες επικυρώνονται με €1.700 έξοδα (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ εάν υπάρχει) εναντίον του Αιτητή.

 

 

Φ. Καμένος, ΔΔΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο